Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Ο αδιανόητος θάνατος του Αντονι Μπουρντέν



Μια από τις σκηνές που θυμάμαι εντονότερα από την «Ιλιάδα» είναι αυτή κατά την οποία ο Πρίαμος, μετά τον θάνατο του γιου του, μπαίνει κρυφά στη σκηνή του Αχιλλέα για να ζητήσει το σώμα του Εκτορα. Η ικεσία γίνεται αποδεκτή από τον Αχιλλέα. Η σκηνή τελειώνει με τον Αχιλλέα να ολοκληρώνει τη φιλοξενία προσφέροντας στον Πρίαμο δείπνο.
Πάνω από το φαγητό οι δύο εχθροί μαλακώνουν, έρχονται κοντά, σχεδόν θαυμάζουν ο ένας τον άλλο. Το εναρκτήριο θέμα του έπους, «η μήνις του Αχιλλέα» εξαερώνεται πάνω από ένα πιάτο φαγητό.
Από την περιοχή των ηρώων περνάμε στην περιοχή των ανθρώπων πάνω από ένα τραπέζι.
Δεν είμαι σίγουρος γιατί επέλεξα να ξεκινήσω το άρθρο μου για την αυτοκτονία του Αντονι Μπουρντέν με αυτή την παράθεση.
Ισως γιατί με βοηθάει να καταλάβω μια ανθρώπινη παραδοχή σε σχέση με την ίδια τη διαδικασία του φαγητού, τη σημασία και τις προεκτάσεις της.
Ο Αντονι Μπουρντέν ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας σεφ, με τον ίδιο τρόπο που ένα φαγητό είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη συνταγή του.
Μέσα από τις ταξιδιωτικές εκπομπές του, το άψογο στυλ τους, τις πολυποίκιλες αναφορές τους, τοποθετούσε το φαγητό στη σωστή του διάσταση. Ως κάτι που ενώνει και χωρίζει, ως κάτι κοινό και τελείως διαφορετικό, στοιχείο ταυτότητας και συμφιλίωσης.
Ως έναν τρόπο να συναντηθεί με ανθρώπους από κάθε σημείο του κόσμου, να μοιραστεί μαζί τους οικειότητα και να τους κάνει να μοιραστούν μαζί του ιστορίες. Ο ίδιος συχνά ανέφερε πως θεωρούσε το φαγητό ως το πιο πολιτικό στοιχείο στη ζωή του ανθρώπου.
Ως διατροφή, ως πολιτιστικό στοιχείο, ως καθημερινή ιεροτελεστία συνεύρεσης.
Στις εκπομπές του (και μιλάω εδώ κυρίως για το «No Reservations» και το «Parts Unknown») συχνά το φαγητό περνά σε δεύτερη μοίρα και γίνεται εφαλτήριο για τη γνωριμία, τη δική του και τη δική μας με ολόκληρους κόσμους.
Ο Μπουρντέν δεν σέρβιρε ποτέ εξωτισμό αλλά τη συμπύκνωση της κοινωνίας πάνω από ένα πιάτο. Κουβαλώντας πάντοτε τις δικές του αναφορές και μυθολογήσεις, τα ερωτήματά του και τις αναζητήσεις.
Στη δημοκρατία του Κονγκό στήνει ολόκληρη την εκπομπή πάνω στην «Καρδιά του σκότους» του Κόνραντ, στο Χονγκ Κονγκ πάνω στις ταινίες του Wong Kar-wai, στο Σιάτλ καλεί τον Μαρκ Λάνεγκαν για ένα ποτό, στη Ρώμη ψάχνει σκηνές του Παζολίνι, ενώ συνεχώς παρομοιάζει λόγους και πολιτικές του Μουσολίνι με αυτές του Τραμπ.
Θα επισκεφτεί το Ιράν και τη Γάζα, θα καταγγείλει το κράτος του Ισραήλ για την πολιτική του απέναντι στους Παλαιστινίους και θα φάει νουντλς σε ένα ελάχιστο εστιατόριο γειτονιάς με τον Ομπάμα στο Βιετνάμ.
