Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Προτάσεις για χριστουγεννιάτικα δώρα και γιορτινές αγορές



Λοιπόν, σου έφτιαξα έναν μικρό κατάλογο όπως σου είχα υποσχεθεί, για να μην χάνεις χρόνο στα μαγαζιά, στις προσφορές και στις εκπτώσεις. Κατάλογο χάρτινο, λίγο από σιωπή και λίγο από καπνό, όπως άλλωστε όλες οι ειλικρινείς χειρονομίες.
Πάρε όλα τα προηγούμενα Χριστούγεννα των ανθρώπων τυλιγμένα σε συσκευασία δώρου, βαλμένα κάτω από ένα δέντρο που φέτος δεν στολίστηκε. Την σπασμένη σολ μιας κιθάρας που κάποτε είπε τα κάλαντα σε κάποια γειτονιά,   την μίζερη φάτνη στην άδεια σχολική αίθουσα, την κουτσουρεμένη εξωστρέφεια του  στολισμού στο δημαρχείο και την δημόσια υπηρεσία.  Πάρε εκείνη την αίσθηση όταν η μάνα σου εφημερεύει παραμονή πρωτοχρονιάς, τον παιδικό πυρετό εκείνη την πρωτοχρονιά της ίωσης και κυρίως το δέντρο υπέροχα να καίγεται στην πλατεία εκείνο τον Δεκέμβρη (έτσι όμορφα να καίγεται κάθε χρόνο). Πάρε τα Χριστούγεννα του 1999 λίγο πριν το 2000 μπουκωμένα σαν γαλοπούλα με την πιο κενή αισιοδοξία. Τους γείτονες που πάντα τα Χριστούγεννα σουβλίζουνε αρνί, τσουγκρίζουν αυγά και εύχονται ‘’ Ευτυχισμένος ο καινούργιος Πάσχας!’’
Πάρε τον Αι Βασίλη που ο λύκος τον έφαγε επειδή τον μπέρδεψε με την κοκκινοσκουφίτσα.    Έναν άνθρωπο άξιο, να βομβαρδίσει τα Sweatshops των ξωτικών στη Φινλανδία, εκεί που παιδιά δουλεύουν σε αλυσίδα παραγωγής για να γεμίσουν τον σάκο του Αι Βασίλη (Kill Bill). Άναψε μια λαμπάδα πάνω απ όλη την εορταστική χοληστερίνη και όταν τα παιδιά χτυπήσουν για τα κάλαντα δωροδόκησέ τα –όχι με λεφτά, όχι με γλυκά- αλλά με φωτογραφίες του Λένιν, του Αρθούρου Ρεμπώ και του Τζέκινς Χαν (γράψε πίσω από τις φωτογραφίες το σύνθημα: ‘’ το πρωινό ξύπνημα μας εξαγριώνει’’).  
Μάζεψε αρκετό χαρτί περιτυλίγματος ώστε να πακετάρεις τέσσερα χρόνια κρίσης. Πάρε ένα μαγκάλι να κάψεις μέσα του όλη την αθωότητα των κυνικών, να ζεστάνεις όλη σου την απώλειά . Μια ευχή στην πρόποση που δεν ακούστηκε καθαρά και ύστερα μεταμφιέστηκε σε όλες τις ευχές και όλες τις προπόσεις. Πάρε όλη αυτή τη σιωπή που γδέρνει απλωμένη μπρος στο καινούριο που τόσο σε φοβίζει (όλους μας φοβίζει). Την μοναξιά στην πλατεία Συντάγματος, όλα όσα δίνουν αυτοί που δεν έχουν. Τον φίλο που μετρά αντίστροφα στο Skype μαζί μας, σε κάποια εστία, κάποιου πανεπιστημίου, κάπου μακριά. Πάρε έναν διακόπτη που σβήνει όλα τα ηλίθια λαμπιόνια των μπαλκονιών. Έναν πρωτοχρονιάτικο λαχνό που κερδίζει 1)ένα πολυμίξερ, 2)μια σακούλα χασίς, 3)λίγη κατανόηση.
Πάρε τον μικρό τυμπανιστή και μάθε τον να παίζει Drums μπας και σταματήσει να μυξοκλαίει. Το ‘’ Ζυστίν ‘’του Μαρκησίου Ντε Σαντ και χάρισε το σε κάποιον Μητροπολίτη (για πλάκα). Πάρε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου, θάψε το τρία μέτρα κάτω από τη γη ώστε να φυτρώσει αργότερα ένα λιβάδι μισάνθρωπα αγκάθια. Το πλαστικό δέντρο που ποτίζουμε όλο τον χρόνο, τα Χριστούγεννα όλων των αγέννητων συγγενών.
Πάρε μια κάλτσα γιορτινή που σκόνταψε και έπεσε στο τζάκι και το βλέμμα του 6χρονου που την κοιτά να καίγεται και χαίρεται γιατί είναι κατά της παγκοσμιοποίησης των γιορτών και της ημερολογιακά  και εμπορικά επιβεβλημένης ευωχίας. Το τζάκι ενός εγωιστή γίγαντα, το οποίο ανάβει με συνέπεια κάθε βράδυ των γιορτών ώστε να καψαλίσει αυτόν τον εισβολέα των δώρων, τον ενοχλητικό, αλκοολικό χοντρομπαλά του γιοχοχό και της κοκακόλας. Πάρε κυρίως το δράμα του δυσλεκτικού ξαδέρφου μου που πάντα μπέρδευε τον Ρούντολφ το ελαφάκι, με τον Ρούντολφ Ες των Ναζί.
 Όχι με ημερολόγια, όχι με πρωτοχρονιές, όχι με αντίστροφες μετρήσεις. Έτσι μετριέται ο πραγματικός χρόνος για όλους εμάς. Λίγο να στεκόμαστε μαζί και λίγο να τρέχουμε τρομαγμένοι.
 
(Στην εφημερίδα Εποχή)



Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

EMOYA HOTEL: Η φτώχεια ως προϊόν πολυτελείας







Το πολυτελές ξενοδοχείο Emoya βρίσκεται στην καρδιά της Νότιας Αφρικής κοντά στην πόλη Μπλουμφοντέιν. Οι παροχές και οι εικόνες του δεν διαφέρουν και πολύ από τις πολύχρωμες φωτογραφίες με τα χιλιάδες θαυμαστικά και τα πολύχρωμα πλαίσια στις σελίδες των ταξιδιωτικών διαφημίσεων. Ένας προορισμός που χαζεύει κανείς όταν θέλει να φάει τα περισσευούμενα λεφτά του σε ποια καινούργια εξπίριανς (ουάου!), ή απλά θέλει να φάει το χρόνο του με πρόχειρα όνειρα μιας χρήσης ξεφυλλίζοντας τυχαίες χαζομάρες και ξεχνώντας τες αμέσως μετά. Το ξενοδοχείο προσφέρει ιδιωτικές διασκεδάσεις, συνεδριακό κέντρο, σπα, ταξίδια στην άγρια φύση όπου ο ταξιδιώτης μας μπορεί να παίξει άφοβα με καμηλοπαρδάλεις, πουλιά, πάπιες, ρινόκερους, τσίταχ και λιοντάρια ή να φάει αγγλικό πρωινό σε παραδοσιακά εστιατόρια που θυμίζουν τη θαλπωρή του πολέμου των Μπόερς. «Απολαύστε ένα ηλιοβασίλεμα που θα σας κόψει την ανάσα συνοδεύοντάς το με ένα ποτήρι κρασί ή καθίστε στην πολυτελή μας βεράντα δίπλα στη φωτιά κοιτάζοντας τα αστέρια, ακούγοντας τα τσακάλια να ουρλιάζουν και τα λιοντάρια να βρυχώνται. Μπορείτε να τα έχετε όλα…» μας πληροφορεί το διαφημιστικό του ξενοδοχείου.

