Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΚΑΤΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ...


Οι Μόντι Πάιθον εμφανίζονται μαζί μετά από 30 χρόνια




Οι ιπ­πό­τες που λέ­νε «νι», έ­νας νε­κρός πα­πα­γά­λος, η ιε­ρά ε­ξέ­τα­ση να βα­σα­νί­ζει με μα­ξι­λά­ρια και βο­λι­κούς κα­να­πέ­δες, το υ­πουρ­γείο του α­νό­η­του περ­πα­τή­μα­τος, έ­να κτί­ριο με α­σφα­λι­στές να βγαί­νει στα α­νοι­χτά της θά­λασ­σας και να με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε πει­ρα­τι­κό κα­ρά­βι, ο Άλμπρε­χτ Ντί­ρερ σε ρό­λο βο­η­θού σε­ρί­φη, μα­θή­μα­τα αυ­τοά­μυ­νας για την πε­ρί­πτω­ση που κά­ποιος σας ε­πι­τε­θεί με μία μπα­νά­να, έ­νας α­γώ­νας μα­ρα­θω­νίου για ά­ντρες με τον πιο α­δύ­να­μο προ­στά­τη, έ­νας πο­δο­σφαι­ρι­κός α­γώ­νας α­νά­με­σα σε αρ­χαίους Έλλη­νες και γερ­μα­νούς φι­λο­σό­φους, στους λό­φους της Ιε­ρου­σα­λήμ μια σει­ρά σταυ­ρω­μέ­νων να τρα­γου­δά «Always look at the bride side of life».




Ο κό­σμος των Μό­ντι Πάι­θον υ­πήρ­ξε ε­ξί­σου ευ­ρύ­χω­ρος με τα ό­ρια της φα­ντα­σίας. Ένας κό­σμος ό­που τα α­ντί­θε­τα συμ­φι­λιώ­νο­νται, τα ξέ­να στοι­χεία συ­νυ­πάρ­χουν, το πα­ρά­δο­ξο συ­γκα­τοι­κεί με το κοι­νό­το­πο. Κα­νέ­να στοι­χείο δεν μοιά­ζει πα­ρά­ται­ρο κά­τω α­πό το δί­χτυ του α­τε­λείω­του γέ­λιου. Το δί­χτυ αυ­τό θα α­πλω­θεί ξα­νά, για μία και μό­νο πα­ρά­στα­ση, την 1η Ιου­λίου του 2014 στην α­ρέ­να Ο2 του Λον­δί­νου. Τριά­ντα χρό­νια με­τά τη διά­λυ­ση του, το τσίρ­κο θα συ­στα­θεί ξα­νά. Μία τέ­τοια συσ­σω­ρευ­μέ­νη α­να­μο­νή, άλ­λω­στε, μπο­ρεί και να ε­ξη­γή­σει το πώς τα ει­σι­τή­ρια της πα­ρά­στα­σης ε­ξαν­τλή­θη­καν σε 43,5 δευ­τε­ρό­λε­πτα.

Οι Μπιτ­λς της κω­μω­δίας

Οι Μό­ντι Πάι­θον υ­πήρ­ξαν οι Μπιτ­λς της κω­μω­δίας. Ο Τζον Κλι­ζ, ο Τέ­ρι Γκί­λια­μ, ο Έρικ Άιν­τλ, ο Τέ­ρι Τζόου­νς, ο Μάι­κλ Πέι­λιν και ο (μό­νος μα­κα­ρί­της) Γκρά­χαμ Τσάπ­μαν, άλ­λα­ξαν σε τέ­τοιο βαθ­μό το πρό­σω­πο της τέ­χνης τους, ώ­στε να μη γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό το πριν και το με­τά χω­ρίς την πε­ρι­γρα­φή της το­μής τους. Η κω­μι­κή ο­μά­δα πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι και σή­με­ρα η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη κω­μι­κή ε­ξα­γω­γή της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας. Ίσως γι’ αυ­τό να μοιά­ζει σε ό­λους ε­μάς τους πε­ρι­φε­ρεια­κούς δέ­κτες της ως έ­νας πα­ρά­δο­ξος κο­μή­της. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­μως, το ύ­φος και ο τρό­πος τον Μό­ντι Πάι­θον δεν μπο­ρούν να α­να­γνω­στούν ο­λο­κλη­ρω­μέ­να ε­κτός ι­στο­ρι­κού και κοι­νω­νι­κού πλαι­σίου. Η κω­μι­κή ο­μά­δα που ξε­κί­νη­σε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’60 βρί­σκει τους προ­γό­νους της στους (ε­λά­χι­στα γνω­στούς σε ε­μάς) κω­μι­κούς που προ­η­γή­θη­κα­ν: Στη ρα­διο­φω­νι­κή σου­ρε­α­λι­στι­κή υ­στε­ρία του Goon Show του Σπάικ Μί­λι­γκαν και του Πί­τερ Σέ­λε­ρς και στη hip πα­ρά­λο­γη κω­μω­δία του Πί­τερ Κουκ και του Ντάν­τλεϊ Μουρ. Ανα­ζη­τώ­ντας τις ρί­ζες του συ­γκε­κρι­μέ­νου χιού­μορ κα­τα­λή­γου­με πί­σω στην ί­δια την κα­τα­γω­γή της αγ­γλι­κής κω­μω­δίας: στη σά­τι­ρα του Τζον Σουί­φτ με τον Γκιού­λι­βέρ του να υ­πάρ­χει άλ­λο­τε σαν γί­γα­ντας και άλ­λο­τε σαν νά­νος, στα λί­με­ρι­κς του Έντουαρ­ντ Λιρ να θο­λώ­νουν τα ό­ρια α­νά­με­σα στο σο­βα­ρό και το γε­λοίο και στις ι­στο­ρίες του Λούις Κά­ρολ να δί­νουν σε έ­να παι­δι­κό πα­ρα­μύ­θι τις δια­στά­σεις ε­νός φι­λο­σο­φι­κού γρί­φου (ί­σως οι πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές στά­σεις σε έ­να κω­μι­κό τα­ξί­δι με ά­πει­ρα λι­μά­νια). Κι αν η ε­πιρ­ροή που δια­μόρ­φω­σε την κω­μι­κή ο­μά­δα εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­γρα­φεί, η ε­πί­δρα­ση που αυ­τή ά­σκη­σε με­τά το σύ­ντο­μο πέ­ρα­σμά της μοιά­ζει α­δύ­να­το να α­πο­τι­μη­θεί. Η stand-up κω­μω­δία του Έντι Ίζαρ­ντ και το «Γυ­ρί­στε το γα­λα­ξία με ο­το­στόπ» του Ντά­γκλας Άντα­μς, τα κι­νού­με­να σχέ­δια του South Park (που τό­σα ο­φεί­λουν στα σχέ­δια της σει­ράς φτιαγ­μέ­να α­πό τον Τέ­ρι Γκί­λιαμ) και το σύ­νο­λο της Alternative Comedy στην Αγγλία της δε­κα­ε­τίας του ’80 εί­ναι ί­σως οι πιο ξε­κά­θα­ρες πε­ρι­πτώ­σεις που ε­πη­ρέ­α­σαν οι Μό­ντι Πάι­θον.