Γνωρίζει ντόπιους, τρέφεται με τα φαγητά που προσφέρουν οι δρόμοι του πλανήτη και όχι τα ακριβά εστιατόρια (χωρίς να αποφεύγει την υψηλή μαγειρική), καπνίζει και πίνει, κάνει χαβαλέ.
Ο Αντονι Μπουρντέν υπήρξε ένας διάδοχος του Hunter Thompson. Επέλεξε οι αφηγήσεις του να έχουν ως ραχοκοκαλιά τους τη γεύση.
Οι εικόνες και οι λέξεις του αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια μιας από τις πιο γοητευτικές αφηγήσεις της εποχής μας.
Η είδηση για την αυτοκτονία του πήρε τεράστιες διαστάσεις. Ακριβώς γιατί μοιάζει αδιανόητη.
Ο Μπουρντέν έκανε την καλύτερη δουλειά του κόσμου (όπως έλεγε συχνά ο ίδιος), η εκπομπή του ήταν η πιο δημοφιλής εκπομπή του CNN με τηλεθεατές σε ολόκληρο τον πλανήτη, η προσωπική του ζωή έμοιαζε ονειρική.
Και όλα αυτά για έναν άνθρωπο βαθιάς καλλιέργειας και ευαισθησίας, που πέρασε μέσα από τις εξαρτήσεις και τα ναρκωτικά όρθιος πριν γίνει διάσημος στα 40 του χρόνια, με άπειρους φίλους σε κάθε σημείο της γης.
Ο Αντονι Μπουρντέν τα είχε ζήσει όλα ταξιδεύοντας πολύ μετά το Περισσότερο.
Και όμως ο θάνατος δεν είναι συμπέρασμα, δεν είναι άθροισμα των στοιχείων που συγκροτούν τη ζωή ενός ανθρώπου.
Ακόμα και όταν η επιλογή του συγκεκριμένου ανθρώπου είναι ο θάνατος. Για κάποιον λόγο το πάθος που σε κάνει να ταξιδέψεις τη ζωή σου σε όλο τον κόσμο (κυριολεκτικά όμως) δεν μου φαίνεται και πολύ μακρινό από το πάθος που σε κάνει να τη σταματήσεις.
Μια τυφλή εγρήγορση, μια παρόρμηση χωρίς όρια που μπορεί να σε μετατρέψει στην πιο δημιουργική εκδοχή του ανθρώπου. Ή να σε κάνει να πάρεις τη ζωή σου σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, κάπου στο Παρίσι.
Μια άρνηση που αφήνει πίσω τις άπειρες στιγμές καταγεγραμμένης κατάφασης στα μυστήρια και την ομορφιά των ανθρώπινων κοινωνιών.

(στην Εφξμερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Η Γιαννούλα Καραχάλιου και η Μακεδονία



Η καθημερινότητά μας περνά μέσα από τον εθνικιστικό πυρετό της Μακεδονίας. Τα συλλαλητήρια και τις δηλώσεις, τη φτηνή περηφάνια και το ακριβό όνομα, την Ιστορία ως καρικατούρα της πραγματικότητας και ως δεκανίκι έωλων επιχειρημάτων. Το σύμπλεγμα ανωτερότητας των αφιονισμένων. Ως ένα μονοθεματικό παρόν με πολύ φανατισμό και ακόμη περισσότερο αδιέξοδο.
Μέσα από τον θόρυβο των κραυγών, συχνά μια είδηση ανοίγει μια ρωγμή και φτάνει ώς εμάς. Στην Αμφισσα την περασμένη Δευτέρα ένα κορίτσι 13 ετών, η Γιαννούλα Καραχάλιου, έπεσε νεκρή από τα πυρά ενός άνδρα.
Το παιδί ήταν Ελληνίδα Ρομά. Παρ' όλο που τα στοιχεία δεν είναι ακόμη ξεκάθαρα, ένας 35χρονος διαπληκτίστηκε με Ρομά όταν αυτοί του είπαν να μην περνάει τρέχοντας με το αυτοκίνητο έξω από τον καταυλισμό γιατί παίζουν παιδιά.
Ο 35χρονος γύρισε 2 ώρες μετά και άρχισε να πυροβολεί. Τραυμάτισε στο πόδι τον άντρα Ρομά με τον οποίο είχε διαπληκτιστεί λίγη ώρα πριν και σκότωσε το μικρό κορίτσι.
Στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή. Τα ΜΜΕ έκαναν λόγο για «κακιά στιγμή», για «φόβους βεντέτας από ομοεθνείς», «οι Ρομά απειλούν να κάψουν την πόλη».
Στη μετάδοση των δελτίων χρειάστηκαν τρεις μέρες για να αποκτήσει όνομα το κορίτσι. Μέχρι τότε ήταν απλώς η 13χρονη Ρομά.
Και ενώ το θύμα εντός αυτού του κεκαλυμμένα ρατσιστικού λόγου υποβαθμίζεται, με τον ίδιο τρόπο ο 35χρονος από δολοφόνος αναβαθμίζεται σε «40χρονος επιχειρηματίας» (είναι, βλέπετε, και η «κακιά στιγμή»).
Υπάρχει κάτι βαθιά υβριστικό στην όλη κάλυψη του γεγονότος. Και παρά τη χρήση των στερεοτυπικά ακροδεξιών δημοσιογραφικών φράσεων, νιώθω πως το μεγαλύτερο ποσοστό της Υβρεως συγκεντρώνεται στην επιμονή για ανωνυμία του κοριτσιού, η στέρηση ενός δολοφονημένου κοριτσιού από την ταυτότητά του.
Μέσα στην επιβεβλημένη ασάφεια, η νεκρή κοπέλα δεν έχει όνομα, δεν έχει πρόσωπο.
Εχει μόνο ιδιότητες. Και μέσα από τον ρατσιστικό λόγο των ΜΜΕ οι ίδιες αυτές οι ιδιότητες ορίζουν την ανωνυμία της. Το γεγονός πως ήταν Ρομά υπερισχύει του γεγονότος πως λεγόταν Γιαννούλα Καραχάλιου.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια άρνηση ταφής στο επίπεδο της γλώσσας, σε μια Αντιγόνη όπου ο Κρέοντας είναι ένας ρατσιστής που διατάζει στην πραγματικότητα ελέγχοντας και δίνοντας σχήμα στην πληροφορία.
Ονομάζοντας τα πράγματα και τους ανθρώπους τα αφήνουμε να υπάρχουν, ενώ αντίθετα όταν τα περιγράφουμε τα αποσπούμε από το συγκεκριμένο και τα εντάσσουμε σε μια θολή γενικότητα, αποδεχόμαστε την ύπαρξή τους αλλά ταυτόχρονα την αναιρούμε. Επιτρέπουμε μια ασάφεια στο περίγραμμα ανατρέποντας το κάθε σχήμα. Και τελικά εισερχόμαστε στο απάνθρωπο πεδίο της στατιστικής. Εκεί που ο ρατσισμός των ΜΜΕ είναι αποδεκτός –αν όχι θεμιτός– ακόμα και απέναντι στους νεκρούς.
Η ονοματοδοσία γίνεται άσκηση απόλυτης ισχύος, η χρήση του ονόματος μετρονόμος της εξουσίας. Και ίσως να ακούγεται υπερβολικό, αλλά οι όροι με τους οποίους τα ΜΜΕ έγδυσαν ένα νεκρό κορίτσι από το όνομά του είναι παρόμοιοι με τους όρους με τους οποίους στήνονται τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό.
Οχι με τα επιχειρήματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, αλλά με αυτή την ιερή επιμονή στην απόλυτη ορθότητα των δικών μας βεβαιοτήτων και στερεοτύπων. Το αποκλειστικό δικαίωμα στην ονοματοδοσία ως επιβεβαίωση ισχύος.
Γιατί τα ονόματα ανήκουν σε εμάς. Σε εμάς τους ανώνυμους ορθούς. Σε εμάς που ορθωνόμαστε πάνω από την ανωνυμία μας ποδοπατώντας τα δακτυλικά αποτυπώματα των άλλων.
Διατηρώντας την ανωνυμία των άλλων κάνουμε πιο συγκεκριμένο το δικό μας όνομα.
Η ανώνυμη μάζα του φανατισμού και τις μισαλλοδοξίας, της μίας και μόνης αλήθειας που στηρίζεται σε υπερβατικές έννοιες όπως η φυλή, η ράτσα, ή το επικό παρελθόν της ανωτερότητας στη θέση της Ιστορίας, θρέφει μέσα της αυτόκλητους τιμωρούς 35χρονους που τις «κακές στιγμές» τις γεννούν οι ίδιοι.
Και τελικά αφού στις μέρες μας όλοι τοποθετούμαστε για τα ονόματα να ξεκαθαρίσω πως προσωπικά το όνομα της κάθε Μακεδονίας με ενδιαφέρει πολύ λιγότερο από το όνομα της μικρής Ρομά, της Γιαννούλας Καραχάλιου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Το σώμα που ανεβαίνει



Τι σκεφτόταν ο Mamoudou Gassama, ο 22χρονος νέος από το Μάλι, όταν σκαρφάλωσε τέσσερις ορόφους κάπου στο Παρίσι για να σώσει ένα τετράχρονο παιδί που κρεμόταν από το μπαλκόνι; Ανεβαίνοντας από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, ανεβαίνοντας το εξωτερικό τεσσάρων ορόφων μέσα σε 30 δευτερόλεπτα. Με μια κίνηση σχεδόν μηχανική, που δεν διστάζει που δεν σκέφτεται δεύτερη φορά τα βήματά της, μόνο το σώμα να ανεβαίνει σαν να σπρώχθηκε από την ίδια την κατάφαση του νεαρού να σώσει το παιδί. Το μόνο που θα μπορούσε να σκέφτεται εκείνη τη στιγμή είναι ο τρόπος της ίδιας της διαδρομής. Το που θα μπει το πόδι, το που θα στηριχτεί το χέρι για να τραβήξει προς τα πάνω, το πώς θα κάνει πια γρήγορα ώστε να προλάβει την πτώση του παιδιού. «Άρχισα να τρέμω μόνο αφού έσωσα το παιδί».
Το περιστατικό συνέβη την περασμένη εβδομάδα στο Παρίσι και μέχρι και σήμερα κάνει το γύρο του κόσμου. Το συμβάν απαθανατίστηκε από τις κάμερες των περαστικών. Και καμία γραπτή περιγραφή, καμία πρόταση γεμάτη επίθετα δεν θα καταφέρει να συμπυκνώσει το μεγαλείο σε συνδυασμό με την απλότητα των κινήσεων που φέρνουν έναν άνθρωπο 4 ορόφους πάνω από τη γη, ώστε να επιτελέσει το σκοπό του.
Λίγες μέρες μετά, ο πρόεδρος Μακρόν κάλεσε τον Mamoudou Gassama στο προεδρικό μέγαρο, τον αποκάλεσε «εθνικό ήρωα» και με διαδικασίες εξπρές υποσχέθηκε πως θα του δοθεί η γαλλική υπηκοότητα, ενώ θα του προσφερθεί και μια θέση εργασίας στην πυροσβεστική του Παρισιού. Πολλοί μίλησαν για υποκρισία εξαιτίας των πολιτικών απέναντι στους μετανάστες ή λόγω της εμπλοκής της Γαλλίας στα εσωτερικά του Μάλι…
Ο Mamoudou Gassama είχε μόλις λίγους μήνες στο Παρίσι. Όταν έσωσε το παιδί δεν είχε χαρτιά και ζούσε παράνομα. Για να φτάσει εκεί ταξίδεψε από το Μάλι στην Μπουρκίνα Φάσο, στο Νίγηρα, στη Λιβύη, όπου σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία τους συμπεριφέρθηκαν σαν σκλάβους.

Το σώμα που ανεβαίνει τους ορόφους αψηφά μια σειρά από νόμους. Τον αρχιτεκτονικό νόμο που ορίζει ορόφους και διαμερίσματα, αυτόν της βαρύτητας που επιβάλει στα σώματα να πέφτουν, το νόμο του φόβου που σε κρατά πάντοτε στη γη, τον κοινωνικό νόμο που σου υπαγορεύει να προσπεράσεις όταν κάτι δεν σε αφορά ή να συμμετέχεις ως απλός θεατής. Και κυρίως το νόμο που δεν αντιλαμβάνεται τη βοήθεια χωρίς κέρδος, την ανιδιοτέλεια και την αυτοθυσία.
Πού ασκήθηκε αυτό το σώμα; Τι το έφερε σε μια τέτοια κατάσταση; Ποια διαδρομή το έχτισε, ώστε να κάνει πράξη την υπέρβαση; Να πράξει με έναν τρόπο που μοιάζει τόσο απλός στην εικόνα, αλλά ταυτόχρονα ακατανόητος στην αποκωδικοποίηση του από όλους εμάς τους θεατές; Η απόσταση κατοικεί ακόμα μέσα του, ο εφιάλτης της θάλασσας που θα τον πνίξει αφού φύγει από τη Λιβύη. Η επιβίωση, πάνω απ όλα η επιβίωση όταν ο άνθρωπος φτάνει στο βαθμό μηδέν και ταξιδεύει από τη μια χώρα στην άλλη περνάει τα σύνορα και απειλείται μονίμως, απειλείται από τόσους εξωτερικούς εχθρούς, συνθήκες και ανθρώπους, θεσμούς και μίσος. Και όμως όλα αυτά δεν διδάσκουν αδιαφορία, αλλά συμπόνια, σαν ο πραγματικός άνθρωπος να επιβιώνει μέσα στο θύμα των πολιτικών και των περιστάσεων. Ο άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο πολιορκημένος από την ίδια την πραγματικότητα.

«Συμπαθώ τα παιδιά και απλώς δεν ήθελα να δω το παιδί να παθαίνει κάτι μπροστά μου». Πάνω σε τόσο απλές παραδοχές πρέπει να χτίζονται οι κοινωνίες και οι άνθρωποι.
Μέσα από το σώμα του Mamoudou Gassama, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά αποκτούν πρόσωπο. Σε μια κοινωνία μπερδεμένη και διχασμένη, που δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει τη συγκυρία τους ενόχους και τους φόβους της. Την ώρα που ο Mamoudou Gassama ανέβαινε τους ορόφους, ακόμα και αν δεν μπορούσε να το σκεφτεί εκείνη τη στιγμή, έστηνε ένα μνημείο ανθρωπιάς πάνω απ όλους τους φιλήσυχους ανθρώπους, ένα μνημείο που όσο διαρκεί –έστω- ο ενθουσιασμός για το κατόρθωμά του, θα υπενθυμίζει το χρέος της δύσης απέναντι στους μετανάστες.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Είμαι δεκαεφτάρης, σας γαμώ τα τρίκυκλα



«Πείτε μου τώρα αν το παιδί δεκαεφτά χρόνων που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 αν το ενδιαφέρει τι έγινε το 1963», «Αυτά αφορούν κάποιους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα. Καλό είναι να γνωρίζουμε την ιστορία μας. Αυτό έχει αναφορές και στο Σκοπιανό που θα συζητήσουμε στη συνέχεια».
Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει πως στη ροή του λόγου του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε άλλο ένα στιβαρό ρητορικό σημείο για τους πολιτικούς ανθολόγους του μέλλοντος. Κάτι μαζί με τα: «Εγώ ήμουν πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα», τη διάκριση των εξουσιών που τη διατύπωσε ο Ρουσό (ο Μοντεσκιέ το έκανε), τον ορισμό της παράνοιας που (δεν) έδωσε ο Αϊνστάιν, τον εξωγήινο που διατάζει αλλαγές φύλου από τον Υμηττό κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, όμως, η παραπάνω δήλωση δεν είναι ένα ρητορικό ολίσθημα στη ροή του λόγου.

Αποτελεί μια άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας. Κάτι πιο κοντά στο «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση» που είπε στη ΔΕΘ. Μια άτσαλη συμπύκνωση πολιτικού αμοραλισμού απέναντι στην αλήθεια. Πιο πολύ λοιπόν πολιτική απαίτηση και επιταγή παρά τυχαία διαπίστωση.

Μέσα στον πυρήνα της η φράση κρύβει την αποθέωση της ψυχρής και πέρα από την ηθική λειτουργικότητας. Η ιστορία είναι ένα άχρηστο πράγμα μια και δεν απαντά στις τεχνοκρατικές αναζητήσεις που χτίζουν το μέλλον.
