Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Το πραξικόπημα των Χριστουγέννων



Οταν ανακοινώθηκε πως τα Χριστούγεννα επιβάλλονται υποχρεωτικά και δια νόμου καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και κάθε εβδομάδα, κανείς δεν έμοιαζε διατεθειμένος να αντιδράσει. Άλλωστε, η γιορτή παρέμενε αγαπητή και η καθημερινή επανάληψή της έμοιαζε για πολλούς μια ευχάριστη λύση απέναντι στα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, την απελπισία ή την οργή που είχαν διαχυθεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Ακόμη και όταν μερικοί ξαφνιάστηκαν με την ανακοίνωση πως η πρωτοχρονιά θα εορτάζεται υποχρεωτικά στην αρχή κάθε εβδομάδας και πως οι κάτοικοι της χώρας είναι υποχρεωμένοι να μετρούν αντίστροφα το βράδυ κάθε Κυριακής, δεν υπήρξαν ουσιαστικές αντιδράσεις. «Είναι ένας τρόπος να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο», σχολίασαν στις εφημερίδες πολλοί από τους φίλα προσκείμενους στο καθεστώς των εορτών δημοσιογράφοι. «Και ας μην ξεχνάμε, ο χρόνος είναι χρήμα» είπαν κλείνοντας το μάτι.

Όταν το πρωί εκείνο, πάνοπλα χριστουγεννιάτικα έλκηθρα κατέκλυσαν τους δρόμους της πόλης και περικύκλωσαν το κοινοβούλιο, λίγοι μονάχα υποψιάστηκαν το τι μπορεί να ακολουθήσει. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί άρχισαν να προβάλουν αποκλειστικά προγράμματα όπως: «Τα Χριστούγεννα του Μίκυ Μάους», «Τα Μάπετ πάνε Χριστούγεννα», καθώς και επαναλήψεις παλαιότερων ρεβεγιόν πρωτοχρονιάς. Τα πράγματα κάπως ξεκαθάρισαν μόλις ο Αι Βασίλης προέβηκε τηλεοπτικά στο παρακάτω διάγγελμα:
«Η χώρα διήρχετο μιαν κρίσιν αναζητούσα διέξοδον εξ ενός συναισθηματικού αδιεξόδου εις το οποίον είχεν εισέλθει. Από μακρού χρόνου η αδυναμία συνεννοήσεως μεταξύ των υπευθύνων ηθικών παραγόντων της χώρας παρά πάσαν επίκλησιν του ανωτάτου άρχοντος της είχε περιαγάγει την χώρα εις συναισθηματικόν αδιέξοδον. Η κατάστασις αυτή, προστιθεμένη εις μίαν αναρχικήν αντίληψην, η οποία είχεν επιβληθεί σχεδόν εις όλα τα άτομα της κοινωνίας, είχεν δημιουργήσει τον έσχατον κίνδυνον να αλωθεί η χώρα από την μελαγχολίαν. Οι Έλληνες κατά ιστορικήν παράδοσιν αλλά και κατά τη βασικήν κοινωνικήν αντίληψην και αγωγήν δεν είναι ποτέ ευεπίφοροι προς την μελαγχολίαν. Προ αυτής της καταστάσεως, το πνεύμα των Χριστουγέννων, η μόνη ουδετέρα εις τον χώρο του συναισθηματικού σπαραγμού δύναμις η οποία υπήρχε, έκρινεν ότι όφειλεν να παρέμβει δια να αποτρέψει τον δρόμο προς τον κρημνόν.»



Το νέο καθεστώς με απανωτά διατάγματα κατήργησε κάθε άλλη γιορτή και κάθε άλλη εποχή του χρόνου. Φάτνες στήθηκαν σε πολλά σημεία της πόλης, όπου προσήχθησαν όλοι οι αντιφρονούντες. Πορτρέτα του Αί Βασίλη τοποθετήθηκαν σε όλα τα δημόσια κτήρια, χριστουγεννιάτικα δέντρα σε όλες τις πλατείες. Ομάδες χριστουγεννιάτικων ξωτικών πάνω σε μηχανές περιπολούσαν καθημερινά τους δρόμους της πόλης. Το χαμόγελο επιβλήθηκε ως η μόνη νόμιμη ενδυμασία σε όλο τον πληθυσμό. Τα ξωτικά σταματούσαν συχνά ανύποπτους πολίτες και μετρούσαν τα στόματα με μια μεζούρα ώστε να συμπεράνουν αν όντως χαμογελούν. Οι παραβάτες μπουκώνονταν επιτόπου με κουραμπιέδες ή μεταφέρονταν μακριά και κανείς δεν ήξερε πότε θα τους ξαναδεί. Τα πρωινά συμμορίες παρακρατικών καλαντιστών χτυπούσανε τα κουδούνια και τσεκάρανε τις αντιδράσεις των πολιτών στα άσματά τους. Όλη η χώρα τρεφόταν αποκλειστικά με γαλοπούλες και αν κάποιος περνούσε κάτω από κάποιο (στρατηγικά τοποθετημένο από το καθεστώς) ματσάκι γκι χωρίς να φιλήσει τον διπλανό του κινδύνευε. Τα κάλαντα έγιναν εθνικός ύμνος και το «καλή χρονιά» επίσημος χαιρετισμός του καθεστώτος. Τα μαγαζιά ήταν πάντα ανοιχτά (περίπου όπως τώρα) και όλοι ήταν υποχρεωμένοι να αγοράζουν δώρα. Τα Σάββατα, στις πλατείες της επικράτειας λάβαινε χώρα η «Άγια νύχτα». Δηλαδή, δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων με τη χρήση του τραγουδιού «Ο μικρός τυμπανιστής», το οποίο ο καταδικασμένος αναγκαζόταν να ακούσει ξανά και ξανά σε επανάληψη μέχρι να ξεψυχήσει.
Οι αντιδράσεις σίγουρα στην αρχή ήταν περιορισμένες, αλλά σήμερα μια συνωμοσία έρχεται να τραντάξει τα θεμέλια του καθεστώτος. Μια πλατιά συμμαχία μελαγχολικών, εκνευρισμένων, πασχαλιάτικων οπαδών και καλοκαιρινών παραθεριστών έρχεται να αμφισβητήσει τη χριστουγεννιάτικη δικτατορία. Ένα σύνθημα, γραμμένο σε τοίχους στα πιο απρόσμενα σημεία της πόλης, έρχεται να δώσει κουράγιο στους καταπιεσμένους και να σημάνει τον ερχομό της συμμαχίας, ετοιμάζοντας την ανατροπή: «Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα σας είναι μετρημένα».



(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Εξόριστοι στο χειροκρότημα των γύρω






Συμβαίνει αρκετά συχνά όταν γράφεις θεατρικές κριτικές, να βρίσκεσαι σε παραστάσεις που δεν θα πήγαινες για κανέναν λόγο. Παραστάσεις  τις οποίες βρίσκεις ακραία θεαματικές, αποκλειστικά εμπορικές, εξώστρεφα αφελείς. Παραστάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για εξωθεατρικούς λόγους, ως κοινωνικά φαινόμενα (με αρνητικό κατά κύριο λόγω πρόσημο), ως μεγαλόφωνες αστοχίες, ως κομμάτια ενός κυρίαρχου λόγου όπου διακρίνεις ενσαρκωμένα τα διάφορα χαρακτηριστικά του, τα αισθητικά του αδιέξοδα, την επιμονή της επιβίωσής του ακόμα και σε κωματώδη κατάσταση (τέτοιοι λόγοι με έκαναν να παρακολουθήσω πρόσφατα την αφόρητη σάχλα ‘’Ηρακλής, οι δώδεκα άθλοι’’ με πρωταγωνιστή τον Σάκη Ρουβά, κυνηγώντας απαντήσεις σε σχέση με την θεατρικά ακατανόητη βράβευσή του για τις θερινές Βάκχες. Όλα αυτά βέβαια είναι θέματα ενός άλλου άρθρου και δεν θα επεκταθώ εδώ περισσότερο). 

