Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Η Παναγία χωρίς Παρίσι





Χίλιες φωτογραφικές μηχανές δεν είναι ικανές να υπερασπιστούν ούτε μια σπιθαμή μαρμάρου. Χίλιες πόζες όρθιες δεν είναι ικανές να κρατήσουν όρθιο ούτε ένα δοκάρι. Χίλια φλας ακονισμένα σε κινητά δεν είναι ικανά να διαπραγματευτούν μισό βήμα της φλόγας.

Η καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων δεν συνομιλεί με την αισθητική, την αρχιτεκτονική, την τέχνη. Δεν προκαλεί συγκίνηση λόγω της τέχνης, της θρησκείας, της ιστορίας. Δεν απευθύνεται σε αυτούς που την έζησαν έντονα, σε αυτούς που την επισκέφτηκαν, ή σε αυτούς που δεν πρόλαβαν να τη δουν ποτέ από κοντά.
Ενώ εμπεριέχει όλα αυτά τα στοιχεία και όλες αυτές τις απώλειες, η καταστροφή συνομιλεί με κάτι βαθύτερο. Με τη δημιουργία των συμβόλων του πολιτισμού που τελικά ταυτίζονται με τον ίδιο τον πολιτισμό. Με την κλίμακα της ομορφιάς που ορίζεται από τις σταθερές του. Με τα αναγνωρίσιμα σημεία του πλανήτη που ορίζουν τη διαφορά και ταυτόχρονα την οικουμενικότητα.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων είναι και αυτή ένα σύμβολο. Ενα βίαιο, ένα απότομο νέο σύμβολο. Και αυτό που προκαλεί τρόμο είναι το γεγονός πως η αποκωδικοποίηση του συμβόλου δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμη. Οι εικόνες της καταστροφής στέκουν εκεί, γιορτάζοντας την ίδια την καταστροφή, τον κύκλο της ζωής που κλείνει, την αναπότρεπτη φθορά όλων των πραγμάτων.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων, μέσα από το μέγεθος της καταστροφής αλλά και του ίδιου το οικοδομήματος, μέσα από την αναγνωρισιμότητα του παλιού της εαυτού και μέσα από την καταγραφή κάθε δευτερολέπτου της καταστροφής γίνεται ένα σύμβολο τέλους. Μια βεβαιότητα. Μία κατάφαση στη συντριβή ανεξάρτητα από την ομορφιά, το μέγεθος και τη σημασία. Η κατεστραμμένη Παναγία των Παρισίων γίνεται η ίδια η καταστροφή.
Οι εικόνες της ζωντανής σύνδεσης του BBC, ή του TV5 (γιατί ως γνωστόν τα ελληνικά κανάλια ήταν απασχολημένα με σοβαρότερα θέματα) κουβαλούσαν ένα δύσκολο βάρος. Το βάρος της θέασης της ιστορίας, αυτή την άμεση αντίληψη πως αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου έχει μια σημασία που σε ξεπερνά. Εσένα, την καθημερινότητά σου, τα προβλήματά σου. Η συμπύκνωση της εικόνας είχε κάτι το συντριπτικό. Η μόνη παρόμοια αίσθηση που μπορώ να θυμηθώ ήταν η εικόνα των Δίδυμων Πύργων να καίγονται σε ζωντανή σύνδεση.
Οπως και τότε, έτσι και τώρα, το απότομο βήμα του συμπυκνωμένου χρόνου ακουγόταν βαρύ. Με μια διαφορά. Ακριβώς λόγω της δυνατότητας πολιτικής ανάλυσης και των ξεκάθαρων αιτιών του γεγονότος, η ανθρώπινη βούληση ήταν ορατή σε κάθε πλάνο της 11ης Σεπτεμβρίου. Και ξέρω πως και στην περίπτωση της Παναγίας των Παρισίων υπάρχουν αίτια, πως μπορούμε να μιλήσουμε για τις περικοπές σε σχέση με τον ναό, ή για τους όρους με τους οποίους γινόταν η συντήρηση αλλά πιστεύω πως δεν έχει την ίδια σημασία. Το παράλογο εισέβαλε απότομα στο γεγονός χωρίς να επιτρέπει κάτι περισσότερο από το δέος απέναντι στο ακατανόητο. Ενα σύμβολο παραλόγου έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο του Παρισιού.
Αν ο ναός επισκευαστεί, αυτό θα γίνει κυρίως για να παύσει το νέο σύμβολο. Για να καθησυχαστούμε, για να αισθανθούμε πως όλα διορθώνονται, πως η ιστορία υπάρχει χωρίς κενά και πως όλα συνεχίζουν όμοια.