Επειδή, όμως, πάνω κάτω όλοι στη Νότια Αφρική κάνουν βόλτες σε πολυτελείς βεράντες, υπέροχα σπα και στον ελεύθερο χρόνο τους παίζουν χαστούκια με χαζοχαρούμενα λιοντάρια (γι’ αυτό άλλωστε όλοι στεναχωρήθηκαν τόσο που πέθανε ο Νέλσον ο Μαντέλα) το ξενοδοχείο έπρεπε να εφεύρει μια νέα ατραξιόν και μια νέα πολυτέλεια για να προσελκύσει πελάτες: έτσι δημιούργησε την Shanty Town, μια παραγκούπολη όπου οι πλούσιοι πελάτες του Emoya Hotel μπορούν να ζήσουν την περιπέτεια της φτώχειας και της εξαθλίωσης και μάλιστα σε πολύ προσιτές τιμές (ελάχιστα πιο ακριβή από το σπα).
Όπως μας πληροφορεί άλλωστε και το σάιτ του ξενοδοχείου: «Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε πρόχειρα παραπήγματα σε όλη τη Νότια Αφρική. Οι οικισμοί αυτοί αποτελούνται από εκατοντάδες σπίτια, κολλητά το ένα στο άλλο. Ένα κατάλυμα συνήθως χτίζεται από παλιές μεταλλικές λαμαρίνες ή από οποιοδήποτε άλλο αδιάβροχο υλικό και κατασκευάζεται έτσι ώστε να δημιουργεί ένα μικρό «σπίτι» (με εισαγωγικά στην ιστοσελίδα) ή καταφύγιο όπου κάποιος μπορεί να ζήσει την καθημερινότητα του. Μια λάμπα παραφίνης, κεριά, ένα ράδιο με μπαταρίες, μια εξωτερική τουαλέτα (γνωστή ως long drop) και ένα δοχείο όπου ετοιμάζεται η φωτιά για το μαγείρεμα, είναι συνήθως κομμάτια του συγκεκριμένου λαίφ στάιλ.
Τώρα μπορείτε να ζήσετε την εμπειρία της ζωής στην Παραγκούπολη, μέσα στο φιλικό περιβάλλον ενός θεματικού πάρκου. Πρόκειται για τη μόνη παραγκούπολη στον κόσμο εξοπλισμένη με θερμαινόμενο πάτωμα και ασύρματη πρόσβαση στο διαδίκτυο!
Η Παραγκούπολη είναι ιδανική για ομαδικές εμπειρίες, μπάρμπεκιου, θεματικά πάρτι και την εμπειρία μιας ζωής. Η παραγκούπολή μας είναι απολύτως ασφαλής και φιλική για τα παιδιά».

Τουρίστες στη φτώχεια

Όσο ανόητο, κυνικά αποτρόπαιο, ή αποτρόπαια κυνικό, κι αν ακούγεται το συγκεκριμένο γεγονός δεν αποτελεί κάτι το τελείως καινούργιο. Ο τουρισμός από τους πλουσίους στις φτωχές περιοχές (slum tourism) είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται ήδη από τον 19ο αιώνα σε περιοχές όπως το Μανχάταν της Νέας Υόρκης ή το Λονδίνο. Στις μέρες μας είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία ή η Βραζιλία. Το Emoya Hotel δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να απομονώνει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των φτωχογειτονιών και να τα αναπλάθει ως γραφικότητες. Έτσι γίνεται σύμβολο μιας παγκοσμιοποιημένης χαμογελαστής σκληρότητας.
Στον κόσμο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, το κράτος δεν οφείλει για κανέναν λόγο να προσφέρει στους πολίτες του. Ο φτωχός δεν είναι κάποιος που έχει ανάγκη από βοήθεια, αλλά κάποιος που ευθύνεται για την κατάστασή του, κάποιος ένοχος που του αξίζει η τύχη του. Και όσο πιο συχνά η συγκεκριμένη λογική γίνεται ορατή κάτω από συγκεκαλυμμένους λόγους στην Ευρώπη της κρίσης, τόσο πιο πιθανό μοιάζει το να περάσουμε στο επόμενο βήμα: Ο φτωχός χάνει τις ιδιότητές του ως πολίτης αποκόπτεται από την κοινωνία και καθίσταται ξένος. Ένας μόνιμος ξένος που δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλλαγή της κατάστασής του. Υποβιβάζεται, απογυμνώνεται από τα ανθρώπινα στοιχεία του. Γίνεται πράγμα, αντικείμενο, τοπίο για φωτογράφιση ενός κοινωνικού εξωτισμού, ενός κοινωνικού σαδισμού απολύτως ασφαλούς και φιλικού για τα παιδιά. Όταν η φτώχεια γίνεται προϊόν, ο κυνισμός γίνεται νόμισμα.


Υ.Γ.: Σε περίπτωση που θέλετε να στείλετε κάποιο υβριστικό μήνυμα στο ξενοδοχείο, αυτό είναι το μέιλ του: info@emoya.co.za. Εγώ πάντως ήδη έστειλα ένα υβριστικό γράμμα (στα ελληνικά κιόλας ώστε να ακούγομαι πιο θυμωμένος), φωτογραφίες πραγματικής φτώχειας και το τελευταίο βίντεο κλιπ του Νότη Σφακιανάκη για να τους εκδικηθώ.



(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι ΠΑΣΟΚ;




Κάθε τέλος είναι και μια στιγμή απολογισμού. Σήμερα που το ΠΑΣΟΚ στέκει συρρικνωμένο μέχρι την εξαφάνιση, ένα μεταμοντέρνο ΚΟΔΗΣΟ σε έναν αγώνα δρόμου από το σήμερα του ενεστώτα στο χθες του αορίστου, είναι ίσως ο κατάλληλος χρόνος να αναλογιστούμε: Τι είναι ΠΑΣΟΚ; Οχι τις πολιτικές, τα πρόσωπα, την ιστορία. Αλλά τις ανεπαίσθητες πινελιές που έβαψαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες την καθημερινότητά μας. Οχι απλά τα στοιχειωμένα ζιβάγκο, τα θερισμένα μουστάκια και τον ίλιγγο των ζεϊμπέκικων, αλλά την κληρονομιά του βαθύτερου τραύματος, αυτού που δεν φαίνεται αλλά αιμορραγεί σιωπηλά. Τι είναι λοιπόν ΠΑΣΟΚ; [Σημείωση: Κάποια σημεία ανήκουν στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ και άλλα στο εκσυγχρονιστικό (ελάχιστα στο βραχύβιο γεωργακικό). Αυτό όμως που είναι ΠΑΣΟΚ περισσότερο απ’ όλα είναι η εγκλωβιστική συνύπαρξη των δύο.]

ΠΑΣΟΚ είναι οι κοιλάδες της ρόκας-παρμεζάνας. ΠΑΣΟΚ είναι η τηλεόραση στην κουζίνα. Η φράση: Η γυναίκα μου πήρε εισιτήρια για το Μέγαρο (επίσης το Μέγαρο). Να κατεβάζεις το παράθυρο του αυτοκινήτου και να λες: Πατριώτη, για (εκεί) καλά πάω; ΠΑΣΟΚ είναι το νέφος και ο καύσωνας. Το Παλέ ντε Σπορ και το Πόρτο-(κάτι). Ο Γιακούμπ, το πάθος για τα Ελγίνεια και η λέξη «μεζονέτα». Οι αεροσυνοδοί και τα καναπεδάκια. ΠΑΣΟΚ είναι να λες τη Heineken πράσινη. Το μπαράκι, η ταβερνούλα και κυρίως το κουτουκάκι. Τα τιμημένα γερατειά, τα δρακόντεια μέτρα, ο φόβος πως θα σου ρίξουν ναρκωτικά στο ποτό. Το: Καλά, εσύ είσαι πολύ ροκ. Το κόκκινο για τη ροδιά, το πράσινο για τα παιδιά, η πιλοτή, το τροχόσπιτο, τα ρεβεγιόν. Το να πηγαίνεις στον φούρνο και να αγοράζεις κουλουράκια, κριτσίνια, βουτήματα και να ξεχνάς να πάρεις ψωμί.

ΠΑΣΟΚ είναι να πηγαίνεις σε ένα σπίτι και να λες πως πας επίσκεψη. Επίσης να τους πηγαίνεις Μπαλαντάινς. Το να τρως σούσι και μετά βρόμικο. Η οικειότητα προς τον Ηγέτη και τους λοιπούς (τον Ανδρέα, τον Μένιο, τον Γιωργάκη, τον Βαγγέλη).

Ο Εγκέλαδος είναι ΠΑΣΟΚ. Ο γνωστός του γνωστού είναι ΠΑΣΟΚ. ΠΑΣΟΚ είναι τα πιάνο-μπαρ, το Ρεξόνα του Αναστόπουλου και τα ραμφίσματα του Ράμφου. ΠΑΣΟΚ είναι να μη φοβάσαι τίποτα παρά μόνο τον φόβο. ΠΑΣΟΚ είναι η τελευταία συναυλία των Πυξ Λαξ, τα ουφάδικα, η Ελούντα, το διάφανο σκέπασμα λεκάνης με τα ψαράκια. Το εγώ θα πληρώσω-όχι εγώ θα πληρώσω-μα σε παρακαλώ εγώ θα πληρώσω-μα θα μαλώσουμε.

ΠΑΣΟΚ είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους (πλάκα κάνω). Ο Ντέταρι, οι πρώην Κωστόπουλοι, ΠΑΣΟΚ είναι ο κοτσαδόρος χωρίς βάρκα, το άσπρο πουκάμισο μέσα απ’ το παντελόνι, το τσιγάρο πίσω από το αυτί, οι αδερφοί Κατσιμίχα που τους εχθρεύονται οι Εβραίοι, ο πυροσβεστήρας στο αμάξι. Το «έχω και μια μπλούζα Τσε Γκεβάρα…». ΠΑΣΟΚ είναι το Ιλιον (άκλιτο), τα αποσιωπητικά στη μέση κάποιου τίτλου εφημερίδας, η φράση: Μανίτσα; Γαύρο; Η διαφήμιση του Nescafe (σ’ έναν κόσμο μαγικόοοο), τα σινθεσάιζερ και οι πάνω Διόσκουροι. ΠΑΣΟΚ είναι οι αερόσολες, η λέξη «Ζιγκολό», οι ανθισμένες φακές στο κεσεδάκι του γιαουρτιού, η Κάρμινα Μπουράνα να ηχεί στην ελληνική επαρχία. Αφού η οικογένεια φάει: «Να τα πάρουμε πακέτο. Δεν είναι για μας, είναι για τον σκύλο». ΠΑΣΟΚ είναι το να λες το τηλεκοντρόλ κομπιούτερ, το «τούτο δω μακέτο;», το Αντίρριο Ντε Τζανέιρο και ΠΑΣΟΚ είναι η κιθάρα του Νταλάρα. Το χαμόγελο του Γιάννου, τα σαρδάμ των διαδόχων, τα γέρνοντα υποβρύχια, οι Τσάροι της οικονομίας και τα φουντούνια.

ΠΑΣΟΚ είναι τρεις δεκαετίες, τέσσερις κυβερνήσεις και κάποιες δεκάδες ανασχηματισμοί. Ο τόκος που το παρόν πληρώνει σε ό,τι μας έφερε μέχρι εδώ. Μια φάλτσα αισιοδοξία, μια κάλπικη επιτυχία και μια θορυβώδης πτώση. Ενα χθες και κάποιο παρελθόν…

(Ο κατάλογος αυτός δεν έχει τέλος. Ή μάλλον θα τελειώσει μόλις το ΠΑΣΟΚ μείνει μια ανάμνηση, ξεχασμένη, ξεθωριασμένη, όμοια με μετεμφυλιακό κόμμα ή πορτρέτο μεσοπολεμικού βουλευτή. Καλείστε να τον συμπληρώσετε υποκειμενικά και κατά βούληση.)

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Δηλαδή,πρέπει να γίνουμε βουλευτές για να μας αφορίσετε;


Όταν ο ε­πί­σκο­πος τον α­φό­ρι­σε, κά­ποιος πή­γε να τον ε­πι­σκε­φθεί για να του το α­να­γ­γεί­λει «Τα έ­μα­θες σιο­ρ-Ανδρέα, ο ε­πί­σκο­πος σε α­φό­ρι­σε» και τό­τε ο Λα­σκα­ρά­τος του α­πα­ντά: «Ευ­χα­ρι­στώ τον ε­πί­σκο­πο για τον α­φο­ρι­σμό, α­λ­λά θα τον πα­ρα­κα­λού­σα πο­λύ να μου α­φο­ρί­σει και τα πα­πού­τσια των παι­διών μου, για να μη λιώ­σου­νε οι σό­λες τους και υ­πο­βά­λ­λο­μαι σε έ­ξο­δα».



Αί­σθη­ση προ­κά­λε­σε πρό­σφα­τα η πα­ρέ­μ­βα­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραιώς Σε­ρα­φείμ σε σχέ­ση με τη διεύ­ρυ­ν­ση του συ­μ­φώ­νου συ­μ­βίω­σης για τα ο­μό­φυ­λα ζευ­γά­ρια. Ο Μη­τρο­πο­λί­της σε μια σει­ρά α­πό υ­πέ­ρο­χες ε­μ­φα­νί­σεις βου­τη­γ­μέ­νες στη χρι­στια­νι­κή α­γά­πη, α­πεί­λη­σε πως θα α­φο­ρί­σει ό­ποιον βου­λευ­τή ψη­φί­σει υ­πέρ του συ­μ­φώ­νου συ­μ­βίω­σης, χα­ρα­κτή­ρι­σε την ο­μο­φυ­λο­φι­λία ως σι­χα­με­ρό και α­κά­θα­ρ­το α­μά­ρ­τη­μα, το σύ­μ­φω­νο ως ύ­βρη προς θε­ούς και α­ν­θρώ­πους, ταύ­τι­σε τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους με τους κτη­νο­βά­τες, α­πά­ντη­σε στους ε­πι­κρι­τές του και α­πέ­στει­λε ε­πι­στο­λή στο ΠΑ­ΣΟΚ α­πει­λώ­ντας το και αυ­τό με α­φο­ρι­σμό.
Και ε­νώ σε κά­θε λο­γι­κή χώ­ρα το πε­ρι­στα­τι­κό θα α­πο­τε­λού­σε έ­να ευ­χά­ρι­στο α­νέ­κ­δο­το για να συ­ζη­τού­με τις ώ­ρες που δεν έ­χου­με τί­πο­τα να πού­με, στην ση­με­ρι­νή Ελλά­δα των Φαή­λων, των Τα­μή­λων και των Άδω­νις (πά­ντα ά­κλι­το) α­πο­κτά πο­λι­τι­κή ση­μα­σία: πο­λ­λοί βου­λευ­τές της Νέ­ας Δη­μο­κρα­τίας α­ρ­νή­θη­καν να ψη­φί­σουν τη διεύ­ρυ­ν­ση, το σύ­μ­φω­νο πά­γω­σε και η κα­τα­δι­κα­σμέ­νη α­πό το δι­κα­στή­ριο του Στρα­σβού­ρ­γου χώ­ρα κα­λεί­ται να πλη­ρώ­σει το ευ­ρω­παϊκό της πρό­στι­μο. Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο φυ­σι­κά εί­ναι πως στην Ελλά­δα των δια­χω­ρι­σμών, μια α­κό­μα κοι­νω­νι­κή ο­μά­δα πα­ρα­μέ­νει πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νη και α­πο­κλείε­ται, με τρό­πο πα­ρά­λο­γο, ε­πι­θε­τι­κό και α­πό­λυ­το. Και ό­λα αυ­τά υ­πό το φό­βο της ρο­μ­φαίας ε­νός Γκά­ντα­λ­φ-Τα­λι­μπάν που το μό­νο που ζη­τά εί­ναι να α­σκεί κο­σμι­κή ε­ξου­σία με σύ­μ­μα­χο το θεό, τους α­γ­γέ­λους, α ναι και την πο­λι­τι­κή ε­πι­ρ­ροή που η ε­κ­κλη­σία α­σκεί στο ποί­μνιό της. Για­τί η Σα­μα­ρι­κή Νέα Δη­μο­κρα­τία του σή­με­ρα, στην πρα­γ­μα­τι­κό­τη­τα α­ντι­πο­λι­τεύε­ται το πιο σκο­τει­νό πα­ρε­λ­θόν της ε­λ­λη­νι­κής λαϊκής δε­ξιάς.

Γκά­ντα­λ­φ

Ο Σε­ρα­φείμ Πει­ραιώς εί­ναι γνω­στός στους α­να­γνώ­στες της «Επο­χής». Πο­λ­λοί θα θυ­μού­νται την ε­πι­στο­λή - φω­τιά που μας εί­χε στεί­λει πέ­ρυ­σι, ό­ταν το­λ­μή­σα­με να κά­νου­με κρι­τι­κή στα σχό­λια του για τη δαι­μο­νο­ποίη­ση της πε­ο­λι­χίας. Στην ε­πι­στο­λή αυ­τή, α­φού μας προ­ει­δο­ποιού­σε πως «οι λοι­δο­ρίες Σας θα εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος δή­μιός Σας», κα­τέ­λη­γε με το ευ­φυές: «Εύ­χο­μαι ει­λι­κρι­νά ο Θεός να μη “στή­ση” στις ψυ­χές Σας την α­μα­ρ­τία αυ­τή» (α­ντι­λα­μ­βά­νε­στε φα­ντά­ζο­μαι τι ση­μαί­νει μια τέ­τοια φρά­ση σε μια ε­πι­στο­λή με θέ­μα την πε­ο­λει­χία). Στη συ­νέ­χεια, ο μη­τρο­πο­λί­της α­πα­σχό­λη­σε τη δη­μο­σιό­τη­τα ό­ταν κα­τέ­θε­σε μή­νυ­ση ε­νά­ντια στο θέ­α­τρο Χυ­τή­ριο και μά­λι­στα συ­νο­δευό­με­νος α­πό βου­λευ­τές της Χρυ­σής Αυ­γής (Ο ί­διος βέ­βαια το κα­λο­καί­ρι του 2012 πε­ριέ­γρα­φε τη Χρυ­σή Αυ­γή ως ο­μά­δα πα­γα­νι­στών, α­σύ­μ­βα­τη και α­ντι­θε­τι­κή προς το χρι­στια­νι­σμό).
Έπει­τα, προ­ει­δο­ποίη­σε πως «αν δια­χω­ρί­σε­τε Κρά­τος και Εκκλη­σία θα διε­κ­δι­κή­σω ό­λη την Πει­ραϊκή χε­ρ­σό­νη­σο», με α­φο­ρ­μή προ­σπά­θεια του συ­ν­δυα­σμού «Το λι­μά­νι της α­γω­νίας» να α­ξιο­ποιή­σει τον πα­λιό θε­ρι­νό κι­νη­μα­το­γρά­φο «Φα­ντά­ζιο», με­τα­τρέ­πο­ντας τον σε πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο και να μην ε­πι­τρέ­ψει να οι­κο­δο­μη­θεί α­πό τη Μη­τρό­πο­λη. Στα highlight του Μη­τρο­πο­λί­τη μας υ­ψη­λή θέ­ση κα­τα­λα­μ­βά­νει το ό­τι κά­λε­σε σε μο­νο­μα­χία με α­για­σμό τον κα­θο­λι­κό Αρχιε­πί­σκο­πο Αθη­νών. Ο δι­κός μου α­για­σμός θα ευω­διά­ζει ε­νώ ο δι­κός του θα «ό­ζη φρι­κω­δώς» σχο­λία­σε. Η Άγρια Δύ­ση συ­να­ντά τον Πα­που­λά­κο.

Θε­ρ­μή πα­ρά­κλη­ση

Αγα­πη­τέ Μη­τρο­πο­λί­τη Σε­ρα­φεί­μ, εί­μα­στε παι­διά που με­γά­λω­σαν με ό­νει­ρα, παι­διά που πί­στε­ψαν πως θα κα­τα­φέ­ρουν κά­τι στη ζωή τους. Δου­λέ­ψα­με, ξε­νυ­χτή­σα­με, προ­σπα­θή­σα­με. Και τώ­ρα έ­ρ­χε­στε ε­σείς να τα κα­τα­στρέ­ψε­τε ό­λα. Μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με το δια­χω­ρι­σμό που κά­νε­τε α­νά­με­σα σε α­ν­θρώ­πους και ο­μο­φυ­λό­φι­λους, α­φού κά­τι τέ­τοιο ε­πι­βά­λ­λει η θρη­σκεία της α­γά­πης σας. Δεν μπο­ρού­με, ό­μως, να κα­τα­λά­βου­με το δια­χω­ρι­σμό που κά­νε­τε α­νά­με­σα σε πο­λί­τες και βου­λευ­τές α­πο­κλείο­ντάς μας α­πό τον α­φο­ρι­σμό. Θα σας πα­ρα­κα­λού­σα­με να το ξα­να­σκε­φτεί­τε και αν μπο­ρεί­τε να μας ε­πι­φυ­λά­ξε­τε την ί­δια τύ­χη με τους βου­λευ­τές που (ί­σως κά­ποια στι­γ­μή) ψη­φί­σουν το σύ­μ­φω­νο συ­μ­βίω­σης. (Επί­σης αν με α­φο­ρί­σε­τε μπο­ρεί­τε να α­φο­ρί­σε­τε και τον φί­λο μου Γιώ­ρ­γο Πρε­βε­δου­ρά­κη που μου χρω­στά­ει 20 ευ­ρώ; ). Ευ­χα­ρι­στώ.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Ο κυνισμός ως τεκμήριο αθωότητας




Ο θάνατος της 13χρονης Σάρας, του κοριτσιού από την Θεσσαλονίκη που έχασε τη ζωή του από της αναθυμιάσεις του μαγκαλιού, έρχεται να προστεθεί στον αριθμό της απώλειας που αυξάνει μέρα την μέρα στην Ελλάδα της κρίσης. Κάθε θάνατος υπάρχει στη μοναξιά της οδύνης, στην αυτοτέλεια του οριστικού και του πένθους. Ταυτόχρονα όμως δεν γίνεται να μην ξεπερνά  τα όρια που θα έθετε όποια απώλεια. Γιατί στην Ελλάδα της κρίσης ο θάνατος μοιάζει συγκάτοικός μας. 

Το ίδιο το περιστατικό περιγράφει –όχι το τυχαίο η το λάθος όπως θέλουν μερικοί- αλλά το σύνολο της κατάστασης που προηγήθηκε έτσι ώστε  το θύμα να βρεθεί στις συνθήκες του θανάτου. Τη φτώχεια, την εξαθλίωση, την απελπισία. Το γεγονός είναι εμφανές και αυτονόητο ήδη από την πληροφορία της είδησης. Αυτό που δεν είναι αυτονόητο είναι το πώς ορισμένοι (και είναι πια τελείως ορατοί και συγκεκριμένοι) αποφασίζουν να σχολιάσουν τόσο το γεγονός όσο και τις αντιδράσεις που αυτό προκάλεσε. Σε μια σειρά άρθρων, τηλεοπτικών ή διαδικτυακών σχολίων, το γεγονός περιγράφηκε ως ένα ατυχές συμβάν, ως μια τραγωδία κακής τύχης. Άλλοι πρότειναν (οριακά επέβαλαν) να σιωπήσουμε. Είναι οι ίδιοι που σε μια σειρά από περιστατικά και καταστάσεις (ας θυμηθούμε το παρόμοιο περιστατικό της Λάρισας) έκαναν λόγο για την ‘’προπαγάνδα της συγκίνησης’’,  οι ίδιοι που έλεγαν πως οι λιποθυμίες από την πείνα στα σχολεία είναι αστικοί μύθοι. Στη χυδαία τους εξίσωση, το όποιο συναίσθημα, όποια λύπη και όποια οργή, όποια περιγραφή της πραγματικότητας με όρους καθημερινής ζωής ταυτίζεται με τον λαϊκισμό, τον αποπροσανατολισμό, τον εύκολο συναισθηματισμό. 

Προσπαθούν να μας πείσουν πως η πολιτική μπορεί να ρυθμίζει σχεδόν όλες τις παραμέτρους της ζωής, αλλά καμία σχέση δεν έχει με την ίδια τη ζωή. Γιατί η πολιτική της κρίσης πρέπει να μείνει σε αριθμούς, σε μετρήσεις και διαγράμματα. Αν εξατομικευτεί μεταμορφώνεται σε μαγκάλια, αυτοκτονίες, αστέγους και ουρές στα συσσίτια και άντε τότε να μιλήσεις για Success Story. Στην Ελλάδα της κρίσης, η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής βαφτίζεται ακραίος λαϊκισμός.

Στην μνημονιακή χρήση της γλώσσας, ο κυνισμός ταυτίζεται με την κοινή λογική, η κοινή λογική με την αθωότητα.  Στην Ελλάδα της κρίσης οι δήμιοι της λέξης, φορούν φωτοστέφανα.


(στην εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Είμαστε όλοι Κωστόπουλοι!







Τέλος εποχής. Και ξανά τέλος εποχής. Τοποθετήσαμε αυτή την ταμπέλα σε τόσα περιστατικά – γεγονότα σημαντικά ή μικρά γεγονότα με συμβολική συμπύκνωση-που δεν έχει μείνει χώρος για να καρφιτσώσουμε ούτε ένα ελάχιστο σημαιάκι αφετηρίας. Ας είναι. Μια ταμπέλα ακόμη: Ο Π. Κωστόπουλος παρουσιάστηκε αυτοβούλως στο αστυνομικό τμήμα την Τρίτη το πρωί και συνελήφθη για χρέη προς το Δημόσιο (προφανώς η δίκη πήρε αναβολή).

