Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Λαϊκό, φολκλόρ και ποπ



Σε μια εποχή βιαστική και χωρίς αποχρώσεις, ό, τι συνορεύει τείνει να ταυτίζεται. Λέξεις και έννοιες με μικρές αλλά σημαντικές διαφορές, τείνουν, μέσα στην ταχύτητα της πρόχειρης χρήσης τους, να χάνουν τα χαρακτηριστικά τους και να βρίσκονται σε ένα θολό περίπου, χωρίς να καταφέρνουν να είναι συγκεκριμένες. Το λαϊκό, το φολκλόρ και το ποπ είναι τρεις όροι που συνορεύουν και τόσο συχνά ο ένας αντικαθιστά τον άλλο από έλλειψη ακρίβειας τόσο στην διατύπωση όσο και στην ανάλυση. Αν πάρουμε ως δεδομένη την φετιχοποίηση της λαϊκότητας από τη μεριά της αριστεράς, όπου σε μια άλλη συνόρευση, το λαϊκό σημαίνει ταυτόχρονα και αγνό, δίκαιο και επιθυμητό, καταλαβαίνουμε ότι η οριοθέτηση των τριών παραπάνω φαινομένων, πέρα από αισθητικό ή έστω γλωσσολογικό πρόβλημα, μπορεί ταυτόχρονα να είναι και πρόβλημα πολιτικό ( φυσικά εδώ προκύπτει άλλο ένα ‘’γλωσσικό’’ πρόβλημα αφού στη λέξη λαός, φαίνεται να συγκατοικεί η μάζα, το πλήθος, το προλεταριάτο και ένας μεγάλος αριθμός άλλων ενοίκων) .
Η έννοια του λαϊκού χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει μια σειρά από παραπλήσια φαινόμενα με τρόπο τέτοιο ώστε τελικά να φθαρεί το πρόσωπό της και να ξεχειλώσει η σημασία της. Η προσέγγιση του όρου πρέπει λοιπόν να αρχίσει από έναν εκ νέου ορισμό ο οποίος θα αποκλείει ενδεχόμενα και θα προσδιορίζει πιο στενά το φαινόμενο. Οι όροι φολκλόρ και ποπ στην προκειμένη περίπτωση μπορούν να χρησιμεύσουν λειτουργώντας όχι παραπλανητικά αλλά βοηθώντας στον αποκλεισμό στοιχείων του λαϊκού που στην πραγματικότητα δεν το ορίζουν.
Ο εισαγόμενος όρος ποπ ( pop από popular), έχει ως κύριο χαρακτηριστικό του τη δημοτικότητα, το μέγεθος δηλαδή της απήχησης του συγκεκριμένου μηνύματος ή αντικειμένου. Ακόμη περισσότερο οτιδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί ποπ, έχει ενσωματωμένη την επιθυμία(συχνά στα όρια του άγχους) για αποδοχή καθώς και όλες τις παραμέτρους που θα το καταστήσουν δημοφιλές. Οι όροι με τους οποίους παράγεται ένα ποπ αντικείμενο (ένα τραγούδι, ένα ρούχο ή ακόμα και ένας τρόπος ζωής) ορίζονται με βάση την ευκολία του κοινού γούστου και την εμπορική του διάσταση. Γνήσιο παιδί της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης καθώς και της παγκοσμιοποίησης, η ποπ κουλτούρα γεννήθηκε τη δεκαετία του ’60 και γιγαντώθηκε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Το φολκλόρ αντίθετα είναι μια υπόθεση αρκετά παλαιότερη και συνίσταται κυρίως στη αναπαραγωγή της επιφάνειας του λαϊκού, τον εξωτερικών δηλαδή χαρακτηριστικών που κάνουν το λαϊκό αναγνωρίσιμο ως τέτοιο. Ήδη από την περίοδο του ρομαντισμού, η επιστροφή σε μοτίβα και χαρακτηριστικά ενός παλαιότερου λαϊκού πολιτισμού ήταν κοινός τόπος, για λόγους εντελώς διαφορετικούς βέβαια από τους σημερινούς (όπως η δημιουργία της εθνικής συνείδησης κατά τον 19ο αιώνα ή η αντίθεση στον ορθολογισμό του διαφωτισμού και η τροφή που έβρισκε στο σκοτάδι των διαφόρων λαϊκών μυθολογιών.) Το φολκλόρ σήμερα, σε μια εποχή υποχρεωτικά παγκοσμιοποιημένη αναβιώνει ως ατελής προσπάθεια συντήρησης εθνικών χαρακτηριστικών (τόσο συχνά με εθνικιστικούς όρους), ή σαν επιθυμία μιας εύκολης και επιδερμικής επαφής με ξένες λαϊκές κουλτούρες ( έθνικ μουσική, έθνικ κομμώσεις, έθνικ βραχιόλια κτλ κτλ). Ο εξωτισμός και ο συντηρητισμός συναντιούνται και κυριαρχούν στο φολκλόρ, το οποίο μοιάζει με τo στρεβλωμένο είδωλο του λαϊκού (τόσο του ξένου όσο και του γηγενούς)υπό το βλέμμα του σύγχρονου πολιτισμού.
Πρέπει να προσεγγίσουμε το λαϊκό με βάση τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του και μακριά από εγκυκλοπαίδειες και καρτ ποστάλ. Παίρνοντας ως χώρο εξέτασης το παράδειγμα του λαϊκού θεάτρου ( για πολλούς του λαϊκότερου όλων των ειδών) ερχόμαστε άμεσα σε επαφή με το πολιτικό λαϊκό θέατρο. Τα έργα του Μπρεχτ ή του Ντάριο Φο χαρακτηρίστηκαν συχνά λαϊκά. Και ήταν, αλλά μόνο κατά το ήμισυ, από την πλευρά δηλαδή του κοινού ( και περισσότερο από την πλευρά του ιδεατού κοινού, του κοινού που ο συγγραφέας επιθυμεί). Το λαϊκό θέατρο και κατ επέκταση ο λαϊκός πολιτισμός, εξορίζει την καλλιτεχνική μονάδα (η οποία τόσο γιγαντώθηκε την περίοδο του μοντερνισμού) και ορίζει την λειτουργικότητά του με βάση την κοινότητα. Είναι ο πληθυντικός αριθμός αυτό που γεννά το λαϊκό: Η συλλογικότητα κατά την διαμόρφωση και την εκτέλεση του έργου, η ενεργή συμμετοχή του κοινού και η εξάλειψη των ορίων πομπού και δέκτη, ο αυτοσχεδιασμός, η διαμόρφωση μιας κοινής αισθητικής.
Ο σύγχρονος πολιτισμός βαφτίζει λαϊκά τα προϊόντα μιας διαδικασίας και αγνοεί ή εξαλείφει την διαδικασία που τα δημιούργησε. Είναι όμως η συλλογική αυτή διαδικασία που γεννά και μπορεί να ξαναγεννήσει ένα νέο λαϊκό, υπακούοντας σε μια επιθυμία για άμεση ικανοποίηση ενός κοινωνικού δημιουργικού ενστίκτου. Και αν δεχτούμε την ιδεολογία του ατομισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής μας, το λαϊκό, γίνεται περισσότερο από ποτέ θέμα πολιτικό. (στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: