Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Η επαφή


Κάθε εποχή γεννά τη λογοτεχνία που της αντιστοιχεί. Η οικονομική κρίση ήταν το τελευταίο από μια σειρά παραδειγμάτων όπου ένα γεγονός στις παραλλαγές και στις διαφορετικές ενσαρκώσεις του γέννησε μια αφήγηση με κοινή θεματική. Είναι λογικό λοιπόν να περιμένουμε μια σειρά βιβλίων γύρω από την πανδημία και τον εγκλεισμό; Αφηγήσεις γύρω από ένα θέμα οικουμενικό και πρωτότυπο, συνταρακτικό και ταυτόχρονα ενσαρκωμένο με άπειρους διαφορετικούς τρόπους; Το μυθιστόρημα «Η επαφή» του Τόμας Μεϊρέλεβιτς είναι ένα από τα πρώτα βιβλία που απαντούν καταφατικά σε αυτό το ερώτημα.

Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο, 30 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση ενός νέου δολοφονικού ιού και 25 χρόνια μετά το τέλος του μεγάλου πολέμου. Η αρρώστια που σκότωσε τα 1/3 του πληθυσμού μεταδίδεται μέσω της επαφής. Η θνησιμότητα από τον ιό είναι σχεδόν απόλυτη και δεν έχουν βρεθεί εμβόλια ή φάρμακα που να τον περιορίζουν. Για τον λόγο αυτό έχει απαγορευτεί στους ανθρώπους να ακουμπούν ο ένας τον άλλο για οποιονδήποτε λόγο. Οι άνθρωποι έχουν σταματήσει να ζούνε μαζί, οι ερωτικές σχέσεις έχουν απαγορευτεί, οι χειραψίες, ακόμα και οι καυγάδες. Ολοι ζούνε σε ειδικά διαμορφωμένα σπίτια. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα γίνεται σε κουβούκλια. Οι δουλειές, οι δοσοληψίες, ακόμα και οι μεταφορές σε λεωφορεία και μετρό. Ενα 10% έχει ανοσία στον ιό. Ενα μυστικό που δεν ομολογείται ώστε να αποφευχθούν κοινωνικές αναταραχές και διαιρέσεις. Η κυβέρνηση επιτηρεί την κάθε δραστηριότητα ενώ ταυτόχρονα προσφέρει στους κατοίκους μια άνετη διαβίωση στις δεδομένες συνθήκες.

Σε μια μεγαλούπολη που μπορεί να είναι το Λονδίνο ή οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη μητρόπολη ζει ο Νικ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Ο Νικ είναι κατασκευαστής γαντιών, απαραίτητο εξάρτημα λόγω του ιού και ταυτόχρονα αντικείμενο-φετίχ, σύμβολο επίδειξης και ταξικού διαχωρισμού ανάλογα με την ποιότητά του. Τα 45 του χρόνια τον τοποθετούν στην κατηγορία των ανθρώπων που θυμούνται τον παλιό κόσμο και τον αναπολούν, αυτών που προσπαθούν μάταια να προσαρμοστούν στις επιταγές της συνθήκης και να εκτονωθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Ακούει τζαζ στο διαμέρισμά του (μια μουσική που ο ίδιος ταυτίζει με την επαφή και τη σωματικότητα), συχνάζει στο ειδικά διαμορφωμένο μπαρ της γειτονιάς του, συνήθως με τον κολλητό του φίλο Μαρκ, και επισκέπτεται στους ερωτικούς θαλάμους τις κόκκινης ζώνης. Εκεί θα γνωρίσει τη Χάνα, μια πόρνη που κάνει στριπτίζ σε έναν από τους θαλάμους. Και θα την ερωτευτεί. Ενας νυχτερινός ξυλοδαρμός, μια απρόσμενη βοήθεια και μια παράδοξη επαφή θα οδηγήσουν τον Νικ στην καρδιά της αποξένωσης και στην ουσία του αποκλεισμού. Φέρνοντας στην επιφάνεια την ταξικότητα της υγείας, μια κυβερνητική συνωμοσία και τη σημασία της ανθρώπινης προσέγγισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υποχρεωτικές αποστάσεις.

Ο Μεϊρέλεβιτς χρησιμοποιεί στοιχεία της υπάρχουσας κατάστασης έκτακτης ανάγκης για να θέσει θέματα που βρίσκονται στον πυρήνα του σύγχρονου πολιτισμού. Την αποξένωση, την απανθρωποποίηση, τη μοναξιά στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, την υπέρβαση του σώματος μέσα από μια πλαστική σωματικότητα. Το κυρίαρχο στοιχείο που γειώνει το βιβλίο στην αφηγηματική οικειότητα είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η νουάρ αισθητική. Η «επαφή» είναι στην πραγματικότητα ένα hardboiled αστυνομικό μυθιστόρημα, τοποθετημένο στην παραδοξότητα ενός μακρινού κόσμου. Η αφήγηση μέσα από τη φωνή του Νικ, μια φωνή εξαντλημένη σε έναν εξαντλημένο περιβάλλον, μας μεταφέρει την υποκειμενικότητα ενός παρατηρητή σε έναν κόσμο που αποτελείται αποκλειστικά από μονάδες που δεν συναντιούνται. Είναι μοναξιά, ύπαρξη και αγωνία ταυτόχρονα. Η σουρεαλιστική υφή -με τα παράδοξα ζώα που κατοικούν τις πόλεις, τις θεσμοποιημένες νυχτερινές συμμορίες που βγαίνουν στους δρόμους για να τις καθαρίσουν από αστέγους και τους άπειρους διάφανους τοίχους ανάμεσα στους ανθρώπους- δημιουργεί μια αίσθηση παράλογης απειλής αλλά ταυτόχρονα μια μεταφορά για την εσωτερική κατάσταση των ηρώων, για τον μετεωρισμό τους σε έναν σύμπαν που καταρρέει.

Η «Επαφή» περιγράφει έναν κόσμο τραβηγμένο στα άκρα του. Το γεγονός πως, ακόμα και στην υπερβολή του, ο κόσμος αυτός μας φαίνεται οικείος περιγράφει το παράδοξο της κατάστασης που βιώνουμε. Και ταυτόχρονα την ανάγκη να επανεξετάσουμε τον πυρήνα της κοινωνικής μας υπόστασης και των επιλογών μας. Των επιλογών όχι στη συνθήκη της έκτακτης ανάγκης, αλλά της κανονικότητας αυτής που αν την κοιτάξεις από απόσταση μοιάζει εξίσου παράλογη με μια μελλοντική δυστοπική κοινωνία.

(Το κείμενο που μόλις διαβάσατε αποτελεί μια λογοτεχνική κριτική. Αυτό όμως που το διαχωρίζει από το είδος είναι το γεγονός πως ο Τόμας Μεϊρέλεβιτς δεν υπήρξε ποτέ και η «Επαφή» είναι ένα βιβλίο που δεν έχει γραφτεί)

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Η μεγάλη ησυχία


Καθώς περπατάς με τα πόδια σου στο νερό κατά μήκος της παραλίας και η παραλία δεν τελειώνει. Ενώ τα πόδια βουλιάζουν στην υγρή άμμο και το νερό άγουρα κρύο, απροετοίμαστος Μάης μήνας που βάζει τα δυνατά του να φερθεί σαν καλοκαίρι. Και μέσα σε όλα το είχες ξεχάσει. Τη θάλασσα, την κόπωση να είναι ευχάριστη, ακόμα και το περπάτημα. Μα είναι εκεί για να επιστρέφουν. Πάντα επιστρέφουν σαν μισοτελειωμένη φράση που άφησες για μήνες στο γραφείο και τώρα γυρίζεις και την ολοκληρώνεις σαν να μην έφυγες ποτέ. Το νόημα της φράσης σε διακατέχει, με τον ίδιο τρόπο που η φωνή σου επιβιώνει στην ηχώ. Ηχος δικός σου και αντανάκλαση επίσης. Η φράση επαναλαμβάνεται μέσα σου σαν ηχώ ηχούς που εποστρακίζεται στα εσωτερικά τοιχώματά σου και όλο μεγαλώνει. Μια μέρα θα καταλάβει ολόκληρο το σχήμα σου. Και όταν επιστρέψεις στο γραφείο, η φράση θα έχει ολοκληρωθεί πριν καλά καλά τη γράψεις. Και συνεχίζεις το περπάτημα με τα πόδια σου στο νερό, κατά μήκος της παραλίας.
Οι ώρες αυτές μέσα στη ζωή· οι ώρες αυτές που συναντάς τη μεγάλη ησυχία. Ολα γύρω σου μοιάζουν στη θέση τους. Κοντινά, αλλά ταυτόχρονα απόμακρα. Τα νιώθεις πως υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να σε αγγίξουν. Οι περαστικοί περνούν σαν να επιτελούν κάποιο ρόλο. Μόνο για σένα. Μέσα στο δικό σου βουβό τοπίο, όπου οι ήχοι υπάρχουν αλλά δεν σημαίνουν. Το πόδι βουλιάζει. Κι ο χρόνος συνεχίζει. Και εσύ συνεχίζεις. Αλλά κάθε τι υπάρχει δεμένο από τον ίδιο ρυθμό. Σε μια συμφωνία πιο βαθιά από τη συνεννόηση. Θα μπορούσε να είναι συνενοχή. Κάτι μυστικό και την ίδια στιγμή μοιρασμένο. Κάτι που δεν ομολογούμε αλλά μας δένει συνοψίζοντας εμάς του ίδιους μέσα στο μη ομολογημένο νόημά του.
Η ησυχία. Να ξεχειλίζει από μέσα σαν ξαφνική μόνωση που βουβαίνει το περιβάλλον, τοίχος αυθόρμητος, διάφανος που σε μετατοπίζει από συμμετέχοντα σε παρατηρητή. Της θάλασσας, των γύρω ακόμα και του εαυτού σου. Του εαυτού σου κυρίως. Στο κάτω κάτω εκεί συναντιούνται όλα τα υπόλοιπα. Και αποφεύγεις τα γύρω σώματα πότε πατώντας την άμμο και πότε τα φύκια και η σκέψη σου έχει σε τέτοιο βαθμό αγκαλιάσει τον εαυτό της που δεν είναι πια λέξεις. Μόνο βουβές καταφάσεις που σε σπρώχνουν προς τα μπρος, σαν άθροισμα αμίλητων συμπερασμάτων που τώρα συμπεραίνει εσένα και όλο μεγαλώνει. Βουβαίνοντάς σε. Και επεξηγώντας σε μέσα στον ρυθμό του βαδίσματος. Και ο ρυθμός επιστρέφει και κάθε τι μένει ακούνητο ή κουνιέται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και στις δυο περιπτώσεις. Και ενώ ο ήλιος πέφτει, κι ενώ η θάλασσα παγώνει, εσύ σταματάς. Σαν να έφτασες κάπου, σαν τόσα βήματα να μπορούν να ερμηνευτούν αποκλειστικά από το σημείο που βρίσκεσαι τώρα, βαφτίζοντας κάθε προηγούμενη τροχιά προορισμό. Εσύ σταματάς. Και δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω. Μια εικόνα όμοια με αυτές που μόλις άφησες πίσω, μια διαδοχή που απλώς διαδέχεται, ένα ίδιο ακόμα πιο ίδιο. Το τυχαία συμβάν. Χωρίς να συμβαίνει.
Και όμως, εδώ το συναίσθημα είναι πιο βαθύ. Σχεδόν άπατο.
Μια ενότητα. Που είναι πίστη και υπόθεση την ίδια στιγμή. Πιο πολύ αίσθηση, ανατρίχιασμα ή κάτι, ανάμνηση μιας εμπειρίας που δεν έχει βιωθεί. Η ενότητα. Η αίσθηση αυτή που σε κάνει ολόκληρο. Μετά το κλείσιμο στους ίδιους τοίχους, πίσω από τις ίδιες πόρτες για τόσες μέρες. Εστω για λίγο νιώθεις πως κατοικείς σε ένα μέλλον οικείο σαν τον ορίζοντα, σαν την έκταση που δεν σταματά να εκτείνεται. Και ανήκεις. Επιτέλους ανήκεις. Στην έκταση και στον ορίζοντα, στο βάδισμα και στη θάλασσα, αλλά πιο πολύ στην ησυχία αυτή που αναβλύζει μέσα από το κάθε τι γύρω σου και σου υπενθυμίζει. Και σου παρέχει. Και σε συνοψίζει.
Η μεγάλη ησυχία. Που σε ολοκληρώνει σαν να ήσουν φράση παρατημένη στη σιωπή του γραφείου της για μήνες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

Είναι όμορφα έξω


Δύο μήνες μετά. Με μόνη διακοπή τις επισκέψεις για είδη ανάγκης, τις βόλτες με τον σκύλο και καμιά βιαστική βόλτα με το καρότσι. Τι μένει μέσα μας από το μέσα; Να περπατάς από την Κυψέλη στο Σύνταγμα και να το σκέφτεσαι. Πως τα πόδια σου ξεσυνήθισαν τις μεγάλες αποστάσεις, πως πρώτη φορά κοιτάς έτσι τους χιλιοειπωμένους δρόμους. Με το κεφάλι ψηλά προς τα πάνω, όπως όταν επισκέπτεσαι για πρώτη φορά μια ξένη πόλη και προσπαθείς να την δεις ολόκληρη. Λίγο ήθελε και δεν θα έβγαινες. Είναι και ο καιρός σήμερα μουντός, που να τραβήξεις για πορεία μέσα στην πανδημία; Και ενώ είσαι ήδη έξω αμετάκλητα σκέφτεσαι πόσο δύσκολη θα είναι η επιστροφή στην κανονικότητά σου και φοβάσαι πως ίσως να μη θες να πολυβγαίνεις. Και ύστερα λες πως όλοι μας είμαστε μια μπύρα μακριά από τον προηγούμενο εαυτό μας.
Καθώς το σκέφτεσαι και χωρίς να το καλοκαταλαβαίνεις περνάς μπροστά από τα παρατημένα σου στέκια, ορφανά από την επιμονή σου να τα επισκέπτεσαι, σε αναμονή, σαν να σε καραδοκούν. Και υπό το άγρυπνο βλέμμα τους βρίσκεις ξαφνικά γνωστούς, όρθιους πίσω από τις μάσκες, μαθαίνεις νέα τους κατευθυνόμενος προς τη συγκέντρωση. «Σκεφτόμουν να σε πάρω», «την παλεύεις;», «όλα καλά;». Ερωτήσεις γενικές και απόλυτα συγκεκριμένες μες την απροσδιοριστία τους. Αφού όλοι πάνω κάτω ζούμε παραλλαγές του ίδιου θέματος, ο ίδιος κοινός τόπος μας αφηγείται. «Να κανονίσουμε να πάμε καμιά βόλτα για περπάτημα ρε, Φωκίωνος ή κανέναν περιφερειακό.» Ναι να κανονίσουμε.

Φίλοι που ούτε ξέρεις από πότε έχεις να τους δεις – είναι σίγουρα παραπάνω από 2 μήνες, είναι πολύ πολύ περισσότερο- φίλοι με όψεις αλλαγμένες, άλλοι έχουν παχύνει, άλλοι έχουν αδυνατήσει, άλλοι το έριξαν στη γυμναστική, αλλαγμένοι, με κουρέματα πρόχειρα και άστοχα που δοκίμασε η κοπέλα τους, με κεφάλια ξυρισμένα να τελειώνουμε, όλοι αλλαγμένοι με τόσους διαφορετικούς τρόπους αλλά βουτηγμένοι μέσα στην ίδια αλλαγή. «Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση», «και ακόμα δεν έχει αρχίσει». Ένα μέλλον που εκκρεμεί. Όχι να ολοκληρωθεί αλλά να ξεκινήσει. Αυτό που θα μοιάζει με μέλλον. Όχι μια παύση ή μια επανάληψη αλλά ένα αύριο ολοκληρωτικά ξημερωμένο.
Υπήρχε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα. Κάτι μακρινό από τη γιορτινή χροιά που κινείται με τα υπόγεια νερά τέτοιων συναντήσεων. Είναι κάπως σαν να προστέθηκαν μερικές εκατοντάδες μοναξιές και να μην κατέληξαν σε κοινό ψήφισμα. Σαν να ήταν ακόμα νωρίς. Λίγο οι μάσκες που σε κάνουν να μην είσαι σίγουρος για το ποιος σε χαιρετάει, λίγο το σώμα που ξεσυνήθισε να χαιρετά και η φωνή που ξεσυνήθισε από τέτοιες πρόχειρες κουβέντες, λίγο ο μουντός καιρός που κάθεται συννεφιασμένος στη διάθεσή σου. Είναι και αυτή η αίσθηση πως οποιαδήποτε παύση είναι πρόσκαιρη, πως όλα θα επιστρέψουν αγριότερα, πως ο υδράργυρος ζητά πάλι πίσω τον πυρετό του. Και πως στην άκρη του καλοκαιριού μας περιμένει μια νέα κρίση, μια οικονομική μετάσταση αγριεμένη. Να ρίξει κάτω ό, τι κατάφερε να μείνει όρθιο την τελευταία δεκαετία. Κάτι πένθιμο, κάτι βουβό. Που επιστρέφεις στις ίδιες συγκεντρώσεις, που η γενιά σου περιπλανιέται από κρίση σε ύφεση, και από απογοήτευση σε πανδημία. Που ο καιρός μας κάνει να σκορπίζουμε και που ο ίδιος βουβός καιρός μας βαραίνει όλους.

Είναι και αυτή η υγειονομική σαχλαμάρα που έχει ξεκουρδίσει τις κινήσεις σου. Να βάλεις μάσκα. Αφού βάλεις γάντια. Να βγάλεις τα γάντια να καπνίσεις. Και μετά νέα γάντια αφού απολυμάνεις τα χέρια. Να μην κάτσεις κάτω, να χαιρετήσεις με τον αγκώνα, να μην βάζεις τα χέρια στο πρόσωπο. Ναι, ναι η ανάγκη ξέρω. Αλλά και το ανθρώπινο αναγκαίο είναι. Και μας λείπει.
Και ύστερα ο δρόμος της επιστροφής. Δρόμος σερνάμενος με κάτι άδοξο μέσα του. Κάτι που δεν εκπληρώθηκε. «Ανάβεις σε παρακαλώ το θερμοσίφωνο για όταν έρθω;» (πέρνα και μία την οθόνη με απολυμαντικό τώρα). Και ύστερα οι στίχοι του ποιητή. Συνειρμός που σε ακολουθεί σαν επίμονος σκύλος που σε παίρνει από πίσω και σου γαυγίζει για πέντε τετράγωνα: «Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας/ πάμε στο σπίτι μας ν’ ανάψουμε το φως».
Είναι όμορφα έξω. Αλλά όχι και τόσο όταν κουβαλάς τόσο μέσα στα μέσα σου. Που θα πάει. Θα ξανασυναντηθούμε.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως φαντάσματος


Η εποχή της επιδημίας, ο χρόνος ανάμεσα στις καραντίνες, η ανέπαφη εποχή της απόστασης είναι χρόνος πυκνός. Το τέλος της πρώτης μας επαφής με την πανδημία σηματοδοτεί την αρχή μιας εποχής αναστοχασμού και ανασχηματισμού. Μία κοινωνία -δίπλα σε άλλες κοινωνίες- αναζητά τον βηματισμό που θα την κάνει να προχωρήσει ανάμεσα στις νέες εκβάσεις του ιού και των μέτρων, την αναμενόμενη ύφεση και ακόμα χειρότερα τον συνδυασμό των δύο. Ολες οι κατευθύνσεις και τα πεδία είναι ανοιχτά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Το περιβαλλοντικό νομοσχέδιο και το νομοσχέδιο για την Παιδεία αποδεικνύουν πως για μερικούς η νέα κρίση προκύπτει ως μια νέα ευκαιρία (business as usual). Πως η ιδεολογία όχι μόνο δεν μπορεί να παρακαμφθεί, στο όνομα του συναγερμού και της εθνικής συμφιλίωσης που εκβιάζει η συνθήκη της έκτακτης ανάγκης, αλλά όλες οι αλλαγές θα είναι βαθύτατα ιδεολογικές. Ανάμεσα στους νέους όρους και τις νέες συνθήκες έκανε την εμφάνισή του και το νέο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Εκφρασμένο όχι ως ιδιότητα, όχι ως ταυτότητα, αλλά ως απουσία.

Δεν υπάρχει πιο ξεκάθαρο τεκμήριο αυτής της απουσίας από το διάγγελμα του πρωθυπουργού για το τέλος της καραντίνας. Στο διάγγελμα αυτό η οποιαδήποτε αναφορά στον πολύμορφο καλλιτεχνικό χώρο απουσίαζε. Κομμωτήρια και εκκλησίες είχαν προτεραιότητα. Κανένα μέτρο, καμία μέριμνα, καμία βοήθεια δεν ανακοινώθηκε. Με τον τρόπο αυτόν δεν περιγράφεται απλώς μια υποβάθμιση των καλλιτεχνών σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας που δεν αξίζουν αντίστοιχη μέριμνα με άλλους εργαζομένους. Σηματοδοτείται ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου η τέχνη (σε όλες της τις εκφάνσεις) είναι μη αναγκαία, περιττή και τελικά απλώς επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία. Το πορτρέτο του καλλιτέχνη ως φαντάσματος φιλοτεχνημένο από τα πιο επίσημα χείλη.
Στη συνέχεια, μετά την κατακραυγή, τις διαμαρτυρίες και το κύμα υποστήριξης το υπουργείο Πολιτισμού αναγκάστηκε να ανακοινώσει μια σειρά μέτρων. Παρά την πρόσκαιρη ανακούφιση που μπορεί να προκαλούν για μια μερίδα καλλιτεχνών, τα μέτρα αυτά επί της ουσίας κάνουν να διαφαίνεται ακόμη πιο έντονα η αμηχανία της κυβέρνησης στο να διαχειριστεί τον σύγχρονο πολιτισμό στο σύνολό του. Και αυτό, γιατί τα όποια μέτρα κατόπιν εορτής έχουν αποκλειστικά εμβαλωματικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, είναι μια προσπάθεια να διορθωθεί ένα κυβερνητικό λάθος (ο αποκλεισμός των καλλιτεχνών από οποιοδήποτε μέτρο) και όχι ένα πρόβλημα.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η περίοδος των δύο μηνών αλλά κυρίως το αβέβαιο μέλλον. Το πώς ολόκληροι χώροι με πολλαπλές παθογένειες ετών, διαλυμένοι από την κρίση και τα ασύμμετρα μοντέλα που είχαν εφαρμοστεί προ αυτής, δεν θα χαθούν στο σύνολό τους μέσα στην ύφεση και την πανδημία. Αυτό που δεν κατάλαβε η κυβέρνηση (ή, ακόμα χειρότερα, αυτό για το οποίο αδιαφορεί) είναι πως δεν καλείται να διαχειριστεί μια χάρη απέναντι σε πεινασμένους, αλλά ένα αίτημα προοπτικής για το μέλλον διατυπωμένο από μια ενεργή μερίδα πολιτών. Ενα αίτημα για μέτρα και πρωτοβουλίες που δεν θα εξασφαλίζουν άνευ όρων φιλανθρωπία αλλά θα κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην εργασία ακόμα και σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Και η στάση της κυβέρνησης και του υπουργείου κάνουν ακόμα πιο πολύπλοκο τον κόμπο. Μέσα σε αυτήν τη νέα συνθήκη αναδύεται μια νέα υποχρέωση για τους καλλιτέχνες. Να μη σιωπήσουν. Να φέρουν με οποιονδήποτε τρόπο στην επιφάνεια τα προβλήματα του χώρου και τις προτάσεις τους για λύσεις. Αλλά ταυτόχρονα να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά και τις φωνές τους όρθιες για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν σε μια δυσχερή συνθήκη που όλο και θα βαθαίνει. Οι πρωτοβουλίες των καλλιτεχνικών πυρήνων, η πρωτοβουλία Support art workers, η κινητοποίηση των καλλιτεχνικών συλλόγων και σωματείων απέδειξαν πως υπάρχει χώρος όχι μόνο για πρωτοβουλίες αλλά και για νίκες. Για μια επαναδιατύπωση της αλληλεγγύης. Διεκδικώντας όχι μόνο τα αυτονόητα για μια κοινωνία που βρέθηκε απότομα σε μια νέα τρικυμία, αλλά ταυτόχρονα και μια νέα θέση του καλλιτέχνη μέσα σ' αυτήν. Το πορτρέτο του καλλιτέχνη φιλοτεχνημένο από καλλιτέχνες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Τι μένει από την καραντίνα;



Κάθε αναμονή έχει ως κυρίαρχη ανταμοιβή τη λήξη της. Το σημείο που αναδρομικά δικαιολογεί την ύπαρξή της. Μπορούμε να πούμε πως με τα μέτρα χαλάρωσης ισχύει κάτι τέτοιο; Σε καμία περίπτωση. Για αρκετούς λόγους. Πρώτον, γιατί καταλαβαίνουμε πως ο λόγος που δικαιολογεί τη λήξη δεν προκύπτει από τους στόχους της αναμονής ή την επίδοση εκείνων που αναμένουν. Προκύπτει από τις παράπλευρες απώλειες της αναμονής. Το κόστος που αυτή έχει στην οικονομία και στην ψυχολογία των ανθρώπων. Χωρίς εμβόλιο ή θεραπεία. Χωρίς μαζικά και στοχευμένα τεστ ανίχνευσης στον πληθυσμό ή τεστ αντισωμάτων, με μόνο σύμμαχο τον καιρό και τον φόβο που εδώ και δύο μήνες ενσαρκώθηκε και πια ζει εντοιχισμένος στις δειλές χειρονομίες μας εκτός των τειχών. Ατομική ευθύνη, ανοσία της αγέλης και όποιος αρρωστήσει είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του.
Δεύτερον, γιατί, όπως διευκρίνισε ο πρωθυπουργός, η αναμονή αυτή αφήνει παρακαταθήκες: «Αυτές οι παρακαταθήκες αποτελούν εγγύηση για το αύριο. Γιατί δεν κινητοποίησαν μόνο πολύτιμα χαρακτηριστικά του λαού μας, που έμεναν χρόνια σε αδράνεια, αλλά και γιατί προσέφεραν μια νέα ποιότητα στην τραυματισμένη από τον λαϊκισμό Δημοκρατία μας. Σκεφτείτε, στο πεδίο της πολιτικής αμβλύνθηκαν οι επιφυλάξεις και η παλιά καχυποψία. Τώρα, πλέον, οι Ελληνίδες και οι Ελληνες ακούν τους εκπροσώπους της Πολιτείας, ξέροντας ότι θα τους ακούσουν και εκείνοι». Αν κάποιος μεταφράσει τον λαϊκισμό ή τη φράση «ακούμε τους εκπροσώπους της Πολιτείας» με βάση παλαιότερες δηλώσεις μελών της κυβέρνησης, κυβερνητικές πρακτικές αλλά και επιλογές του πρωθυπουργού, μπορεί πολύ εύκολα να καταλάβει τι σημαίνει η δήλωση. Πως η περίοδος της καραντίνας αποκτά νομιμοποιητικό χαρακτήρα για μια σειρά από μέτρα που ούτως ή άλλως η κυβέρνηση προετοίμαζε ή επιθυμούσε διακαώς. Περιορισμός απεργιών και πορειών, ακραία καταστολή, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και νέες μορφές εργασίας, με το κόστος να πέφτει στους εργαζομένους, ακόμα μεγαλύτερη σκλήρυνση των πολιτικών για το μεταναστευτικό, αλλαγές στην παιδεία κ.λπ. Το συμπέρασμα δηλαδή πως για συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους η πολιτική της έκτακτης ανάγκης μπορεί να μην είναι τόσο έκτακτη, αλλά είναι ανάγκη. Το αναγκαίο αυτό σοκ που θα επιτρέψει την άρση ενδοιασμών και αντιστάσεων και θα κανονικοποιήσει το έκτακτο. Με όλο το βίωμα της απομόνωσης, της έμπρακτης αλληλεγγύης και της υπομονής να μεταφράζεται κατά το δοκούν σε κατάφαση υπέρ προαποφασισμένων αλλαγών. Με το φορτίο της προσωπικής θυσίας και κόστους να μεταμορφώνεται ρητορικά και πολιτικά σε υπεραξία που καρπώνεται η κυβέρνηση και επιχείρημα υπέρ μιας ιδεολογίας που κατέστρεψε τα δημόσια νοσοκομεία, κατασπατάλησε με ίδιον όφελος σε συνθήκες συναγερμού και μετέτρεψε την ανάγκη σε επικοινωνία.

Και ο τρίτος λόγος είναι πως η άρση της αναμονής βρίσκεται υπό διαρκή άρση. Κάτι το οποίο ακούγεται λογικό αν λάβουμε υπόψη μας την έλλειψη προετοιμασίας και τη βιασύνη για λήξη της καραντίνας. Αν όμως συνδυάσουμε τον δεύτερο αυτό λόγο με τους δυο προηγούμενους –τον πρωτεύοντα δηλαδή ρόλο της οικονομίας και τις παρακαταθήκες που αφήνει η καραντίνα–, αυτό που παίρνουμε ως συμπέρασμα είναι μια σκληρή διαπίστωση: το γεγονός πως η άρση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων σε μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης αφήνει ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Μια εμπεδωμένη κατάσταση περιορισμού συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων υπέρ ενός γενικότερου καλού. Και αν αυτή τη φορά το γενικότερο καλό ήταν κάτι κοινά αποδεκτό και πασιφανές, ποιος μας εγγυάται πως την επόμενη φορά ο λόγος αυτός θα είναι τόσο ξεκάθαρος και κοινά αποδεκτός;

Το ίδιο ερώτημα ισχύει φυσικά πια για όλες τις κοινωνίες που χτυπήθηκαν –ή θα χτυπηθούν– από τον ιό και η καθεμία θα το απαντήσει με τον δικό της τρόπο. Είναι ζήτημα εμπέδωσης της δημοκρατίας και δημοκρατικού βάθους της κάθε κοινωνίας ξεχωριστά. Το πρόβλημα όμως είναι πως μια διαδικασία παλινωδιών σε σχέση με την καραντίνα (το γεγονός δηλαδή πως μπορεί να επιστρέψουμε στα ίδια μέτρα σε μια βδομάδα, έναν μήνα ή το φθινόπωρο απλώς γιατί η κυβέρνηση έκρινε πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος) επεκτείνει και απλοποιεί την εμπέδωση του περιορισμού, την άρση της άρσης, την απότομη και απόλυτη συρρίκνωση ελευθεριών και δικαιωμάτων. Δημιουργώντας έτσι μια μόνιμη συνθήκη δημοκρατίας υπό διαρκή άρση. Μια εσωτερίκευση της καραντίνας και μετατροπή της σε πολιτικό εργαλείο, προσβάσιμο για αυριανές χρήσεις.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Μέσα στο κουτί


Ο χρόνος περνάει ήσυχα μέσα στο κουτί. Μικρό το περιθώριο για κινήσεις. Κάθε έκταση του χεριού, κάθε τέντωμα του ποδιού αντιστοιχεί σε ένα ταξίδι. Ήσυχοι και ακίνητοι περνούμε τον χρόνο μας μέσα στο κουτί. Μπορείς να κλείσεις τα μάτια. Είναι μια από τις πιο συνηθισμένες μας ασχολίες. Και να προσπαθήσεις να καταλάβεις τη διαφορά. Αφού το κλείσιμο των ματιών δεν έχει μεγάλη διαφορά από το σκοτάδι του κουτιού. Κλείνεις τα μάτια. Ανοίγεις τα μάτια. Κλείνεις τα μάτια. Πάντα σκοτάδι. Δεν είναι όμως το ίδιο. Και ο κάθε τρόφιμος κουτιού του ξέρει. Είναι και τα δύο σκοτάδι. Το ένα όμως απ αυτά είναι δικό σου. Γι’ αυτό το προτιμάς. Τρέχεις εκεί όταν νιώθεις ανασφάλεια, όταν κάτι σε ενοχλεί , όταν νιώθεις να απειλείσαι. Πίσω από τα βλέφαρα, στο αχανές σκοτάδι, στα μέσα τοπία που αναβλύζουν τον ενικό σου.

Κάποιοι λένε πως θυμίζουμε νεκρούς. Έτσι χωμένοι και οριζοντιωμένοι. Ακίνητοι μέσα στο κουτί και μες στην ησυχία. Λένε πως δεν έχει διαφορά. Και όμως είναι η μεγαλύτερη διαφορά στον κόσμο. Ζωντανός μέσα στο κουτί. Έχεις το δικαίωμα να λες: «τουλάχιστον δεν είμαι νεκρός». Και αυτή είναι όλη η διαφορά στον κόσμο.
Δίπλα μας στέκουν κι άλλα κουτιά. Οριζοντιώσεις λίγο πολύ όμοιες με τις δικές μας. Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις πόσα κουτιά είναι. Ακούς κάποιες φορές κινήσεις εκεί μέσα, τα μέλη να κουνιούνται, οι ανάσες να ανασύρονται, κάποιες φορές ακόμα και λέξεις να φτάνουν μέχρι την επιφάνεια. Έτσι γνωρίζεις πως οι γύρω σου είναι ακόμα ζωντανοί. Καθώς επίσης -και αυτή τη φορά με βεβαιότητα- πως και εσύ είσαι ζωντανός. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Είναι πολλοί αυτοί που χάθηκαν. Ήσυχα κουτιά, πιο ήσυχα ακόμα και από τα δικά μας. Κουτιά που τα ανοίγουν και ξαφνικά δεν βρίσκουν μέσα τίποτα. Και δεν γνωρίζουν, αν κάποτε κατοικήθηκαν ή αν έστεκαν άδεια τόσο καιρό δίπλα στα δικά μας. Χλευάζοντάς μας με τον τρόπο τους για την αδυναμία μας να μαντέψουμε με ακρίβεια τι συμβαίνει εκεί μέσα. Είναι αυτό που συμβαίνει και με την βροχή. Πρέπει να βγεις έξω για να καταλάβεις αν βρέχει ή αν όχι.
Όπως είπα στέκουν και άλλα κουτιά δίπλα μας. Και είναι αυτά που μας δίνουν κουράγιο για την εδώ παραμονή μας. Τις ήσυχες νύχτες κουβεντιάζουμε. Αρκεί ένα βήξιμο και η επανάληψή του από το δίπλα κουτί ή η δική σου επανάληψη. Είναι σαν να λες «συνεχίζω» και ύστερα απλά να συνεχίζει. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Η ομιλία είναι κάτι που έχουμε αφήσει πίσω μας. Μια πράξη σχεδόν αποκλειστικά κάθετη χωρίς θέση στο οριζόντιο παρόν μας. Οι λέξεις δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να σπάσει η σιωπή. Ένας ήχος. Μια παύση της παύσης και ύστερα όλα μπορούν να συνεχίσουν σιωπηλά. Είναι που μέσα στην ησυχία, μέσα στην απόλυτη ησυχία ποιος θα μας επιβεβαίωνε πως είμαστε ζωντανοί; Έχουμε ανάγκη τους άλλους για να μας πείσουν. Να μας πουν με την παρουσία τους πως η ακαμψία μας δεν είναι νεκρική ακαμψία, πως η σιωπή μας δεν είναι νεκρική σιωπή.

Μια μέρα το ξέρουμε θα βγούμε από εδώ. Αλλά δεν είναι ακόμα αυτή η ώρα. Θα ανοίξουμε τα ξύλινα καπάκια, τις χαρτονένιες πορτούλες, ό, τι έχει ο καθένας. Θα συρθούμε έξω απ το σκοτάδι. Αλλά δεν είναι ακόμα η ώρα. Θα σηκωθούμε μια μέρα όρθιοι. Θα τεντωθούμε, πίνοντας λαίμαργα όλον τον αέρα του δωματίου. [Το δωμάτιο! Έκταση αχανής, γεμάτη βήματα, τροχιές και αποστάσεις.] Και μέσα στο δωμάτιο θα κοιτάξει ο ένας τον άλλο. Επιβεβαιώνοντας για τελευταία φορά πως τόσο καιρό ακόμα και κλεισμένοι δεν σταθήκαμε μονάχοι. Πως τόσο καιρό χωρίς καμία επαφή ήταν και άλλοι δίπλα μας έτοιμοι να βήξουνε για μας στις πιο επείγουσες στιγμές. Θα δούμε λοιπόν αυτούς τους άλλους και θα τους βήξουμε με ευγνωμοσύνη.