Στον πρόλογό του στην «Παναγία των Παρισίων», ο Βικτόρ Ουγκό, ο άνθρωπος που καθιέρωσε τον ναό ως σύμβολο της ανθρωπότητας, περιγράφει πως αφορμή για το μυθιστόρημα στάθηκε η στιγμή που κατά την επίσκεψή του στον ναό παρατήρησε μια λέξη χαραγμένη στον τοίχο του ναού, μια λέξη γραμμένη με κεφαλαίους, ελληνικούς χαρακτήρες. Η λέξη αυτή ήταν η λέξη ΑΝΑΓΚΗ.
Ο συγγραφέας μάς ενημερώνει για την τύχη αυτής της λέξης, μιλώντας –τελικά– με τρόπο προφητικό, ενώνοντας τη μοίρα, τον χρόνο και τη δημιουργία με τις ανάγκες των πραγμάτων:
«Ετσι, εκτός απ’ τη φευγαλέα ανάμνηση που της αφιερώνει εδώ ο συγγραφέας ετούτου του βιβλίου, δεν απομένει τίποτα πια σήμερα απ’ τη μυστηριακή λέξη τη χαραγμένη στον σκοτεινό πύργο της Παναγίας, τίποτε απ' το άγνωστο πεπρωμένο που συνόψιζε τόσο μελαγχολικά. Ο άνθρωπος που έγραψε αυτήν τη λέξη στον τοίχο έσβησε εδώ και πολλούς αιώνες μεσ' απ' τις γενιές, η λέξη έσβησε κι αυτή απ' τον τοίχο της εκκλησίας, η εκκλησία ίσως θα σβήσει κι αυτή σε λίγο από τη γη».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Λόρενς Φερλινγκέτι: τα πρώτα εκατό χρόνια


Στις 24 Μαρτίου ο ποιητής, εκδότης, συγγραφέας και ακτιβιστής Λόρενς Φερλινγκέτι έγινε 100 χρόνων. Από το 1953, ο εκδοτικός του οίκος και το βιβλιοπωλείο City Lights συνέβαλαν όσο λίγοι στη διαμόρφωση της αμερικανικής λογοτεχνίας και τη δημιουργία μιας underground κουλτούρας κοινοποιημένης στον παγκόσμιο χάρτη.
Ο εκδοτικός οίκος έγινε διάσημος το 1956, όταν εξέδωσε το «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα» του Αλεν Γκίνσμπεργκ, μια ποιητική σύνθεση που άλλαξε τόσο την αμερικανική ποίηση όσο και την αμερικανική συνείδηση.
Την επόμενη χρονιά ο Φερλινγκέτι οδηγήθηκε μαζί με τον Γκίνσμπεργκ στα δικαστήρια για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Ο ποιητής και ο εκδοτικός οίκος έλαβαν υποστήριξη από ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και διανοουμένους σε κάθε μεριά των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η δίκη απέκτησε εθνική κάλυψη και παγκόσμιο ενδιαφέρον.
Ο εκδοτικός οίκος κέρδισε τη δίκη, το βιβλίο έγινε ανάρπαστο και οι πρωταγωνιστές έγιναν σύμβολα μιας κουλτούρας που οριοθέτησε από την αρχή την ελευθερία της έκφρασης, τις συνιστώσες της δημιουργίας, τον τρόπο τού να γράφεις και να υπάρχεις. Ο Γκίνσμπεργκ συνέχισε να εκδίδει τα ποιήματά του στο City Lights τις επόμενες δεκαετίες, οι μπιτ καθιερώθηκαν ως μαζικός κοινός τόπος συμπεριφοράς και κουλτούρας, ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει και να εκδίδει. Τη «Βενζίνη» του Κόρσο, τα ποιήματα του Λαμαντία, τα πρώτα διηγήματα του Μπουκόφσκι, έφερε στην αμερικανική γλώσσα τα ποιήματα του Νίκανορ Πάρα και του Αντρέι Βοζνεσένσκι.
To 2001 το City Lights ορίστηκε ως επίσημο ιστορικό τοπόσημο της πόλης του Σαν Φρανσίσκο. Φέτος, με αφορμή τα 100ά γενέθλια του ποιητή και εκδότη, η πόλη όρισε τις 24 Μαρτίου «Μέρα του Λόρενς Φερλινγκέτι».
Μέσα στα 100 αυτά χρόνια ο Φερλινγκέτι συμμετείχε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην απόβαση στη Νορμανδία, σπούδασε στο Παρίσι και συμμετείχε στην πολιτική ζωή και τα κινήματα της Δυτικής Ακτής. Ταυτίστηκε με τους μπιτ (αν και ο ίδιος αποφεύγει μέχρι και σήμερα αυτή την κατηγοριοποίηση) και έγινε γνωστός με την πρώτη του ποιητική συλλογή, το «A Coney Island of the Mind» (1958).
Η ποίησή του είναι μια ποίηση αμερικανική στην ουσία της, με τον ίδιο τρόπο που το αμερικανικό μυθιστόρημα ή η ποίηση του Γουίτμαν ορίζονται ως τέτοια. Κουβαλώντας τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της έκτασης και της ταυτότητας ήδη από το πρώτο βιβλίο περιγράφει μια ποιητική της εποπτείας των γεγονότων μέσα από εικόνες και συνεχείς ιστορίες.
Μια ποίηση γραμμένη κυρίως για την ανάσα της απαγγελίας και όχι τη σιωπή του χαρτιού, μια ποίηση που περιγράφει την καθημερινή εμπειρία και βιώνει την ανθρώπινη αλληλεγγύη, κοντά στους ανθρώπους και μακριά από τις πανεπιστημιακές ελίτ. Μέσα στα χρόνια ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει ποιήματα, πεζά, θεατρικά, να ζωγραφίζει παραμένοντας ταυτισμένος με την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και την κουλτούρα της.
Σήμερα η πόλη είναι παραδομένη στα tech boys της ψηφιακής επανάστασης, κέντρο της διαδικτυακής κουλτούρας και διεθνές παράδειγμα του gentrification, σε αυτούς που ήρθαν από τη γειτονική Silicon Valley, με «σακούλες γεμάτες λεφτά και χωρίς τρόπους» όπως ο ίδιος περιγράφει. Η πόλη αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει και οι λέξεις είναι εδώ για να ανιχνεύσουν αυτό που -ίσως- παραμένει σταθερό.
Ολα περνούν. Και μετά περνούν. Και ξανά από την αρχή. Και ο Λόρενς Φερλινγκέτι είναι ακόμη ζωντανός, σαν άγαλμα σε κίνηση, σαν υπενθύμιση επιμονής, σαν ένα παράδοξο ζωής σε έναν κόσμο θανάτου.
Μια ενσαρκωμένη ανάμνηση, ακόμα νέα, 100 χρόνων νέα, για έναν κόσμο που έβγαινε από τον φόβο διεκδικώντας μια ηθική επανανοηματοδότηση, ελπίζοντας στη μηχανική της ανθρώπινης προόδου προς το καλύτερο, προσπαθώντας μια εκ νέου προσέγγιση στον πυρήνα της ζωής. Και όλες οι διαψεύσεις και όλες οι αστοχίες, όλα όσα σήμερα μπορεί να μας ακούγονται ως αισιοδοξίες ή αφέλειες μιας άλλης εποχής, είναι ακόμα εδώ. Κομμάτια μιας ιστορίας του πνεύματος. Χαμόγελα στα σκοτάδια και στίχοι στο νερό. Και η ποίηση παραμένει. Και η ποίηση μεγαλώνει. Και κάθε 100 χρόνια μηδενίζει τα κοντέρ της αναζητώντας την ηλικία πέρα από τον χρόνο.
Τα πρώτα 100 χρόνια είναι τα δύσκολα. Μετά τα αγάλματα κατεβαίνουν από τα βάθρα τους, καθαρίζουν τα ρούχα τους από τον χρόνο και μοιράζουν πέτρες στους εναπομείναντες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Εμείς και η απώλεια



Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς.
Ηταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Ετσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα 'πρεπε κάπως να 'χαμε κι εμείς χωρέσει.
Ομως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
(Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης»,
από το βιβλίο «Ο άνθρωπος μόνος»)


Διαρκώς εξοπλιζόμαστε με μη ετοιμότητα για αποχωρισμούς. Μονίμως διεκδικούμε χρόνο δανεικό για τις στιγμές που ο χρόνος δεν υπάρχει. Μαθαίνουμε να ζούμε εντός ενός παρόντος που διεκδικεί χώρο από τα πάντα. Από τα όσα έφυγαν και τα όσα θα έρθουν, από όσα μας ανήκουν και απ' όσα διαρκώς μας διαφεύγουν. Η πραγματικότητά μας υπάρχει, με την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα συντηρηθεί τέτοια για πάντα. Και βρισκόμαστε συνεχώς έκθετοι απέναντι σε ενδεχόμενα, διαμπερείς από προοπτικές και αναπάντεχα, σε μια σταθερή πορεία με βέβαιη κατάληξη που μονίμως μας ξαφνιάζει.
Δεν υπάρχει κάτι που ο σύγχρονος πολιτισμός να απεχθάνεται περισσότερο από το πένθος. Αποφεύγει τους ανθρώπους που θρηνούν, βιάζεται να σβήσει το τηλέφωνο από τα κάθε λογής σημειωματάρια, διώχνει τους νεκρούς σε μακρινά νεκροταφεία, να χρειάζεται να πάρουν λεωφορείο για να μας επισκεφτούν.
Ο δακρυσμένος, ο τσακισμένος, ο μελαγχολικός είναι άτομα-παρίες. Μέσα στον υποχρεωτικά χαμογελαστό μας κόσμο η όψη τους είναι μια απότομη πρόβα θανάτου και απώλειας. Η μεγάλη υγεία, η διαρκώς επιδιωκόμενη νιότη, η πλαστική σφριγηλότητας που μονίμως καραδοκεί στα μέτρα σύγκρισης και στις επιταγές της εικόνας κινδυνεύουν από την παραφωνία της όψης τους.
Και έτσι, όταν φτάσει η ώρα της απώλειας, η ώρα αυτή που μονίμως φτάνει (εκτός και αν σε προλάβει η δική σου αποδημία) εμείς στέκουμε χωρίς γνώση, χωρίς τρόπους και χωρίς μέθοδο. Εκθετοι σε ένα βάρος που μας ποδοπατά, αυτοσχεδιάζοντας αλήθεια μπροστά στο άγνωστο, αυτοσχεδιάζοντας στρατηγικές στατικότητας, να σταθούμε όρθιοι παρά τον πόνο.
Ανασύρουμε ληγμένα έθιμα, εκκλησίες και μνημόσυνα, παραμυθίες σε μια γλώσσα ξένη που δεν μιλά το γράμμα της δικής μας απώλειας και τίποτα δεν παρηγορεί. Προσπαθούμε να θυμώσουμε γιατί αυτό τουλάχιστον αντέχεται. Οτιδήποτε για να αποφύγουμε την παραδοχή εκείνη που δεν μάθαμε, το αυτονόητο δίδαγμα: Η απώλεια δεν είναι κάτι που ξεπερνιέται, κάτι που παύει. Είναι κάτι που μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Κάτι που κουβαλάς και σε κουβαλά αδιάκοπα, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ώστε να πάρεις μια ανάσα.
Και η απώλεια αυτή είναι γνώση, η πιο σκληρή και η πιο αμετάκλητη γνώση. Τόσο που για πολλούς η πραγματικά συνειδητή ζωή, το παρόν της αντίληψης ξεκινά μετά την πρώτη απώλεια. Μέσα στο εκκωφαντικό της στραμπούληγμα η απώλεια είναι ζωή. Τρόπος αποκωδικοποίησης του εδώ, του τώρα, της γέννησης και της επιλογής.
Και ο θάνατος παραμένει κάτι που αφορά αποκλειστικά τους νεκρούς. Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια. Ασχετα με τις θρησκείες ή την αθεΐα μας, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ενδεχόμενα. Γιατί η γλώσσα δεν έχει τρόπο να μιλήσει για όσα συμβαίνουν εκτός του μονωμένου μας δωματίου, για τα ενδεχόμενα της ανυπαρξίας, των τόσων παραδείσων και κολάσεων, της μετενσάρκωσης, της αιώνιας επιστροφής. Ολα παραμένουν ισόπαλα. 0-0 σε ένα γήπεδο χωρίς τέρματα και χωρίς θεατές. Η γλώσσα δεν φέρνει λέξεις από εκεί. Εδώ κατασκευάστηκε, εδώ έφτιαξε τη λογική και τις μεθόδους της. Είναι το μόνο εργαλείο κατανόησης και ταυτόχρονα ένα εργαλείο από τη φύση του ανήμπορο στην κατανόηση των μεγάλων θεμάτων.
Η γλώσσα δεν έχει μηνύματα να φέρει. Μόνο λέει ιστορίες παλιές από την πρώτη συλλαβή του χρόνου, ιστορίες για φθορά και αθανασία, βεβαιότητες και αμφιβολίες. Ο θάνατος μένει στους νεκρούς.
Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια.
(Πέρασαν τέσσερα χρόνια πατέρα κι εμείς συνεχίζουμε να μαθαίνουμε πως τίποτα δεν περνάει).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)