Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα: ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ (1948-2015)


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
    στις πλάτες του ν’ αχνίζει.


Κράτησε λίγο. Τρεισήμισι μήνες περίπου από τη στιγμή που μάθαμε την αρρώστια. Καρκίνος, το κρεβάτι του νοσοκομείου, το φως που λιγοστεύει τα ξημερώματα, μέχρι εκείνη την ώρα, κάπου γύρω στις 7. Ο Πατέρας μας, ο Κώστας Τσαλαπάτης έφυγε στις 31 του Μάρτη, στα 66 του. Και έφυγε πλήρης ημερών. Όχι γιατί ήταν πολλές οι μέρες (πόσο ελάχιστες μοιάζουν τώρα), αλλά γιατί ήταν πλήρεις, γεμάτες. Γεμάτες αγάπη, φιλία, συντροφικότητα, ποίηση και κουβέντες.
Οι τελευταίες του μέρες υπήρξαν μάθημα για μας. Μάθημα αξιοπρέπειας για τη στάση που κράτησε ο ίδιος απέναντι σε όλα αυτά. Μάθημα φιλίας από όλους όσοι βρέθηκαν δίπλα του στο σπίτι και στο νοσοκομείο. Και κυρίως μάθημα συντροφικότητας από την μάνα μας, Μαρία Μαυροειδή, η οποία δεν έλειψε ούτε λεπτό από δίπλα του, προσπαθώντας, πολεμώντας, παλεύοντας μαζί του.

Δώσ’ του και τους παλιούς του φίλους,
και ρίξε χιόνι ύστερα άσπρο σαν κάθε χρόνο.
Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια.


Μα η ανάμνηση του ανθρώπου δεν είναι οι τελευταίες του μέρες. Έτσι θα θυμόμαστε τον πατέρα, κυρίως ως έναν οδοιπόρο της πόλης. Ο πατέρας περπάταγε με τον ίδιο τρόπο που διάβαζε ποιήματα. Μανιωδώς, με περιπλανώμενο πάθος. Γυρεύοντας τις λεπτομέρειες και την ιστορία της λεπτομέρειας, τα τοπωνύμια, την πρόσφατη ιστορία της πόλης, των γειτονιών, των δρόμων. Περπατώντας ατελείωτα χιλιόμετρα εκεί που άλλοι απλά διαβαίνουν.
Θα τον θυμόμαστε στο βιβλιοπωλείο του Νικολάκη στη Βικτώρια, κάθε Σάββατο για δεκαετίες, να συζητά με φίλους, να ανταλλάσσουν στίχους, να μαλώνουν και να διορθώνουν, να ζουν τα ποιήματα με πάθος (τη σχέση του αυτή την περιέγραψε και ο ίδιος στο συλλογικό τόμο «το καρότσι»). Στο τραπέζι του σαλονιού, στις ατελείωτες παρέες. Στην κατάληψη της Αγοράς της Κυψέλης να κουβεντιάζει με νεότερους και συνομηλίκους την πολιτική και τα πολιτικά.
Ο πατέρας ήταν ενταγμένος στην αριστερά από τα πρώτα του χρόνια και κόντρα στο περιβάλλον του. Ανένταχτος, αργότερα επί δικτατορίας στην ΑΑΣΠΕ, στη συνέχεια ξανά ανένταχτος και στη συνέχεια στο Συνασπισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αριστερά σήμαινε για αυτόν κυρίως μια ηθική στάση απέναντι στα πράγματα, μια στάση που ο ίδιος προσπαθούσε να τηρήσει με ευλάβεια στη δουλειά του στο ΙΚΥ, στη γειτονιά του την Κυψέλη συμμετέχοντας σε τοπικές κινήσεις και πρωτοβουλίες, στη ζωή γενικότερα. Ίσως από εκεί να προκύπτει και η αγάπη του για τον αναρχικό τρόπο (μια αγάπη που τώρα συνεχίζει ο νεότερος του γιος). Η απλόχερη στάση του απέναντι στους ανθρώπους, τα δώρα και τα κεράσματα. Το να δίνεις χωρίς αντάλλαγμα ήταν γι’ αυτόν η αριστερά.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα
    ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν,
    να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να
    τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν
    πως μεγαλώσαμε
    να παρηγορηθούνε.