Συνήθως στις ειδικές αυτές αποστολές πηγαίνεις μόνος σου, αφού κανένας δεν θέλει να σε συνοδεύσει σε ένα θέαμα που ούτε εσύ θα τον συνόδευες αν δεν υπήρχε κάποιος λόγος, με τις πιθανότητες να σου αφαιρούν ακόμα και το δικαίωμα της ευχάριστης έκπληξης. Και ο εσωτερικός σου διάλογος συνήθως παραμένει ο ίδιος πριν και κατά τη διάρκεια της παράστασης: ‘’τι ήρθα να κάνω εδώ;’’, ‘’δεν είναι δυνατόν να βλέπω αυτό το πράγμα’’, ‘’άντε να φύγουμε’’. Αλλά πώς να φύγεις αφού κρατάς σημειώσεις και που να πας αφού πρέπει να βιώσεις το γεγονός ολόκληρο ακόμη και στην ολοκληρωτική άρνησή σου; 

Υπάρχει μια στιγμή που βιώνεις σε αυτές τις περιπτώσεις με γεωμετρική επανάληψη. Μια στιγμή που σπάνια νοιώθεις κάτω από άλλες συνθήκες. Συνήθως επιλέγουμε με σαφή κριτήρια τις παραστάσεις που πηγαίνουμε, τις ταινίες που βλέπουμε, τα βιβλία που διαβάζουμε (ακόμη και τις στιγμές που δεν το συνειδητοποιούμε). Σπάνια μια αστοχία μπορεί να αποκλίνει σε τόσο απόλυτο βαθμό από τις αρχικές προσδοκίες. Ακόμα και τότε όμως το συναίσθημα είναι διαφορετικό. Ενώ δηλαδή σε αυτές τις περιπτώσεις αυτό που νοιώθεις είναι απογοήτευση, στην περίπτωση που περιγράφουμε εδώ νοιώθεις απλά (λιγότερο ή περισσότερο) την επιβεβαίωση των αρχικών σου προβλέψεων. Η στιγμή λοιπόν αυτή για την οποία κάνουμε λόγο είναι η στιγμή του χειροκροτήματος.

Σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το χειροκρότημα φτάνει τα όρια της αποθέωσης. Και είναι λογικό. Είπαμε: συνήθως επιλέγουμε με σαφή κριτήρια τις παραστάσεις που βλέπουμε. Η στιγμή του χειροκροτήματος είναι η στιγμή που η απόσταση των δικών σου κριτηρίων με αυτά των γύρω σου γίνεται ορατή με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Μα το κείμενο δεν γράφεται για να περιγράψει έναν εστετισμό ή σνομπισμό, μια αίσθηση ανωτερότητας ή υπεροχής απέναντι σε συγκεκριμένες καταστάσεις (σε πρόλαβα ελπίζω καχύποπτε αναγνώστη μου). Το κείμενο γράφεται για να περιγράψει μια εντονότατη και καθαρή στιγμή μοναξιάς. Ένα ξάφνιασμα, ένα μάγκωμα και έναν ξένο. Το χειροκρότημα είναι μια στιγμή εκτονωτική, αποκλειστικά και υποχρεωτικά όμως αν συμμετέχεις σε αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση γίνεσαι  παραφωνία, θόρυβος μέσα στην ησυχία σου, ελάχιστό σημείο χαμένο σε μια γιγαντιαία παρένθεση που σε πνίγει. Το νοιώθεις, αρχικά όχι σαν ήχο αλλά ως έναν μαζικό παλμό που κατακλύζει επιθετικά το σώμα σου. Ως μια ομαδική φωνή που πολλαπλασιάζει τη σιωπή σου και σε ποδοπατά. Ως μια εκτυφλωτική ταμπέλα που αναβοσβήνει τη στιγμιαία μοναξιά σου.
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως η στιγμή αυτή της μοναξιάς  (και όλες οι παρόμοιες σε αντίστοιχες περιστάσεις) είναι μια στιγμή ευεργετική.  Όχι  γιατί επιβεβαιώνει τον όποιο εγωισμό ή την μεγαλομανία σου αλλά γιατί σε αναγκάζει με τον πιο επιθετικό τρόπο να αντιληφθείς τι κατασκευή είναι ο κόσμος σου. Πως ο μικρόκοσμός σου, η επανάληψη ανθρώπων, τοποθεσιών, επιλογών και απόψεων σου δίνει την ψευδαίσθηση της μεγάλης κλίμακας, η οποία μόλις έσπασε με πάταγο. Να δεις τις αποστάσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα, απόψεις, κριτήρια και επιλογές. Και  είτε επιθυμείς να τις καταργήσεις,  να τις συντηρήσεις, είτε απλώς να αδιαφορήσεις για αυτές, σε κάνει να τις συνειδητοποιήσεις με τον πιο ακαριαίο τρόπο, σκάζοντας τις φούσκες της πιο βολικής ψευδαίσθησης.

Προς το παρόν νοσηλεύουμε την μοναξιά μας σε ένα μέρος απάνεμο από χειροκρότημα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Μοναξιά του αρθρογράφου μεγάλων αποστάσεων





Περνούν οι μέρες, περνούν τα άρθρα. Κείμενο πέφτει πάνω σε άλλο κείμενο, σκόνη πάνω σε άλλη σκόνη, λόγια που μοιράζονται σε γραμμές, σε παραγράφους, σε οθόνες. Πρόχειρες σκέψεις, σκέψεις μελετημένες, γραμμένες στη βιασύνη της διορίας, στον άπλετο χρόνο εκτός ωραρίου. Υποσημειώσεις και παρατηρήσεις στο οπισθόφυλλο της μέρας, της κάθε μέρας. Στην περιοδικότητα των περιοδικών, στο εφήμερο των εφημερίδων, ανάμεσα σε ένα κλικ που γεννά και ένα κλικ που σβήνει. Άρθρα πάντοτε φρέσκα, ένα βήμα πριν το φέρετρο της ταξινόμησης, το ρηχό τάφο του αρχείου.

Πού πάνε τα άρθρα όταν πεθαίνουν;

Ποια η διάρκεια ενός άρθρου; Είναι ο χρόνος που καταναλώνει κάποιος να το διαβάσει; Η στιγμή μέχρι να αντικατασταθεί από ένα νέο κείμενο του ίδιου αρθρογράφου; Ο χρόνος που διεκδικεί στη σκέψη του αναγνώστη μέχρι να σβηστεί από άλλα γεγονότα, σημειώσεις, παρατηρήσεις ή και άλλα άρθρα; Και που πάνε τα άρθρα όταν πεθαίνουν; Όταν βγαίνουν εκτός κυκλοφορίας, εκτός αφής και εκτός μνήμης. Άραγε συνεχίζουν να συνομιλούν και τότε; Να επαναλαμβάνουν τα ίδια λόγια, τα ίδια σχόλια, την ίδια εκείνη μέρα που περιέχουν; Και αν όχι, τότε για τι θέματα μιλούν; Μήπως παραφράζουν τους εαυτούς τους; Μήπως αλλάζουν τη σειρά των λέξεών τους για να πούνε άλλες ιστορίες, άλλες παρατηρήσεις και άλλα σχόλια; Μήπως ακόμη σχολιάζουν -με ελαφριά διάθεση κουτσομπολιού- τους γραφιάδες και τους αναγνώστες τους; Προδίδουν τα μυστικά πίσω από τις γραμμές, τους συνειρμούς που ξεκινούν από τις δικές τους φράσεις, τις παραφράσεις και τις παρερμηνείες, τη σιωπή που κρύβει κάθε τι που ειπώνεται; (ίσως να είπαμε πολλά, άλλωστε και αυτό εδώ είναι ένα άρθρο και πολύ φοβάμαι πως θα μαρτυρήσει τις σκέψεις που μόλις διατυπώσαμε στα άλλα άρθρα που θα πάει να συναντήσει ακριβώς τη στιγμή που θα τελειώσετε την ανάγνωση του).
Μα η ερώτηση καμιά φορά είναι πολυτέλεια και πού χρόνος για τέτοια. Με το μάτι σε υπερένταση για την ανεύρεση του θέματος, κάθε φορά του νέου θέματος, κάθε φορά του ίδιου θέματος, σε τίτλους εφημερίδων, σε διαδικτυακά σχόλια, στα ψυγεία των φυλαγμένων για ώρα ανάγκης θεμάτων, σε άγραφα άρθρα που τριγυρνούν τους δρόμους, που στριμώχνονται σε λεωφορεία, διαδρόμους και μαγαζιά. Εδώ θα πλανηθούμε, στους χειρόγραφους δρόμους, με τους τροχούς βουλιαγμένους στη λάσπη της μελάνης, επαναλαμβάνοντας την ίδια φράση σαν τελετουργία ή σαν λόξυγκα, λερωμένοι από επιφωνήματα και από σημεία στίξης, ειπωμένοι μέσα στη φωνή της μέρας.

Ποια η απόσταση που καλύπτουμε γράφοντας;
Καμιά φορά γυρνάς πίσω σε παλιά γραφτά αναζητώντας τις μέρες που πέρασαν, τα γεγονότα, αναζητώντας την πορεία που σε έφερε πάλι σήμερα μπροστά στη λευκή σελίδα. Άρθρα που ξέχασες, ή που σε ξέχασαν, παρατηρήσεις και σχόλια που προσπαθείς να καταλάβεις τι σημαίνουν, καινούρια αδιέξοδα δρόμων παλιών. Προσπαθώντας να αναστήσεις τα περασμένα γραπτά –έστω για λίγο, όσο κρατά η ανάγνωση. Σαν μια μάταιη τεχνητή αναπνοή με το βλέμμα σου. Ανατρέχεις έτσι ανάποδα προς τα πίσω. Διαβάζεις τον εαυτό σου ανάποδα, σαν κρεμασμένο από τα πόδια. Μαζί με σένα και τα κείμενά σου ανάποδα, με όλες σου τις λέξεις να στάζουν τόνους. Και όλα μαζί σε αυτή την άβολη στάση παρακάμπτουν τα πολλά ερωτήματα για να συνηγορήσουν στο ένα Ερώτημα:
Ποια η απόσταση που καλύπτουμε γράφοντας; Ό,τι και να καταφέρεις, ό,τι και να προσπαθήσεις, ό,τι και να φοβηθείς είσαι πάντοτε δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Γιατί πάντοτε προσπαθείς να καλύψεις τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση. Την απόσταση αυτή που εκτείνεται από την σιωπή στη λέξη και από εσένα στον Άλλο. Να μιλήσεις, απλά να μιλήσεις και αν είσαι τυχερός να μιλήσεις με τον άλλο. Κουβαλώντας πάντοτε την ψευδαίσθηση πως και εκείνος σου απαντά (μια ψευδαίσθηση που κάνει τα πάντα πιο αληθινά). Και τελικά –έστω για απόψε μόνο- το άρθρο σου να είναι ταυτόχρονα και το θέμα σου. Επιτρέποντας σου να αφιερώσεις λίγες λέξεις παραπάνω, στις λεγεώνες των τόσων άρθρων που ξεχάστηκαν και κυρίως στην μοναξιά των αρθρογράφων μεγάλων αποστάσεων.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο του Αντώνη Σαμαρά





‘’Πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη, τὰ μικρὰ πλάσματα.
Τὰ μικρὰ πλάσματα τσιρίζουν ἀχαμνὰ μέσα στὴ σκόνη, μέσα στὴ νύχτα,
Ὢ μάνα
Τί νὰ φωνάξω;
Ἀπαιτοῦμεν μίαν ἐπιτροπήν, μίαν ἀντιπροσωπευτικὴν ἐπιτροπήν, μίαν ἐπιτροπὴν ἐλέγχου
ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ!’’
(Τ. Σ. Έλιοτ, Δυσκολίες πολιτευόμενου, μετφρ. Γιώργος Σεφέρης)

Τα Χριστούγεννα είναι και πάλι εδώ, όπως προέβλεψαν όλα τα ημερολόγια, όπως το ευχήθηκαν όλοι οι πωλητές θετικής ενέργειας, όπως το φοβήθηκαν όλες οι γαλοπούλες. Είναι η εποχή της ανιδιοτελούς αγάπης, της άνευ όρων προσφοράς, του δώρου και της συμβουλής. Μα ας μην είμαστε σφιχτοχέρηδες και φειδωλοί στην ημερολογιακή μας κατάνυξη. Άλλωστε ο θεός της Ελλάδος τιμωρεί τους φιλάργυρους (όπως αποδείχτηκε τόσες φορές π.χ. από τις ελληνικές τράπεζες και την αντιμετώπισή τους από το κράτος, από τις διάφορες τροπολογίες, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κτλ). Νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να αποδείξουμε την μεγαλοθυμία μας, κατασκευάζοντας ένα δώρο για τον μεγάλο τιμονιέρη της χώρας, τον αστρολάβο των ημερών μας, τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, σύμβολο κατανόησης και καλών προθέσεων, για τον άνθρωπο που κυνηγήθηκε από την κριτική, την απαξίωση, την λογική, ακόμη περισσότερο απ ότι ο Μπαγκς Μπάνι από τον Έλμερ Φαντ.

Ας είναι ένα δέντρο έστω χωρίς ρίζες (αυτά μετανάστευσαν με τους Μπαλτάκους σε άλλους κήπους και τώρα ποιος κηπουρός θα φροντίσει το ακροδεξιό μας ρίζωμα;). Ένα δέντρο πλαστικό όπως το ορίζει η κουλτούρα μας, αχανές στο ύψος όπως το ορίζει η ματαιοδοξία μας. Ας δυναμώσουμε λοιπόν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια μας για να καλύψουμε τους παλμούς των απεργών πείνας και ας αρχίσουμε το στόλισμα:

Ας απλώσουμε αρχικά στη βάση τα πράγματα που άφησαν οι Σύροι πρόσφυγες μετά την προσαγωγή τους από τα ΜΑΤ για να έχουμε στέρεες ηθικές αρχές. Ας απλώσουμε γύρω λίγο χώμα από το Ελληνικό (αν μας το επιτρέψουν αυτοί που το αγόρασαν κοψοχρονιά). Ας φτιάξουμε μια φάτνη να στεγάσουμε τον μικρό Χριστούλη. Ας την κατασκευάσουμε σε σχήμα κοντέινερ στρατοπέδου συγκέντρωσης και ας βάλουμε τα ΜΑΤ να τη φυλούν. Δίπλα της ας μπούνε οι τρεις μάγοι: ο Μάκης-Μαυρουδής Βορίδης, ο Φαήλος Κρανιδιώτης και Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης που ακολούθησαν μέχρις εδώ το αστέρι της Νέας Δημοκρατίας (αυτό μάλλον είναι η Σοφία Βούλτεψη). Ας μαζέψουμε τα δώρα που φέρνουν από τα βάθη του χρόνου: τόνους ακροδεξιών βιβλίων, καλοακονισμένα τσεκούρια, άρθρα στολισμένα με περισπωμένες ομοφοβίας, οξείες σεξισμού, δασείες ρατσισμού και εθνικισμού (αχ όμορφη γραμματική του μίσους).
Πλέον είμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε τον στολισμό: ας ξεκινήσουμε με κάτι απλό. Λίγα στικάκια τα οποία θα συμβολίζουν τη λίστα Λαγκάρντ, πιο δίπλα ένα μονόκλ σύμβολο της αριστοκρατικότητας και της σοβαρότητας με την οποία έγιναν οι διαπραγματεύσεις για την οικονομία της χώρας. Λίγο πεπερόνι για να θυμηθούμε την πιτσαρία εκείνη που έσκισε, λίγα άδεια δοχεία δακρυγόνων για να θυμόμαστε τις όμορφες μέρες μας στους δρόμους της Αθήνας. Λίγους λούτρινους κενταύρους, λίγα αντίτυπα από το ‘’Φωτιά και τσεκούρι’’ του Αβέρωφ για να θυμόμαστε πάντα τον αγώνα ενάντια στους ληστοσυμμορίτες. Ας πασπαλίσουμε με λίγα μάγκικα ελληνικά γυμνασιάρχη, λίγες κομμένες και ραμμένες παραφράσεις Ελύτη, λίγες εμετικές μαντινάδες Σμαραγδή.
[στο σημείο αυτό τα παιδιά χτυπούν για τα κάλαντα. Ας τους ανοίξουμε την πόρτα, εκτός βέβαια αν είναι θρασίμια που δεν έχουν αγωγή από την οικογένειά τους. Στην περίπτωση αυτή ας στείλουμε μια ομάδα (Πηνελόπης) ΔΕΛΤΑ  να τα σαπίσει στο ξύλο]. 
Ας απλώσουμε μερικές γιρλάντες γουάι φάι στα κλαδιά. Το δέντρο θέλουμε να γυαλίζει πιο έντονα και από τα μαλλιά του Ρένου Χαραλαμπίδη. Ας βουτήξουμε όμως ένα κλαδί στο πετρέλαιο, να θυμόμαστε έτσι τον επιχειρηματία της χρονιάς κύριο Μελισσανίδη και τις διάφορες διευκολύνσεις.  
Ας βάλουμε τέλος στην κορυφή αντί για αστέρι, το σύμβολο της ΝΕΡΙΤ (ή της ΥΕΝΕΔ αν είστε λάτρης του ρετρό). Να λάμπει πιο έντονα και από φοίνικα που ξαναγεννιέται από τις στάχτες του. Και ας ευχηθούμε όλοι μαζί αγκαλιασμένοι μπροστά στο δέντρο του πρωθυπουργού: ‘’Merry Crisis and a Happy New Fear!’’

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Κάνε το σωστό



Στην Αμερική το χρώμα είναι ταξικός προσδιορισμός. Αυτό μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που ακούω για κοινωνικές αναταραχές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σχεδόν πάντα ως επανάληψη ενός ανακοινωθέντος που συντάχτηκε εδώ και χρόνια: Νιούαρκ 1967, φυλακές Αττικα 1971, Λος Αντζελες 1992, Σινσινάτι 2001, νεκρός Αφροαμερικανός από τα πυρά της αστυνομίας. Ετσι και τώρα, με αφορμή τα γεγονότα στο Φέργκιουσον του Μιζούρι, τον ξεσηκωμό που προκάλεσαν, τη μαζική διαμαρτυρία «die-in» (όπου οι διαδηλωτές ξαπλώνουν σαν νεκροί στο έδαφος, περιγράφοντας τη δυνητικότητα της δολοφονίας υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες), τις οδομαχίες μεταξύ εκατοντάδων διαδηλωτών και αστυνομικών στο Οκλαντ και το Μπέρκλεϊ, τους φόνους και τους τραυματισμούς που διαδέχτηκαν τον αρχικό φόνο. Αυτό σκέφτομαι, παρ' όλες τις εκλογές, τις μεταρρυθμίσεις, τις δηλώσεις και τα διαπιστευτήρια. Στην Αμερική το χρώμα είναι ταξικός προσδιορισμός. Αυτό συναντά κανείς στις βιογραφίες που απλώνονται σιωπηλά και μαζικά πίσω από τα τραγούδια της Ελα Φιτζέραλντ, τους κωμικούς μονολόγους του Ρίτσαρντ Πράιορ, τους στίχους των Public Enemy.

Με τρόπο επίμονο επιστρέφει και η αλήθεια μιας ταινίας. Του «Do the right thing», μιας από τις πρώτες ταινίες του Σπάικ Λι. Είναι καλοκαίρι σε κάποια γειτονιά του Μπρούκλιν, μα η ζέστη που όλο και ανεβαίνει είναι ανεξάρτητη της θερμοκρασίας. Η ζέστη ανεβαίνει γύρω από μια ιταλική πιτσαρία στα σπλάχνα μιας μαύρης περιοχής. Εδώ στήνουν καθημερινότητα οι ήρωες της γειτονιάς, τα μόνιμα βλέμματα όμοια με σκοινιά της μπουγάδας που απλώνονται στον δρόμο, οι μαύροι ήρωες αθλητές, κωμικοί και μουσικοί (η αναφορά στο όνομά τους εξευμενίζει, δικαιώνει, δίνει περηφάνια και ταυτότητα). Οι πρόχειρες άτυπες συνελεύσεις της γειτονιάς ανάμεσα σε πειράγματα, αφέλεια και απειλές. Εδώ απλώνονται οι διάλογοι στα αυτοσχέδια παγκάκια, η τιμή της μπίρας, το μπουγέλο από τους παραβιασμένους πυροσβεστικούς κρουνούς, τα καυτά σκαλοπάτια και οι στενοί δρόμοι, το επιθετικό βλέμμα της αστυνομικής περιπολίας. Και ταυτόχρονα οι αδιέξοδες σχέσεις, η φτώχεια και οι χαμένοι χρόνοι πάντα με ένα (έστω ελάχιστο) χαμόγελο στην άκρη των χειλιών. Εδώ θα απλωθούν τα αντικείμενα της μαύρης κληρονομιάς και του αφρικανικού παρόντος, τα σημεία μιας τελετουργίας ταυτότητας: δαχτυλίδια και μενταγιόν, στολές του μπέιζμπολ, κουρέματα και εξαρτήματα. Ενα φορητό ράδιο που δεν σταματά να παίζει χιπ χοπ, οι φωτογραφίες των δολοφονημένων ηρώων. Μα η ζέστη αγνοεί τη θερμοκρασία, ζεσταίνει αυτό που περίμενε βαθιά κατεψυγμένο στη νάρκη και μόλις χτυπήσει το καμπανάκι η ένταση ξεσπά: με αναίτια αφορμή ξεκινά ένας καβγάς στην πιτσαρία, ο νεαρός ράντιο-ραχίμ δολοφονείται από την αστυνομία, βανδαλισμοί, προσαγωγές, διαμαρτυρίες. Μέχρι το ραδιόφωνο να σημάνει το ξεκίνημα της επόμενης μέρας προειδοποιώντας: τα δελτία καιρού επιβεβαίωσαν πως η σημερινή μέρα θα είναι ακόμη πιο ζεστή.

Το πρώτο αυτό αριστούργημα του Σπάικ Λι θα κάνει πρεμιέρα ανάμεσα σε φιλονικίες. Για πολλούς η ταινία αποτελούσε κάλεσμα σε εξέγερση. Ο σκηνοθέτης βέβαια είχε φροντίσει στο κλείσιμο της ταινίας να προσδιορίσει τον αμείλικτο διπολισμό της αλήθειας σε σχέση με την αφροαμερικανική διεκδίκηση, παραθέτοντας δύο διαφορετικά αποσπάσματα. Ενα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ένα του Μάλκολμ Χ. «Η βία ως μέσο για την επίτευξη φυλετικής δικαιοσύνης είναι ταυτόχρονα λάθος στρατηγικά και ανήθικη. Οφθαλμός αντί οφθαλμού μέχρι να μείνουμε όλοι τυφλοί» λέει μεταξύ άλλων το πρώτο απόσπασμα για να δεχτεί την απάντηση: «Δεν πρεσβεύω τη βία, αλλά ταυτόχρονα δεν είμαι κατά της βίας ως μέσο αυτοάμυνας. Στην περίπτωση της αυτοάμυνας μάλιστα δεν θα την αποκαλούσα καν βία. Θα την αποκαλούσα νοημοσύνη».

Σήμερα η ταινία στέκει αρχειοθετημένη σε σκονισμένα ράφια βιντεοκλάμπ, σε παστωμένα torrents και βίντεο σάιτ κακής ανάλυσης. O Σπάικ Λι έχει χρόνια να γυρίσει καλή ταινία και το αίμα συνεχίζει να κυλά. Μα η προστακτική του τίτλου συνεχίζει να σημαίνει εκκωφαντικά, σαν ανάμνηση, σαν αίσθηση που πέρασε αφήνοντας, σαν θαυμαστικό που υπενθυμίζει τη ζέστη αυτή που ανεβαίνει. Ανεξαρτήτως της θερμοκρασίας και τελικά ανεξαρτήτως της σημαίας προέλευσης της χώρας, της περίπτωσης, του θύματος. Οπου το άδικο ξεχειλίζει μέχρι να ξεσπάσει, Κάνε το σωστό.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας και ο αν­θρώ­πι­νος σο­βάς της πό­λης



«Τό­τε η συ­νεί­δη­ση του κό­σμου σβή­νει γύ­ρω σου, για να ε­πι­στρέ­ψει βα­σα­νι­στι­κό­τε­ρη τη στιγ­μή που ξα­να­μέ­νεις μό­νος.
Έτσι συ­νέ­βαι­νε και μ’ αυ­τούς τους δύο. Θαρ­ρού­σες πως η δια­δρο­μή ή­ταν μια πρό­φα­ση. Όσο το τα­ξί­δι διαρ­κού­σε — αυ­τά τα εί­κο­σι λε­πτά — έ­με­ναν α­φο­σιω­μέ­νοι με­τα­ξύ τους, μ’ έ­να γα­λή­νιο α­παύ­γα­σμα στο πρό­σω­πο που δη­μιουρ­γεί η συ­ντρο­φι­κό­τη­τα κι η αρ­μο­νι­κή ε­πα­φή με τον άλ­λον.»
(Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, «Η Κυ­ρία Κού­λα»)