Ο Πέτρος Κωστόπουλος αποτελεί ενσάρκωση του τόκου που το παρόν μας πληρώνει στα δάνεια του παρελθόντος. Τον σημαιοφόρο του μεγάλου άδειου που έγινε τρόπος ζωής, στόχος ζωής, κυνήγι ύπαρξης. ‘’Είμαστε όλοι Κωστόπουλοι’’ διαφήμιζαν τα σκουπιδοέντυπα του, περιγράφοντας τον ίδιο ως ενσάρκωση ενός τρόπου για να υπάρχεις, του μόνου αποδεκτού τρόπου για να υπάρχεις, ως δυνατότητα του οποιουδήποτε για την κατάκτηση του πιο νανοειδούς μεγαλείου. ‘’Είμαστε όλοι Κωστόπουλοι’’ , αυτοδημιούργητοι που κατέβηκαν από το χωριό  για να κατακτήσουν τις βλαχομπαρόκ Βερσαλίες των Αθηνών. Ντοπαρισμένοι με απολιτίκ ατομισμό, απενοχοποιημένο κυνισμό, επιδεικτικό καταναλωτισμό,  με τον σεξισμό ως απόδειξη ανδρισμού, με μια επιταγή πολιτικής, αισθητικής και ιστορικής λήθης στα νεόκτιστα σαλόνια της ευδαιμονίας. Ήμαστε όλοι Κωστόπουλοι και σήμερα πενθούμε σιωπηλά και ανομολόγητα το Κάπρι της επίδειξης μας, την Ίμπιζα του ηδονισμού μας, το Μανχάταν της επιτυχίας μας.

Μα είμαστε ακόμη περισσότεροι αυτοί που πάντα πίστευαν πως Κωστόπουλος δεν γίνεσαι, αλλά καταντάς. Πως τα ρόλεξ δείχνουν πάντα την λάθος ώρα, πως όταν οδηγείς κάμπριο πάντα βρέχει, πως η ζωή είναι μεγάλη για να την κάνεις καρναβάλι. Σήμερα που κανείς δεν θέλει να είναι Κωστόπουλος, ο εναπομείναντας ένας, περιφέρεται σε νυχτερινές ζώνες, πρωινές ζώνες, στη ζώνη του Λυκόφωτος κουβαλώντας την μαύρη ζώνη της πιο επιδεικτικής κακογουστιάς, υπενθυμίζοντάς μας το βάρος της περασμένης ελαφρότητας. Το μεγάλο άδειο μετανάστευσε –για λίγο ίσως- στα FreePress,  σε επιλεγμένα θεματικά μπλογκ, στα σουίνγκ πάρτι των Ατενίστας στημένα πάνω από ένα λόφο σύριγγες στην Ομόνοια της πρέζας. Το πρωινό που ο Κωστόπουλος απουσίαζε από την εκπομπή του, λόγω των υποθέσεων του με την δικαιοσύνη, οι συμπαρουσιαστές του τοποθέτησαν στη θέση του μια κούκλα που αποκαλούσαν ‘’Πέτρο’’. Φαντάζομαι πως λίγοι ήταν οι θεατές που κατάλαβαν τη διαφορά.


(Στην εφημερίδα των Συντακτών)


Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΚΑΤΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ...


Οι Μόντι Πάιθον εμφανίζονται μαζί μετά από 30 χρόνια




Οι ιπ­πό­τες που λέ­νε «νι», έ­νας νε­κρός πα­πα­γά­λος, η ιε­ρά ε­ξέ­τα­ση να βα­σα­νί­ζει με μα­ξι­λά­ρια και βο­λι­κούς κα­να­πέ­δες, το υ­πουρ­γείο του α­νό­η­του περ­πα­τή­μα­τος, έ­να κτί­ριο με α­σφα­λι­στές να βγαί­νει στα α­νοι­χτά της θά­λασ­σας και να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε πει­ρα­τι­κό κα­ρά­βι, ο Άλμπρε­χτ Ντί­ρερ σε ρό­λο βο­η­θού σε­ρί­φη, μα­θή­μα­τα αυ­τοά­μυ­νας για την πε­ρί­πτω­ση που κά­ποιος σας ε­πι­τε­θεί με μία μπα­νά­να, έ­νας α­γώ­νας μα­ρα­θω­νίου για ά­ντρες με τον πιο α­δύ­να­μο προ­στά­τη, έ­νας πο­δο­σφαι­ρι­κός α­γώ­νας α­νά­με­σα σε αρ­χαίους Έλλη­νες και γερ­μα­νούς φι­λο­σό­φους, στους λό­φους της Ιε­ρου­σα­λήμ μια σει­ρά σταυ­ρω­μέ­νων να τρα­γου­δά «Always look at the bride side of life».




Ο κό­σμος των Μό­ντι Πάι­θον υ­πήρ­ξε ε­ξί­σου ευ­ρύ­χω­ρος με τα ό­ρια της φα­ντα­σίας. Ένας κό­σμος ό­που τα α­ντί­θε­τα συμ­φι­λιώ­νο­νται, τα ξέ­να στοι­χεία συ­νυ­πάρ­χουν, το πα­ρά­δο­ξο συ­γκα­τοι­κεί με το κοι­νό­το­πο. Κα­νέ­να στοι­χείο δεν μοιά­ζει πα­ρά­ται­ρο κά­τω α­πό το δί­χτυ του α­τε­λείω­του γέ­λιου. Το δί­χτυ αυ­τό θα α­πλω­θεί ξα­νά, για μία και μό­νο πα­ρά­στα­ση, την 1η Ιου­λίου του 2014 στην α­ρέ­να Ο2 του Λον­δί­νου. Τριά­ντα χρό­νια με­τά τη διά­λυ­ση του, το τσίρ­κο θα συ­στα­θεί ξα­νά. Μία τέ­τοια συσ­σω­ρευ­μέ­νη α­να­μο­νή, άλ­λω­στε, μπο­ρεί και να ε­ξη­γή­σει το πώς τα ει­σι­τή­ρια της πα­ρά­στα­σης ε­ξαν­τλή­θη­καν σε 43,5 δευ­τε­ρό­λε­πτα.

Οι Μπιτ­λς της κω­μω­δίας

Οι Μό­ντι Πάι­θον υ­πήρ­ξαν οι Μπιτ­λς της κω­μω­δίας. Ο Τζον Κλι­ζ, ο Τέ­ρι Γκί­λια­μ, ο Έρικ Άιν­τλ, ο Τέ­ρι Τζόου­νς, ο Μάι­κλ Πέι­λιν και ο (μό­νος μα­κα­ρί­της) Γκρά­χαμ Τσάπ­μαν, άλ­λα­ξαν σε τέ­τοιο βαθ­μό το πρό­σω­πο της τέ­χνης τους, ώ­στε να μη γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό το πριν και το με­τά χω­ρίς την πε­ρι­γρα­φή της το­μής τους. Η κω­μι­κή ο­μά­δα πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι και σή­με­ρα η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη κω­μι­κή ε­ξα­γω­γή της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας. Ίσως γι’ αυ­τό να μοιά­ζει σε ό­λους ε­μάς τους πε­ρι­φε­ρεια­κούς δέ­κτες της ως έ­νας πα­ρά­δο­ξος κο­μή­της. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­μως, το ύ­φος και ο τρό­πος τον Μό­ντι Πάι­θον δεν μπο­ρούν να α­να­γνω­στούν ο­λο­κλη­ρω­μέ­να ε­κτός ι­στο­ρι­κού και κοι­νω­νι­κού πλαι­σίου. Η κω­μι­κή ο­μά­δα που ξε­κί­νη­σε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’60 βρί­σκει τους προ­γό­νους της στους (ε­λά­χι­στα γνω­στούς σε ε­μάς) κω­μι­κούς που προ­η­γή­θη­κα­ν: Στη ρα­διο­φω­νι­κή σου­ρε­α­λι­στι­κή υ­στε­ρία του Goon Show του Σπάικ Μί­λι­γκαν και του Πί­τερ Σέ­λε­ρς και στη hip πα­ρά­λο­γη κω­μω­δία του Πί­τερ Κουκ και του Ντάν­τλεϊ Μουρ. Ανα­ζη­τώ­ντας τις ρί­ζες του συ­γκε­κρι­μέ­νου χιού­μορ κα­τα­λή­γου­με πί­σω στην ί­δια την κα­τα­γω­γή της αγ­γλι­κής κω­μω­δίας: στη σά­τι­ρα του Τζον Σουί­φτ με τον Γκιού­λι­βέρ του να υ­πάρ­χει άλ­λο­τε σαν γί­γα­ντας και άλ­λο­τε σαν νά­νος, στα λί­με­ρι­κς του Έντουαρ­ντ Λιρ να θο­λώ­νουν τα ό­ρια α­νά­με­σα στο σο­βα­ρό και το γε­λοίο και στις ι­στο­ρίες του Λούις Κά­ρολ να δί­νουν σε έ­να παι­δι­κό πα­ρα­μύ­θι τις δια­στά­σεις ε­νός φι­λο­σο­φι­κού γρί­φου (ί­σως οι πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές στά­σεις σε έ­να κω­μι­κό τα­ξί­δι με ά­πει­ρα λι­μά­νια). Κι αν η ε­πιρ­ροή που δια­μόρ­φω­σε την κω­μι­κή ο­μά­δα εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­γρα­φεί, η ε­πί­δρα­ση που αυ­τή ά­σκη­σε με­τά το σύ­ντο­μο πέ­ρα­σμά της μοιά­ζει α­δύ­να­το να α­πο­τι­μη­θεί. Η stand-up κω­μω­δία του Έντι Ίζαρ­ντ και το «Γυ­ρί­στε το γα­λα­ξία με ο­το­στόπ» του Ντά­γκλας Άντα­μς, τα κι­νού­με­να σχέ­δια του South Park (που τό­σα ο­φεί­λουν στα σχέ­δια της σει­ράς φτιαγ­μέ­να α­πό τον Τέ­ρι Γκί­λιαμ) και το σύ­νο­λο της Alternative Comedy στην Αγγλία της δε­κα­ε­τίας του ’80 εί­ναι ί­σως οι πιο ξε­κά­θα­ρες πε­ρι­πτώ­σεις που ε­πη­ρέ­α­σαν οι Μό­ντι Πάι­θον.

Μια αγ­γλι­κή υ­πό­θε­ση
Δεν θα ή­ταν, ό­μως, υ­περ­βο­λή να πού­με πως κά­θε κω­μι­κό σκε­τς που δια­δέ­χτη­κε την ε­πο­χή τους ο­φεί­λει κά­τι σε αυ­τούς.
Άλλω­στε, το σώ­μα του έρ­γου των Μό­ντι Πάι­θον (4 τη­λε­ο­πτι­κές σε­ζόν α­πό το 1969 μέ­χρι το 1974, 4 κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές ται­νίες και ά­πει­ρες πα­ρα­στά­σεις) ξε­περ­νά κα­τά πο­λύ τη συμ­βο­λή στα στε­νά ό­ρια της τέ­χνης της κω­μω­δίας. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι μέ­χρι και η Μάρ­γκα­ρετ Θά­τσερ χρη­σι­μο­ποίη­σε έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό το σκε­τς με το νε­κρό πα­πα­γά­λο (κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γία το γνω­στό­τε­ρο κομ­μά­τι της ο­μά­δας) στο συ­νέ­δριο του κόμ­μα­τος των Τό­ρις το 1990.
Για πολ­λούς η κω­μω­δία των Μό­ντι Πάι­θον δεν θα μπο­ρού­σε να αν­θή­σει σε έ­δα­φος δια­φο­ρε­τι­κό α­πό αυ­τό της αγ­γλι­κής κοι­νω­νίας. Στην κε­κτη­μέ­νη υ­πε­ρο­ψία μιας χα­μέ­νης αυ­το­κρα­το­ρίας, στο γύ­ψο ε­νός στρα­το­κρα­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος, σε μια κοι­νω­νία ό­που οι γε­ρα­σμέ­νοι έ­χουν δια­μορ­φω­θεί έ­τσι, ώ­στε να ται­ριά­ζουν α­πό­λυ­τα στις τα­πε­τσα­ρίες και τα έ­πι­πλα, στην ο­μί­χλη της αγ­γλι­κής γρα­φειο­κρα­τίας, στις πα­ρα­δό­σεις που βου­λιά­ζουν στη μου­ντά­δα της ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να ε­ξώ­στρε­φο και κα­τα­πιε­στι­κό πα­ρά­λο­γο που τό­σο συ­χνά ο μό­νος α­ντί­λο­γος που μπο­ρείς να αρ­θρώ­σεις α­πέ­να­ντί του εί­ναι ε­ξί­σου πα­ρά­λο­γος, αλ­λά αυ­τή τη φο­ρά χα­μο­γε­λα­στά α­ναι­δής.
Η κω­μι­κή ε­ξά­δα των Μό­ντι Πάι­θο­νς προσ­διό­ρι­σε α­πό την αρ­χή το χιού­μορ δί­νο­ντας του νέες δια­στά­σεις και ο­δη­γώ­ντας το προς νέες κα­τευ­θύν­σεις. Σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση η δο­μι­κή α­φαί­ρε­ση δεν συν­δυά­στη­κε σε τέ­τοιο βαθ­μό με την τέρ­ψη της θέ­α­σης, σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση το γέ­λιο δεν α­να­ρω­τή­θη­κε τό­σο συ­χνά για τους λό­γους για τους ο­ποίους γε­λά, σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση μια δη­μιουρ­γία δεν ε­ξα­σφά­λι­σε τέ­τοια ι­σο­πέ­δω­ση στο σώ­μα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Όταν βρί­σκε­σαι α­ντι­μέ­τω­πος με τα κω­μι­κά κομ­μά­τια των Μό­ντι Πάι­θο­νς δεν εί­σαι πο­τέ σί­γου­ρος για το αν αυ­τό που α­πλώ­νε­ται μπρο­στά σου εί­ναι υ­ψη­λό χιού­μορ ή φτη­νό α­στείο, αν εί­ναι μια πα­ρά­δο­ξη εκ­δο­χή τέ­χνης ή α­πλά χα­βα­λές. Αυ­τό, ό­μως, που γί­νε­ται εύ­κο­λα δια­κρι­τό, α­κό­μα και σή­με­ρα –30 χρό­νια με­τά την τε­λευ­ταία συ­νά­ντη­ση της ο­μά­δας και λί­γους μή­νες πριν την ε­πό­με­νη–, εί­ναι πως το α­πο­τέ­λε­σμα δεν εί­ναι τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τη δη­μιουρ­γία μιας πα­ρέ­ας που ε­ξε­τά­ζει τα ό­ριά της. Και τα ό­ρια αυ­τά ξε­χει­λώ­νουν μέ­χρι και σή­με­ρα το στε­νό γι­λέ­κο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ο Φώσκολος, ο Άδωνις και το ‘’Ωραίον’’










‘’… κι ανθρώπους και μνημεία και τις υστερινές θωριές και απομεινάρια τ’ ουρανού και της γης , όλα ο καιρός αλλάζει…’’
Ούγκο Φώσκολο, οι Τάφοι



Στις αρχές Νοεμβρίου κηδεύτηκε ο Νίκος Φώσκολος. Τόσο η απόσυρσή του από την τηλεόραση όσο και τα σημαντικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου έκαναν το νέο να περάσει στις πίσω σελίδες των ειδήσεων όπως ήταν αναμενόμενο. Ποια είναι όμως η κληρονομιά που άφησε πίσω του;

Κάθε εποχή γνώρισε τον δικό της Φώσκολο. Οι παλαιότεροι τον Φώσκολο των κινηματογραφικών εμπορικών επιτυχιών: «Κονσέρτο για πολυβόλα», «Ορατότης μηδέν» κτλ. Οι μεταγενέστεροι τον τηλεοπτικό ‘’Άγνωστο πόλεμο’’ και οι πιο πρόσφατοι την ‘’Λάμψη’’ και το ‘’Καλημέρα ζωή’’. Άσχετα από τις μεταμορφώσεις του, ο μονοσήμαντος κόσμοςτης μελό επιφάνειας, έμενε πάντα σταθερός: οι άντρες ήταν πάντα άντρες, κάποιο ανθρωπόμορφο κτήνος πάντα απειλούσε την οικογενειακή νηνεμία, οι εγκληματίες πάντα προέρχονταν από τις φτωχογειτονιές. Οι καλοί ήταν καλοί, οι κακοί κακοί και οι γυναίκες νοικοκυρές (εκτός αν ήταν γυναίκες-αράχνες οπότε εκεί αλλάζει). Το επιθετικό και κοινότοπο κιτς του Νίκου Φώσκολου υπήρξε πάντοτε ως ένα άστοχο και ατελείωτο επίθετο (καμένο με βούτυρο και όχι με λάδι) σε μια πρόταση χωρίς ουσιαστικό. Η γλώσσα τον σίριαλ ήταν πάντα φτιαγμένη από βαμβάκι και ο διάλογος μπούκωνε τον τηλεοπτικό χρόνο. Γιατί τα έργα του Φώσκολου  είχαν πάντα χρηστική και ποτέ τους αισθητική αξία: όμοια με ένα μπιμπλό που καταλαμβάνει τον χώρο σε άδειες βιβλιοθήκες σαλονιών, έτσι και τα δημιουργήματα αυτά παραγέμιζαν τον χρόνο. Μαζί με τον Νίκο Φώσκολο δύει και το κακόγουστο μιας άλλης εποχής. Οι κολόνες με τους κίονες στα σαλόνια,   τα αντικείμενα που ήταν στολισμένα με κοχύλια, τα πλαστικά άνθη που δεν γερνούν, τα τσολιαδάκια και τα κεντήματα, τα σκονισμένα λικεράκια σε κάποιο βαθύ ντουλάπι, το απειλητικό τρίγωνο από το σεμεδάκι της γιαγιάς που απλώνει τον εαυτό του εντός της οθόνης της τηλεόρασης. 

Σήμερα τα αποσπάσματα των σίριαλ αυτών είναι καταδικασμένα να επιβιώνουν ως ιντερνετικές σάτιρες του ίδιου του  εαυτού τους. Και αν κάτι τέτοιο προκαλεί ανακούφιση δεν θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξετάσουμε ποια αντίστοιχα σημεία έχουν καταλάβει την θέση τους;   

Η καταγραφή του κιτς στην συγχρονία του μοιάζει κοπιαστικό και δαιδαλώδες εγχείρημα. Αν δεχτούμε όμως πως ένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η επιθετικότητά με την οποία εκφράζεται και κάνει αισθητή την παρουσία του δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε την επιφάνεια των ωρών μας ώστε να δούμε να λάμπει με ένα επίχρυσο χαμόγελο. Λίγες μέρες μετά την κηδεία του Νίκου Φώσκολου ο Αντώνης Σαμαράς μίλαγε από τα έδρανα της βουλής κατά τη συζήτησης για την πρόταση μομφής. Το μάγκικο ύφος, η κουτσαβάκικη εκφορά αλλά κυρίως το λεκτικό κολλάζ που επέλεξε να εκθέσει –αν και πολιτικά πρωτόγνωρο- έμοιαζε με το  οικείο εκείνο κιτς των σίριαλ που έφυγαν:‘’Αν θέλετε να τα λέμε πιο συχνά’’, ‘’Ακούστε και αυτό καλό θα σας κάνει’’, , ‘’Σαίξπηρ’’ ‘’Τζουρουασικπουαρκ’’κτλ . Κάποιοι μάλιστα δεν δίστασαν να τον παρομοιάσουν με τον ήρωα του Φώσκολου, αστυνόμο Θεοχάρη (νομίζω εγώ το έγραψα).

 Αν όμως υπάρχει ένας πολιτικός που να ενσαρκώνει την αισθητική αυτών των σίριαλ και να την επανασηματοδοτεί στο νέο πλαίσιο του σήμερα αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον υπουργό μας, τον Άδωνι Γεωργιάδη. Ο ρηχός και άδειος του λόγος, η εύκολη μαγκιά ως πολιτικό επιχείρημα, οι άπειρες τηλεοπτικές του εμφανίσεις  εμπλουτισμένες από μια τραμπούκικη υστερία είναι βγαλμένες από την πιο επιθετική κακογουστιά του παρελθόντος. Σε αυτή την τηλεοπτική σκηνή χωρίς βάθος παρασκηνίου, η πολιτική καταλήγει να θυμίζει τηλεοπτικό υποπροϊόν (γενέθλιος άλλωστε τόπος της δημόσιας παρουσίας του υπουργού). Η Ελλάδα του σήμερα, μοιάζει με την ανοιχτή τηλεόραση  που παίζει επαναλήψεις σ’ ένα ερημωμένο σαλόνι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)









Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Ένα σχόλιο για το σχόλιο της Δέσποινας Βανδή





Πρόσφατα η Δέσποινα Βανδή προχώρησε στην ακύρωση της συνεργασίας της  με τον Νότη Σφακιανάκη (να μια πρόταση που δεν περίμενα ποτέ να ανοίγει ένα άρθρο μου). Την ακύρωση αυτή ακολούθησε η διαδικτυακή επεξήγηση στην οποία η Βανδή διευκρίνιζε –έμμεσα αλλά εντελώς ξεκάθαρα- πως ο λόγος της κίνησης αυτής ήταν τα πολιτικά σχόλια του Notis και συγκεκριμένα η υποστήριξή του στην Χρυσή Αυγή, στην Χούντα κτλ (τα σχόλια του συγκεκριμένου αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ειδικά όταν ακολουθούνται από αντίστοιχα για του εξωγήινους, για την προέλευση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού κτλ). Το διαδικτυακό σχόλιο έκλεινε με την φράση:  ‘’και κάτι τελευταίο… Εμένα οι γονείς μου ήταν μετανάστες… Αυτό.’’
Το συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε μια έντονη κινητικότητα σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (μιλώντας φυσικά για την όχθη του ευρύτερου αριστερού-αντιφασιστικού χώρου) σε σχέση με την σημασία της δήλωσης, την αυθεντικότητα του ‘’αντιφασισμού’’ της τραγουδίστριας και την σχέση της ποιότητας των τραγουδιών της με τις δηλώσεις αυτές. Όπως κάθε παρόμοια περίπτωση εκτενούς διαδικτυακής φωνασκίας, έτσι και το συγκεκριμένο περιστατικό προσφέρεται για να βγουν κάποια συμπεράσματα.
Υπάρχει μια εμφανής αναντιστοιχία ανάμεσα στον αποτροπιασμό και την λοιδορία (οι οποίες καλά κάνουν και υπάρχουν) όταν κάποιο πρόσωπο της ελληνικής βιοτεχνίας  αστέρων προβαίνει σε δηλώσεις υποστήριξης της Χρυσής Αυγής από την μία και την διστακτικότητα της επιβράβευσης όταν συμβαίνει το αντίθετο (όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση) από την άλλη. Όσο ξένο, ρηχό, αφελές και αν θεωρούμε το ‘’πολιτιστικό προϊόν’’ κάποιου ‘’καλλιτέχνη’’, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι θέμα μιας κουλτούρας αλλά πρωτίστως μιας κοινωνίας. Και για να αλλάξει οποιαδήποτε κοινωνία, βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή της πραγματικότητας της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Δεν υπάρχουν δηλώσεις δευτερεύουσας αξίας στην επείγουσα κατάσταση που επιβάλλει η άνοδος του φασισμού. Τίποτα δεν είναι δευτερεύον, περιττό, αμελητέο. Γιατί όσο βαθαίνει η χαρακιά της κρίσης και το ρήγμα στο οποίο βυθίζονται όλες οι βεβαιότητες και τα χθεσινά αυτονόητα, τόσο πληθαίνει και ο αριθμός των ενδεχομένων που θα προκύψουν, των ενδεχομένων που μέχρι χθες φαίνονταν αδύνατα, των ενδεχομένων που κουβαλούν μια σβάστικα στο μπράτσο και μια παλάμη γεμάτη αίμα. Ίσως λοιπόν πολλοί από μας να θεωρούμε πως η συγκεκριμένη μουσική είναι για γέλια, αλλά ταυτόχρονα δεν μοιάζει λάθος ένα χαμόγελο για την συγκεκριμένη στάση.