Η διατύπωση αποτελεί τη μη ιδεολογία ως απόλυτη ιδεολογία, τη λήθη ως απόλυτο ρυθμιστή του παρελθόντος, το πρακτικό ως απόλυτο αντικαταστάτη του πραγματικού.
Αυτό που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι να προσπαθήσει να ρυθμίσει το κομμάτι της λήθης που περιέχει το κάθε ιστορικό γεγονός. Οχι την απαίτηση για μνήμη αλλά την απαίτηση κάποια πράγματα να ξεχαστούν.
Κυρίως πολιτικά γεγονότα που είναι μη λειτουργικά για την επίτευξη του προσδοκώμενου πολιτικού στόχου. Το ποσοστό της λήθης είναι η κατασκευή του παρελθόντος με βάση αποκλειστικά τις πολιτικές σκοπιμότητες.
Με τον ίδιο τρόπο που απαιτεί να ξεχαστεί ο Λαμπράκης, απαιτεί να θυμόμαστε τη Μακεδονία. Οχι ως μια σειρά ιστορικών γεγονότων και περιόδων αλλά ως ένα λειτουργικό επιχείρημα που κολακεύει ένα συγκεκριμένο εθνικιστικό κοινό. Εδώ η ιστορία δεν πλησιάζει τη λήθη αλά τη μυθολογία. Η απαίτηση όμως είναι η ίδια.
Γιατί, όντως, ιστορία δεν σημαίνει να θυμάσαι. Ιστορία σημαίνει κυρίως να ξεχνάς. Να κρατάς μέσα από ένα χάος γεγονότων τα κομβικά σημεία, τις στιγμές αυτές που συμπυκνώνουν ολόκληρες ιστορικές περιόδους, αξίες και ιδεολογίες, κάθε τι που αξίζει να μείνει στη μνήμη. Με γνώμονα όμως την ιστορική επιστήμη. Κάθε τι άλλο είναι παραχάραξη. Στο όνομα μιας πολιτικής ή μιας ιδεολογίας.
Μέσα στη λειτουργική παραχάραξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαίτησε την κατάφασή μας στο γεγονός πως ο Γρηγόρης Λαμπράκης πρέπει να ξεχαστεί.

Η πολιτική απαίτηση που κρύβει μέσα της η φράση απλώνεται και σε ένα ακόμα σημείο της πρότασης. Αυτή του 17χρονου.
Μιλώντας στο όνομά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορίζει έναν ανθρωπότυπο. Ενα παιδί που δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν (ακόμη και το πρόσφατο) και το ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέλλον του. Εναν θριαμβευτή του ατομισμού που ποδοπατά ιστορίες και αξίες στο όνομα του ατομικού του μέλλοντος.
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το περιγράφει σαν δυσκολία και σαν επιβίωση αλλά μέσα στο όλο πλαίσιο λειτουργεί ως άνευ όρων επιτυχία.
Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε καν περιγράφει αλλά δημιουργεί και μας εκθέτει ένα πρότυπο. Με τις συγκεκριμένες αξίες και στόχους, οι οποίες δεν έχουν ανάγκη να θυμούνται τον Γρηγόρη Λαμπράκη.
Ακριβώς γιατί οι αξίες που ο ίδιος πρέσβευε ως άνθρωπος και ως πολιτικός και πρεσβεύει ακόμη ως σύμβολό τους είναι ξένες. Τους αγώνες ενάντια στο παρακράτος, τους αγώνες για τη δημοκρατία και την ελευθερία, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία.
Μέσω λοιπόν της ταύτισης με τους νέους και της προσποίησης του πολιτικού που συμπάσχει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κολακεύει ενώ ταυτόχρονα χειραγωγεί.
Είναι η περιγραφή μιας νεολαίας και ταυτόχρονα η στάση απέναντί της που πήρε την πιο ξεκάθαρη απάντηση στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και στις αντιφασιστικές πορείες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Απαντήσεις μιας νεολαίας που δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί κανενός είδους τρίκυκλα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)