Μια αγ­γλι­κή υ­πό­θε­ση
Δεν θα ή­ταν, ό­μως, υ­περ­βο­λή να πού­με πως κά­θε κω­μι­κό σκε­τς που δια­δέ­χτη­κε την ε­πο­χή τους ο­φεί­λει κά­τι σε αυ­τούς.
Άλλω­στε, το σώ­μα του έρ­γου των Μό­ντι Πάι­θον (4 τη­λε­ο­πτι­κές σε­ζόν α­πό το 1969 μέ­χρι το 1974, 4 κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές ται­νίες και ά­πει­ρες πα­ρα­στά­σεις) ξε­περ­νά κα­τά πο­λύ τη συμ­βο­λή στα στε­νά ό­ρια της τέ­χνης της κω­μω­δίας. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι μέ­χρι και η Μάρ­γκα­ρετ Θά­τσερ χρη­σι­μο­ποίη­σε έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό το σκε­τς με το νε­κρό πα­πα­γά­λο (κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γία το γνω­στό­τε­ρο κομ­μά­τι της ο­μά­δας) στο συ­νέ­δριο του κόμ­μα­τος των Τό­ρις το 1990.
Για πολ­λούς η κω­μω­δία των Μό­ντι Πάι­θον δεν θα μπο­ρού­σε να αν­θή­σει σε έ­δα­φος δια­φο­ρε­τι­κό α­πό αυ­τό της αγ­γλι­κής κοι­νω­νίας. Στην κε­κτη­μέ­νη υ­πε­ρο­ψία μιας χα­μέ­νης αυ­το­κρα­το­ρίας, στο γύ­ψο ε­νός στρα­το­κρα­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος, σε μια κοι­νω­νία ό­που οι γε­ρα­σμέ­νοι έ­χουν δια­μορ­φω­θεί έ­τσι, ώ­στε να ται­ριά­ζουν α­πό­λυ­τα στις τα­πε­τσα­ρίες και τα έ­πι­πλα, στην ο­μί­χλη της αγ­γλι­κής γρα­φειο­κρα­τίας, στις πα­ρα­δό­σεις που βου­λιά­ζουν στη μου­ντά­δα της ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να ε­ξώ­στρε­φο και κα­τα­πιε­στι­κό πα­ρά­λο­γο που τό­σο συ­χνά ο μό­νος α­ντί­λο­γος που μπο­ρείς να αρ­θρώ­σεις α­πέ­να­ντί του εί­ναι ε­ξί­σου πα­ρά­λο­γος, αλ­λά αυ­τή τη φο­ρά χα­μο­γε­λα­στά α­ναι­δής.
Η κω­μι­κή ε­ξά­δα των Μό­ντι Πάι­θο­νς προσ­διό­ρι­σε α­πό την αρ­χή το χιού­μορ δί­νο­ντας του νέες δια­στά­σεις και ο­δη­γώ­ντας το προς νέες κα­τευ­θύν­σεις. Σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση η δο­μι­κή α­φαί­ρε­ση δεν συν­δυά­στη­κε σε τέ­τοιο βαθ­μό με την τέρ­ψη της θέ­α­σης, σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση το γέ­λιο δεν α­να­ρω­τή­θη­κε τό­σο συ­χνά για τους λό­γους για τους ο­ποίους γε­λά, σε κα­μία άλ­λη πε­ρί­πτω­ση μια δη­μιουρ­γία δεν ε­ξα­σφά­λι­σε τέ­τοια ι­σο­πέ­δω­ση στο σώ­μα της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Όταν βρί­σκε­σαι α­ντι­μέ­τω­πος με τα κω­μι­κά κομ­μά­τια των Μό­ντι Πάι­θο­νς δεν εί­σαι πο­τέ σί­γου­ρος για το αν αυ­τό που α­πλώ­νε­ται μπρο­στά σου εί­ναι υ­ψη­λό χιού­μορ ή φτη­νό α­στείο, αν εί­ναι μια πα­ρά­δο­ξη εκ­δο­χή τέ­χνης ή α­πλά χα­βα­λές. Αυ­τό, ό­μως, που γί­νε­ται εύ­κο­λα δια­κρι­τό, α­κό­μα και σή­με­ρα –30 χρό­νια με­τά την τε­λευ­ταία συ­νά­ντη­ση της ο­μά­δας και λί­γους μή­νες πριν την ε­πό­με­νη–, εί­ναι πως το α­πο­τέ­λε­σμα δεν εί­ναι τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τη δη­μιουρ­γία μιας πα­ρέ­ας που ε­ξε­τά­ζει τα ό­ριά της. Και τα ό­ρια αυ­τά ξε­χει­λώ­νουν μέ­χρι και σή­με­ρα το στε­νό γι­λέ­κο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Δεν υπάρχουν σχόλια: