Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Ανθρωποι και σκυλιά


- Κι εγώ τι θες να κάνω;
- Θέλω να θεραπεύσεις το ζώο…


Αυτό που δαγκώνει είναι ο χρόνος. Κυρίως όταν περνά χωρίς να αλλάζει και πολλά. Σαρώνοντας σταθερές κοινωνίες. Ακίνητος χώρος στο κέντρο μιας συνεχούς ροής.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Romain Gary, «Λευκός σκύλος» (εκδόσεις Ωκτάνα, σε μετάφραση Ευγενίας Γραμματικοπούλου), με τον ρατσισμό να γαβγίζει από το 1970 προς το τώρα, καταλαβαίνεις πως ο ήχος αυτός δεν έχει αλλάξει το μέταλλό του.
Ενας αδέσποτος σκύλος έρχεται να εγκατασταθεί στο σπίτι του Gary, στο Μπέβερλι Χιλς. Φιλικός και αγαθός, ο γερμανικός ποιμενικός προσαρμόζετε με τα άλλα ζώα του σπιτιού και κερδίζει τη συμπάθεια των ανθρώπων. Οταν όμως ξαφνικά βλέπει έναν Αφροαμερικανό ορμά να τον σκοτώσει. Ο σκύλος έχει εκπαιδευτεί να σκοτώνει το μαύρο χρώμα. Είναι ένα από αυτά τα «λευκά σκυλιά» του αμερικανικού Νότου, τα «συστηματικά διεφθαρμένα» ύστερα από χρόνια εκπαίδευσης ώστε να βοηθούν την αστυνομία ενάντια στους μαύρους. Το ζώο ενσαρκώνει τη σκυλίσια αγαθότητα και το ανθρώπινο μίσος, αυτό που υποβιβάζει τον άνθρωπο σε ζώο.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να διώξει τον ρατσισμό μέσα από το ζώο, να το εκπαιδεύσει από την αρχή, να το γιατρέψει, ενώ γύρω του η κοινωνία βράζει. Τα κινήματα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων βρίσκονται στο απόγειό τους μέσα από διαφορετικές οργανώσεις, τάσεις και αυθόρμητες κινήσεις. Ο Μάλκομ X έχει δολοφονηθεί, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονείται, οι Αφροαμερικανοί αντιδρούν, ένα αίτημα για αλλαγή γίνεται απαίτηση. Μια κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό προσπαθώντας να διαχειριστεί το ένοχο παρελθόν της, προσπαθώντας να ορίσει από την αρχή το χρώμα της.
Ο Gary αναλύει με επιτόπια ένταση όσα συμβαίνουν γύρω και όσα βιώνει. Η διχοτομημένη θέση του (από τη μία άνθρωπος που συμμετέχει στα γεγονότα της κοινωνίας στην οποία ζει και από την άλλη ξένος) του επιτρέπει να εμπλέκεται συναισθηματικά, αλλά ταυτόχρονα να κρίνει, να προσπαθεί να καταλάβει τα γεγονότα και όλα όσα κρύβονται πίσω από αυτά.
Με άλλα συμπεράσματα συμφωνείς, με άλλα διαφωνείς αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση. Η ένταση στις φευγαλέες παρατηρήσεις βάθους, στους διαλόγους και τις εικόνες μιας κοινωνίας που κοχλάζει διεκδικώντας την αλλαγή.
Η πλοκή μπλέκεται με τον δοκιμιακό λόγο. Ο συγγραφέας δεν μυθολογεί, αναλύει άμεσα όλα τα κίνητρα και τις επιθυμίες και χρησιμοποιεί τα λογοτεχνικά στοιχεία ως αφορμές για στοχασμό. Ο «λευκός σκύλος» είναι ένα μυθιστόρημα σκέψεων ανάμεσα σε πρόσωπα και γεγονότα. Και ανάμεσά τους, ο σκύλος που γίνεται –χωρίς να το επιλέγει– σύμβολο όσων τον περιτριγυρίζουν.
Ο σκύλος του βιβλίου είναι το μίσος ως ενσαρκωμένη γνώση, ο ρατσισμός ως εμπεδωμένο ανακλαστικό. Ενα σύμβολο που περιέχει το παρελθόν και το παρόν. Τα συσσωρευμένα σε ένα σώμα προτάγματα του παρελθόντος, τους πρόγονους σκύλους και τους νόμιμους φόνους των δούλων στις φυτείες και μαζί τους μπάτσους που σκοτώνουν μαύρους στα γκέτο, τις καθημερινές διακρίσεις, τις Ηνωμένες Πολιτείες που δυσανασχετούν με έναν κόσμο που αλλάζει. Το βάθος του μίσους, η ζωώδης επιθετικότητα ταυτόχρονα με την παράλληλη αγαθότητά του, η εγγεγραμμένη συμπεριφορά του σώματος καθιστούν τον λευκό σκύλο σύμβολο των αντιφάσεων που γεννούν τον ρατσισμό.
Ο ρατσισμός μοιάζει ίδιος παντού. Ως ένα σκοτεινό σημείο των κοινωνιών που υπό συγκεκριμένες συνθήκες ξεσπά με παρόμοιους τρόπους, με παρόμοια θύματα μέσα στην ιστορία. Αυτό που μοιάζει ανησυχητικό είναι οι διαφορές.
Ο ρατσισμός της Αμερικής, ο ρατσισμός αυτός που αναλύει το βιβλίο, είναι ανιχνεύσιμός. Στην κοινωνία, την ιστορία, στις ίδιες τις ρίζες του αμερικανικού κράτους. Το παρόν του περιγράφεται από γεγονότα του παρελθόντος. Από δουλεμπορικά πλοία, από εκτάσεις βαμβακιού, από την Κου Κλουξ Κλαν και τους νόμους Jim Crow.
Οι δύο πλευρές έχουν μια καθαρή αναφορά σε ό,τι τους έφερε μέχρι εδώ. Μα στα δικά μας ο ρατσισμός έχει κάτι το ιστορικά τυφλό. Στερείται από πρόσφατα παραδείγματα. Μοιάζει να επινοείται από την αρχή. Κάθε φορά από την αρχή. Στα Βίλια, στην Κόνιτσα, στο κέντρο της Αθήνας.
Ο δικός μας ρατσισμός είναι ένα ζώο χωρίς την εκπαίδευση ως δικαιολογία του μίσους και της αγριότητάς του, χωρίς ένα παρελθόν να επιτάσσει το παρόν, ένα ζώο που βηματίζει στο ματωμένο άγνωστο με βήματα γνωστά.
Και τι είναι τώρα αυτά τα βήματα που γαβγίζουν έξω από την πόρτα;

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Θάνατος είναι οι ευρωβουλευτές που καθαρίζουνε κρεμμύδια



ΠΡΕ(ΒΕ)ΖΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
Δώστε μου λίγη
Πρέ(βε)ζα θανάτου
Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν, 2011


Για τους Αρίστους η αγωνία, η απελπισία, η αυτοκτονία μπορούν να είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της κακής θέας. Μια άσχημη πόλη, μια άσχημη γριά, μια άσχημη σκέψη οπλίζουν τα χέρια των Αρίστων επιβάλλοντας αυτοχειρία. Το «μα μου χαλάει την αισθητική» για έναν πραγματικό Άριστο ταυτίζεται με το «μου χαλάει τη ζωή». Τόσο αφοσιωμένοι στην αισθητική, οι Άριστοι προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια χώρα που συνεχώς τους πληγώνει με τα ατοπήματά της. Η κακή αισθητική, εδώ στο κάτω άκρο της βαλκανικής, οδήγησε τόσους και τόσους Αρίστους στην ηθελημένη αναχώρηση. Παράδοξο σε αυτή την παράδοση βαλκανικού χαρακίρι αποτελούσε πάντοτε ο Κώστας Καρυωτάκης. Και αυτό γιατί ενώ μετατέθηκε δυσμενώς σε μια όμορφη πόλη όπως η Πρέβεζα, αυτός επέμενε στην αυτοκτονία, προσπαθώντας αρκετά μέχρι το γνωστό αποτέλεσμα: να αυτοκτονήσει. Όχι μόνο αυτό, αλλά μέσα στην ακατανόητη παραζάλη του, ο ποιητής άφησε πίσω του διάφορες κατηγορίες σε ένα ποίημα που θα μείνει χαραγμένο στην ιστορία για την αστοχία του. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει ένα ποίημα, που όχι μόνο τα βάζει χωρίς εμφανή αιτία με την όμορφη πόλη της Πρέβεζας, αλλά ταυτόχρονα λοιδορεί ένα σωρό στοιχεία του νεοελληνικού μας βίου; Τα ονόματα της ένδοξης ελληνικής μας ιστορίας στους όμορφους δρόμους μας και τα γραφικά σοκάκια και καλντερίμια (που ο «ποιητής» αποκαλεί λερά και ασήμαντα), τον προνοητικό αστυνόμο που πράττει υπεύθυνα απέναντι στην ελλειπή μερίδα που του σερβίρουν (μπα κύριε Καρυωτάκη, μήπως είναι «θάνατος» και ο ευσυνείδητος πωλητής που κόβει αποδείξεις για μια τυρόπιτα;) και κυρίως τον ήλιο μας (ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους, θα γράψει ο συφοριασμένος), τον ήλιο αυτό που ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης ονόμασε «Ηλιάτορα», καθώς επίσης και «πρώτο».
Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να συμφωνήσουμε με τη συντρόφισσα και πρωθιέρεια Βίκυ Φλέσσα και την ειλικρινή της απορία κατά την προεκλογική της επίσκεψη στην Πρέβεζα: «Χαίρομαι πολύ που είμαι στην Ήπειρο. Ξεκινάω από εδώ την προεκλογική μου περιοδεία. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί ο Καρυωτάκης ήταν τόσο πολύ λυπημένος για να είμαι ειλικρινής, σε αυτή την υπέροχη πόλη».

Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι η αρλούμπα. Οι Έλληνες πολιτικοί από κάθε παράταξη συχνά χρησιμοποιούν την ποίηση ως άσκηση κακοποίησης. Για να εντυπωσιάσουν, για να δώσουν βάθος στην κοινοτοπία, για να ενδυθούν με επιχειρήματα την τήβεννο του ειδικού των λέξεων, άρα κατ’ επέκταση και τους κλειδούχους της αλήθειας. Αυτό που νομίζω πως έχει σημασία στην περίπτωση της Βίκυς Φλέσσας είναι το πώς η ίδια τοποθέτησε τον εαυτό της ως έναν κλειδούχο της πολιτιστικής αλήθειας, από τότε που ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά της μέσα από δηλώσεις και σχόλιά της. Ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκφανση της αριστείας (όχι στη γενικότητά της, αλλά συγκεκριμένα όπως εκφράζεται και ασκείται από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) στο επίπεδο του πολιτισμού. Μια έκφανση που κουνάει το δάχτυλο, ταυτίζει το κλασσικό με το συντηρητικό και το κοινώς αποδεκτό και όταν πάει να γίνει συγκεκριμένη, αποκαλύπτει εκκωφαντικά το κενό της. Αοριστολογίες, πόζες και τηλεοπτικά πλάνα, η κοινοτοπία ως ιερό καθήκον, η εκκλησία ως πολιτιστικός και ταυτοτικός φάρος χωρίς επιλογή αποχής, η αρχαία Ελλάδα ειπωμένη ως ένα σχολικό εγχειρίδιο στο σχήμα μιας υποχρεωτικής χώρας. Η παιδεία και ο πολιτισμός ως μόνιμη τιμωρία ενός άρχοντα-γυμνασιάρχη στους υπηκόους του. Και από το βάθος τους ο ψίθυρος: «θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι/ κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα».
Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν αποτελεί καν επιλογή. Άσχετα με το γεγονός καθ’ εαυτό και με το τι σημαίνει για το βίο ενός ανθρώπου, η αυτοκτονία του Καρυωτάκη έδωσε αναδρομικά στην ποίησή του το βάθος της αγωνίας και την έκταση της απελπισίας. Έκανε την ειρωνεία του ακόμα πιο αιχμηρή, τα υπαρξιακά αδιέξοδα ακόμα πιο έντονα. Περιέγραψε ως πράξη-σύμβολο το σύνολο του μεσοπολέμου και όρισε την ελληνική ποίηση των κατοπινών γενιών ως μια θητεία θανάτου.
Η δύσκολη κληρονομιά του Κώστα Καρυωτάκη παραμένει άταφη, παρά τα πλαστικά άνθη που ορισμένοι επιμένουν να της πετούν κατάμουτρα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Η Παναγία χωρίς Παρίσι





Χίλιες φωτογραφικές μηχανές δεν είναι ικανές να υπερασπιστούν ούτε μια σπιθαμή μαρμάρου. Χίλιες πόζες όρθιες δεν είναι ικανές να κρατήσουν όρθιο ούτε ένα δοκάρι. Χίλια φλας ακονισμένα σε κινητά δεν είναι ικανά να διαπραγματευτούν μισό βήμα της φλόγας.

Η καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων δεν συνομιλεί με την αισθητική, την αρχιτεκτονική, την τέχνη. Δεν προκαλεί συγκίνηση λόγω της τέχνης, της θρησκείας, της ιστορίας. Δεν απευθύνεται σε αυτούς που την έζησαν έντονα, σε αυτούς που την επισκέφτηκαν, ή σε αυτούς που δεν πρόλαβαν να τη δουν ποτέ από κοντά.
Ενώ εμπεριέχει όλα αυτά τα στοιχεία και όλες αυτές τις απώλειες, η καταστροφή συνομιλεί με κάτι βαθύτερο. Με τη δημιουργία των συμβόλων του πολιτισμού που τελικά ταυτίζονται με τον ίδιο τον πολιτισμό. Με την κλίμακα της ομορφιάς που ορίζεται από τις σταθερές του. Με τα αναγνωρίσιμα σημεία του πλανήτη που ορίζουν τη διαφορά και ταυτόχρονα την οικουμενικότητα.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων είναι και αυτή ένα σύμβολο. Ενα βίαιο, ένα απότομο νέο σύμβολο. Και αυτό που προκαλεί τρόμο είναι το γεγονός πως η αποκωδικοποίηση του συμβόλου δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμη. Οι εικόνες της καταστροφής στέκουν εκεί, γιορτάζοντας την ίδια την καταστροφή, τον κύκλο της ζωής που κλείνει, την αναπότρεπτη φθορά όλων των πραγμάτων.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων, μέσα από το μέγεθος της καταστροφής αλλά και του ίδιου το οικοδομήματος, μέσα από την αναγνωρισιμότητα του παλιού της εαυτού και μέσα από την καταγραφή κάθε δευτερολέπτου της καταστροφής γίνεται ένα σύμβολο τέλους. Μια βεβαιότητα. Μία κατάφαση στη συντριβή ανεξάρτητα από την ομορφιά, το μέγεθος και τη σημασία. Η κατεστραμμένη Παναγία των Παρισίων γίνεται η ίδια η καταστροφή.
Οι εικόνες της ζωντανής σύνδεσης του BBC, ή του TV5 (γιατί ως γνωστόν τα ελληνικά κανάλια ήταν απασχολημένα με σοβαρότερα θέματα) κουβαλούσαν ένα δύσκολο βάρος. Το βάρος της θέασης της ιστορίας, αυτή την άμεση αντίληψη πως αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου έχει μια σημασία που σε ξεπερνά. Εσένα, την καθημερινότητά σου, τα προβλήματά σου. Η συμπύκνωση της εικόνας είχε κάτι το συντριπτικό. Η μόνη παρόμοια αίσθηση που μπορώ να θυμηθώ ήταν η εικόνα των Δίδυμων Πύργων να καίγονται σε ζωντανή σύνδεση.
Οπως και τότε, έτσι και τώρα, το απότομο βήμα του συμπυκνωμένου χρόνου ακουγόταν βαρύ. Με μια διαφορά. Ακριβώς λόγω της δυνατότητας πολιτικής ανάλυσης και των ξεκάθαρων αιτιών του γεγονότος, η ανθρώπινη βούληση ήταν ορατή σε κάθε πλάνο της 11ης Σεπτεμβρίου. Και ξέρω πως και στην περίπτωση της Παναγίας των Παρισίων υπάρχουν αίτια, πως μπορούμε να μιλήσουμε για τις περικοπές σε σχέση με τον ναό, ή για τους όρους με τους οποίους γινόταν η συντήρηση αλλά πιστεύω πως δεν έχει την ίδια σημασία. Το παράλογο εισέβαλε απότομα στο γεγονός χωρίς να επιτρέπει κάτι περισσότερο από το δέος απέναντι στο ακατανόητο. Ενα σύμβολο παραλόγου έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο του Παρισιού.
Αν ο ναός επισκευαστεί, αυτό θα γίνει κυρίως για να παύσει το νέο σύμβολο. Για να καθησυχαστούμε, για να αισθανθούμε πως όλα διορθώνονται, πως η ιστορία υπάρχει χωρίς κενά και πως όλα συνεχίζουν όμοια.