«Υπάρχουν ποιητές που γράφουν και ποιητές που απλά δεν γράφουν» έλεγε συχνά ο πατέρας, τοποθετώντας τον εαυτό του στη δεύτερη κατηγορία. Ο Κώστας Τσαλαπάτης υπήρξε ένας άνθρωπος πλημμυρισμένος από ποίηση. Το να μεγαλώνεις στο σπίτι σήμαινε να τριγυρνάς σε έναν κήπο από στίχους, με παλιά και καινούρια βιβλία να καλύπτουν του τοίχους, τη μυρωδιά του χαρτιού να ταυτίζεται με τη μυρωδιά του πατέρα στην παιδική αίσθηση. Και ύστερα ήταν οι ατελείωτες κουβέντες, οι απαγγελίες, οι εμμονές και οι αγάπες. Τα ονόματα λογοτεχνών, καλλιτεχνών και έργων που γυρνούν ξανά και ξανά στο μυαλό μας και θα είναι για μας πάντα δεμένα μαζί του: ο Σκαρίμπας, ο Βουτυράς, ο Παπατσώνης, ο Σαχτούρης, ο Λειβαδίτης, ο Καρούζος και μαζί η ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, τα θεατρικά του Ευγένιου Ο’ νηλ, του Πίντερ, του Μπέκετ, τα γουέστερν, «Η φλόγα που τρεμοσβήνει», το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», ο Τζέρυ Λούις και τα Αστερίξ, η μεγάλη του αγάπη για τους ποιητές της γενιάς του (και τα τελευταία χρόνια και για τους νεότερους ποιητές), ένας ατελείωτος κατάλογος αγάπης και ομορφιάς. Ονόματα και έργα που δεν αποτελούν βιβλιογραφικές αναφορές, αλλά βιωμένες στιγμές, κομμάτια ζωής που παθιαζόταν να μεταδώσει, να μοιραστεί, να ζήσει μαζί με τους γύρω του.
Κανένας ουσιαστικός αποχαιρετισμός δεν τελειώνει. Κρατά μέσα στο χρόνο και διαπερνά τους παρόντες. Και το κείμενο αυτό θα συνεχίζει να γράφεται για όσο καιρό εμείς ζούμε. Στο σημείο αυτό απλώς το εγκαταλείπουμε για λίγο, χαιρετώντας σε όπως σου ταιριάζει και όπως θα το ήθελες, με λίγους αγαπημένους σου στίχους:

Θυμάμαι παιδί που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.




Δημήτρης Τσαλαπάτης,
Θωμάς Τσαλαπάτης




(στην εφημερίδα Εποχή)

(το ποίημα που δανείζει τον τίτλο στο κείμενο και το διατρέχει –ελαφρώς παραλλαγμένο- είναι η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Μιχάλη Γκανά. Παρατίθενται επίσης στίχοι του Αναγνωστάκη και του Λειβαδίτη)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τον κύριο Κώστα Τσαλαπάτη τον συνάντησα τέσσερεις φορές όλες κι όλες. Την πρώτη φορά στο εξοχικό μας στο Λέχαιο καλοκαίρι του 2003 όταν έφεραν, μαζί με την γυναίκα του την κυρία Μαρία, τον Δημήτρη τους για ολιγοήμερες κοινές διακοπές με το δικό μας γιό τον Πάνο και ένα απίθανο παιδομάνι φίλων τους. Καθίσαμε στη σάλα -θυμάμαι τα χαμογελαστά του μάτια- ο κύριος Κώστας σχεδόν ντροπαλός μα με αχόρταστη επιθυμία να μάθει πράγματα για την παραμονή μου στην Αλβανία. Ηταν ο δεύτερος χρόνος που βρισκόμουν στα Τίρανα (θα ακολουθούσαν κι άλλοι) και ο κύριος Κώστας ρωτούσε και ρωτούσε, ούτε που καταλάβαμε πότε πέρασε η ώρα. Την δεύτερη φορά ήταν την άνοιξη του 2010 στην κατάληψη της Αγοράς της Κυψέλης. Παρακινημένος από το γιο μου είχα φτάσει εκείνο το απόγευμα στην κατάληψη, ντροπαλός εγώ αυτή τη φορά, ο κύριος Κώστας ήρεμος και γελαστός ανάμεσα σε μια παρέα νέων παιδιών, ευδιαθετος με καλωσόρισε με τα γελαστά του μάτια. Το λαικό κίνημα και οι πρωτοβουλίες βάσης ήταν το θέμα συζήτησης. Την τρίτη φορά ήταν καλοκαίρι του 2014, μια μέρα εξαιρετικού καύσωνα. Είχα επαναπατριστεί και δούλευα Αθήνα, στο κέντρο. Συνήθιζα να πεζοπορώ επιστρέφοντας από τη δουλειά. Διάλεξα τη Δροσοπούλου εκείνο το μεσημέρι γιατί η διαδρομή στο στενό δρόμο ανάμεσα στα παλιά κτίρια πρόσφερε δροσιά. Συναντηθήκαμε στο πεζοδρόμιο της Φωκίονος , ιδρωμένοι και οι δυο μας, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια είπαμε τα τυπικά, αυτά που λένε βιαστικά οι μεγάλοι κουρασμένοι άντρες που αδημονούν να βρεθούν σε μέρος δροσερό και να πιουν μια παγωμένη μπύρα. Πέρασαν χρόνια. Το χειμώνα του 2015 μας είπε ο γιος μας τα δυσάρεστα νέα. Ο κύριος Τσαλαπάτης είχε μπει στο νοσοκομείο. Να πάμε να τον δούμε είπαμε με την Αλέκα, αλλά όλο και κάτι ανέβαλε την επίσκεψη μας. Ισως και να μας τρόμαζε η σκέψη πως θα τον βλέπαμε εξασθενημένο και αδύναμο εκείνο τον ωραίο αισιόδοξο και γελαστό άνθρωπο. Μας πρόλαβε ο θάνατός του. Ετσι η τέταρτη φορά που τον "είδαμε" ήταν στο νεκροταφείο της Καισαριανής. Τον αποχαιρετήσαμε μαζί με εκατοντάδες σιωπηλούς ανθρώπους (πρώτη μου φορά έβλεπα τόσο πολύ κόσμο σε κηδεία). Ξεπροβόδιζαν συντετριμένοι ένα καλό άνθρωπο. Επιστρέψαμε σχεδόν αμίλητοι...