Το ξέρουμε, όλα αυτά τα ξέρουμε, αλλά δεν είναι ακόμα αυτή η ώρα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Θαμμένοι μέσα στην παρένθεση


Πράττουμε με βάση όσα επιτάσσει η ανάγκη. Όχι από κάποια διαταγή ή κάποια απαγόρευση, αλλά εντός ενός πλαισίου περιορισμού τέτοιου ώστε να μπορεί να μεταφραστεί σε αλληλεγγύη. Κάθε μας κίνηση κουβαλά τη σφραγίδα του προσωρινού. Σύντομα ή έστω αργότερα, η επιδημία θα υποχωρήσει και αργότερα θα εξαλειφθεί. Και τόσο έντονα μας σφραγίζει το προσωρινό, ώστε πολλές φορές να ξεχνάμε πως η κοινωνία που ζούμε εκτός από μέλλον έχει και παρόν. Η καθημερινή άρση της κανονικότητας (για λίγο πιο μετά… και ύστερα λίγο πιο μετά…) δίνει στις μέρες μας το σχήμα της παρένθεσης. Αλλά συνεχίζουμε να ζούμε εκεί μέσα, ακόμα αν συχνά ξεχνάμε τους δύο κοίλους τοίχους που μας αποσπούν από την κανονική ροή της πρότασης. Πόσες απαγορεύσεις, πόσες συνταγματικές εκτροπές, πόση σκληρότητα μπορούμε να ανεχτούμε εντός της παρένθεσης; Το γεγονός της προσωρινότητας μάς έχει κάνει να αποδεχόμαστε πιο εύκολα γεγονότα που υπό συνθήκες κανονικότητας δεν θα ήταν αποδεχτά. Και όμως, η αίσθησή μας είναι πως εμείς είμαστε η κανονικότητα και όχι το έκτακτο γεγονός. Πως εμείς συνεχίζουμε κανονικά, ενώ οι συνθήκες γύρω μας αλλάζουνε για λίγο. Με τον ίδιο τρόπο που η παρουσία μας, η ύπαρξή μας κουβαλά το βάρος του μόνιμου, αυτού που δεν γίνεται να εξαλειφθεί. Παρά την φθαρτότητα και την προσωρινότητά μας. Μόνιμοι και πολιορκημένοι από φθαρτότητα συνεχίζουμε εντός της παρένθεσης και η σκέψη μας πάει στους νεκρούς.

Τις πρώτες μέρες της καραντίνας, νέα από φίλους, ειδήσεις και αναδημοσιεύσεις έρχονταν από την Ιταλία, από τη Λομβαρδία και το Μπέργκαμο. Περιγραφές μιας ακραίας κατάστασης για τις συνθήκες στα νοσοκομεία, για τον πανικό, για μια συνθήκη που ξεπερνά το ανθρώπινο και σε αρπάζει από τον λαιμό. Πιο έντονα σε αυτές τις περιγραφές θυμάμαι τους νεκρούς. Τους ανθρώπους που έφευγαν χωρίς να μπορέσουν να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους, τους ανθρώπους που έφευγαν χωρίς κηδεία, περιμένοντας τη σειρά τους για να θαφτούν. Και ανάμεσα σε άλλες καταστροφές αυτή για κάποιο λόγω ξεχώριζε στο βλέμμα μας.
Και ύστερα έφυγε ο Μανώλης Γλέζος και δεν καταφέραμε να πάμε στην κηδεία του. Και ύστερα ο Περικλής. Και μεις καθόμαστε σαν χαμένοι στα μπαλκόνια, λίγο σαν να θρηνούμε και λίγο σαν να προσπαθούμε να διαχειριστούμε την αμηχανία μας. Έχοντας -ίσως για πρώτη φορά- καταλάβει το βάρος των πραγμάτων στην παρένθεση. Δεν κρίνω τους λόγους που τη δημιούργησαν. Θεωρώ πως είναι η σωστή στάση. Μιλώ για το γεγονός ως έχει. Προς το παρόν, είμαστε κοινωνίες χωρίς κηδείες, μόνο με νοερούς αποχαιρετισμούς. Μονάδες που εύχονται υγεία για τους γύρω τους προσθέτοντας στους όλους φόβους τους, έναν ακόμα. Αυτόν που λέει πως δεν θα καταφέρουμε να αποχαιρετίσουμε τους δικούς μας.

Πάνω απ’ όλα η ανάγκη, δεν αντιλέγω. Αλλά υπάρχει ένα συμβολικό φορτίο πιο βαρύ. Μια δομική συνθήκη τέτοια που ορίζει τις κοινωνίες με βάση την αντίληψη και τη διαχείριση των νεκρών. Τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. Αν η όλη παράδοξη διαδικασία της φετινής ανάστασης στα μπαλκόνια έφερε κάποιες σκέψεις, αυτές είναι γύρω από την σημασία της τελετουργίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Ειδικά τις στιγμές που η παραμυθία είναι μια αναγκαία συνθήκη, που το τελετουργικό σε βοηθά να ενωθείς με τη ροή του χρόνου και τους τρόπους της κοινωνίας που έρχονται από τα βάθη, να μοιραστείς το άλγος και να καταφέρεις να συνεχίσεις. Γιατί ο αποχωρισμός δεν αποτελεί στιγμή αλλά διαδικασία. Του ατόμου, αλλά ταυτόχρονα και όλης της κοινωνίας. Μια κοινωνία που δεν αποχαιρετά καταλήγει να είναι μια κοινωνία τραυματισμένη, ανίκανη να θυμηθεί με σωστούς τρόπους. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να φθαρεί ομαλά, μόνο σπάει απότομα σαν στιγμή που έφυγε από τα χέρια μας και τώρα είναι χίλια κομμάτια στα πατώματα.
Γιατί οι νεκροί δεν είναι οι χαμένοι. Είναι οι πραγματικοί μόνιμοι των δικών μας ημερών. Αυτοί που δεν χωρούν σε παρένθεση. Αυτοί που διαρκώς μας κάνουν να επιστρέφουμε στο παρόν μαζί τους. Και αυτό που μας πολιορκεί εντός της παρένθεσης και εντός της καραντίνας είναι απουσία σε αναμονή. Περιμένουμε λοιπόν. Κάποτε θα τελειώσει. Κάποτε θα μπορούμε να χαιρετηθούμε και να αποχωριστούμε και πάλι ανθρώπινα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

«Παρίσι, Τέξας» - Καραντίνα



Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ό,τι δεν είναι ταυτότητα, είναι απόσταση. Και η απόσταση δεν είναι στιγμή, είναι διαδικασία. Απλωμα της ύπαρξης και αναζήτηση μιας επανανοηματοδότησης. Τυχαία περιπλάνηση εκεί που το τυχαίο γίνεται στόχος. Και τελικά εκ νέου ταυτότητα εντός ενός δυναμικού πεδίου, εκεί που τα φορτία μετατίθενται και τα όρια είναι ρευστά.
Μέσα στο αμερικανικό πεζογράφημα μπορούμε να αναγνώσουμε και τα δυο αρχέτυπα. Το αρχέτυπο της ταυτότητας στα βιβλία που βασίζονται στην ανάπλαση της μικρής αμερικανικής πόλης, όπως η επαρχία Γιοκναπατάουφα του Φόκνερ ή το Γουάινσμπεργκ, Οχάιο, του Σέργουντ Αντερσον. Το αρχέτυπο του ταξιδιού και τον τερματισμό. Ακόμα περισσότερο, τον τερματισμό αυτόν που ταυτίζεται με μια ξαφνική αποκάλυψη. Με ένα νόημα που υπάρχει μέσα στον ήρωα αλλά το ταξίδι προκύπτει σαν αναγκαία συνθήκη ώστε να εκκολαφθεί. Η άρση του ρατσισμού και η ανακάλυψη του ανθρώπου από τον Χάκλμπερι Φιν του Τουέιν, η συντροφικότητα και ο δεσμός ανάμεσα στους ανθρώπους μέσα από μια αντισυμβατική ηθική ένωση στα βιβλία του Κέρουακ, ο άνθρωπος γυμνός στην ύπαρξη, τρελός, εμμονικός και μάρτυρας στον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ.
Το πεδίο συμφιλίωσης αυτών των δυο μεγάλων αρχέτυπων θα επιτευχθεί αργότερα, μέσα από τη μεγάλη αμερικανική αφήγηση του road movie. Από τα γουέστερν μέχρι τις δυστοπικές ταινίες. Δεν υπάρχει πιο εμφατική διατύπωση αυτής της συμφιλίωσης από τα λόγια στην αφίσα του Easy Rider: «Ενας άνθρωπος έψαχνε την Αμερική. Και δεν μπόρεσε να τη βρει πουθενά». Και δεν υπάρχει road movie που να συνομιλεί πιο αποκαλυπτικά με το παρόν μας, από το «Παρίσι, Τέξας» του Βιμ Βέντερς.

O Τράβις θα περιπλανηθεί τέσσερα χρόνια. Στο Μεξικό, στην έρημο… Θα φτάσει στο σημείο να σβήσει από πάνω του τη μνήμη ακόμα και την ομιλία. Αλλά τελικά θα επιστρέψει. Θα ξαναβρεί τον γιο του, θα ξαναβρεί τη γυναίκα του. Αλλά μόνο για να τους ξαναενώσει. Ο ίδιος δεν καταλήγει μαζί τους. Φεύγει και χάνεται δακρυσμένος, οδηγώντας μέσα στο ίδιο του το κλάμα. Εδώ ο προορισμός είναι η ίδια η απόσταση.

Η ταινία μαζεύει και αποθηκεύει απόσταση μέσα από το τοπίο. Το μάτι μας αποκτά πλήρη εποπτεία του κενού. Στην έρημο, στους αμερικανικούς αυτοκινητόδρομους, στις ανοιχτές πόλεις που απλώνονται ατελείωτα γύρω από ένα σύμπλεγμα ουρανοξυστών. Στις άπειρες παραλλαγές της ερημιάς. Είναι η απόσταση που διανύει ο Τράβις, ο χώρος που καταναλώνει μέχρι να βρεθεί μπροστά στη γυναίκα του σε ένα sex booth κάπου στο Χιούστον. Και η διαπίστωση πως ένα τζάμι ανάμεσα σε δυο ανθρώπους μπορεί να είναι η μεγαλύτερη απόσταση που θα κληθούν να διασχίσουν στη ζωή τους.

Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στις δυο αποστάσεις είναι και το νόημα της ταινίας, η μοίρα των ηρώων, το δίδαγμα της ερημιάς. Γιατί η πραγματική απόσταση που προσπαθούσε να καλύψει ο Τράβις στο «Παρίσι, Τέξας» ήταν αυτή ανάμεσα σε δυο πρόσωπα. Ταυτίζοντας τον χώρο με τον χρόνο, προσπαθώντας να επιστρέψει σε μια άλλη εποχή διασχίζοντας αχανείς εκτάσεις. Ακόμα και αφού συναντήσει τη γυναίκα του, ακόμα και αφού της μιλήσει και της εξομολογηθεί, δεν θα καταφέρει να τη φτάσει. Γιατί η απόσταση εδώ έχει γίνει ταυτότητα, πόλη φτιαγμένη για να κατοικηθεί αποκλειστικά από τον Τράβις.

Στις μέρες που διανύουμε νιώθουμε πως επαναδιαπραγματευόμαστε τα σύνορα και τις αποστάσεις ανάμεσα σε εμάς και τους γύρω. Ισως τώρα ακριβώς να είναι η ώρα της συνειδητοποίησης για το τι σημαίνει απόσταση και για το ποιες αποστάσεις ορίζουν το σχήμα της ζωής μας. Και δεν υπάρχει πιο ακριβής οδηγός, πιο ευκρινής πυξίδα για αυτό το ταξίδι μας από την ταινία του Βιμ Βέντερς. Το «Παρίσι, Τέξας» μας μιλά για την πραγματική απόσταση. Οχι αυτήν των μέτρων και της επικαιρικής καραντίνας, αλλά για την καραντίνα ανάμεσα σε δυο πρόσωπα που χάνονται οριστικά. Για την ερημιά στα μέσα που έρχεται να συνομιλήσει με την ερημιά των τοπίων. Στις πόλεις με τους άδειους δρόμους εξελίσσεται σήμερα το road movie των δικών μας προσωπικών αποστάσεων. Το ταξίδι της αυριανής μας ταυτότητας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2020

Ο Εντουαρντ Χόπερ και η εποχή της μεγάλης απόστασης


Από τον ερχομό της γενικευμένης καραντίνας είναι σπάνιο να ξεφυλλίσεις μια εφημερίδα ή να κατέβεις έναν διαδικτυακό τοίχο χωρίς να πετύχεις έναν πίνακα του Εντουαρντ Χόπερ. «Είμαστε πια όλοι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ», έγραφε ένα πρόσφατο άρθρο στον Guardian. Ενα από τα άπειρα άρθρα και τις χιλιάδες καταφάσεις που βάφτισαν τον Αμερικανό ζωγράφο, «ζωγράφο της εποχής του κορονοϊού». Και είναι εύκολο να καταλάβεις γιατί. Οι αποστάσεις των σωμάτων, η μοναξιά των ατόμων, η μόνωση χωρίς την άμεση και εμφανή παρουσία μιας εξωτερικής απειλής που θα συναντήσεις στους πίνακες συνηγορούν στο παρόν μας. Μες στον ενθουσιασμό της επικαιροποίησης ξεχνάμε τον αρχικό πίνακα και βλέπουμε εκεί μόνο το παρόν αυτό και τον εαυτό μας. Τις δικές μας συνθήκες. Ξεχνάμε το περιεχόμενο και εντυπωσιαζόμαστε με την αίσθηση αυτήν που σου δίνει η ακρίβεια που έρχεται από μια απροσδόκητη εποχή· η ακρίβεια που αντιμετωπίζουμε σχεδόν σαν μαντική ικανότητα. Πέρα από την τέχνη και πέρα από την αρχική πρόθεση. Τι είναι όμως αυτό που βλέπουμε πέρα από τη δική μας προβολή στους καμβάδες;

Είναι πολλά αυτά τα οποία μπορούμε να περιγράψουμε ως κρίσιμα στην τέχνη του Χόπερ. Την καταλυτική σημασία του φωτός, τη δυναμική αντίθεση φύσης και ανθρώπου, τα κτίρια ως φυλάκια του πολιτισμού τοποθετημένα ακριβώς στα όριά του. Εδώ όμως νομίζω πως είναι πιο σημαντικό να παραμείνουμε στις μορφές που απεικονίζονται. Στους ήρωες του Χόπερ.
Στον «άλλο» ρεαλισμό του Χόπερ η σκηνοθεσία κυριαρχεί της αποτύπωσης (του φωτογραφικού ρεαλισμού). Οι πίνακες δεν αποτελούν μια πρόταση για το πώς τα πράγματα μοιάζουν, αλλά για το πώς μοιάζουν μέσα στον χώρο, πώς υπάρχουν ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα. Σε σχέση και σε συνομιλία με αυτά. Οι ήρωες μοιάζουν ισόβιοι. Και σχεδόν πάντοτε φτάνουν στα μάτια μας ως φορείς μιας έντασης. Μιας έντασης που προκύπτει από μια στάση που μαρτυρά ταυτόχρονα κίνηση και ακινησία. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη γαλήνη των επιφανειών που τους περιβάλλουν, των γύρω αντικειμένων. Μέσα από την αποστασιοποίηση αυτήν, ο Χόπερ καταφέρνει να κάνει ορατές τις ρωγμές της ζωής, αυτό που ο Χάντκε σχολιάζοντας τους πίνακές του ονόμασε στοιχείο τού «θλιβερά πραγματικού».

Κεντρικό σημείο της σκηνοθεσίας αυτής είναι η πρόσκληση του δικού μας βλέμματος στην ενεργοποίησή της. Το όριο ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό σχεδόν πάντα καταλύεται (τα τζάμια αν και νοητά δεν έχουν λεκέδες, αντανακλάσεις ή επιφάνεια). Ο τρόπος αυτός κάνει ακόμα πιο έντονη την αίσθηση της οικειότητας που δημιουργούν τα μοτίβα. Το βλέμμα μας πλησιάζει σχεδόν ηδονοβλεπτικά και η συμμετοχή μας με τον τρόπο αυτόν εκμαιεύεται. Η όρασή μας καθιστά τους ήρωες ευάλωτους, γι’ αυτό ορατούς. Υπογραμμίζοντας έτσι τη μοναδικότητα του καθημερινού ατόμου, οριοθετημένου από τη μοναξιά και την απομόνωση. Φτάνοντας τελικά μέχρι τον μη εξομολογημένο πυρήνα: τις καταπιεσμένες επιθυμίες, την πολιορκία του ανθρώπου από τη ροή του χρόνου, την ύπαρξη μέσα στη συνύπαρξη. Το υπόγεια ανθρώπινο.
Ο ίδιος ο ζωγράφος περιέγραφε τους πίνακές του ως «μεταφορές της σιωπής». Τα έργα του αποτελούν μετασχηματισμούς του πραγματικού μέσω μιας πρωτόγνωρης υπαινικτικής δύναμης. Είναι εστιάσεις σε αυτό που διαρκώς περισσεύει από την κανονική ροή των ημερών μας σε συνθήκες ομαλότητας. Σε αυτό που μένει στο περιθώριο, σε αυτό που κατοικεί αλλά δεν μιλιέται. Ο Εντουαρντ Χόπερ απεικονίζει αυτό που δεν βλέπουμε, γι’ αυτό και η έκτακτη συνθήκη μας τον καθιστά εκ νέου ορατό.

Το έργο τέχνης, βέβαια, αποσπάται από τον δημιουργό και από τις προθέσεις του, ακόμα και από την εποχή που το περιέχει. Κατακτά νέα φορτία, νέες σημασίες και μαζί νέο παρελθόν. Κάθε εκ νέου ζωή και εκ νέου νοηματοδότηση είναι νόμιμη. Αν και είναι σίγουρο πως στο μέλλον θα μπορούμε να δούμε τους πίνακες του Χόπερ ξανά, με πιο καθαρό μάτι, ταυτόχρονα πιστεύω πως κάτι στους πίνακες πάντοτε θα μας υπενθυμίζει την εποχή της καραντίνας. Κάτι μέσα στα έργα του έχει εγκλωβίσει την εποχή που διανύουμε και την έχει κάνει κομμάτι δικό τους. Μαζί με οτιδήποτε άλλο, οι πίνακες του Χόπερ πάντοτε θα μας θυμίζουν την εποχή που τώρα διανύουμε. Την εποχή της μεγάλης απόστασης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Ο μεγάλος αδελφός και ο μεγάλος οικείος



Μέσα στην έκτακτη συνθήκη της καραντίνας εξετάζονται ταυτόχρονα διαφορετικά όρια με πολλαπλούς τρόπους. Τα όρια των αντοχών μας, τα όρια της αλληλεγγύης, τα όρια του βομβαρδισμένου δημόσιου συστήματος υγείας και πολλά άλλα. Είναι ακριβώς το έκτακτο της κατάστασης, οι περιορισμοί, οι βίαιες αλλαγές λόγω συνθηκών που δίνουν το περιθώριο σε πειράματα και δοκιμές που κάποτε θα έμοιαζαν απίθανα.

Στο επίπεδο των εργασιακών δικαιωμάτων και συνθηκών εργασίας, στις ελευθερίες και στα δικαιώματα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα μέσα ενημέρωσης. Μόνο που εδώ οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν οριστεί καιρό τώρα. Από την είσοδο στην κρίση και τις μνημονιακές εποχές, από το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την πρωθυπουργία, από τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Για παράδειγμα, η στοχοποίηση των πολιτών με κατασκευασμένα ρεπορτάζ και η χρήση των ρεπορτάζ αυτών από την κυβέρνηση προς διευκόλυνση της εκτέλεσης των κυβερνητικών αποφάσεων δεν αποτελεί κάτι πρωτότυπο. Ετσι ορίστηκε η ενημέρωση από τα κυρίαρχα μέσα καθ' όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Η μετατόπιση βρίσκεται ακριβώς στην αντίθεση ανάμεσα στον κυνισμό της πράξης αυτής, από τη μία, και το έκτακτο και δύσκολο της κατάστασης από την άλλη.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με αυτό που σε προηγούμενο άρθρο της στήλης είχαμε περιγράψει ως «κατασκευή της οικειότητας». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέσα από μια σειρά πρωτοσέλιδα και στημένα ρεπορτάζ από τα φίλα προσκείμενα μέσα ενημέρωσης παρουσιαζόταν ως μια οικεία φιγούρα, καθημερινή και ταυτόχρονα υπεράνθρωπη, ως ένας πολιτισμένος άριστος που τρώει ψάρι, ως ένας ομορφάντρας που δεν φοβάται τις υποχρεώσεις. Απτός και ταυτόχρονα απομακρυσμένος στο βάθρο του επιτεύγματος. Η αγιογραφία του πρωθυπουργού από τα «Νέα» με τίτλο «Εγώ και η καραντίνα» την προηγούμενη εβδομάδα περιγράφει τη συνέχεια αυτής της λογικής αλλά ταυτόχρονα και τη μετατόπισή της. Οχι μόνο γιατί προβλήθηκε ταυτόχρονα από όλα τα κανάλια και την κρατική τηλεόραση, όχι μόνο γιατί συμβαίνει εντός αυτής της περιόδου έκτακτης ανάγκης. Αλλά γιατί συνεχίζει ένα αφήγημα που τώρα έχει στόχο να καρπωθεί την υπεραξία της έκτακτης ανάγκης. Το αφήγημα του μεγάλου οικείου.

Ο μεγάλος οικείος είναι ο ξάδερφος του μεγάλου αδελφού σε μια εποχή που προτιμά πιο εκλεπτυσμένους τρόπους ελέγχου, πειθάρχησης και προπαγάνδας από τις στεγνές εντολές. Μια εποχή που γνωρίζει πως μια πρόφαση ελευθερίας επιλογής μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο αποτελεσματικά από μια διαταγή (μικρή σημείωση: η στάση της κυβέρνησης τόσο στο μεταναστευτικό όσο και στην καταστολή δεν διαφέρει σε τίποτα από τις απολυταρχικές διαταγές των –όχι και τόσο- μακρινών ξαδέρφων). Γιατί ο μεγάλος οικείος είναι ένας από εμάς. Ιδιος με εμάς. Τόσο ίδιος που μπορεί να ξεχωρίζει και να μας οδηγεί.
Ο μεγάλος αδελφός απειλεί και προστάζει. Ο μεγάλος οικείος προτρέπει, αλλά με ηθικούς όρους τέτοιους ώστε να αποκλείει την κάθε άρνηση. Ο μεγάλος αδελφός τιμωρεί, ενώ ο μεγάλος οικείος απογοητεύεται υπερθετικά μεταφέροντας την απογοήτευση στο όριο της επίπληξης. Ο μεγάλος αδελφός επιβάλλει στους άλλους το πώς πρέπει να συμπεριφερθούν. Ο μεγάλος οικείος συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του σε αυτή την απόφαση. Ακόμα και αν οι δικοί του όροι είναι πιο ίσοι γι' αυτόν απ' ό,τι για τους άλλους.
Ο μεγάλος αδελφός καταπνίγει την αντίθεση. Ο μεγάλος οικείος μέσα από την οικειότητα προσπαθεί να εκμαιεύσει την άρση της. Ο μεγάλος αδελφός υπάρχει στο μεγάλο πέρα. Και η απουσία του (πανταχού παρούσα) είναι η επιτήρησή μας. Ο μεγάλος οικείος υπάρχει στο μικρό εδώ. Κατοικεί μέσα στις δικές μας κινήσεις και συνήθειες βεβαιώνοντάς μας πως τις ακολουθεί και ο ίδιος. Ο μεγάλος αδελφός κατασκευάζει το κανονικό. Κι εμείς τρέχουμε να το καταφέρουμε και να το εφαρμόσουμε. Ο μεγάλος οικείος είναι το κανονικό. Κι εμείς, η αποτυχία μας να το επιτύχουμε.
Εκλεπτυσμένη ή χοντροκομμένη, διακριτική ή εξεζητημένη, μέσα από έναν μεγάλο οικείο ή έναν μεγάλο αδελφό, η προπαγάνδα ακούγεται το ίδιο κακόηχη. Και ακόμα περισσότερο στην ησυχία των άδειων δρόμων της καραντίνας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Η επαφή ως δυστοπία