Στον πρόλογό του στην «Παναγία των Παρισίων», ο Βικτόρ Ουγκό, ο άνθρωπος που καθιέρωσε τον ναό ως σύμβολο της ανθρωπότητας, περιγράφει πως αφορμή για το μυθιστόρημα στάθηκε η στιγμή που κατά την επίσκεψή του στον ναό παρατήρησε μια λέξη χαραγμένη στον τοίχο του ναού, μια λέξη γραμμένη με κεφαλαίους, ελληνικούς χαρακτήρες. Η λέξη αυτή ήταν η λέξη ΑΝΑΓΚΗ.
Ο συγγραφέας μάς ενημερώνει για την τύχη αυτής της λέξης, μιλώντας –τελικά– με τρόπο προφητικό, ενώνοντας τη μοίρα, τον χρόνο και τη δημιουργία με τις ανάγκες των πραγμάτων:
«Ετσι, εκτός απ’ τη φευγαλέα ανάμνηση που της αφιερώνει εδώ ο συγγραφέας ετούτου του βιβλίου, δεν απομένει τίποτα πια σήμερα απ’ τη μυστηριακή λέξη τη χαραγμένη στον σκοτεινό πύργο της Παναγίας, τίποτε απ' το άγνωστο πεπρωμένο που συνόψιζε τόσο μελαγχολικά. Ο άνθρωπος που έγραψε αυτήν τη λέξη στον τοίχο έσβησε εδώ και πολλούς αιώνες μεσ' απ' τις γενιές, η λέξη έσβησε κι αυτή απ' τον τοίχο της εκκλησίας, η εκκλησία ίσως θα σβήσει κι αυτή σε λίγο από τη γη».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Λόρενς Φερλινγκέτι: τα πρώτα εκατό χρόνια


Στις 24 Μαρτίου ο ποιητής, εκδότης, συγγραφέας και ακτιβιστής Λόρενς Φερλινγκέτι έγινε 100 χρόνων. Από το 1953, ο εκδοτικός του οίκος και το βιβλιοπωλείο City Lights συνέβαλαν όσο λίγοι στη διαμόρφωση της αμερικανικής λογοτεχνίας και τη δημιουργία μιας underground κουλτούρας κοινοποιημένης στον παγκόσμιο χάρτη.
Ο εκδοτικός οίκος έγινε διάσημος το 1956, όταν εξέδωσε το «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα» του Αλεν Γκίνσμπεργκ, μια ποιητική σύνθεση που άλλαξε τόσο την αμερικανική ποίηση όσο και την αμερικανική συνείδηση.
Την επόμενη χρονιά ο Φερλινγκέτι οδηγήθηκε μαζί με τον Γκίνσμπεργκ στα δικαστήρια για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Ο ποιητής και ο εκδοτικός οίκος έλαβαν υποστήριξη από ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και διανοουμένους σε κάθε μεριά των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η δίκη απέκτησε εθνική κάλυψη και παγκόσμιο ενδιαφέρον.
Ο εκδοτικός οίκος κέρδισε τη δίκη, το βιβλίο έγινε ανάρπαστο και οι πρωταγωνιστές έγιναν σύμβολα μιας κουλτούρας που οριοθέτησε από την αρχή την ελευθερία της έκφρασης, τις συνιστώσες της δημιουργίας, τον τρόπο τού να γράφεις και να υπάρχεις. Ο Γκίνσμπεργκ συνέχισε να εκδίδει τα ποιήματά του στο City Lights τις επόμενες δεκαετίες, οι μπιτ καθιερώθηκαν ως μαζικός κοινός τόπος συμπεριφοράς και κουλτούρας, ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει και να εκδίδει. Τη «Βενζίνη» του Κόρσο, τα ποιήματα του Λαμαντία, τα πρώτα διηγήματα του Μπουκόφσκι, έφερε στην αμερικανική γλώσσα τα ποιήματα του Νίκανορ Πάρα και του Αντρέι Βοζνεσένσκι.
To 2001 το City Lights ορίστηκε ως επίσημο ιστορικό τοπόσημο της πόλης του Σαν Φρανσίσκο. Φέτος, με αφορμή τα 100ά γενέθλια του ποιητή και εκδότη, η πόλη όρισε τις 24 Μαρτίου «Μέρα του Λόρενς Φερλινγκέτι».
Μέσα στα 100 αυτά χρόνια ο Φερλινγκέτι συμμετείχε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην απόβαση στη Νορμανδία, σπούδασε στο Παρίσι και συμμετείχε στην πολιτική ζωή και τα κινήματα της Δυτικής Ακτής. Ταυτίστηκε με τους μπιτ (αν και ο ίδιος αποφεύγει μέχρι και σήμερα αυτή την κατηγοριοποίηση) και έγινε γνωστός με την πρώτη του ποιητική συλλογή, το «A Coney Island of the Mind» (1958).
Η ποίησή του είναι μια ποίηση αμερικανική στην ουσία της, με τον ίδιο τρόπο που το αμερικανικό μυθιστόρημα ή η ποίηση του Γουίτμαν ορίζονται ως τέτοια. Κουβαλώντας τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της έκτασης και της ταυτότητας ήδη από το πρώτο βιβλίο περιγράφει μια ποιητική της εποπτείας των γεγονότων μέσα από εικόνες και συνεχείς ιστορίες.
Μια ποίηση γραμμένη κυρίως για την ανάσα της απαγγελίας και όχι τη σιωπή του χαρτιού, μια ποίηση που περιγράφει την καθημερινή εμπειρία και βιώνει την ανθρώπινη αλληλεγγύη, κοντά στους ανθρώπους και μακριά από τις πανεπιστημιακές ελίτ. Μέσα στα χρόνια ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει ποιήματα, πεζά, θεατρικά, να ζωγραφίζει παραμένοντας ταυτισμένος με την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και την κουλτούρα της.
Σήμερα η πόλη είναι παραδομένη στα tech boys της ψηφιακής επανάστασης, κέντρο της διαδικτυακής κουλτούρας και διεθνές παράδειγμα του gentrification, σε αυτούς που ήρθαν από τη γειτονική Silicon Valley, με «σακούλες γεμάτες λεφτά και χωρίς τρόπους» όπως ο ίδιος περιγράφει. Η πόλη αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει και οι λέξεις είναι εδώ για να ανιχνεύσουν αυτό που -ίσως- παραμένει σταθερό.
Ολα περνούν. Και μετά περνούν. Και ξανά από την αρχή. Και ο Λόρενς Φερλινγκέτι είναι ακόμη ζωντανός, σαν άγαλμα σε κίνηση, σαν υπενθύμιση επιμονής, σαν ένα παράδοξο ζωής σε έναν κόσμο θανάτου.
Μια ενσαρκωμένη ανάμνηση, ακόμα νέα, 100 χρόνων νέα, για έναν κόσμο που έβγαινε από τον φόβο διεκδικώντας μια ηθική επανανοηματοδότηση, ελπίζοντας στη μηχανική της ανθρώπινης προόδου προς το καλύτερο, προσπαθώντας μια εκ νέου προσέγγιση στον πυρήνα της ζωής. Και όλες οι διαψεύσεις και όλες οι αστοχίες, όλα όσα σήμερα μπορεί να μας ακούγονται ως αισιοδοξίες ή αφέλειες μιας άλλης εποχής, είναι ακόμα εδώ. Κομμάτια μιας ιστορίας του πνεύματος. Χαμόγελα στα σκοτάδια και στίχοι στο νερό. Και η ποίηση παραμένει. Και η ποίηση μεγαλώνει. Και κάθε 100 χρόνια μηδενίζει τα κοντέρ της αναζητώντας την ηλικία πέρα από τον χρόνο.
Τα πρώτα 100 χρόνια είναι τα δύσκολα. Μετά τα αγάλματα κατεβαίνουν από τα βάθρα τους, καθαρίζουν τα ρούχα τους από τον χρόνο και μοιράζουν πέτρες στους εναπομείναντες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Εμείς και η απώλεια



Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς.
Ηταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Ετσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα 'πρεπε κάπως να 'χαμε κι εμείς χωρέσει.
Ομως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
(Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης»,
από το βιβλίο «Ο άνθρωπος μόνος»)


Διαρκώς εξοπλιζόμαστε με μη ετοιμότητα για αποχωρισμούς. Μονίμως διεκδικούμε χρόνο δανεικό για τις στιγμές που ο χρόνος δεν υπάρχει. Μαθαίνουμε να ζούμε εντός ενός παρόντος που διεκδικεί χώρο από τα πάντα. Από τα όσα έφυγαν και τα όσα θα έρθουν, από όσα μας ανήκουν και απ' όσα διαρκώς μας διαφεύγουν. Η πραγματικότητά μας υπάρχει, με την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα συντηρηθεί τέτοια για πάντα. Και βρισκόμαστε συνεχώς έκθετοι απέναντι σε ενδεχόμενα, διαμπερείς από προοπτικές και αναπάντεχα, σε μια σταθερή πορεία με βέβαιη κατάληξη που μονίμως μας ξαφνιάζει.
Δεν υπάρχει κάτι που ο σύγχρονος πολιτισμός να απεχθάνεται περισσότερο από το πένθος. Αποφεύγει τους ανθρώπους που θρηνούν, βιάζεται να σβήσει το τηλέφωνο από τα κάθε λογής σημειωματάρια, διώχνει τους νεκρούς σε μακρινά νεκροταφεία, να χρειάζεται να πάρουν λεωφορείο για να μας επισκεφτούν.
Ο δακρυσμένος, ο τσακισμένος, ο μελαγχολικός είναι άτομα-παρίες. Μέσα στον υποχρεωτικά χαμογελαστό μας κόσμο η όψη τους είναι μια απότομη πρόβα θανάτου και απώλειας. Η μεγάλη υγεία, η διαρκώς επιδιωκόμενη νιότη, η πλαστική σφριγηλότητας που μονίμως καραδοκεί στα μέτρα σύγκρισης και στις επιταγές της εικόνας κινδυνεύουν από την παραφωνία της όψης τους.
Και έτσι, όταν φτάσει η ώρα της απώλειας, η ώρα αυτή που μονίμως φτάνει (εκτός και αν σε προλάβει η δική σου αποδημία) εμείς στέκουμε χωρίς γνώση, χωρίς τρόπους και χωρίς μέθοδο. Εκθετοι σε ένα βάρος που μας ποδοπατά, αυτοσχεδιάζοντας αλήθεια μπροστά στο άγνωστο, αυτοσχεδιάζοντας στρατηγικές στατικότητας, να σταθούμε όρθιοι παρά τον πόνο.
Ανασύρουμε ληγμένα έθιμα, εκκλησίες και μνημόσυνα, παραμυθίες σε μια γλώσσα ξένη που δεν μιλά το γράμμα της δικής μας απώλειας και τίποτα δεν παρηγορεί. Προσπαθούμε να θυμώσουμε γιατί αυτό τουλάχιστον αντέχεται. Οτιδήποτε για να αποφύγουμε την παραδοχή εκείνη που δεν μάθαμε, το αυτονόητο δίδαγμα: Η απώλεια δεν είναι κάτι που ξεπερνιέται, κάτι που παύει. Είναι κάτι που μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Κάτι που κουβαλάς και σε κουβαλά αδιάκοπα, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ώστε να πάρεις μια ανάσα.
Και η απώλεια αυτή είναι γνώση, η πιο σκληρή και η πιο αμετάκλητη γνώση. Τόσο που για πολλούς η πραγματικά συνειδητή ζωή, το παρόν της αντίληψης ξεκινά μετά την πρώτη απώλεια. Μέσα στο εκκωφαντικό της στραμπούληγμα η απώλεια είναι ζωή. Τρόπος αποκωδικοποίησης του εδώ, του τώρα, της γέννησης και της επιλογής.
Και ο θάνατος παραμένει κάτι που αφορά αποκλειστικά τους νεκρούς. Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια. Ασχετα με τις θρησκείες ή την αθεΐα μας, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ενδεχόμενα. Γιατί η γλώσσα δεν έχει τρόπο να μιλήσει για όσα συμβαίνουν εκτός του μονωμένου μας δωματίου, για τα ενδεχόμενα της ανυπαρξίας, των τόσων παραδείσων και κολάσεων, της μετενσάρκωσης, της αιώνιας επιστροφής. Ολα παραμένουν ισόπαλα. 0-0 σε ένα γήπεδο χωρίς τέρματα και χωρίς θεατές. Η γλώσσα δεν φέρνει λέξεις από εκεί. Εδώ κατασκευάστηκε, εδώ έφτιαξε τη λογική και τις μεθόδους της. Είναι το μόνο εργαλείο κατανόησης και ταυτόχρονα ένα εργαλείο από τη φύση του ανήμπορο στην κατανόηση των μεγάλων θεμάτων.
Η γλώσσα δεν έχει μηνύματα να φέρει. Μόνο λέει ιστορίες παλιές από την πρώτη συλλαβή του χρόνου, ιστορίες για φθορά και αθανασία, βεβαιότητες και αμφιβολίες. Ο θάνατος μένει στους νεκρούς.
Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια.
(Πέρασαν τέσσερα χρόνια πατέρα κι εμείς συνεχίζουμε να μαθαίνουμε πως τίποτα δεν περνάει).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Το θαύμα (χωρίς αναπτήρα)



Οταν διαβάζεις συστηματικά ένα συγγραφέα ή έναν ποιητή τον βρίσκεις διαρκώς μπροστά σου. Επεξηγεί το γύρω και το μέσα σου χωρίς να το επιλέγεις. Τα ποιήματά του χαρτογραφούν την έκταση του έξω και τα συμβάντα. Όπως ομολόγησα και στο προηγούμενο άρθρο, κάτι τέτοιο μου συνέβη αυτόν τον καιρό με τον Γιάννη Βαρβέρη. Και πάνω που η δουλειά μου στην ποίηση του Βαρβέρη τελείωσε, η παρακάτω είδηση με επιστρέφει σε αυτή:
Σάλο και θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει η μαρτυρία σκευοφύλακα του Πανάγιου Τάφου, που φέρεται να έχει δηλώσει πως «ανάβει το Άγιο Φως με αναπτήρα».

Σύμφωνα με μαρτυρίες που καταγράφονται στο βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου, με τίτλο: «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός» συμβαίνει το ανήκουστο. Το άγιο Φως, αυτό που έρχεται με αεροπλάνο και το προϋπαντούμε με τιμές αρχηγού κράτους (τι ωραίος μεσαιωνικός συμβολισμός) κατοικεί στο αναλώσιμο υγρό ενός τυχαίου αναπτήρα. «Ακούστε. Το καντήλι μπαίνει σβηστό από μένα, όλος ο κόσμος το βλέπει μέσα από την τηλεόρασή του. Όμως όταν ο Πατριάρχης εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο το βρίσκει αναμμένο… Εγώ το ανάβω… Με έναν αναπτήρα, τι άλλο;», μαρτυρά στο βιβλίο ο σκευοφύλακας του Πανάγιου Τάφου, Ισίδωρος. Το βιβλίο περιλαμβάνει αρκετά ακόμη τεκμήρια μη-θαύματος. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απάντησε σε άψογη καθαρεύουσα πως έχει όλα τα στοιχεία για την ορθότητα της τελετουργίας του Αγίου Φωτός στην ιστοσελίδα του.
Η στιγμή που το αυτονόητο αποδεικνύεται είναι μια περίεργη στιγμή. Η αποκάλυψη δεν φέρνει κάτι καινούριο. Από την άλλη, οι αποκαλύψεις περιέχουν την ομορφιά της επιβεβαίωσης της κοινής λογικής και κάνουν την πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης να μοιάζει ακόμα πιο παράλογη και εθελόδουλη απέναντι στις επιταγές της εκκλησιαστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, η αποκάλυψη αφήνει το θαύμα γυμνό. Το αποτυπώνει ως διάθεση για πίστη, το θαύμα γίνεται επιθυμία για θαύμα. Άνευ όρων και αποδείξεων. Το περιστατικό με έστειλε πίσω στην τελευταία συλλογή που εξέδωσε ο Βαρβέρης ενώ ζούσε, στο «Ο άνθρωπος μόνος».
Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί εδώ τους κοινούς τόπους της Παλαιάς, αλλά κυρίως της Καινής, Διαθήκης με μια παραβολική ελευθεριότητα. Διαχειρίζεται τις ιστορίες ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που επιβάλει το θρησκευτικό δόγμα. Με μια ελευθεριότητα που θυμίζει τους όρους χρήσης της μυθολογίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ως αφορμές για μια εκ νέου ανάγνωση, ως κοινούς τόπους μιας συλλογικής αφήγησης που εντός της ποίησης είναι απολύτως νόμιμο να επανοηματοδοτηθούν, να δεχτούν διαφορετικές εστιάσεις σε διαφορετικές πτυχές της αφήγησης, ακόμα και να αντιστραφούν. Είναι τα γεγονότα όπως καταγράφονται ποιητικά, ενώ τους έχει αφαιρεθεί το θαύμα, αυτή η άνευ αποδείξεως στατική πίστη στην ερμηνεία και αναπαραγωγή των γεγονότων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τους θρησκευτικούς μύθους για να μιλήσει ακριβώς για το λόγο που τους γέννησε, το γεγονός του θανάτου ως βεβαιότητα, την υπόσχεση της αθανασίας ως αγωνία που η θρησκεία μετατρέπει ξανά σε βεβαιότητα. Και ήδη από την αρχή του βιβλίου ο ποιητής τα βάζει με όλες τις βεβαιότητες ζητώντας μιαν άλλη κυριολεξία: «Σπαρτά της γης θυσίασε ο Κάιν/ μα προτιμήθηκε η θυσία ποιμνίων του Άβελ. // Κι έγινε ο φόνος.// Λοιπόν ποιος Πρώτος ζήτησε αίμα;»
Η θρησκευτική λύτρωση εδώ γίνεται ποιητική παραμυθία. Υποβιβάζεται μεταφυσικά και αναβαθμίζεται αισθητικά και με έναν τρόπο και ανθρώπινα. Μέσα στη μοναξιά αυτή συναντούμε μια έσχατη αξιοπρέπεια που συχνά στα ποιήματα ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον ίδιο το θεό. Ο άνθρωπος, ακόμα και μόνος, ακόμα και συνορεύοντας με το θάνατο, διεκδικεί να γίνει το μέτρο του μύθου, της κοσμολογίας και του νοήματος. Ή όπως το γράφει ο ίδιος ο Βαρβέρης κλείνοντας το ποίημα «Καθώς πλησιάζει η ώρα» μιλώντας σε Εκείνον:
Ουδέτερος ελεήμων σαν ελπίδα ωχρή
μας άφησες να σε αντικαταστήσουμε:
Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Ηταν ο Σταν Λι σημαντικότερος συγγραφέας από τον Σέξπιρ;