(στην εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Λογοκρίνοντας τη λογοκρισία



- Είδα ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Είχε ως θέμα του τη λογοκρισία στα ντοκιμαντέρ. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά λίγο σύντομο. Διαρκούσε μόνο 4 λεπτά.
- Πώς κι έτσι;
- Ήταν λογοκριμένο.
(από τα ανέκδοτα Ανέκδοτα, του κυρίου Κρακ)

Oταν η ί­δια η γλώσ­σα χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως ε­πι­χεί­ρη­μα, και μά­λι­στα κα­τά το δο­κούν, το πρώ­το θύ­μα εί­ναι πά­ντα η κυ­ριο­λε­ξία -και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση η ί­δια η γλώσ­σα. Κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια της κρί­σης, μια σει­ρά α­πό λέ­ξεις και φρά­σεις χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν και χρη­σι­μο­ποιού­νται ό­χι με βά­ση την κυ­ριο­λε­ξία τους και αυ­τό που ση­μαί­νουν πραγ­μα­τι­κά, αλ­λά με βά­ση τη χρή­ση του λε­κτι­κού βά­ρους που φέρ­νει η δια­τύ­πω­σή τους. Η «βία», τα «ά­κρα», ο «φα­σι­σμός» χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν ό­χι για να πε­ρι­γρά­ψουν τις πραγ­μα­τι­κές τους εκ­φάν­σεις (που ό­λο και πιο συ­χνά συ­να­ντού­με μέ­σα στην κρί­ση), αλ­λά για να ε­ξι­σώ­σουν, να α­πα­ξιώ­σουν και να α­πε­νερ­γο­ποιή­σουν α­ντι­δρά­σεις και δια­φω­νίες α­πέ­να­ντι στην κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή. Ταυ­τό­χρο­να λέ­ξεις ό­πως «δη­μο­κρα­τία» και «νο­μι­μό­τη­τα» χρη­σι­μο­ποιού­νται με ό­λο το βά­ρος της κυ­ριο­λε­ξίας τους, μι­λώ­ντας, ό­μως, για πε­ρι­πτώ­σεις ό­που τα γε­γο­νό­τα που προ­σπα­θούν να πε­ρι­γρά­ψουν ό­λο και α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό την κυ­ριο­λε­ξία αυ­τή (βα­σα­νι­στή­ρια, κλι­μά­κω­ση της κα­τα­στο­λής, πρά­ξεις νο­μο­θε­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κ.τ.λ.).
Η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης δεν πε­ρι­γρά­φει α­πλά τη δη­μιουρ­γία μιας λε­κτι­κής α­σά­φειας ό­που κά­θε τι εί­ναι σχε­τι­κό, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­γρά­φει τη χρή­ση της α­σά­φειας αυ­τής α­πό την ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία ώ­στε να κυ­ριο­λε­κτή­σει. Όχι βέ­βαια με τις λέ­ξεις (α­φού τις έ­χει κα­τα­στή­σει ά­δεια δο­χεία) αλ­λά με το μό­νο τρό­πο που κά­θε ε­ξου­σία ε­πι­θυ­μεί να κυ­ριο­λε­κτεί: με τις πρά­ξεις της.

Κρι­τι­κή και λο­γο­κρι­σία


Έτσι, με­τά την κρι­τι­κή που ά­σκη­σαν τα έ­ντυ­πα της α­ρι­στε­ράς (αλ­λά και έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι ά­σχε­του με την α­ρι­στε­ρά κό­σμου) στη σε­ξι­στι­κή ε­ξυ­πνά­δα του γε­λοιο­γρά­φου Δη­μή­τρη Χα­ντζό­που­λου, ξέ­σπα­σε έ­νας πό­λε­μος α­νά­με­σα στην «Αυ­γή» και τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, α­πό τη μια, και τα Νέα και το Άνδρο των Αί­λου­ρων (ΔΟ­Λ, Μέ­γκα και λοι­πές δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις) α­πό την άλ­λη. Ο πό­λε­μος αυ­τός (πό­σο κου­τή φρά­ση) συ­νε­χί­στη­κε και με το ε­πει­σό­διο με τον Πέ­τρο Τα­τσό­που­λο, ο ο­ποίος α­πο­φά­σι­σε να συ­ντα­χθεί με το δεύ­τε­ρο μπλοκ. Οι κα­τη­γο­ρίες που εκ­σφεν­δο­νί­στη­καν με α­πο­τρο­πια­σμό προς την α­ρι­στε­ρά έ­κα­ναν λό­γο για λο­γο­κρι­σία, στα­λι­νι­σμό και ζντα­νο­φι­σμό (προ­σω­πι­κά ο­μο­λο­γώ πως συ­γκι­νή­θη­κα α­φού ή­ταν οι ί­διες λέ­ξεις που εί­χα α­κού­σει για ε­κεί­νη την κρι­τι­κή για ε­κεί­νον τον ποιη­τή Μπο­γδά­νο). Εί­ναι αρ­κε­τά εν­δια­φέ­ρον πως στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση οι λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποιού­νται για να δια­τυ­πώ­σουν το α­νε­στραμ­μέ­νο τους πε­ριε­χό­με­νο.
Από την πλευ­ρά της α­ρι­στε­ράς δεν δια­τυ­πώ­θη­κε τί­πο­τα πέ­ρα α­πό κρι­τι­κή για το αι­σθη­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο του συ­γκε­κρι­μέ­νου σκί­τσου. Οι διά­φο­ρες α­ντι­δρά­σεις πε­ριέ­γρα­ψαν τις δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές ως λο­γο­κρι­σία. Με λί­γα λό­για εί­ναι η κρι­τι­κή αυ­τή που ταυ­τί­ζε­ται με τη λο­γο­κρι­σία και μά­λι­στα στο ό­νο­μα του ε­λεύ­θε­ρου λό­γου και της ε­λευ­θε­ρίας της έκ­φρα­σης. Ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος κα­τη­γο­ρώ­ντας για α­πα­γο­ρεύ­σεις α­πα­γο­ρεύει. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως κα­μία φω­νή υ­πε­ρά­σπι­σης δεν υ­πε­ρα­σπί­στη­κε το σκί­τσο κα­θαυ­τό, δεν υ­πο­στή­ρι­ξε πως δεν εί­ναι σε­ξι­στι­κό ή πως τέ­λος πά­ντων ο σε­ξι­σμός εί­ναι κά­τι υ­γιές για μια κοι­νω­νία, ά­ρα δεν υ­πάρ­χει λό­γος να α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Με λί­γα λό­για δεν βρε­θή­κα­με μπρο­στά σε έ­να διά­λο­γο δια­φω­νίας, αλ­λά στην α­πα­γό­ρευ­ση ε­νός δια­λό­γου μια και η ί­δια η δια­φω­νία εί­ναι κά­τι το πε­ριτ­τό. Η λέ­ξη «λο­γο­κρι­σία» (και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση οι κα­κο­χω­νε­μέ­νες, ι­στο­ρι­κά σχε­τι­κι­στι­κές και πο­λι­τι­κά -του­λά­χι­στο­ν- προ­βλη­μα­τι­κές φρά­σεις στη με­τα­μο­ντέρ­να χρή­ση τους πε­ρί ζντα­νο­φι­σμού, στα­λι­νι­σμού και ζα­χα­ρια­δι­σμού) χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε με το βά­ρος του α­πό­λυ­του κα­κού, με το βά­ρος μιας λέ­ξης που κα­θι­στά τον κά­θε διά­λο­γο για το πε­ριε­χό­με­νο α­χρεία­στο, προ­βλη­μα­τι­κό αν ό­χι ύ­πο­πτο. Για να το συ­νο­ψί­σου­με: για τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο η κρι­τι­κή τε­λειώ­νει ε­κεί που αρ­χί­ζει η δια­φω­νία.
Αν, λοι­πόν, α­πο­δε­χτού­με πως η πρά­ξη της λο­γο­κρι­σίας υ­φί­στα­ται πέ­ρα α­πό την πρα­κτι­κή της α­πα­γό­ρευ­σης σε σχέ­ση με τη δη­μο­σίευ­ση και την κοι­νο­ποίη­ση, μπο­ρού­με -αν θέ­λου­με να κυ­ριο­λε­κτή­σου­με- να πού­με πως ο­λό­κλη­ρη η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης, με τον θό­ρυ­βο, τις κα­τ’ ε­πι­λο­γήν α­πο­κρύ­ψεις, τις ε­στιά­σεις α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νες γω­νίες και κου­ρε­λο­ποίη­ση των ό­ρων δεν α­πο­τε­λεί τί­πο­τα άλ­λο πέ­ρα α­πό μια α­τε­λείω­τη με­τα­φο­ρι­κή λο­γο­κρι­σία.

(στην εφημερίδα Εποχή)