Το σχήμα του κόσμου όπου ζούμε ισούται με την απόσταση ανάμεσα σε δύο σώματα. Το πλησίασμα είναι η οριακή στιγμή, μια στιγμή που ισούται με σύγκρουση, με πτώση, με θανατηφόρο ατύχημα. Ενώ περπατάς θυμίζεις το περπάτημα ενός παιδιού που προσπαθεί να συγχρονίσει το βηματισμό του με τα τετράγωνα του πεζοδρομίου. Έτσι αποφεύγεις τους γύρω σου. Μόνο που οι δικές σου αποστάσεις δεν έχουν τίποτα το αθώο. Έχουν φόβο και ενοχή. Και ταυτόχρονα νοιάξιμο όταν σκέφτεσαι πως εσύ ο ίδιος μπορεί να είσαι ο κρίκος της μετάδοσης, ακόμα και άθελά σου. Και έτσι περπατάς μετεωριζόμενος, από τετράγωνο σε τετράγωνο, από δουλειά σε δουλειά, στους διαδρόμους του σούπερ μαρκετ που χωρά αποκλειστικά ένας, στις ουρές έξω από τα μαγαζιά όπου το βλέμμα πάντα έχει κάτι το καχύποπτο, στη βόλτα με το σκύλο που προσπαθείς να μεταδώσεις και στο τετράποδο τη δίποδη απόστασή σου. Η γεωγραφία του ιού είναι ένας άτλαντας από περιοχές που ποτέ δεν συναντήθηκαν. Από Ηπείρους που έμειναν ανεξερεύνητες η μία από την άλλη για δικό τους καλό. Καμία επιδημία δεν θέρισε τους ιθαγενείς πληθυσμούς τους, καμία γρίπη δεν άλλαξε τη σύσταση της ανθρώπινης κατανομής. Οι επισκέπτες δεν μοίρασαν εδώ τις μολυσμένες τους κουβέρτες στους ινδιάνους. Όσο τα σώματα δεν πλησιάζουν μοιάζουν ασφαλή. Αρκεί να είναι καλυμμένα με μεμβράνες απόστασης. Μάσκες και γάντια, συμπυκνωμένο μακριά για κάθε χρήση. Ιδιωτικότητα φορεμένη σε λειτουργικά εργαλεία.

Και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως πάντοτε υπήρχαν συναλλαγές που σε προετοίμαζαν. Ο γκισές αποστάσεως στην τράπεζα και τα ταχυδρομεία, το γυαλί στα εκδοτήρια εισιτηρίων. Εικόνες κινηματογραφικές, όπως το γυαλί στα επισκεπτήρια των φυλακών, όπου επισκέπτης και επισκεπτόμενος μιλούν μέσα από ένα τηλέφωνο ενώ βρίσκονται ο ένας μπροστά στον άλλο σε απόσταση μιας ανάσας και ενός γυαλιού (γιατί είναι τέτοια η πραγματική απόσταση ανάμεσα στον φυλακισμένο και τον ελεύθερο που ακόμα και όταν βρίσκονται δίπλα δίπλα για να έρθουν σε επαφή πρέπει να τηλεφωνηθούν). Η σκηνή αυτή από το Παρίσι- Τέξας, στο sex booth. Εκεί όπου ένας άντρας βρίσκει την πρώην γυναίκα του να δουλεύει σε θαλάμους ιδιωτικού στριπτίζ. Και με το τζάμι ανάμεσά τους της εξομολογείται, της ζητάει συγχώρεση, της ζητάει επαφή. Και όλα αυτά τα πλάνα με ανθρώπους μόνους σε αχανείς γυάλινους ουρανοξύστες, να στέκουν στηριγμένοι με το χέρι τους σε ένα γυάλινο τοίχο που δεν ανοίγει. Έναν γυάλινο τοίχο υπερυψωμένο που τους χωρίζει ταυτόχρονα από την πόλη και από το χάος. Γιατί οι άλλοι εκεί έξω είναι πάντοτε η πόλη και το χάος.
Στην κοινωνία της ελάχιστης απόστασης στην οποία ζούμε, εδώ που το κάθε τι απέχει ένα κλικ δεν θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε πιο μακριά. Δεν είναι εσωστρέφεια, δεν είναι επιστροφή στον εαυτό, δεν είναι τρόπος να αναδιοργανώσεις τα μέσα σου. Είναι ξερίζωμα. Γιατί οι άλλοι είναι αυτοί που μας συγκροτούν. Ακόμα και όταν τους κρατούμε σε απόσταση. Αρκεί να ξέρουμε πως μπορούμε να ορίσουμε την άρση αυτής της απόστασης. Αρκεί να γνωρίζουμε πως η επαφή εμφιλοχωρεί σε κάθε στιγμή μοναξιάς. Πως κάθε μοναξιά είναι μια συνάντηση που αναβλήθηκε και μια αντιστροφή αυτού του σχήματος σε μια επιθυμητή προοπτική. Αλλιώς κάθε τι γίνεται δυσβάσταχτο.

Η επαφή μεταμορφώνεται σε δυστοπία. Και αυτός είναι ο πραγματικός ιός. Ο ιός του θανάτου ως αντικείμενο στατιστικής που συμβαίνει κάπου μακριά, κάπου έξω από το μονωμένο περιβάλλον μας, ο ιός του διαδικτύου ως μοναδικού ομφάλιου λώρου με το πραγματικό, ως μοναδικός αναπνευστήρας που φέρνει λίγο αέρα από την επιφάνεια, ο ιός του μέλλοντος ως μια συνθήκη κανονικότητας που θα θυμίζει έστω και λίγο την έκτακτη ανάγκη του παρόντος μας.
Μας λείπει η ελευθερία να μείνουμε μόνοι μας. Που είναι ακριβώς το αντίθετο από την υποχρέωση να μείνουμε μόνοι. Γιατί ο άλλος είναι πάντοτε το καταφύγιο. Καταφύγιο ακόμα και της μοναξιάς μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Με τον Αστερίξ στη χώρα πέρα από τον χρόνο


Με τον τρόπο που το εύχεσαι σε πρόσωπο οικείο και αγαπημένο, σε κάποιον μακρινό θείο ξεχασμένο από τον χρόνο. Με τρόπο σχεδόν τρυφερό, σχεδόν παρήγορο. Στα 92 του, στο σπίτι του, στο κρεβάτι του, από ανακοπή στον ύπνο του. Ετσι έφυγε στις 24 του Μάρτη από τη ζωή ο Αλμπέρ Ουντερζό, συνδημιουργός και ζωγράφος του Αστερίξ. Γιατί ο Ουνερζό ήταν ο μακρινός θείος όλων μας. Ο μεγάλος μας οικείος ακόμα κι αν οι περισσότεροι δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε το πρόσωπό του στη μνήμη μας. Ανακαλούμε όμως διαρκώς τα πρόσωπα που δημιούργησε, όλους του ήρωες που πέρασαν από τις σελίδες των Αστερίξ, πρόσωπα με τα οποία συναντηθήκαμε τόσο πολλές φορές που κατέληξαν συγγενικά. Γιατί οι ιστορίες του Γκοσινί και τα σκίτσα του Ουντερζό είναι οι εφευρέτες του άλλου χρόνου μας.

Αυτό που επικρατεί στα Αστερίξ είναι μια ιστορικά ακριβής αχρονικότητα. Εκεί όπου το παρελθόν συναντιέται με τρόπο αρμονικό με τα σύγχρονα γεγονότα, τα σύγχρονα ήθη συνυπάρχουν με τρόπους παλαιούς, ενώ ιστορικά πρόσωπα διαφορετικών εποχών συναθροίζονται μέσα στη γελοιογραφία ενός χρόνου συνολικού, πέρα από τον αναχρονισμό. Ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Βερσιζεντόριξ συναντούν τους Μπιτλς και τον Κερκ Ντάγκλας, οι γαλέρες και τα ρωμαϊκά στρατόπεδα το μποτιλιάρισμα και την ξενοφοβία. Οι ήρωες δεν γερνούν, τα γεγονότα που πέρασαν σπάνια επηρεάζουν την κατοπινή ζωή τους. Οι ήρωες και τα γεγονότα συμμετέχουν στην ιστορία με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί φαντάζεται τον εαυτό του στο παρελθόν, όταν διαβάζει μια ιστορία. Δίπλα στα ιστορικά πρόσωπα, πρωταγωνιστής αλλά πάντοτε με διακριτική παρουσία, με το ανάστημα που μόνο τα παιδικά χρόνια μπορούν να δώσουν. Παντοδύναμος, αθώος και αγαπητός. Ακριβώς σαν τον Οβελίξ και τον Αστερίξ.
Και ταυτόχρονα, παράλληλα με την παιδική υφή του κόσμου, παράλληλα με το ατελείωτο χιούμορ και με τη γελοιογραφία της ζωής απλώνεται η εμμονική συνέπεια των δημιουργών στην ιστορική ακρίβεια. Αντλώντας ιστορίες και λεπτομέρειες από τους Βίους του Πλουτάρχου, τον Τάκιτο και το Bello Gallico του Ιούλιου Καίσαρα, τόσο στη ροή της αφήγησης όσο και στην αποτύπωση του σκίτσου, ο Γκοσινί και ο Ουντερζό γειώνουν τη φαντασία στην πραγματικότητα αίροντας την αντίθεση μεταξύ τους. Και εντός αυτής της άρσης περνούν μερικοί από τους πιο αγαπημένους ήρωες που αποθηκεύσαμε στον παιδικό μας χρόνο.

Είναι αυτοί οι λίγοι, οι ευτυχισμένοι λίγοι. Εγκλειστοι και περιφρουρημένοι, οι Γαλάτες του μικρού χωριού είναι οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι στον κόσμο. Περιορισμένοι, ταξιδεύουν ανελλιπώς σε κάθε μήκος και πλάτος, αν και αριθμητικά ελάχιστοι επικρατούν απέναντι στην πραγματικότητα μιας αχανούς αυτοκρατορίας και τελικά κερδίζουν παραμένοντας αθώοι. Οι ήρωες ερωτεύονται κοκκινίζοντας, βοηθούν ο ένας τον άλλο χωρίς ανταλλάγματα, καταναλώνουν την υπερβολή των ατελείωτων πιάτων και όταν καβγαδίζουν κανείς δεν παθαίνει κακό. Γιατί τα Αστερίξ δεν ηθικολόγησαν ποτέ. Οι περιπέτειες των ηρώων, οι νίκες, οι ήττες και οι εκβάσεις του κάθε μύθου ποτέ δεν ορίστηκαν από ένα απόλυτο καλό με όρους ιδανικού ή απαράβατης αλήθειας. Πίσω από τα κίνητρα των ηρώων, πίσω από την ανθρωπινότητα των πρωταγωνιστών αυτό που επικρατεί είναι η ηθική της φιλίας, οι άγραφοι κώδικες της παρέας, όπως αυτοί ενσαρκώνονται περισσότερο από οπουδήποτε στη σχέση του Αστερίξ με τον Οβελίξ. Μια σχέση που διεκδικεί μαζί τους και ο αναγνώστης στην κάθε του νέα ανάγνωση.

Γιατί δίπλα στον χρόνο των ιστοριών του Αστερίξ και του Οβελίξ, δίπλα στον χρόνο των αναφορών (από τον Σπάρτακο μέχρι το rock and roll) και στον χρόνο των δημιουργών (του Γκοσινί και του Ουντερζό) έρχεται τελικά να προστεθεί και ο χρόνος του αναγνώστη, το διαρκές παρόν της ανάγνωσης. Ενα παρόν που ενώ προχωρά μέσα στις ηλικίες -από ανάγνωση σε νέα ανάγνωση- και ενώ οι αναγνώστες τελικά μεγαλώνουν, αυτό δεν αλλάζει. Ακόμα και αν κάθε ηλικία μας κατασκευάζει έναν διαφορετικό αναγνώστη με διαφορετικά φορτία και διαφορετικές απαιτήσεις, η επιστροφή στα Αστερίξ μάς επαναφέρει στην πραγματικότητα του ενός αναγνώστη. Εκεί που όλες οι ηλικίες και οι αναγνώσεις συνυπάρχουν συμφιλιωμένες.