Αυτό το συμπέρασμα εκφράζει ένας Αμερικανός 15χρονος σε ένα γράμμα του προς τον Σταν Λι, κάπου τη δεκαετία του '60. Το συμπέρασμα κουβαλάει μέσα του όλη την υπερβολή της ηλικίας. Τον αφορισμό και την ατελείωτη τάση για συγκρίσεις και αξιολογήσεις.
Ταυτόχρονα έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως αυτός ο 15χρονος θα γινόταν στη συνέχεια ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν, συγγραφέας του «Τραγουδιού του πάγου και της φωτιάς» και δημιουργός του κόσμου τού Game of Thrones.
Και αν χρησιμοποιούμε αυτόν τον τίτλο δεν είναι για να προβοκάρουμε (ακριβώς γι' αυτό το κάνουμε) αλλά για να τονίσουμε το πάθος της ταύτισης, τη συνόρευση του αναγνώστη με τον οπαδό και τελικά τη σημασία των ιστοριών του Σταν Λι, που πέθανε πριν από λίγες μέρες στην ηλικία των 95.
Για πολλούς ο Σταν Λι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον δημιουργό παιδικών ιστοριών κόμικς, δημιουργός μιας βιομηχανίας χάρτινων ευκολιών και ανώδυνων ιστοριών για παιδιά. Ο δημιουργός του Hulk, του Spider Man, των X-Men, του Thor, του Iron Man και πολλών ακόμη ηρώων και ιστοριών αποτελεί έναν παράδοξο κόμπο στην κρίση μας.
Η απλότητα του μύθου και το μέγεθος της διάδοσης μας κάνουν να αντιμετωπίζουμε συχνά φαινόμενα όπως τα συγκεκριμένα κόμικς σαν φαστ φουντ της όρασης. Αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την αρχετυπική διάσταση των απλών και χάρτινων ηρώων, τη μυθολογία και την επιστροφή μας στην απλότητα και την πυκνότητα του μύθου.
Στην εγχώρια κρίση μας ακόμα περισσότερο λειτουργούμε εντός ενός σαφούς διαχωρισμού ανάμεσα σε υψηλή και χαμηλή κουλτούρα. Ενός διαχωρισμού που δεν προκύπτει από τη θεωρία ή κάποια αριστοκρατική αντίληψη για την τέχνη αλλά από έναν βαθύ συντηρητισμό.
Από την άρνησή μας να δούμε με ειλικρίνεια, από τις προβολές μας ως προς το τι σημαίνει κουλτούρα, από τη βαθιά μας περιφρόνηση για τη μάζα (που μπορεί να είναι και πλήθος, μπορεί και κατάφαση του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά).
Λίγο ο κληροδοτημένος αντιαμερικανισμός, λίγο το κοσμοπολίτικο κόμπλεξ μας, λίγο ακριβώς η (σιωπηλή) αποδοχή μας στην ποπ κουλτούρα μάς καθιστούν αμήχανους σε αντίστοιχα φαινόμενα. Βιαζόμαστε να ξεμπερδεύουμε. Ποτέ δεν συντάξαμε μια σοβαρή πρόταση για τη διάδοση, τη λειτουργία και την επιρροή της κουλτούρας.
Το μικρό μας σχήμα, η αμήχανη θέση μας μέσα στον κόσμο μάς οδηγεί σε συγκρίσεις. Σε καταστάσεις όπου διαφορετικές χροιές και μεγέθη πρέπει να παραταχθούν στην ίδια κλίμακα. Ο Σέξπιρ, ο Σταν Λι, ο Σπάικ Λι, ο Μπρους Λι, ο Βουτσάς. Ολα πρέπει να μετρηθούν και να καταχωρηθούν ώστε τελικά να βγει ένα συμπέρασμα. Αλλά τελικά συμπέρασμα για ποιον; Μα για εμάς τους ίδιους.
Για εμάς που επιβεβαιώνουμε τον εαυτό μας πέρα από την καθ' εαυτήν απόλαυση ως νόμιμοι συνομιλητές του υψηλού. Και μέσα σε αυτήν την υποκειμενικότητα που σπρώχνει με τους αγκώνες της προς το αντικειμενικό, αυτό που χάνεται τελικά είναι η ίδια η απόλαυση.
Αυτό το τόσο αυθεντικό και τόσο καθαρό συναίσθημα της ταύτισης. Αυτή η παιδική αρχή από την οποία προκύπτει και επιβεβαιώνεται η κάθε μεγάλη αφήγηση.
Αυτό το στοιχείο που ο Σταν Λι πέτυχε όσο ελάχιστοι. Μέσα από τις άτσαλες απαιτήσεις και επιταγές της μαζικής παραγωγής. Μέσα από μια διαδικασία όπου η απλότητα είναι αρετή και η γονιμοποίηση της παιδικής φαντασίας φτάνει σε έναν υπερθετικό βαθμό.
Το ερώτημα του τίτλου είναι προβοκατόρικο. Αυτό που ο τίτλος θέλει όμως να ομολογήσει είναι πως ο Σέξπιρ με τον Σταν Λι δεν έρχονται σε αντίθεση. Αντίθετα συνομιλούν.
Σε μια συνθήκη που περιέχει τις ιστορίες όλων μας. Εκεί που κανείς δεν προσπαθεί να διαχωρίσει το υψηλό και το χαμηλό, μόνο απολαμβάνει τη συγκίνηση σε διαφορετικά επίπεδα.
Στο διανοητικό, το συναισθηματικό, το κωμικό, το θυμικό. Εκεί που ο Χουλκ εξομολογείται στον Φάλσταφ το ανθρώπινο και το οικείο, εκεί που η φαντασία είναι η μόνη αρετή και το μόνο όριο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η ανοξείδωτη διαδρομή του κυρίου Φογκ






Ξύπνησα. Βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα.
Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου
κανείς.
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα.
Όπου πήγαιναν.
Έτσι έμεινα.
Καλοκαίρια αθέατος.
Και χειμώνες ολόκληρους.
Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί
ποτέ δε σηκώθηκα.
Άρα έζησα νέος.
Θα το πούνε τα κύματα
που είναι κάπως αμφίβια.
Δεν σηκώνομαι. Θα ‘ρθουν.
Όπου να ‘ναι
πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα.
Λίγο λίγο να γίνω
ένα κύμα τους.
Και να έχω
όπου πάω
επάνω μου βλέμματα.
Αμφίβιο
να ‘ρχομαι, να ‘ρχομαι.
Και να γίνει αργά
η στεριά όλη
θάλασσα
Γιάννης Βαρβέρης, Φιλέας Φογκ

Εχει σημασία να επιστρέφουμε στο πρόσφατο παρελθόν. Έχει σημασία να προσθέτουμε στις αξιολογήσεις μας, βλέποντάς τες τώρα με μεγαλύτερη ευκρίνεια, μακριά από τη συγκίνηση των πρώτων επαφών. Γιατί πολλά αριστουργήματα γράφτηκαν ακριβώς την περίοδο που τα διαβάσαμε.

