Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Οταν ο Σεφερλής έφαγε ένα ζωντανό φλαμίνγκο



Η ποίηση των ταινιών του Τζον Γουότερς είναι μια δύσκολη ποίηση. Συχνά η ομορφιά περπατά χέρι χέρι με την κακογουστιά. Ή για την ακρίβεια η συνειδητή κακογουστιά αποτελεί ακριβώς την ομορφιά των ταινιών.
Η υπερβολή μεταμορφώνεται σε κιτς, ο αποκλεισμός σε καρναβαλικό ψόγο απέναντι στην κοινωνία. Εδώ δεν θα βρεις το καδράρισμα, την πλοκή ή τους χαρακτήρες που θα σε κάνουν να αναφωνήσεις γεμάτος κινηματογραφόφιλη τέρψη. Το άσχημο εδώ είναι προτέρημα, το περιθώριο (ή πιο σωστά αυτό που η κοινωνία ορίζει ως περιθώριο) εδώ είναι κέντρο και πυρήνας. Με τρόπο περήφανο και επιθετικό σκουπίδια και διαμάντια ταυτίζονται.
Μέσα από τις underground ταινίες της πρώτης περιόδου του τη δεκαετία του ‘70, ο Τζον Γουότερς αναμετρήθηκε με τα ηθικά, σεξουαλικά και αισθητικά όρια μιας κοινωνίας και μιας εποχής.
Και βλέποντας κανείς σήμερα ξανά το Pink Flamingos, την εμβληματικότερη ίσως ταινία του, καταλαβαίνει πως παραμένει εξίσου προσβλητική και σήμερα. Αυτό το συνειδητό παιχνίδι (φτύσιμο θα έλεγαν κάποιοι) με το όριο και τα ταμπού είναι φυσικά απολύτως νόμιμο στο καλλιτεχνικό πεδίο. Μοιάζει με μετεξέλιξη της πράσινης περούκας που φορούσε ο Μποντλέρ για να ξεχυθεί στους δρόμους του Παρισιού και να τρομοκρατήσει τους αστούς, ή με αποδοχή της κληρονομιάς των ντανταϊστών.
Τη δεκαετία του '80 οι ταινίες του Γουότερς μαλάκωσαν. Ξεκινώντας από το Polyester (1981), ο Γουότερς έκανε μια σειρά από ταινίες προς ένα ευρύτερο ακροατήριο, συντηρώντας παρ' όλα αυτά τον δημιουργικό του πυρήνα.
Εδώ η επίθεση γίνεται ειρωνεία, η ασχήμια σχόλιο και η κοινοτοπία του αστικού περιβάλλοντος πρώτη ύλη. Πάντοτε όμως με την ίδια σουρεαλιστική εφευρετικότητα και την καταγγελτική σάτιρα. Και πάντα με ηθοποιούς από την ομάδα που στελεχώνει την κάθε του ταινία, τους Dreamlanders.
Ανάμεσά τους η μούσα του Γουότερς, η drag queen Divine. Το 1988 ο Γουότερς σκηνοθετεί τη γνωστότερη και πιο προσβάσιμη ίσως ταινία του, το Hairspray. Η ταινία θα οριστεί ως cult ορόσημο, στη συνέχεια θα γίνει πετυχημένο musical στο Μπρόντγουεϊ και θα γυριστεί σε ριμέικ με τον Τζον Τραβόλτα στον ρόλο που ενσάρκωνε η Divine.
Το μιούζικαλ θα ανέβει την ερχόμενη σεζόν στο θέατρο «Ακροπόλ», σε σκηνοθεσία Θέμιδας Μαρσέλλου. Και τον ρόλο που ενσάρκωσε η Divine θα ενσαρκώσει εδώ ο Μάρκος Σεφερλής (παύση), (σιωπή), (παύση).
Το γεγονός πως ένας ηθοποιός-κειμενογράφος που στις παραστάσεις του ο ρατσισμός, η ομοφοβία και ο σεξισμός καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος και από τα σαχλά αστεία του θα ενσαρκώσει τον συγκεκριμένο ρόλο είναι προσβλητικό τόσο για την ελληνική LGBTQI+ κοινότητα όσο και για οποιονδήποτε αγαπάει τον κινηματογράφο.
Δεν είναι πως ο Σεφερλής δεν ταιριάζει στον συγκεκριμένο ρόλο. Είναι πως ενσαρκώνει και αντιπροσωπεύει ακριβώς το αντίθετο από τον κόσμο του Γουότερς και της Divine.
Η ομοφυλοφιλία, η σεξουαλική ελευθερία και η αποδοχή της ταυτότητας στις ταινίες του Γουότερς είναι γιορτή και περηφάνια. Στον Σεφερλή είναι καταπίεση και διασυρμός.
Η σάτιρα και το χιούμορ στις ταινίες του Γουότερς αποτελούν ευθεία επίθεση και πρόκληση απέναντι σε μια υπερσυντηρητική κοινωνία που μασάει εικόνες μακάρια ξορκίζοντας την ανία της. Στις παραστάσεις του Σεφερλή ο ψόγος υπάρχει πάντοτε απέναντι στο αδύναμο, απέναντι στον Αλλο και αποτελεί καθησύχαση της κανονικότητας και απενοχοποίηση των πιο ταπεινών ενστίκτων.
Ο μαύρος εμφανίζεται με φούμο, ο γκέι ως φτερού και η γυναίκα ως έμψυχη θήκη πέους. Για να είμαι πιο ακριβής: ο Σεφερλής δεν είναι το αντίθετο, είναι το αντίπαλο.
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα τού σήμερα πιο κιτς παράδειγμα από τον Μάρκο Σεφερλή και υπό αυτή την έννοια θα ταίριαζε στην παράσταση. Αυτό ισχύει, αλλά το κιτς του Τζον Γουότερς έχει καταγωγή και αιτία προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση.
Οπως το κιτς του Αλμοδόβαρ ξεπήδησε ως σχόλιο και ως κώδικας μέσα από το τέλος της Ισπανίας του Φράνκο, έτσι και το αντίστοιχο παράδειγμα του Γουότερς ξεπήδησε ενάντια στον σκοταδισμό των προνομιούχων προαστίων της αμερικανικής μεταπολεμικής επαρχίας. Το κιτς του Σεφερλή είναι τα σκοτεινά προάστια και είναι η Ισπανία του Φράνκο.
Σε ένα παρόν που πολιορκείται από μια πολλαπλή άνοδο της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού και του ναζισμού, κάθε θέμα γύρω από τις ταυτότητες και τα δικαιώματα είναι πολιτικό και μας αφορά όλους.
Γιατί στην Ελλάδα τού σήμερα οι ταινίες του Τζον Γουότερς ξεψυχούν δαρμένες στα πεζοδρόμια της Ομόνοιας, ενώ ο κόσμος γύρω κοιτά ασυγκίνητος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Πώς ο Ρομπέρτο Μπολάνιο έσωσε την παρτίδα για την ποίηση




Ανάσταση
 
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ενας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.

(Ρομπέρτο Μπολάνιο, από τη συλλογή «Τα ρομαντικά σκυλιά»,
μτφρ. Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez)



Η ποίηση στις κοινωνίες της Δύσης ψυχορραγεί. Επιβιώνει ως εστέτ συνήθεια των λίγων μυημένων, ως κωδικοποιημένη προσευχή αυτοεπιβράβευσης, μια συνήθεια αμφίβολης αριστοκρατίας. Τσιγαρόβηχας και λιβάνι. Ψόγος στο στόμα των πολλών, εύκολος στόχος σάτιρας και υπονόμευσης, με ελάχιστες πωλήσεις βιβλίων, εντός ενός περίκλειστου συστήματος οχυρωμένου, χάνοντας τον κώδικα συνομιλίας και επικοινωνίας.
Τα τελευταία χρόνια η χρήση των μέσων δικτύωσης αλλάζει τους όρους διάδοσης και διάχυσης της κάθε πληροφορίας και κάθε είδους λόγου. Μαζί και της ποίησης. Και όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο υπέρ της ποίησης.
Η χρήση του facebook, του Twitter και πιο πρόσφατα και πιο μαζικά του Instagram ανοίγουν τον ποιητικό λόγο σε νέα ακροατήρια και μεγάλους αριθμούς. Το άνοιγμα όμως αυτό δεν αποτελεί αλλαγή παραδείγματος, αλλά προσθήκη εργαλείου. Και το εργαλείο, όσο λειτουργικό και αν είναι, μοιάζει ανίκανο να παραγάγει ποιητική ουσία. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα νέο παράδειγμα. Το παράδειγμα αυτό συναντά κανείς στα μυθιστορήματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Γεννημένος στη Χιλή το 1953, ο Μπολάνιο έγραφε αποκλειστικά ποίηση για 25 χρόνια, ενώ ταυτόχρονα έκανε δουλειές του ποδαριού για να συντηρήσει με ελάχιστα τον εαυτό του. Η στάση αυτή άλλαξε μόλις γεννήθηκε ο πρώτος του γιος. Ο Μπολάνιο στράφηκε στην πεζογραφία για να ζήσει την οικογένειά του.
Μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 2003, μας έδωσε μερικά από τα σημαντικότερα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών. Και ανάμεσά τους, τα δύο αριστουργήματά του, τους «Αγριους Ντετέκτιβ» και το «2666».
Ουσιαστικά την ποίηση δεν την παράτησε ποτέ, εκδίδοντας σποραδικά και ποιητικές συλλογές. Το ποιητικό παράδειγμα όμως δίνεται μέσα από τα μυθιστορήματά του.
Στα μυθιστορήματα και τις ιστορίες του η ποίηση κατέχει κεντρική θέση στην πλοκή, στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, στη λογοτεχνική του ουσία. Η ποίηση δεν τίθεται ως αξία αλλά ως κατάσταση. Ως παράλογη αγωνία και εμμονή, ως σκοπός και ως στόχος. Δεν κουβαλά ηθικά κριτήρια, αφού ποιητής μπορεί να είναι ο ίδιος ο αφηγητής-Μπολάνιο και οι φίλοι του (Οι άγριοι Ντετέκτιβ) αλλά ταυτόχρονα διάφοροι φασίστες και ναζί κατά μήκος του Νέου Κόσμου («Η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική»).
Παρουσιάζοντας την ποίηση σε όλη την γκάμα των εκφάνσεων και των εκδοχών της –από τη μιζέρια και την τριβή μέχρι την ομορφιά και από το έγκλημα μέχρι την αλληλεγγύη– ο Μπολάνιο ουσιαστικά περιγράφει το ποιητικό φαινόμενο ως μια σημαίνουσα εκδήλωση της ανθρώπινης υπόστασης και δραστηριότητας, ως ένα πεδίο όπου από ιστορία σε ιστορία και από βιβλίο σε βιβλίο δίνονται οι μεγάλες μάχες της εποχής. Οι πολιτικές, οι ηθικές, οι αισθητικές. Και ταυτόχρονα οι προσωπικές.
Η αστυνομική δομή εξιχνίασης και αναζήτησης που δανείζονται πολλά από τα μυθιστορήματα και πολλές από τις ιστορίες του μας περιγράφουν πως η ποίηση μπορεί να είναι εξίσου επείγουσα με ένα έγκλημα, μια δολοφονία, ένα ζωτικό μυστικό. Ασχετα αν αυτό που ψάχνουμε είναι μια ποιήτρια της μεξικανικής πρωτοπορίας που χάθηκε παίρνοντας μαζί της όλα τα ποιήματά της και αφήνοντας πίσω της έναν μύθο ή ένας βασανιστής της Χιλιανής αεροπορίας που γράφει στίχους με το αεροπλάνο του στον ουρανό.
Μέχρι το τέλος της ζωής του και παρά την επιτυχία των βιβλίων του, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο θεωρούσε την ποίηση σημαντικότερη μορφή έκφρασης από τον πεζό λόγο. Ομως, η καλύτερη ποίησή του βρίσκεται στα μυθιστορήματά του.
Στην πυκνότητα και την αισθητική σαφήνεια, στην υφή των χαρακτήρων, την καλλιτεχνική ηθική που υπερασπίζεται, στις παγκόσμιες ιστορίες που συνέταξε, στους όρους με τους οποίους το ιστορικό γίνεται οικουμενικό και προσωπικό ταυτόχρονα.
Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι ένας λογοτεχνικός ογκόλιθος. Και μαζί μια προειδοποιητική πινακίδα που μας υπενθυμίζει –κόντρα στους καιρούς– τη ζωτικότητα της ποίησης, την έκτακτη ανάγκη της ανομοιοκατάληκτης ζωής και τελικά την ίδια την ποιητικότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Για τον Αντονι Μπουρντέν (ξανά)



Τους τελευταίους επτά μήνες βλέπω συστηματικά τις εκπομπές του Αντονι Μπουρντέν. Η αυτοκτονία του τις ποτίζει αναδρομικά, τους δίνει ένα υπαρξιακό βάθος και μια χροιά αγωνίας που δύσκολα θα μπορούσες να διακρίνεις παλαιότερα.
Η ανάγκη για το ταξίδι, η αναζήτηση της γεύσης και της εμπειρίας, η κατάφαση στην ομορφιά του κόσμου δεν αποτελούν απάντηση στο γεγονός της αυτοκτονίας. Δεν εκβάλλουν στην πράξη, δεν ακυρώνονται λόγω αυτής. Είναι απλώς σύντροφοι στον ίδιο ανθρώπινο παλμό.
 Στοιχεία μιας ζωής εκτεθειμένης στα βλέμματά μας. Μιας έντασης μοιρασμένης στα τέσσερα σημεία του χώρου και στις επτά ηπείρους του χρόνου. Εδώ και επτά μήνες ψάχνω μια αφορμή να γράψω ξανά για τον Αντονι Μπουρντέν. Η αφορμή μού δίνεται με την έκδοση του βιβλίου του «Αγαπημένα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πεδίο.