Ακόμα και μέσα στο χάος των ημερών, με την αναγγελία του θανάτου του Ουντερζό, η παιδική μας ηλικία μοιάζει να γέρασε απότομα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Με σφιγμένα τα δόντια


Εκλεισε μια βδομάδα. Αλλά ο χρόνος είναι σχετικός. Πάντοτε ήταν. Μόνο που τώρα αντιλαμβανόμαστε με τον πιο εμφατικό τρόπο το τι σημαίνει αυτή η χρονική σχετικότητα. Στην πραγματικότητα αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο με βάση τη ροή του, τα γεγονότα που τον γεμίζουν. Η βδομάδα που πέρασε συμπίπτει μόνο κατ’ όνομα με περασμένες εβδομάδες. Είναι κάτι διαφορετικό. Με άλλο περιεχόμενο και άλλα σύνορα. Δεν ήταν λοιπόν μία εβδομάδα. Ηταν η πρώτη εβδομάδα. Από κάτι νέο. Από μια νέα συνθήκη που περιλαμβάνει και τον χρόνο, που ορίζει διαφορετικά τις αποστάσεις. Τις χρονικές αποστάσεις, τις τοπικές αποστάσεις, αλλά κυρίως τις αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Η κατάσταση που ζούμε -και εδώ εννοώ την καθημερινή κατάσταση, όχι την πλανητική μέσω της ενημέρωσης και της πληροφορίας- έχει όρους αλλαγμένους αλλά όχι τελείως καινούργιους. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι αλλαγή. Είναι μετατόπιση. Εστίαση. Απόλυτη έμφαση στο ήδη υπαρκτό. Στον κοινωνικό πυρήνα της οικίας. Καθένας οχυρώνεται στην οικειότητά του. Το σπίτι ξαφνικά ονομάζεται καταφύγιο.
Ολα τίθενται σε δοκιμή. Οι αντοχές, η οπτική, τα θεμέλια. Οι σχέσεις μας με τους δικούς μας. Μέσα από αυτές βιώνουμε μια υποχρεωτική εμβάθυνση. Τους μαθαίνουμε από την αρχή. Τους φίλους σε απόσταση. Μαθαίνουμε να τους αναζητούμε από την αρχή.
Είναι μόλις η πρώτη εβδομάδα. Δεν μπορώ να ξέρω ποια η συνέχεια και είμαι ο τελευταίος που θα προβεί σε επιστημονικοφανείς μαντείες. Ηδη όμως υπάρχουν αρκετά για να ανησυχείς πέρα από την εξάπλωση του ιού. Για την εργοδοτική αυθαιρεσία, τις απολύσεις, τις συνθήκες εργασίας στις συγκεκριμένες συνθήκες. Για τους άστεγους. Γι' αυτούς που βρέθηκαν κλεισμένοι και μόνοι, έκθετοι στα σαγόνια της πιο πεινασμένης μοναξιάς. Και πάνω απ' όλα για τους πρόσφυγες και τις άθλιες συνθήκες, που γίνονται ακόμα αθλιότερες, στον εγκλεισμό της κρατικής ντροπής.  Για τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων. Για τη στιγμή του ερχομού της κλιμάκωσης. Και κυρίως για την αυριανή μέρα. Πώς θα είναι το αύριο, όταν επιτέλους το αύριο φτάσει;

Εξω επικρατεί μια περίεργη ησυχία. Είναι η ξαφνική ησυχία που επικρατεί σε μια σπανίως χιονισμένη Αθήνα. Ξαφνική κάθε στιγμή. Και ύστερα ξαφνική και πάλι. Οπως την κοιτάζεις νύχτα από το παράθυρό σου. Από το θερμό σου καταφύγιο. Στο καταφύγιο και εδώ. Πολιορκημένοι από έναν θάνατο σε αναμονή. Μια απειλή ασαφής και απολύτως συγκεκριμένη. Ασαφής όταν η φαντασία πάει να την προσαρμόσει στα δικά μας πρόσωπα. Συγκεκριμένη στα ανακοινωθέντα και στους διεθνείς δείκτες, στους αριθμούς που δεν γίνονται πρόσωπα και βιογραφίες, μόνο μια τρομαχτική στατιστική που όλο και θεριεύει.

Και αυτή η διαρκής απειλή. Στη χώρα του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου ταυτόχρονα. Στα ελάχιστα σταγονίδια και στις χειραψίες, στο άγγιγμα και στο λάθος βήμα. Και ταυτόχρονα στην πλανητική της κλίμακα, στα σημεία αυτά στον παγκόσμιο χάρτη που αιμορραγούν, μια κοινή πληγή χωρίς παραλλαγές. Γιατί το όλον για να είναι ολόκληρο, οφείλει πάντοτε να έχει δύο μεγέθη.
Θα σφίξουμε τα δόντια. Θα μάθουμε ξανά από την αρχή να κοιτάζουμε τους δικούς μας περισσότερο στα μάτια. Να μετράμε τις ώρες μαζί τους, να εφευρίσκουμε τις ώρες μας γι' αυτούς. Και θα μάθουμε να ανησυχούμε. Από πιο βαθιά αυτή τη φορά. Για εμάς και για τους γύρω μας. Γιατί κάθε θάνατος φιλτραρισμένος από μια κοινή απειλή γίνεται ακόμα και ασυναίσθητα θάνατος ενός οικείου. Ενός οικείου που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε ποτέ. Μέσα στην αγωνία όλοι γειτονεύουμε. Ανταλλάσσοντας χειραψίες. Στη σιωπή και στην απόσταση.

Και έτσι, μέσα στην επιβεβλημένη απόσταση και στο υποχρεωτικό κενό ανάμεσα στα σώματα μαθαίνουμε να πλησιάζουμε τους άλλους. Να ενδιαφερόμαστε. Στην περίεργη αυτή εποχή όπου ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσεις τον άλλον είναι να μείνεις μακριά του.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

Σκέψεις στο ξεκίνημα της επιδημίας



Αν ο ιός που μεταδίδεται καταφέρνει κάτι πριν μας ακουμπήσει, αυτό είναι η αναδιάταξη της καθημερινότητάς μας. Του τρόπου να αντιλαμβανόμαστε, του τρόπου να επιλέγουμε, του τρόπου να ζούμε. Γιατί μπορεί ο ίδιος ο ιός να έχει κάτι το τυφλό, όπως η μοίρα ή η οργή των θεών, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να βρούμε αιτίες, αφορμές και ευθύνες ή να επιχειρήσουμε συνειρμούς γύρω από περιστατικά.

*Η ίδια η πραγματικότητα ακόμα και από τα μέτρα που τίθενται σε ισχύ για την αντιμετώπισή της επιδημίας φέρνει στην επιφάνεια ερωτήματα και ζητούμενα που, αφού όλα καταλαγιάσουν, θα ήταν καλό να συζητηθούν. Για παράδειγμα, η ετοιμότητα και η αποφασιστικότητα στις πολιτικές επιλογές της Κίνας με τα ακραία μέτρα και τον περιορισμό ολόκληρων πόλεων με πληθυσμό εκατομμυρίων μοιάζουν ως ένα αδύνατο σενάριο σε οποιαδήποτε δυτική δημοκρατία. Αν υποθέσουμε πως αυτό που ήδη σήμερα ξημερώνει -η αδυναμία των δυτικών κρατών να περιορίσουνε δηλαδή τον ιό και τους θανάτους- επιβεβαιωθεί και η σύγκριση του τελικού αποτελέσματος είναι συντριπτική υπέρ της Κίνας, θα αποτελέσει το γεγονός αυτό ένα επιχείρημα αμφισβήτησης της ίδιας της δομής και των θεσμών των δυτικών κρατών; Θα μπορούσε την επαύριον της λήξης της επιδημίας ή του πρώτου σταδίου της το καλοκαίρι να συνειδητοποιήσουμε πως οδεύουμε σε μια συνθήκη κινεζοποίησης των δυτικών κοινωνιών. Έστω στις στιγμές τις έκτακτης ανάγκης (αν και είναι γνωστό πως οι στιγμές αυτές είναι που ορίζουν τελικά και το σύνολο).

*Οι βασικές ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή τόσο στη χώρα μας, όσο και σε άλλες χώρες, περιγράφουν ένα έγκλημα που έγινε μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές όλες τις προηγούμενες δεκαετίες στον δημόσιο τομέα από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Περιμένοντας τα εκθετικά ξεσπάσματα των επόμενων εβδομάδων βλέπουμε μια αντιστοιχία του τομέα της υγείας με τον οικονομικό τομέα πριν από την κρίση. Όσο τα πράγματα πάνε καλά, η κατάσταση του τομέα ορίζεται ως αυτονόητη, η μορφή του γίνεται σχεδόν ιδεολογία. Όταν η κρίση φτάνει, αντιλαμβανόμαστε τα εγκλήματα που έγιναν στη νηνεμία της ευημερίας και της γενικής υγείας.

*Ταυτόχρονα, από τις πιο απρόσμενες περιπτώσεις, αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του κράτους και της κρατικής μέριμνας στους τομείς αυτούς που πρέπει να θεωρούνται κοινωνικά αγαθά και ανθρώπινα δικαιώματα. Πολιτικοί όπως ο Μακρόν ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης πράττουν με βάση την ανάγκη προς μια κατεύθυνση φαινομενικά αντίθετη στην ιδεολογία τους. Προσλήψεις, επιτάξεις, κεντρικός σχεδιασμός. Κάτι τέτοιο φυσικά συμβαίνει γιατί η ιστορία δεν τελειώνει, πόσο μάλλον η βιολογία.

*Η ταχύτητα διάδοσης του ιού και τα ταυτόχρονα ξεσπάσματα σε διαφορετικές χώρες σε όλο το μήκος και το πλάτος του χάρτη δείχνουν τους όρους με τους οποίους μπορεί να μεταδοθεί ένας ιός σε μια συνθήκη γρήγορων, εύκολων και συνεχών μετακινήσεων ανά τον πλανήτη. Αν κάτι τέτοιο ίσχυε για παράδειγμα την περίοδο της ισπανικής γρίπης, στο τέλος δηλαδή του πρώτου παγκοσμίου, ο ανθρώπινος πληθυσμός σήμερα δεν θα ήταν ούτε καν ο μισός. Ταυτόχρονα, μέσω αυτού του εναγκαλισμού επικινδυνότητας αντιλαμβανόμαστε πόσο κοινή είναι πια η μοίρα όλων μας.

*Στην περίπτωση της Ιταλίας για άλλη μια φορά αποδείχτηκε πόσο ψεύτικη είναι η πραγματικότητα της αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τον ευρωπαικών κρατών μεταξύ τους.

*Ίσως για πρώτη φορά οι προσωπικές μας επιλογές κουβαλούν σε τέτοιο βαθμό το βάρος της τύχης των διπλανών μας. Ας σταθούμε στο ύψος των προσδοκιών των γύρω μας.

*Οι δύο βδομάδες που έρχονται θα είναι κρίσιμες. Οι δύο μήνες που έρχονται θα είναι κρίσιμοι. Είναι πολύ πιθανό τίποτα να μην είναι ίδιο τόσο στον καθένα από εμάς ξεχωριστά, όσο και στην ίδια την κοινωνία στην οποία ζούμε. Κάθε στιγμή, σε κάθε μας επιλογή οφείλουμε να μην ξεχνάμε τις βασικές ανθρώπινες αξίες, την αλληλεγγύη, την μέριμνα για τον διπλανό μας. Είναι η στιγμή αυτή όπου ο στίχος του μεγάλου άγγλου ποιητή W.H. Auden, γραμμένος στις πιο σκοτεινές ανθρώπινες ώρες της παγκόσμιας ιστορίας, ηχεί για άλλη μια φορά τον κώδωνα του κινδύνου: We must love one another or die.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Προμηνύματα επιδημιών


Δεν είμαι σίγουρος μέσα από ποια οδό ο χρόνος εγγράφεται στον ανθρώπινο ψυχισμό. Με ποιον τρόπο ανθρώπινα αντανακλαστικά θαμμένα εδώ και γενιές επανεκκινούν αυτόματα και μαζικά ορίζοντας μια κοινωνική αντίδραση. Συμφωνημένη χωρίς συνομιλία. Για παράδειγμα, οι επιδρομές στα σούπερ μάρκετ. Το αντανακλαστικό σχεδόν αποκλειστικά λοιδορήθηκε ως μια παράλογη αντίδραση που δεν συνομιλεί καν με την αρρώστια. Στην πραγματικότητα, έχω την αίσθηση πως η αντίδραση προέρχεται από κάτι άλλο. Ισως από την περίοδο της Κατοχής. Μια αντίδραση απέναντι σε ένα μεγάλο συλλογικό κακό που σκόρπισε θάνατο και διέλυσε κοινωνίες. Οι άνθρωποι αντιδρούν μέσα από ένα συλλογικό ασυνείδητο. Το πιο πρόσφατο κακό τούς κάνει να συμπεριφέρονται με παλαιούς οικείους τρόπους. Αυτό ξέρουν, αυτό μπορούν.