Ο κύριος Φογκ είναι το κρίσιμο βιβλίο του Γιάννη Βαρβέρη. Ταυτόχρονα θεωρώ πως είναι και το πιο ολοκληρωμένο, ένα βιβλίο που λειτουργεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα και μαζί μια από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης. Ίσως να μην είναι το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο του Βαρβέρη, αφού πολλά από τα κυρίαρχα θέματά του, τόσο έντονα σε προηγούμενα όσο και σε επόμενα βιβλία, εκλείπουν ή μένουν διακριτικά στο βάθος. Και όμως η ενότητα, η πλήρης εκφραστική λιτότητα, το παιχνίδι με τη διακειμενικότητα του δίνουν μια διάσταση αυτοτελή. Το βιβλίο- ποιητική σύνθεση υπάρχει ως αυτοτελές αντικείμενο. Έχει αρχή και τέλος, ενιαία έκταση, καθαρή δομή και συγκεκριμένη επιφάνεια. Και το βάθος του βιβλίου κρύβεται ακριβώς στην επιφάνειά του, στην ορατότητά του. Κάθε θέμα που θίγει η ποιητική αφήγηση, εντάσσεται και υποχρεωτικά τίθεται σε συνομιλία με το κυρίαρχο μύθο, την ιστορία του Κυρίου Φογκ.
Ο Κύριος Φογκ είναι το έπος των μικρών πραγμάτων, η αχανής έκταση του ελάχιστου, όλη η ιλιγγιώδης κίνηση που κουβαλά μέσα της η ακινησία. Ήρωας, (ή αντι ήρωας) ο Φιλέας Φογκ του Ιούλιου Βερν, ο αριστοκράτης ταξιδευτής που γύρισε τον κόσμο σε 80 μέρες. Η μορφή του όμως εδώ είναι ανεστραμμένη. Ο Φογκ του Βαρβέρη δεν ταξιδεύει ποτέ. Μόνο στέκει σε μια πολυθρόνα μπροστά στη θάλασσα. Συνομιλεί με τα κύματα, ψάχνει το πρόσωπό του στο νερό και κυρίως κοιτάζει. Από νωρίς μαθαίνουμε πως το μεγάλο του ταξίδι αναβλήθηκε. Ήταν ο ίδιος αυτός που στοιχημάτισε όλη του την περιουσία στο ταξίδι, ο ίδιος έφερε τα χρήματα, «και βεβαίως μετά/ πουθενά δεν επήγε/ μόνο χάθηκε/ εκεί που τώρα τον βρίσκουμε/ βαθιά μέσα σε μια πολυθρόνα/ και μπροστά σε μια θάλασσα.» Ο μύθος του βιβλίου τελειώνει εδώ, η πλοκή της περιπέτειας εξαντλείται μόλις στο δεύτερο ποίημα του βιβλίου. Το στοίχημα όμως που έτσι απλά τελείωσε κωδικοποιεί ολόκληρη τη συνθήκη του βιβλίου. Αφού ο κύριος Φογκ δεν είναι άλλο από έναν «εραστή/ των εξαρχής χαμένων στοιχημάτων.»
Ολόκληρο το βιβλίο πρέπει να ιδωθεί όχι ως σχόλιο ή ως παραλλαγή του κυρίαρχου μύθου, αλλά ως ένα μόνιμο αντικαθρέφτισμα του Φιλέα Φογκ, όπως αυτό παρουσιάζεται στον «γύρο του κόσμου σε 80 μέρες» και ακόμα όπως αυτό υπάρχει στις μνήμες των αναγνωστών και των παιδιών (ονείρων όνειρο στον ύπνο των παιδιών). Το βιβλίο του Βαρβέρη δεν είναι μια απάντηση, είναι μια συνύπαρξη. Μια αντίστροφη ποιητική διαδρομή δημιουργικής αποδόμησης ενός ήρωα, μιας ιστορίας και μιας πράξης. Δεν είναι όμως μια αποδόμηση που ακυρώνει, αλλά που συνυπάρχει. Και μέσα από την συνύπαρξη πολλαπλασιάζει τον μύθο.
Και ο δικός μας ήρωας παραμένει μια ομίχλη σε μια πολυθρόνα. Ο ήρωας ήταν τελικά ανύπαρκτος, μια παραδοχή της λογοτεχνικότητάς του. Η συμφιλίωση συμβαίνει ακριβώς λόγω της κατασκευής, ακριβώς γιατί ο ποιητής δεν παριστάνει πως δημιούργησε έναν ήρωα από σάρκα και οστά, αλλά έναν ήρωα από ομίχλη και μελάνι.
Ο κύριος Φογκ του Γιάννη Βαρβέρη είναι ένα βιβλίο για τη σχέση της ύπαρξης και της ποίησης, της γραφής και της ανάγνωσης, για την αυθεντικότητα του μη υπαρκτού για την ζωτική αναγκαιότητα του ποιητικού ψεύδους. Ο κύριος Φογκ είναι ένα κλειδί για το μέλλον.
(το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από τον πρόλογο της ποιητικής ανθολογίας για τον Γιάννη Βαρβέρη που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Γκοβόστη)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Οι φασίστες και οι πυρκαγιές


Δεν ξέρω γιατί με σόκαρε η αντίδραση των ακροδεξιών στην παράσταση «Πυρκαγιές» στο ΚΘΒΕ πριν από μερικές μέρες. Θέλω να πω θα έπρεπε να έχουμε συνηθίσει ή μάλλον, ακριβώς επειδή δεν έχουμε και δεν πρέπει να συνηθίσουμε, θα ήταν καλύτερο να σοκαριζόμαστε λιγότερο, να θυμώνουμε περισσότερο.
Μετά το υπερθέαμα μπροστά από το «Χυτήριο» πριν από μερικά χρόνια, τι μπορεί να σου προκαλέσει εντύπωση;
Το περιστατικό ήταν κατ' αρχήν γελοίο. Εξίσου γελοίο και εξίσου τρομακτικό με ένα οποιοδήποτε πρωινό στο ταχυδρομείο της Κυψέλης με την προϋπόθεση πως η ουρά περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν μετανάστη και τουλάχιστον έναν χουντόγερο αυθεντικό Κυψελιώτη: οι ακροδεξιοί του «Ιερού Λόχου» πήγαν στην παράσταση οργανωμένοι, άρχισαν να μαγνητοσκοπούν και μόλις άκουσαν τη φράση «γαμώ τον Χριστό και την Παναγία σου» άρχισαν να φωνάζουν, να καταριούνται, να αναρωτιούνται φωναχτά «αν αυτό είναι τέχνη» και τι θα γινόταν αν ο συγγραφέας τολμούσε να βρίσει τους δικούς του, «τους μουσουλμάνους» (σημ.: ο Λιβανοκαναδέζος Ουαζντί Μουαουάντ είναι χριστιανός).
Το υπόλοιπό κοινό τούς αποδοκίμασε (κάπως ζεσταίνονται τα σωθικά σου με αυτό), εκείνοι συνέχισαν τις μαλακίες τους, έφυγαν, η παράσταση συνεχίστηκε κανονικά. Είναι αλήθεια πως οι ακροδεξιοί της Θεσσαλονίκης είναι πιο μερακλήδες από τα αντίστοιχα σκοτεινά ξαδέρφια τους στον Νότο. Εχουν μια πιο ένδοξη ιστορία να τιμήσουν (δεν εννοώ τον Ωμέγα Αλέξανδρο, τον Κοτζαμάνη εννοώ). Οπως πρόσφατα όταν έκαναν πορείες και κατέθεσαν μήνυση κατά της παράστασης «Η ώρα του διαβόλου», επειδή τους προσέβαλε ο τίτλος (δεν είχαν παρακολουθήσει την παράσταση).
Αυτό που αναρωτιέσαι αν έχεις δει ή αν έχεις διαβάσει το έργο είναι: «Καλά, αυτό βρήκαν να τους σοκάρει σε ένα τέτοιο έργο;» Είναι αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην πηχτή βλακεία από τη μία και την ένταση και το βάθος του έργου από την άλλη.
Οι «Πυρκαγιές» αφηγούνται την πορεία δίδυμων από την άγνοια στη γνώση μέσα από τον εμφύλιο του Λιβάνου, την ανάδυση της Ιστορίας, την οποία μέχρι τότε προσπαθούσαν να απωθήσουν, το οικογενειακό τραύμα που έρχεται να καλύψει σαν μεταφορά τη σύγχρονη ιστορία της χώρας και τελικά να γίνει ένα από τα συγκλονιστικότερα σύμβολα του εμφύλιου σπαραγμού στην ιστορία του θεάτρου (δεν υπερβάλλω. Και δεν γίνομαι πιο συγκεκριμένος μόνο και μόνο για να μη σας στερήσω τη βαθιά ανθρώπινη απόλαυση των αποκαλύψεων του έργου).
Το έργο μεταφέρει την τομή και τη φρίκη του εμφυλίου στο σύνολο της ανθρώπινης έκφανσης. Στις οικογενειακές σχέσεις, στο σώμα, στο φύλο. Δείχνει την περιπλοκότητα και το βάθος της ύβρης που είναι εγγενής στον κάθε εμφύλιο. Και μαζί τις επιπτώσεις της ύβρης. Ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, δεν κατονομάζει καν τον Λίβανο ως σημείο των συγκρούσεων και των γεγονότων, αφήνει την ισορροπία να αναδείξει την τιμωρία και τη συγχώρεση καταλήγοντας σε έναν βαθιά ανθρώπινο σπαραγμό αντοχής μαζί και απορίας. Το κενό και μαζί η υπέρβασή του.