Η 6η Δε­κέμ­βρη εί­ναι μια μέ­ρα που δι­δά­σκει θά­να­το. Σε τρο­μά­ζει, σε ε­ξοι­κειώ­νει, σου μα­θαί­νει το ξαφ­νι­κό, το σκλη­ρό, ό­λο ε­κεί­νο το φορ­τίο κιν­δύ­νου που συ­νο­ρεύει τό­σο α­δια­πραγ­μά­τευ­τα με τη ζωή ώ­στε να της δί­νει σχή­μα. Κα­τη­φο­ρί­ζεις προς το κέ­ντρο μιας πό­λης που πάλ­λε­ται α­πό την έ­ντα­ση της δο­λο­φο­νίας του Αλέ­ξαν­δρου Γρη­γο­ρό­που­λου, μέ­σα στην έ­ντα­ση που σου προ­κα­λεί η α­περ­γία πεί­νας του Νί­κου Ρω­μα­νού, στην ορ­γή που σου φέρ­νει το ε­πί­μο­νο φλερτ των κρα­τού­ντων με την ε­κτέ­λε­ση ε­νός νέ­ου αν­θρώ­που. Και κά­που στο δρό­μο που περ­πα­τάς (στο έ­να πε­ζο­δρό­μιο η α­πό­γνω­ση, στο α­πέ­να­ντι ο θυ­μός), φτά­νουν τα νέ­α: ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας δο­λο­φο­νή­θη­κε στο δια­μέ­ρι­σμά του στην Κυ­ψέ­λη στα 83 του χρό­νια. Τα γε­γο­νό­τα υ­πάρ­χουν πα­ράλ­λη­λα μα δεν α­θροί­ζο­νται και συ κου­βα­λάς το κα­θέ­να ξε­χω­ρι­στά με το ξε­χω­ρι­στό του βά­ρος, στο κέ­ντρο μιας πό­λης που σε κοι­τά α­μή­χα­να.
Στη συ­νέ­χεια, στο σπί­τι, προ­σπα­θείς να α­ντι­λη­φθείς το βά­ρος της κά­θε λέ­ξης. Τη δο­λο­φο­νία, την πο­ρεία του αν­θρώ­που, την κα­τά­θε­ση του συγ­γρα­φέα. Απλώ­νεις τα βι­βλία, -δια­βα­σμέ­να και α­διά­βα­στα- πά­νω στο γρα­φείο. Τα κοι­τάς και σε κοι­τά­νε. Αρχί­ζεις να δια­βά­ζεις κά­ποια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των που κά­ποια στιγ­μή α­γό­ρα­σες και στη συ­νέ­χεια ά­φη­σες για με­τά πά­νω σε κά­ποια στοί­βα (και πό­σο α­πό­το­μα αυ­τό το «με­τά» σε συ­νά­ντη­σε). Προ­σπα­θείς να ε­ντά­ξεις τον ε­αυ­τό σου στη λύ­πη και στον α­πο­τρο­πια­σμό της εί­δη­σης με ά­τσα­λους τρό­πους.

«Θά ’θε­λα να εί­ναι α­κό­μη χθες»

Τό­τε πιά­νεις άλ­λο βι­βλίο που διά­βα­σες πα­λαιό­τε­ρα, σε άλ­λη η­λι­κία. Σου υ­πεν­θυ­μί­ζει την τό­τε α­νά­γνω­ση, την τό­τε η­λι­κία, τους δύο αν­θρώ­πους που συ­να­ντιού­νται τυ­χαία στον η­λεκ­τρι­κό και γί­νε­ται αυ­τό το τυ­χαία -για λί­γο- ζωή α­τό­φια (πρό­κει­ται για την Κυ­ρία Κού­λα του πα­ρα­θέ­μα­τος). Τό­τε κα­τα­λα­βαί­νεις και συ τη συ­νά­ντη­σή σου με τα βι­βλία του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέα. Δεν πρό­κει­ται για μια συ­νά­ντη­ση προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη, μα ταυ­τό­χρο­να ού­τε τυ­χαία. Πιο πο­λύ μοιά­ζει με μια στα­θε­ρή και ε­πί­μο­νη ε­να­τέ­νι­ση με αυ­τό το κά­τι μυ­θι­κό των πιο κα­θη­με­ρι­νών προ­σώ­πων, σαν έ­να βλέμ­μα α­πό το μπαλ­κό­νι της πο­λυ­κα­τοι­κίας, που έ­γι­νε κα­θη­με­ρι­νή α­σχο­λία και σπου­δή. Για­τί η ε­πα­φή με τους αν­θρώ­πους του Κου­μα­ντα­ρέα, ό­σο μα­κριά και αν στέ­κου­νε στο χρό­νο, ό­σο δια­φο­ρε­τι­κές και αν εί­ναι οι ε­μπει­ρίες που βιώ­νουν, πά­ντο­τε κου­βα­λούν αυ­τή την οι­κειό­τη­τα. Μια οι­κειό­τη­τα που ο­ρί­ζει τη σχέ­ση ως αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κή, σχε­δόν ως κα­θη­με­ρι­νό δι­κό σου βίω­μα. Και ό­ταν πας να μι­λή­σεις, μι­λάς προ­σω­πι­κά πέ­ρα α­πό βιο­γρα­φίες και φι­λο­λο­γία.
Έτσι α­πο­φα­σί­ζεις να ξε­φυλ­λί­σεις την α­νά­μνη­ση της α­νά­γνω­σης, πιο πο­λύ βίω­μα προ­σω­πι­κό πα­ρά α­ντι­κει­με­νι­κή αρ­χειο­θέ­τη­ση: Άνθρω­ποι μπρο­στά σε κα­θρέ­φτες, ρού­χα φθαρ­μέ­να, φθαρ­μέ­να σώ­μα­τα. Δω­μά­τια ξε­νο­δο­χείων, πο­δο­σφαι­ρι­στές ε­παρ­χια­κών ο­μά­δων μι­κρής κα­τη­γο­ρίας, η λέ­ξη «Ευ­τυ­χία» στα λε­ξι­κά, φρά­σεις που μυ­ρί­ζουν νι­κο­τί­νη. Άνθρω­ποι που ζού­νε μια φο­ρά ό­ταν εί­ναι νέ­οι, α­γω­νία για την ω­ρι­μό­τη­τα, ι­διω­τι­κές πτώ­σεις και ά­ρω­μα μαλ­λιών. Η μι­κρο­γεω­γρα­φία των αν­θρώ­πων α­νά­με­σα στα με­γά­λα βή­μα­τα της ι­στο­ρίας. Το φά­ντα­σμα του εμ­φυ­λίου και των Δε­κεμ­βρια­νών, μια γεύ­ση σκου­ριάς, οι στρι­φο­γυ­ρι­στές σκά­λες, τα κου­ρεία, υ­πο­μο­νή και χρό­νος. Η α­θη­ναϊκή σκη­νο­γρα­φία. Ένας ί­σκιος νε­κρού μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, ο οι­κο­γε­νεια­κός χώ­ρος της κα­τα­πίε­σης και της αλ­λη­λεγ­γύης, α­πει­λη­τι­κά Χρι­στού­γεν­να και έ­νας τρο­μο­κρά­της Άι Βα­σί­λης, η κά­ψα του σώ­μα­τος, η ο­μο­φυ­λο­φι­λία, τα σιω­πη­λά δω­μά­τια, οι λεω­φό­ροι, το σχο­λείο θη­λέων, έ­νας ε­πι­δει­ξίας, οι με­τα­νά­στες του Αγίου Πα­ντε­λεή­μο­να. Τα πα­λιά βιο­λιά μέ­σα στις σκο­νι­σμέ­νες θή­κες. Και κυ­ρίως η γλώσ­σα της πό­λης, ό­λες αυ­τές οι λέ­ξεις που κυ­κλο­φο­ρούν τους δρό­μους ε­κτός βι­βλίων, που μες στην α­πλό­τη­τα τους ορ­γί­ζο­νται, συ­να­να­στρέ­φο­νται, μι­λούν και σή­με­ρα θρη­νούν το συγ­γρα­φέα τους.



«Τώ­ρα εί­μαι ά­δειος, χω­ρίς προ­σχή­μα­τα. Στε­ρή­θη­κα την τε­λευ­ταία σπι­θα­μή απ’ ό­που μπο­ρού­σα ν’ α­γω­νί­ζο­μαι. Τι μά­ταιος α­γώ­νας να πε­ρι­σώ­σω τα λε­η­λα­τη­μέ­να! Το κα­κό εί­ναι πως δεν εί­μαι πά­στα αν­θρώ­που μα­θη­μέ­νου ν’ α­δια­φο­ρεί. Το πα­ρα­μι­κρό γύ­ρι­σμα, η πιο μι­κρή α­να­πο­διά με ρί­χνουν κά­τω. Ζω με χά­πια, ε­νέ­σεις, ε­φή­με­ρους έ­ρω­τες. Ο χρό­νος, τέ­λεια κα­τα­στρο­φή, η χρυ­σή ε­πι­φά­νεια με τους λα­μπε­ρούς ω­ρο­δεί­χτες, και μέ­σα τα γρα­νά­ζια σκου­ρια­σμέ­να». Αυ­τά γρά­φει ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας στο βι­βλίο του «Το Αρμέ­νι­σμα» και ό­ντως αυ­τός ο α­γώ­νας για τα λε­η­λα­τη­μέ­να μέ­νει ως κομ­μά­τι της α­νά­μνη­σης. Ο συγ­γρα­φέ­ας θα κυ­νη­γη­θεί για τη συμ­με­το­χή του στα θρυ­λι­κά «18 κεί­με­να» ε­πί χού­ντας, για το Αρμέ­νι­σμα θα δι­κα­στεί τέσ­σε­ρις φο­ρές με το κα­θε­στώς να χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο του ά­σε­μνο. Πολ­λοί α­πό τους νεό­τε­ρους θα τον θυ­μού­νται να μπαι­νο­βγαί­νει στη γει­το­νι­κή του κα­τά­λη­ψη της Δη­μο­τι­κής Αγο­ράς της Κυ­ψέ­λης, να συμ­με­τέ­χει σε εκ­δη­λώ­σεις υ­πέρ των με­τα­να­στών στον Άγιο Πα­ντε­λεή­μο­να, να κά­νει δη­λώ­σεις για την πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση των τε­λευ­ταίων ε­τών. Πά­ντο­τε με τρό­πο ή­πιο μα στα­θε­ρό, ό­μοιο με τις λο­γο­τε­χνι­κές του κα­τα­θέ­σεις.
Ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας μας μί­λη­σε ό­σο λί­γοι για τον αν­θρώ­πι­νο σο­βά της πό­λης, για το βίω­μα της, την α­νά­μνη­σή της, τον α­συ­ναί­σθη­το παλ­μό της. Για­τί η πό­λη εί­ναι ο μύ­θος της και η κα­τα­γρα­φή της. Και α­πό τις 6 Δε­κέμ­βρη μοιά­ζει αυ­τή η πό­λη να μί­κρυ­νε α­νε­πα­νόρ­θω­τα.


(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Tα εκτελεστικά αποσπάσματα της αδιαφορίας και η οργή




Νιώθεις συχνά αμηχανία όταν πρέπει να επιχειρηματολογήσεις για κάτι αυτονόητο. Γιατί μόνο ως αυτονόητο μπορεί να περιγραφεί τόσο το αίτημα του Ρωμανού, όσο και το επείγον της κατάστασής του. Η αμηχανία αυτή όμως μεταμορφώνεται, όταν μπροστά της στηθεί ένα άλλο αυτονόητο. Μιλώ φυσικά για την επίδειξη σκληρότητας και αναλγησίας από την μεριά της κυβέρνησης, για τις ακροδεξιές εξυπνάδες του υπουργού Αθανασίου («να γυρίσει πρώτα ο υπουργός παιδείας από την Κίνα και μετά βλέπουμε»), για την προπαγανδιστική αθλιότητα των μέσων ενημέρωσης που ψαλιδίζουν δηλώσεις, μοντάρουν γεγονότα και  εστιάζουν σε ό, τι κρίνουν χρήσιμο ώστε να σχηματιστεί το τρεκλίζον επιχείρημά τους . Είναι και αυτή μια στάση που εδώ και αρκετά χρόνια μάθαμε να τη βιώνουμε ως αναμενόμενη και αυτονόητη. Μα στις δεδομένες συνθήκες, με τις μέρες να φυλλομετρούν το σκοτάδι, το χρόνο να κυλά όλο και πιο απότομα προς το στέρεμά του, με έναν άνθρωπο να μετρά τις ώρες του μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα της αδιαφορίας, το μόνο που μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης  αυτών των δύο αυτονόητων είναι η οργή.

Το πανηγύρι μίσους

Είναι πολλά ακόμη που συμβάλουν στη δημιουργία αυτού του συμπαγούς συναισθήματος. Ταυτόχρονα με την έκταση της αλληλεγγύης προς τον Νίκο Ρωμανό, την έμπρακτη και πολύμορφη, που μέρα την μέρα παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, στήθηκε και ένα πανηγύρι μίσους. Πέρα από τα δελτία των 8 και τις διάφορες υπουργικές δηλώσεις, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός άρθρων στα κυρίαρχα μέσα σέρνει το χορό:  Ας ξεκινήσουμε από τη δήλωση μετανοίας που απαίτησε ο Ανδρέας Πετρουλάκης στο Protagon  («Μολονότι αθωώθηκε για την κατηγορία της τρομοκρατίας, η απολογία του ήταν απολογία επαναστάτη. Αν του δοθεί η ευκαιρία θα προκαλέσει τραύματα σε αυτόν τον κόσμο που μισεί; Ή  είναι έτοιμος για μία έντιμη συμφωνία;»), ας κάνουμε μια μικρή στάση στα ιντερνετικά σχόλια του Γρηγόρη Ψαριανού όπου σε ένα παραλήρημα κρετινισμού ο Ρωμανός ταυτίζεται με τον ισοβίτη δολοφόνο, τον Κασιδιάρη, τον κάθε φασίστα εγκληματία, σίριαλ κίλερ και τον «τύπο που γαμούσε τα παιδιά του στην υπόγα που τα ‘χε δεμένα». Και στη συνέχεια ας εισπνεύσουμε τον καθαρό αέρα του μισανθρωπισμού στο άρθρο του  Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή όπου θα μας φανερωθεί όλη η αλήθεια για τους απεργούς πείνας («κανείς δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά μια απεργία πείνας (και δικαιολογημένα, επειδή μέχρι στιγμής δεν βρέθηκε κανείς να είναι τόσο κορόιδο ώστε να κάνει αληθινή απεργία πείνας)».
Αυτά ως  ελάχιστο απάνθισμα λόγου για τις στιγμές που πιάνει πουρί η ψυχή του ανθρώπου, αυτά μαζί με τα χιλιάδες ανώνυμα υβριστικά σχόλια κάτω από άρθρα και αναρτήσεις που ξεχνούν να επιχειρηματολογήσουν και αναπαράγουν την γελοιότητα περί επαναστατών των βορείων προαστίων, μιας κακομαθημένης γενιάς και επαγγελματιών αλληλέγγυων. Αυτά  μαζί με την αδιαφορία των τεχνικά επιδέξιων hipster που μπορούν να επιβεβαιώσουν την ευαισθησία τους σε ένα σωρό σάιτ, εφαρμογές και selfie αλλά στέκουν κοινωνικά ανάπηροι, αναλυτικά ανίκανοι και συναισθηματικά ανάλγητοι μπροστά στο πιο αυτονόητο αίτημα και τον πιο έκτακτο κίνδυνο, μακάριοι να σχολιάζουν σχόλια στις οθόνες του πιο αιχμηρού κενού. 

Η απενεχοποίηση του κυνισμού

Αυτό που διακυβεύεται μέρα με την μέρα από την αρχή της κρίσης -και τελευταία σε όλο και μεγαλύτερη επιτάχυνση- είναι η απενοχοποίηση του κυνισμού.  Η φτώχεια, η εξαθλίωση και ο θάνατος έχουν γίνει αποδεκτά κομμάτια της κάθε μέρας, ειπωμένα ως στατιστικές από τα στόματα πολιτικών και δημοσιογράφων. Η καλλιέργεια της αδιαφορίας και της απαξίωσης ατροφούν τα κοινωνικά συναισθήματα των ελευθεριών και της δικαιοσύνης . Και κάπου στο σημείο αυτό ακόμη και τα προσχήματα θα περιγραφούν ως αχρείαστα από την μεριά της εξουσίας. Και όπως μας μαθαίνει και η υπόθεση του Νίκου Ρωμανού το τέλος των προσχημάτων δεν απέχει και πολύ από την εξάχνωση των δικαιωμάτων.
Δεν είμαι σίγουρος πώς μπορεί να εκφραστεί γραπτά η αλληλεγγύη ή πως ακριβώς συλλαβίζεται η οργή μέσα από τα αποχαυνωμένα μας  πληκτρολόγια. Πολύ περισσότερο δεν είμαι σίγουρος για το τι μπορεί να προσφέρει το μελάνι ενός άρθρου σε μια υπόθεση που γράφεται με αίμα. Ίσως , ένα από τα λίγα που μπορώ να καταθέσω είναι η παράφραση δυο στίχων του Ντύλαν Τόμας που μου έχουν σφηνώσει ανεπανόρθωτα στο μυαλό αυτές τις μέρες. Στην αρχή νόμιζα πως απευθύνονται στο Νίκο Ρωμανό ως συμπαράσταση στην πράξη και τη διεκδίκησή του. Τελικά καταλαβαίνω πως μάλλον απευθύνονται σε όλους μας:
Μην πηγαίνεις ήσυχα μέσα σε αυτή τη νύχτα
Αλλά με οργή, με λύσσα για τον θάνατο του φωτός

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ο Δεκέμβρης και ο θάνατος






Ο Δεκέμβρης πλησιάζει και πάλι. Έχει την τάση να το επαναλαμβάνει κάθε χρόνο, παρ' όλο που αυτό δυσαρεστεί πολλούς. Η  6η  Δεκέμβρη υποδέχεται τον νέο μήνα. Είναι η ημερομηνία της δολοφονίας  του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η ημερομηνία που προσδιόρισε μια γενιά, έναν τρόπο αντίληψης της ηλικίας, των ορίων και της διεκδίκησης. Και τελικά η ημερομηνία που υποδέχτηκε τον κόσμο της κρίσης, όπως τον βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. 

Ο Δεκέμβρης συνεχίζει να υπάρχει. Περιορισμένος και βουβός ως υπέδαφος σε ό, τι τον διαδέχτηκε. Στις πλατείες, στις μαζικές πορείες, στην ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Σε αυτούς που τον έζησαν από κοντά, σε αυτούς που έπλασε και καθόρισε, σε αυτούς που επαναπροσδιόρισε. Τα γεγονότα συνεχίζουν να υπάρχουν ως ερωτηματικό, ως ένα μωσαϊκό αιτιών, ως κάτι το ακαριαίο το οποίο μέχρι και τώρα μοιάζει να μην έχει προσδιοριστεί απόλυτα. Τα συμπαγή συμπεράσματα μοιάζουνε πάντοτε παρακινδυνευμένα. Αν όμως μπορούμε να εξάγουμε ένα συμπέρασμα σε σχέση με το τι συνέβη τις μέρες εκείνες του 2008, αυτό θα ήταν πως ανεξάρτητά απ ό, τι άλλο διεκδίκησε ή απαίτησε, ο Δεκέμβρης έθεσε ένα όριο θανάτου. Αρνήθηκε να κάνει αποδεκτό το γεγονός της δολοφονίας ενός νέου παιδιού, περιγράφοντας έμπρακτα τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια πράξη από την μεριά της εξουσίας. Ο θάνατος προσδιορίστηκε ως απόλυτη ύβρις και ο Δεκέμβρης αποτέλεσε τη Νέμεσή του. 

Από τότε άλλαξαν πολλά. Μέσα όμως στην πολυσημία του, ο Δεκέμβρης έχει την τάση να εντάσσει νέα αιτήματα στη νωπή ανάμνηση των γεγονότων του, επικαιροποιώντας ακαριαία την τότε διάθεση στην σήμερα κατάσταση. Τι συμβαίνει λοιπόν με εκείνο το όριο του θανάτου στην σήμερα Ελλάδα;   
  
Η εξουσία διαφημίζει την δυνατότητά της να επιβάλει τον θάνατο και να επιτρέπει τη ζωή. Στην Ελλάδα του σήμερα, ο θάνατος έχει γίνει ρυθμιστής. Ένας θάνατος που δεν ειπώνεται ποτέ με την αμεσότητα και το ξεκάθαρο της εκτέλεσης, αλλά έμμεσα. Ως  έκθεση στο κίνδυνο του θανάτου, ως πολιτικός θάνατος δικαιωμάτων, ως κοινωνική περιθωριοποίηση και ως κοινωνικός στιγματισμός. Ακόμα περισσότερο, στην περίπτωση των μεταναστών -από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Φαρμακονήσι μέχρι τις δολοφονίες της Χρυσής Αυγής - παρατηρούμε να ισχύει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό αυτό που ο Achille Mbembe περιγράφει στο άρθρο του ‘’Necropolitics’: στην οικονομία της βιοπολιτικής ο ρατσισμός αναλαμβάνει τη διευθέτηση του θανάτου έτσι ώστε το κράτος να μπορεί να ασκεί την εξουσία του. 

Φυσικά, στην Ελλάδα του σήμερα, ο ρατσισμός αυτός έχει γίνει επίσημη κυβερνητική πολιτική. Ο θάνατος λοιπόν ως εργαλείο εξουσίας διατρανώνει τον εαυτό του ενώ ταυτόχρονα τον κρύβει πίσω από την απουσία του άμεσου της εκτέλεσης.

Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση του Νίκου Ρωμανού. Στην περίπτωση αυτή ξεδιπλώνεται σε αργή κίνηση καθημερινά μπροστά στα μάτια μας μια παθητική εκτέλεση από την πλευρά του κράτους. Το ποιοτικό αυτό άλμα σκληρότητας περιγράφει την εκδικητικότητα της εξουσίας και ταυτόχρονα την ταυτότητα της ακροδεξιάς κυβέρνησης. Πέρα από τις όποιες εκτιμήσεις σε σχέση με τα αίτια αυτής της στάσης (τελευταία όλο και πληθαίνουν τα σχόλια και τα άρθρα που περιγράφουν τη διαχείριση του θέματος ως μια προσπάθεια να πυροδοτηθούν αναταραχές οι οποίες αργότερα θα χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο πίεσης, επίθεσης και προσπάθειας απομόνωσης της αντιπολίτευσης), βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αμείλικτο συμπέρασμα: Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα είναι μια προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης των ορίων του θανάτου και του δικαιώματος της εξουσίας στη ζωή του καθενός. Η υπόθεση του Νίκου Ρωμανού δεν είναι απλά μια υπόθεση που μας αφορά όλους, είναι μια μάχη που δίνεται και για τον κάθε ένα από μας. Και όσο οι μέρες περνούν τόσο η κυβέρνηση μοιάζει να φλερτάρει με το ενδεχόμενο της ύβρεως, μιας ύβρεως αυτή τη φορά συντεταγμένης και υπολογισμένης. Και μάλιστα σε έναν μήνα που έχει ταυτίσει το όνομά του με τη Νέμεση.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Κρύο



(…)
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους
σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα
ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν
ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι
συντροφιὰ
(Μίλτος Σαχτούρης,
«Η δύσκολη Κυριακή»)



Του Θωμά Τσαλαπάτη

Οι παλιοί έλεγαν πως το κρύο έρχεται κάθε χρόνο κάπου στις 21 Νοεμβρίου. Κάπου εκεί γιόρταζαν και την Παναγία την μεσοσπορίτισσα, γιατί μέχρι την ημερομηνία αυτή θα έπρεπε να έχει τελειώσει τουλάχιστον η μισή σπορά. Μα πια το μοίρασμα των εποχών, η αρμονία που επικαλείται και εορτάζει πράξεις και εργασίες, που μορφοποιεί τρόπους, δίαιτες και εκτονώσεις έχει περάσει ανεπιστρεπτί μέσα στον έναν, το μόνο τόνο της σύγχρονης ζωής.

Το κρύο δεν μπορεί να είναι ανάμνηση. Σε αντίθεση με την πλαδαρότητα, το τέντωμα και τη σχετικότητα της ζέστης, ορίζει το πιο αδιάκοπο, το πιο επιθετικό παρόν, μια επανάληψη που η πλήρης θύμηση της έρχεται μονάχα στο εκ νέου βίωμα. Το κρύο ποτέ δεν επιστρέφει, λουσμένο στο λευκό, στο άγραφο, είναι πάντα από την αρχή. Και λίγο πριν ξεσπάσει, κάτι σε πιάνει να γυρίσεις στα βιβλία, προβάροντας νύχτες χειμώνα, νύχτες εσωτερικής κατανάλωσης. Στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα του Τζακ Λόντον, όπου το κρύο αποκαλύπτει τη θριαμβική υπεροχή της φύσης έναντι του ανθρώπου -κρύο σαν δόντι λύκου-, στους «Ανυπεράσπιστους» του Δημήτρη Χατζή, όπου το κρύο υπάρχει ως επιτακτικό ξεγύμνωμα του ανθρώπου από ιδέες, ιδεολογίες και στρατόπεδα (για λίγο βέβαια) όταν μια ομάδα αναρτών βρίσκει καταφύγιο δίπλα σε μια ομάδα του Εθνικού Στρατού και επιβίωση στο από κοινού τρίψιμο των σωμάτων, ή στο χιόνι εκείνο που περιέγραφε ο Τζέιμς Τζόις στους Νεκρούς: «Η ψυχή του γλάρωσε σιγά σιγά, καθώς άκουγε το χιόνι να πέφτει απαλά σ’ όλη την πλάση, και απαλά να πέφτει, σαν τον ερχομό του έσχατου τέλους, πάνω σε ζωντανούς και σε νεκρούς». Γυρίζεις στις σελίδες, σαν να περιμένεις πως η ουδέτερη θερμοκρασία των λέξεων θα σε μονώσει και πως θα σε προστατέψει από τα σημεία στίξης που στέκουν απειλητικά πάνω απ το κεφάλι σου σαν πρωτοβρόχι.

Τα παγωμένα σώματα

Τα τελευταία χρόνια με την πρώτη παγωνιά κάτι σε αρπάζει. Εδώ δεν ξεδιψάει πια η συσσωρεμένη ζέστη του καλοκαιριού, το σώμα δεν ζητά, δεν προσδοκά, δεν περιμένει. Σαν να νοιώθεις την επίθεση πρώτα στα μέσα και ύστερα στο δέρμα. Ένας φόβος ασυναίσθητος και αιχμηρός για ό,τι δίπλα σου απλώνει, για ό,τι επαναλαμβάνεται με την τάξη του εφιάλτη: οι άστεγοι, τα μαγκάλια, τα ατυχήματα, οι τιμές του πετρελαίου, οι κρύες αίθουσες, τα παγωμένα σώματα των καλοριφέρ. [Μικρή παρένθεση που δεν καταφέρνω -και αρνούμαι- να αποβάλω: Τον χειμώνα του 2012, όταν ο δήμαρχος Καμίνης έστειλε τα ΜΑΤ να απομακρύνουν αστέγους που είχαν καταλάβει άδειο κτίριο του δήμου ώστε να ζεσταθούν τις πιο παγωμένες μέρες του έτους: ξυλοδαρμοί, μήνυση στους καταληψίες, 15 άστεγοι στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων, το παγωμένο χαμόγελο της νομιμοφροσύνης να παίζει χαρωπό χιονοπόλεμο με το απάνθρωπο].


Καθώς η ανισότητα βαθαίνει, η διάκριση, η ταξικότητα, η αδικία έχουν την τάση να εμφανίζονται και να γιορτάζουν εξώστρεφα τον εαυτό τους στα πιο απλά: Στην τροφή, στη θερμοκρασία, στην αίσθηση, σε ό,τι διατυπώνει τη ζωή στις πιο πρωταρχικές της μονάδες. Αυτό που κατεβαίνει και απλώνει, λοιπόν, στους μήνες και στις μέρες γύρω είναι ένα κρύο πληθυντικό, το κρύο του καθενός.
Ο καθένας έχει την παγωνιά του, το κρύο, το χιόνι του. Για άλλους είναι το χαζοχαρούμενο βαμβακερό χιόνι των Χριστουγέννων, των βιτρινών και των χιονοδρομικών, για άλλους απλώς μια ενόχληση, κάποια στιγμή μπροστά σε κάποιο τζάκι ή κάτι τέτοιο. Μα είναι για τόσους, για πολλούς μαζί και για τον καθένα ξεχωριστά, το βουβό αυτό χιόνι, το χωρίς περιγραφές, χωρίς παρομοιώσεις, το κρύο αυτό που από την αρχή του άρθρου, προσπαθώ να κατονομάσω μα δεν μπορώ να πω, γιατί είναι το κρύο αυτό που έρχεται για κάποιους ανθρώπους τόσο κυριολεκτικό που δεν κατοικεί στις λέξεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο Άμλετ στην Κυψέλη







Σε βλέπω να κατηφορίζεις την οδό Ευελπίδων, Πρίγκιπα, αργοπορημένος με άρρυθμο βήμα βιαστικό, να στρίβεις αριστερά στη νησίδα της Μουστοξύδη και να χάνεσαι μέσα από το τούνελ σε μια στοά που οδηγεί κατευθείαν στη νύχτα.
Σε βλέπω έξω από την Αλκυονίδα, Πρίγκιπα, με ένα εισιτήριο στο χέρι, να περιμένεις να δεις την ασπρόμαυρη σοβιετική εκδοχή σου. Σε μια ανακαινισμένη ανάμνηση που στέγασε ώρες φοιτητικές, πηχτές συναντήσεις και διάφορα άλλοτε. Σε ακούω ειπωμένο από τα λόγια του Πάστερνακ, κάτω από την μουσική του Σοστακόβιτς, μέσα στις σκηνοθετημένες εικόνες το Κόζιντζεφ. Μέσα σε μια γλώσσα ξανθιά και ρώσικη, καταδικασμένος να επαναλαμβάνεις κάθε βράδυ τον ίδιο δίκαιο φόνο.
 Τώρα σπρώχνεις πρίγκιπα Άμλετ τον εαυτό σου στο στένεμα της ευρύχωρης Πατησίων, με τα μαγαζιά κλειστά, τις παρέες σμάρια, να ψάχνεις το κατάλληλο ταχυφαγείο. Πόσο κοστίζει μια τυρόπιτα αγορασμένη στην αιωνιότητα, Πρίγκιπα; Εδώ οι τιμές παραμένουν όπως τις θυμάσαι, οι μηχανές ακόμη αλέθουν, το μίσος κυνηγά το χρώμα και οι πορτοφολάδες του θρόνου ακόμα καλλιεργούν τις εξουσίες τους. Μα ακόμη πιστεύω υπάρχει αυτή η δίψα για έναν κόσμο όπως τον περιέγραφε ο φίλος σου, χωρίς ‘’έργα έκφυλα, αιματόβρεχτα και αφύσικα…τυχαίες σφαγές, θανάτους που τους έσπειρε η πονηριά και η ψυχική αντάρα.’’ Τι κάνεις στην Αθήνα Πρίγκιπα, εδώ που η αποφασιστικότητά μας μαραίνεται σαν λουλούδι, εσύ πιότερο σάρκα παρά μελάνι, πιότερο σιωπή παρά λόγος;
Τώρα σε βλέπω να ανηφορίζεις τον πυρετό σου, Πρίγκιπα, κυνηγημένος από τις δανέζικες ώρες σου και τα δανεικά σου λεπτά, εξόριστος στην ησυχία των κήπων μόλις έξω απ τις γιορτές, στοιχειωμένος από αρματωμένα φαντάσματα και αιματηρές κληρονομιές. Εσύ ορατός μονάχα από τους διστακτικούς και τους αναποφάσιστους, αυτούς που ζυγίζουν ξανά και ξανά το χρέος επιβεβαιώνοντας κάθε φορά τον ίδιο αριθμό, το ίδιο βάρος και αναβάλουν, συνεχώς αναβάλουν λυγισμένοι απ ό, τι μπορεί να σημαίνει ένα πεπρωμένο που δεν γίνεται να αποφύγεις. Βλέπω τώρα τον μανδύα σου πιασμένο στο φανάρι Κυψέλης και Λευκάδος, τους θεατρίνους που συμβούλεψες να μπαινοβγαίνουν στα θέατρα της περιοχής, στο ''Κεφαλληνίας'', στο ''Κυκλάδων'', την Οφηλία πνιγμένη σε κάποια από τα σιντριβάνια της Φωκίωνος. Η ηλικία είναι πυρετός πρίγκιπα και η πραγματικότητα μας προδίδει όλους.
Σε βλέπω πρίγκιπα, να αναβοσβήνεις τη σκιά του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, περιπατητή των ίδιων ξαφνικών δρόμων, τσακισμένο από τις ίδιες διασταυρώσεις, φερμένο από τις ίδιες διαβάσεις : ‘’Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη/ υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή// Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες/ το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες/ το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές/ πάλι δεν έτρεξες/ στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα/ και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ' ορκίζεσαι’’
    Είμαστε εδώ μαζί σου, Πρίγκιπα, στον ίδιο πλωτό βυθό. Σε μια Κυψέλη ή μια Αθήνα κάπου στον Αρκτικό κύκλο. Στο μπαρ αυτό που μονίμως νυχτώνει χωρίς να ναι ποτέ μέρα, λίγο μετά την προβολή. Και μεις εδώ, ανταλλάσουμε ηλικίες, παίρνουμε αποφάσεις απλά για να τις διαψεύσουμε, αφήνουμε λέξεις μεγάλες να πέσουν στο κενό απλά για να ακούσουμε τον ήχο της πρόσκρουσής τους. Πες μας λοιπόν κάτι και σύ, μάθε μας έστω εκείνο εκεί το λίγο. Όχι το ξεκλείδωμα των ορίων και του χρόνου, του ανθρώπου και του φάσματος, της ζωής και του θανάτου, δεν σου μιλούμε για αυτά. Άλλωστε σήμερα, όπως τόσες ακόμη φορές επιβεβαιώνουμε πως κάθε τι μεγάλο σε μαθαίνει το ελάχιστο. Μάθε μας λοιπόν πρίγκιπα, αυτό το ελάχιστο που η σημασία του σήμερα εδώ μας μοιάζει αναγκαία, επιτακτική, ακαριαία. Έτσι σου ζητάμε να μας δείξεις –ελάχιστη χειρονομία μιας τυχαίας βραδιάς- το πώς κανείς αρνείται να ανταλλάξει την αξιοπρέπεια με την ησυχία, το τι σημαίνει όρθιος να στέκεις.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)