Και αν μπορούμε να βρούμε πολλά εγγεγραμμένα στοιχεία του παρελθόντος, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο και για το μέλλον; Δεν εννοώ φυσικά μια προφητική διάσταση που μπορεί να αποκωδικοποιηθεί ώστε να μαντέψει. Πιο πολύ περιγράφω μια τυφλή ψηλάφηση ενδεχομένων, σχηματισμένων από φόβους και εφιάλτες, από στοιχεία εμφανή αλλά ανέγγιχτα, ειπωμένα αλλά βουβά. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποθήκη βουβής γνώσης από την αφήγηση.
«Ολα ξεκίνησαν με φήμες από την Κίνα για την εξάπλωση άλλης μιας επιδημίας». Το βιβλίο έστεκε και με κοίταζε πάνω στο γραφείο μου, αφημένο εκεί ανάμεσα σε σημειώσεις και άλλα βιβλία, ενώ εγώ διάβαζα στον υπολογιστή τα νέα για την εξέλιξη της επιδημίας. Οι πρώτες σειρές του οπισθοφύλλου του προλόγιζαν το δικό μας παρόν. Η εξέλιξη της αφήγησης ήταν κάπως διαφορετική από αυτά που περιμένουμε εδώ: «Αντιμέτωπη με μια ορδή άνοων σαρκοβόρων πλασμάτων, η ανθρωπότητα αναγκάστηκε να ασπαστεί τη λογική της παγκόσμιας διακυβέρνησης».

Το βιβλίο ήταν το «Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ: Προφορικές μαρτυρίες του πολέμου με τα ζόμπι», του Max Brooks, γνωστότερο για την (τελείως άσχετη με το βιβλίο και ελαφρώς απαράδεκτη) μεταφορά του στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. Το βιβλίο μέσα από προσωπικές αφηγήσεις από όλο τον κόσμο που συλλέγει ο συγγραφέας του αφηγείται έναν μελλοντικό κόσμο όπου μια επιδημία μεταμορφώνει ένα μέρος του πληθυσμού σε ζόμπι. Ο Μπρουκς (γιος του Μελ) με δημοσιογραφική ακρίβεια περιγράφει την κατάρρευση των κοινωνιών σε παγκόσμια κλίμακα, την αντίδραση στην κατάρρευση αυτήν και την εκ νέου οργάνωση της ανθρωπότητας.
Τα ζόμπι μονοπωλούν τη σύγχρονη αφήγηση της επιδημίας και γίνονται κυριολεκτικά το πρόσωπό της. Τα τελευταία χρόνια σειρές, ταινίες, βιντεοπαιχνίδια και κόμικς αφηγούνται παραλλαγές μιας αρρώστιας που θολώνει τις γραμμές ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο δημιουργώντας στρατιές νεκρών που απειλούν τους ζωντανούς. Τα ζόμπι, οικεία μα ταυτόχρονα απειλητικά ξένα, γίνονται ενσάρκωση του θανάτου. Γίνονται η όψη και η έκτασή του, γίνονται η απειλητική κίνησή του και η προσπάθεια κυριαρχίας του. Αποτύπωση, προβολή και αιτία ταυτόχρονα. Προοικονομούν μια παγκόσμια ασθένεια περιγράφοντας τα λάθη και τις αστοχίες των κοινωνιών αλλά ταυτόχρονα την αντίδραση της ανθρωπότητας σε αυτήν.
Το είδος δεν έχει γεννήσει υψηλή λογοτεχνία όπως άλλα τέρατα του παρελθόντος (το τέρας του δρος Φρανκεστάιν, ο δράκουλας κτλ) και παρέμεινε στην ποπ διάδοση και κατανάλωση καταφέρνοντας όμως να δώσει αφορμή σε μια σειρά από καλές ταινίες και να κατοχυρώσει μια αφήγηση σε παγκόσμια κλίμακα. Σχεδόν σε όλες τις παραλλαγές του μύθου της επιδημίας η κοινωνία καταρρέει και οι εναπομείναντες πρέπει να αρχίσουν από την αρχή. Η κοινωνία καταρρέει, αλλά δεν τελειώνει. Σε αντίθεση με τις αφηγήσεις της Αποκάλυψης, οι αφηγήσεις των ζωντανών νεκρών είναι ιστορίες ανθρώπινου θάρρους και επιμονής. Και η αφήγηση αυτής της επιμονής του ανθρώπινου σε πείσμα της γύρω επιδημίας είναι κάτι ουσιαστικό και μαζί χρήσιμο για κάθε ακραία συνθήκη.
Οι σειρές, οι ταινίες και τα κόμικς περιέγραφαν την ανάμνηση από ένα μελλοντικό ανθρώπινο ενδεχόμενο. Λιγότερο ορατό από μια δύσμορφη όψη, λιγότερο απλό από ένα σαγόνι που κυνηγά να μασήσει, εξίσου επικίνδυνο με ένα μικρόβιο που δεν αντιμετωπίζεται σωστά από μια κοινωνία.
Γιατί πέρα από αφορμές για γκροτέσκο θέαμα, οι αφηγήσεις των ζωντανών νεκρών είναι ταυτόχρονα αφορμές για ανθρώπινη σύνεση και μαζί για ανθρώπινη επιμονή.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

Η αντίθεση στις αμβλώσεις δεν γεννά παιδιά, γεννά τέρατα


Οι διαφημίσεις με την υπογραφή «Αφήστε με να ζήσω» απομακρύνθηκαν τελικά από τις προθήκες στους διαδρόμους και τις αποβάθρες του Μετρό. Επειτα από αντιδράσεις φορέων, συλλογικοτήτων και πολιτών το υπουργείο Μεταφορών αναγκάστηκε να παρέμβει ώστε οι αφίσες να κατέβουν. Το γεγονός καταγράφηκε ως μια νίκη του αυτονόητου μπροστά σε μια γενικευμένη και καλπάζουσα ερημοποίηση των δικαιωμάτων. Το θέμα όμως είναι τι σημαίνει η αφίσα και τι η χρονική συγκυρία εντός της οποίας αυτή αναρτήθηκε.

Το κρούσμα ως γνωστόν δεν έρχεται από το πουθενά. Είχε προηγηθεί εξώφυλλο αθλητικής εφημερίδας με το ίδιο περιεχόμενο και τα συγχαρητήρια απέναντι στην εφημερίδα από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Αδωνι Γεωργιάδη. Τη συγκεκριμένη αφίσα ήρθαν να αγκαλιάσουν στελέχη και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, πριν και μετά το κατέβασμά της.
Στο βάθος όμως της ιστορίας δεν βρίσκονται ούτε οι παραθρησκευτικές οργανώσεις και σύλλογοι πολυτέκνων που τη δημιούργησαν ούτε καν οι αμβλώσεις. Η αντίθεση στις αμβλώσεις είναι απλώς η συμπύκνωση μιας ιδεολογίας σε μια πολύ συγκεκριμένη πράξη. Η όλη κίνηση περιγράφει έναν τρόπο επιβολής που ξεκινά από τον σκοταδισμό και καταλήγει στην απόλυτη υποταγή. Δεν έχει να κάνει με το θρησκευτικό συναίσθημα ή την ανθρώπινη ζωή όσο με την έμπρακτη νοσταλγία προς μια πατριαρχική ιεράρχηση των αξιών χωρίς αντίλογο. Το μόνο που σημαίνει είναι έλεγχος σωμάτων. Και μέσω των σωμάτων έλεγχος της ίδιας της ζωής και της κοινωνίας.

Περιγράφει το γυναικείο σώμα -και κατ' επέκταση την ίδια τη γυναικεία υπόσταση- ως απόλυτα εξαρτώμενη και υποβαθμισμένη ιδιοκτησία, ως ένα πεδίο μάχης στο οποίο ο καθένας μπορεί να έχει λόγο, ως μια ευθύνη που ξεπερνά την ίδια τη γυναίκα και είναι ικανή να της επιβάλει αποφάσεις ανεξάρτητα από τη δική της βούληση. Οι διάφοροι φορείς που καταφέρνουν να βγάζουν αφίσες δεν νομοθετούν. Αλλά στιγματίζουν. Καταφέρνουν να δημιουργούν κλίμα. Και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα εντός της οποίας αναζητούν την ενοχή, την ντροπή, τη διαπόμπευση. Την επιστροφή σε μια ηθική παρθενίας και βιασμών, ενδοοικογενειακής βίας και ιδιοκτησιακού καθεστώτος της γυναίκας. Και κατ' επέκταση μια ποινικοποίηση του έρωτα και του σεξ, των σωμάτων και των συναντήσεών τους. Η αντίθεση στις αμβλώσεις δεν γεννά παιδιά, γεννά τέρατα.

Και ακόμα και αν η κυβέρνηση δεν είναι αυτή που ανάρτησε τις αφίσες, ακόμα και αν είναι αυτή που τις κατέβασε, είναι ταυτόχρονα απολύτως υπεύθυνη για την ηθική αυτή παλινδρόμηση. Οχι μόνο για τους εναγκαλισμούς με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τη συγκεκριμένη ιδεολογία από διάφορα στελέχη, αλλά κυρίως για το κλίμα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που αυτή δημιούργησε. Με την καθημερινή ρατσιστική ρητορεία και τους αποκλεισμούς, με την εμμονική καταστολή και τις διαπομπεύσεις, με την κατήχηση και την πατριδοκαπηλία της.

Είχα την τύχη να βρεθώ πρόσφατα στο θέατρο «Σταθμός» και να δω το ανέβασμα του «Γάμου» του Μάριου Ποντίκα. Ενός έργου σκληρού, ειπωμένου σε μια σκληρή παράσταση. Μια σκληρότητα σε αφοπλιστική αρμονία με το ίδιο το θέμα που διαπραγματεύεται. Για μια κοπέλα που βιάζεται και για μια οικογένεια που την οδηγεί μέχρι την αυτοπυρπόλησή της. Για πολλούς μικρούς καταναγκασμούς και βιασμούς που συγκροτούν τη βίαιη ρουτίνα μιας κουλτούρας της αγριότητας. Το έργο γράφτηκε πριν από 40 χρόνια. Και παραδόξως αυτή η χρονική απόσταση ίσως να είναι ένα από τα πιο σκληρά στοιχεία της. Γιατί διαπιστώνουμε πως τα διλήμματα, η τοξικότητα των ανθρώπινων σχέσεων σε μια πατριαρχικά οριοθετημένη κοινωνία, ακόμα και η ρητορική και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι πρωταγωνιστές δεν έχουν μετατοπιστεί στο ελάχιστο.

Και εκεί σκέφτεσαι τι σημαίνει εξέλιξη μιας κοινωνίας. Είναι οι κατακτήσεις –ακόμα και οι νομοθετημένες– σταθερές και εμπεδωμένες σε τέτοιο βαθμό ώστε να μας καθησυχάζουν; Είναι η κυρίαρχη ιδεολογία αυτή που νομίζουμε ή αυτή που ελπίζουμε; Υπάρχει κάτι που να μας διαβεβαιώνει πως η οπισθοδρόμηση έχει αποτραπεί;

Η εξέλιξη μιας κοινωνίας (ειδικά μιας κοινωνίας σαν την ελληνική) οφείλει να είναι καθημερινή μάχη. Ενάντια σε αφίσες και χριστιανοπολύτεκνους, ενάντια σε υπουργοκανίβαλους που παραληρούν από χαρά ενώ άνθρωποι πνίγονται, ενάντια σε όλους αυτούς που ενσαρκώνουν ένα παρελθόν που δεν δέχεται την εξέλιξη ούτε καν ως έννοια.
Ενάντια στην υποκρισία ενός μισάνθρωπου ανθρωπισμού που θέλει να σώσει τα αγέννητα παιδιά ενώ αδιαφορεί για τον πνιγμό των γεννημένων.


(στην Εφημερίδα των Συντακτών)