Πιστεύω πως οι δώδεκα σειρές εκπομπών του Μπουρντέν, το Anthony Bourdain: Parts Unknown, είναι μια από τις ομορφότερες και σημαντικότερες καταθέσεις που έχουν περάσει από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Και πιστεύω πως οι σειρές αυτές επέκτειναν τα όρια του μέσου. Τόσο ως προς την κλίμακα όσο και ως προς το βάθος.
Εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια εκπομπή μαγειρικής ή ακόμη μια ταξιδιωτική εκπομπή αλλά απέναντι σε έναν τρόπο να βλέπεις και να αντιμετωπίζεις τον κόσμο. Και μαζί μπροστά σε μια αναδιάταξη της ανθρώπινης κλίμακας. Ποτέ ο κόσμος δεν έμοιαζε τόσο μεγάλος και πλούσιος, αλλά ταυτόχρονα τόσο φιλικός και οικείος.
Ταυτόχρονα ο Μπουρντέν υπάρχει ως φορέας μιας συγκεκριμένης κουλτούρας. Η πανκ, οι αγαπημένοι του συγγραφείς, οι εμμονές του σε συγκεκριμένους σκηνοθέτες και μουσικούς, το συγκεκριμένο χιούμορ με ίσες δόσεις ευφυΐας και σκατολογίας ντύνουν αισθητικά το κάθε επεισόδιο.
Και μαζί τα τσιγάρα, οι μπίρες, το ξενύχτι και η αυθόρμητη υπερβολή, η λατρεία για το παράδοξο και το πρωτότυπο, η θρησκευτική προσήλωση στο αυθεντικό, το μίσος για τους χορτοφάγους, το αίσθημα του βαδίσματος σε ανείδωτους δρόμους.
Σύντομα καταλαβαίνεις πως δεν βρίσκεσαι μπροστά σε ένα αισθητικό περιτύλιγμα, σε ένα στιλ ή σε μία πόζα. Είναι αυτή η σημειολογία όπως διαμορφώνεται μέσα από επιρροές και αναφορές, μέσα από επαναλήψεις και επιστροφές που περιγράφει τις αξίες και κωδικοποιεί τις αναζητήσεις, που περιγράφει τους βαθύτερους λόγους του ταξιδιού, της αναζήτησης, της συνομιλίας.
Σε κάθε επεισόδιο είναι ορατά όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν το βλέμμα του. Το βλέμμα αυτό μέσα από το οποίο καλούμαστε να δούμε τον κόσμο.
Και σε περίπτωση που μοιράζεσαι την αγάπη για κάποιες από αυτές τις αναφορές, θα τις δεις να συνομιλούν με ολόκληρο τον πλανήτη, με διαφορετικούς πολιτισμούς, σε ξεχασμένες γωνίες και αδιάβατες νύχτες. Θα δεις τον δικό σου κώδικα σε προοπτική, τη δική σου κατάφαση στο ταξίδι, τη συνειδητοποίηση πως έξω από το παράθυρο εκτείνεται ένας κόσμος δικός σου.
Πέρα από τα πλάνα και τις εικόνες, πέρα από τις εμπειρίες και τις εξομολογήσεις, η πραγματική κατάθεση των εκπομπών είναι η αυθορμησία του ανθρωπισμού, η ποικιλία του όμοιου, η επαφή ως κοινός ανθρώπινος πυρήνας.
Η κατανόηση και η συμπάθεια απέναντι σε όλες τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου. Στις αδυναμίες και τα πάθη, στον μόχθο και την επιμονή, στα όνειρα και τις συντριβές. Και μαζί η εστίαση στις τόσες καθημερινότητες.
Το φαγητό στον δρόμο και το ποτό στην μπάρα, στους τρόπους εκτόνωσης και στους όρους της διασκέδασης. Στον ανθρώπινο χρόνο όπως προσδιορίζεται από τη γεωγραφία, την κουλτούρα, τους ανθρώπους.
Εσύ ο ίδιος στις τόσες εκδοχές σου ανά τον κόσμο, διαφορετικός και όμοιος ταυτόχρονα, εαυτός και πλήθος.
Γιατί ο Μπουρντέν δεν σου δείχνει τα ταξίδια του αλλά σε φέρνει σε επαφή με το ταξίδι. Δικό του ή δικό σου, μικρή διαφορά έχει. Με την έκταση, όχι του κόσμου, αλλά της ανάγκης γι' αυτόν τον κόσμο.
Γι' αυτή την απέραντη έκταση από το στήθος σου μέχρι την τελευταία γωνιά της ανάσας σου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)