Μα είναι κάτι ακόμα που κλοτσάει. Ο εμφύλιος του Λιβάνου ορίστηκε από τις θρησκευτικές διαιρέσεις. Οι σουνίτες και οι σιίτες, οι χριστιανοί, οι δρούζοι ταυτίστηκαν με τα στρατόπεδα που επέβαλε η θρησκεία τους. Ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας είχε στην πραγματικότητα κατασκευαστεί στο πλαίσιο της γαλλικής αποικιακής πολιτικής.
Η κοινοβουλευτική οργάνωση του Λιβάνου είχε δομηθεί έτσι ώστε να παγιώνει την ηγετική θέση των χριστιανών. Από αυτή την εργαλειοποίηση της θρησκείας ως ταυτοτικού χαρακτηριστικού ξεκίνησε μια αιματοχυσία που θα κρατούσε 15 χρόνια και θα μεταφραζόταν σε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκτοπισμένους. Οταν συνδυάζεις στην ίδια πρόταση τις λέξεις χριστιανικός φανατισμός και Λίβανος, το νόημα που προκύπτει από τη φράση σου είναι συγκεκριμένο: Κόμμα Καταέμπ, Φαλαγγγίτες, σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα.
Δεν ταυτίζω καταστάσεις, ούτε επιχειρώ να εκβιάσω ανησυχίες. Αυτό που λέω είναι πως μια τέτοια συνύπαρξη, και μάλιστα με αφορμή ένα τέτοιο έργο, έχει κάτι το τρομακτικό. Ο φανατισμός και η τύφλωση ως αποκλειστικά στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας, ο ετεροπροσδιορισμός των γύρω ως βασική προϋπόθεση του δικού μας αυτοπροσδιορισμού, η επιστροφή σε μια συνθήκη όπου το επιφώνημα είναι το μόνο επιχείρημα είναι στοιχεία διαμπερή από σκοτάδι.
Είναι η επιθυμία του σκοταδιού να επαληθεύσει τον εαυτό του. Να τον επιβάλει ως μόνη επιλογή σε έναν κόσμο χωρίς επιλογές. Με τη σημαία του Λιβάνου να κυματίζει καμένη πάνω απ' τα κεφάλια μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο


«Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ./ Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα/ Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο/Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο/Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.»

Στην Αθήνα η βροχή είναι πλημμύρα. Όταν δυναμώνει πάντοτε σου φέρνει στο μυαλό κάτι σπασμένο. Όλα εδώ ξεχειλίζουν. Είναι τα παλιά ποτάμια που μπαζώθηκαν και τώρα επιστρέφουν, ζητώντας εκδίκηση. Μια εκδίκηση μαλακή, ήπια, σαν τα παπούτσια του περαστικού που βράχηκαν χωρίς προφανή λόγο. Είναι τις ώρες αυτές που τίποτα δεν διασχίζεις. Είναι η βροχή αυτή που διασχίζει εσένα. Και αν είναι νερό, το ίδιο είναι και ο προορισμός σου.

«Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα —Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά /Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως/ Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.»

Είναι περίεργο πως ζητάς συντροφιά από κάτι που γεννήθηκε αποκλειστικά για να πέφτει. Τις ώρες που δυναμώνει, τις ώρες που σε κατέχει περισσότερο. Είναι περίεργο πως εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον που δεν συναντάς ποτέ ολόκληρο. Όμως το να εκμυστηρεύεσαι είναι ο μόνος τρόπος για να θυμηθείς, ο μόνος τρόπος για να επιστρέψεις. Παλιές βροχές και πρόσωπα παλιά που τώρα στάζουν σαν τα τζάμια. Σαν δακρυσμένες επιφάνειες χωρίς λύπη. Σαν διαδρομές χτυπημένες που μπάζουν νερά από παντού και ονομάζουνε βυθό την κάθε απόσταση. Τίποτα δεν κολυμπάει στην μνήμη. Τίποτα δεν επιπλέει. Όλα εδώ, διαμπερή βυθίζονται.

«Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα/ Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα/ Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι/ Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι»

Αν βάλεις τη βροχή να παίξει ανάποδα, αντί για την βοή της ακούς τους λεπτοδείκτες. Όχι τον χρόνο να περνά αλλά τον χρόνο να κάνει κάθε στιγμή εμφανή την παρουσία του. τρέχεις μέσα στη βροχή και μέσα στα λεπτά ενώ και τα δύο μουλιάζουνε τα ρούχα σου. Τρέχεις μες τους δρόμους της δυνατής βροχής αλλάζοντας διαρκώς ηλικίες. Μα η ηλικία είναι μέγεθος σταθερό. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι η ανάγκη της. και έτσι εκεί μέσα σε έναν όρθιο βυθό που απότομα παύει εσύ πέφτεις στο παρόν. Και όλο το παρελθόν και το μέλλον γύρω σου πεταμένο σαν να ξέφυγε από σπασμένο σωλήνα ή από αγωγό πού ξεχείλισε. Αυτή το πεδίο μάχης που ξεθύμανε είναι ο πραγματικός σου χρόνος.

«Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι/ Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής/ Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.»

Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Και συ πίσω από το τζάμι περιμένεις την ώρα που θα βγεις και πάλι έξω. Μέσα στην ερμηνεία της ανάμνησης, μέσα στο αναπάντεχο του αναπόφευκτου. Καθώς η βροχή δεν είναι νοσταλγία, αλλά προσπάθεια ατελείωτη να θυμηθείς. Όλα όσα έρχονται ξεσπούνε στο παρόν, σχηματίζοντας τη στιγμή αυτή, μια στιγμή που έρχεται από μια μακρινή απόσταση, μακρινή όσο το τώρα. Γιατί το παρόν είναι νερό που αποδημεί πίσω στον εαυτό του.
«…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος./ Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο»
 
(οι στίχοι σε πλάγια αποτελούν το ποίημα «Άρχισε μια σιγανή βροχή…» του Μανώλη Αναγνωστάκη)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας


Η πό­λη δεν εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό κα­τοι­κίες, μα­γα­ζιά και δρό­μους. Η πό­λη εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό ε­μπει­ρίες. Μι­κρά πε­ρι­στα­τι­κά που συν­δέ­ουν τους αν­θρώ­πους, δη­μιουρ­γώ­ντας αό­ρα­τους δε­σμούς. Ένα ά­θροι­σμα βιω­μά­των, κα­θη­με­ρι­νών κοι­νό­το­πων βιω­μά­των που συ­να­ντιού­νται και α­πο­κλί­νουν, δη­μιουρ­γώ­ντας ζωή και κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Σε αυ­τούς τους συρ­μούς κυ­λού­με τα βα­γό­νια μας, ο­ριο­θε­τού­με τις δυ­να­τό­τη­τες και τις ε­πι­διώ­ξεις, κω­δι­κο­ποιού­με την ε­πι­θυ­μία και την προο­πτι­κή. Αυ­τές τις ο­δούς διέρ­χε­ται η η­λι­κία μας, η συμ­φω­νη­μέ­νη ρου­τί­να μας, η λε­πτο­μέ­ρεια του ό­λου μας. Η πό­λη δεν κα­τοι­κεί­ται. Η πό­λη βιώ­νε­ται.
Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης μου, αυ­τός που βιώ­νεις κα­θη­με­ρι­νά χω­ρίς καν να τον κα­τα­λα­βαί­νεις, εί­ναι στα­τι­κός. Υπάρ­χει σε στα­θε­ρά ση­μεία και σε πε­ρι­μέ­νει. Δεν θα τον δεις α­πό μα­κριά, δεν θα φω­νά­ξει τον ε­αυ­τό του δια­φη­μί­ζο­ντάς τον, δεν θα τον α­ντι­λη­φθείς καν τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές που θα έρ­θεις σε ε­πα­φή μα­ζί του. Δεν θα σε πα­ρα­πέμ­ψει σε μια ι­δε­ο­λο­γία μί­σους, σε μια ι­στο­ρία ε­γκλη­μά­των, σε έ­να α­κο­νι­σμέ­νο φά­ντα­σμα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας έ­χει να κά­νει με τη μι­κρο­γεω­γρα­φία της, τη δο­μή της, με τον τρό­πο που α­πο­κλείει έ­να ση­μα­ντι­κό κομ­μά­τι του πλη­θυ­σμού της. Προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις. Εί­μαι σί­γου­ρος θα τα κα­τα­φέ­ρεις. Ωραία. Τώ­ρα προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις σπρώ­χνο­ντας έ­να κα­ρο­τσά­κι. Το προ­σπα­θώ ε­δώ και δύο χρό­νια στην Κυ­ψέ­λη, τα Εξάρ­χεια, το Κο­λω­νά­κι. Στε­νά πε­ζο­δρό­μια, σπα­σμέ­νες πλά­κες πα­ντού, σκου­πί­δια, δέ­ντρα που στα­μα­τούν τη συ­νέ­χεια της ε­πι­φά­νειας, κο­λο­νά­κια και κά­γκε­λα βαλ­μέ­να χω­ρίς ειρ­μό. Μι­κρή, μι­κρή γεω­γρα­φία της α­πό­κλι­σης. Ξε­φυ­σάς. Ξέ­ρεις πως ό­λα θα τε­λειώ­σουν (ο γιος σου με­γα­λώ­νει). Ξέ­ρεις πως το κα­ρο­τσά­κι σου θα αλ­λά­ξει χέ­ρια ό­ταν δεν θα το έ­χεις πια α­νά­γκη. Ξε­φυ­σάς. Και ύ­στε­ρα σκέ­φτε­σαι. Τους αν­θρώ­πους στα α­να­πη­ρι­κά κα­ρο­τσά­κια. Τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα. Ποια εί­ναι η δια­δρο­μή που μπο­ρούν να α­κο­λου­θή­σουν; Πώς μπο­ρούν να με­τα­κι­νη­θούν σε αυ­τή την πό­λη; Όχι κά­τι φο­βε­ρό, α­πλώς να ε­πι­τε­λέ­σουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τους, να α­σκή­σουν το δι­καίω­μά τους στη ρου­τί­να, στις κα­θη­με­ρι­νές δου­λειές τους. Ακό­μα και με τη βοή­θεια συ­νο­δού η δια­δρο­μή τους στην Αθή­να μοιά­ζει α­δύ­να­τη. Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης ταυ­τί­ζε­ται με την α­δια­φο­ρία. Τό­σο την ι­διω­τι­κή ό­σο και τη θε­σμι­κή, τα χί­λια α­κο­νι­σμέ­να «δεν βα­ριέ­σαι» που δεν περ­πα­τούν με το βη­μα­τι­σμό της χή­νας, αλ­λά έ­χουν έ­να πη­χτό ρα­τσι­σμό να ε­ξι­στο­ρή­σουν. Βρες μου μία τουα­λέ­τα στα Εξάρ­χεια ή στο Κο­λω­νά­κι, προ­σβά­σι­μη σε ά­το­μα με α­να­πη­ρία. Τσέ­κα­ρε τα παρ­κα­ρί­σμα­τα, τις α­πο­στά­σεις, το πώς εί­ναι φτιαγ­μέ­νες οι δια­βά­σεις. Προ­σπά­θη­σε να τις πε­ρά­σεις με κα­ρό­τσι. Πώς ο­νο­μά­ζε­ται αυ­τή η α­δια­φο­ρία;
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό έλ­λει­ψης πο­λι­τι­σμού; Πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή; Απο­τυ­χία της ο­ποιασ­δή­πο­τε πρό­νοιας; Εί­ναι ρα­τσι­σμός α­πό τσι­μέ­ντο. Η πα­ρακ­μή του δη­μο­σίου ε­ντός της πό­λης α­πο­κλείει μια με­γά­λη με­ρί­δα του πλη­θυ­σμού της. Η έλ­λει­ψη δη­μο­σίου χώ­ρου, α­ξιο­πρε­πούς συ­γκοι­νω­νίας, φω­τι­σμού, μέ­ρι­μνας, κα­τα­δι­κά­ζει σε ε­γκλει­σμό. Τα παι­διά και τους γέ­ρους, τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα και μα­ζί ό­σους δεν έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να διεκ­δι­κή­σουν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ε­λά­χι­στο του δη­μο­σίου χώ­ρου λό­γω οι­κο­νο­μι­κού α­πο­κλει­σμού.
Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της πό­λης μου δεν με­τα­κι­νεί­ται, δεν κρύ­βε­ται και δεν κραυ­γά­ζει. Μό­νο στέ­κει ε­κεί, με­ταμ­φιε­σμέ­νος σε πο­λε­ο­δο­μι­κή α­τέ­λεια. Σε φθο­ρά ή α­τυ­χία. Ενώ δεν εί­ναι κα­θό­λου αυ­τό. Εί­ναι ο θρίαμ­βος ε­νός ι­δε­α­τού μέ­σου ό­ρου. Ενός μέ­σου ό­ρου που α­κρι­βώς δεν τον έ­χει α­νά­γκη, ά­ρα μπο­ρεί και να μην του δώ­σει ση­μα­σία. Ενός αν­θρώ­που υ­γιούς, αρ­τι­με­λούς και με α­πο­λα­βές, με την η­λι­κία αυ­τή που του ε­πι­τρέ­πει αυ­το­τέ­λεια στις κι­νή­σεις και έ­να ευ­ρύ ο­ρί­ζο­ντα στις ε­πι­θυ­μίες. Η πό­λη αυ­τή κραυ­γά­ζει με το ί­διο της το εί­ναι πως κά­θε τι άλ­λο εί­ναι α­πό­κλι­ση. Και με τον τρό­πο της μας δι­δά­σκει πως κά­θε α­πό­κλι­ση εί­ναι α­να­λώ­σι­μη, α­νά­ξια μέ­ρι­μνας και α­νά­ξια βοή­θειας. Με τον τρό­πο της η Αθή­να εί­ναι μια βα­θιά ρα­τσι­στι­κή πό­λη, με το ρα­τσι­σμό της να μην εκ­φρά­ζε­ται μό­νο ως ι­δε­ο­λο­γία δια­φό­ρων κα­θη­με­ρι­νών φα­σι­στών, αλ­λά ως κα­θη­με­ρι­νή πρα­κτι­κή στο βή­μα.
Δεν βα­ριέ­σαι…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Άστεγη Ευρώπη


Η Ουγγαρία ετοιμάζεται να γίνει το πρώτο κράτος στον κόσμο που επιβάλλει συνταγματική απαγόρευση στην παρουσία αστέγων κοντά σε πολιτιστικά ή άλλα σημαντικά αξιοθέατα. Το μέτρο αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, σημαίνει πως η διαβίωσή των αστέγων ποινικοποιείται σε μεγάλα τμήματα της Βουδαπέστης. Μετά την θεσμοποίηση του ρατσισμού κατά των μεταναστών και των προσφύγων με την αλλαγή του συντάγματος ώστε να απαγορεύει την εγκατάσταση «αλλοδαπού πληθυσμού» στην ουγγρική επικράτεια, ο Βίκτορ Ορμπαν συνεχίζει την επίδειξη σκληρότητας εφευρίσκοντας έναν νέο εχθρό. Η αστυνομία θα δίνει κλήση σε κάθε άστεγο που κάθεται σε παγκάκι, πεζούλι ή πάρκο. Σε περίπτωση που δεν πληρώσει το πρόστιμο, -που δεν μπορεί να το πληρώσει- θα μπαίνει στη φυλακή.

«Η κυβέρνηση έχει καταλάβει πως δεν μπορεί να παίζει ατέρμονα το χαρτί της μετανάστευσης, αφού προφανέστατα δεν υπάρχουν μετανάστες στη χώρα. Τα θέματα αυτά μπορεί να παραμένουν χρήσιμα για εθνικές εκστρατείες, αλλά για το εσωτερικό χρειάζεται έναν νέο αποδιοπομπαίο τράγο» αναφέρει στoν Γκάρντιαν ο ιερέας Γκάμπορ Ιβάνι, υπεύθυνος για ξενώνες φιλοξενίας αστέγων στη Βουδαπέστη.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο εξαίσιος Ορμπάν τα βάζει με τους αστέγους. Ήδη από το 2010 το υπουργείο Εσωτερικών είχε καταστήσει ευκολότερο στις δημοτικές αρχές να απομακρύνουν τους άστεγους από τους δρόμους, απόφαση που κόλλησε από το συνταγματικό δικαστήριο. «Συμπεριφέρονται και δρουν με τρόπο ενοχλητικό για τους άλλους και μολύνουν τους δρόμους. Καθιστούν αδύνατη την κανονική χρήση των δημόσιων χώρων, γεννούν φόβο και αηδία στους κανονικούς ανθρώπους». Η ευθύβολη αυτή παρατήρηση δεν διατυπώθηκε από υπάλληλο των SS αλλά από αιρετό άρχοντα και πιο συγκεκριμένα από τον Ρόμπερτ Κόβακς, δήμαρχο του 10ου δημοτικού διαμερίσματος της Βουδαπέστης.

Ας θυμίσουμε εδώ πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Σεπτεμβρίου ψήφισε την ενεργοποίηση του άρθρου 7 της συνθήκης της Ε.Ε. για επιβολή κυρώσεων στην Ουγγαρία λόγω της συνεχιζόμενης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας, της ελευθερίας του Τύπου και της εκτεταμένης διαφθοράς. Πρόσφατα, είδε το φως της δημοσιότητας επιστολή στην οποία ο ούγγρος πρωθυπουργός ευχαριστούσε τη Χρυσή Αυγή για τη στήριξή της στη συγκεκριμένη ψηφοφορία.
Ο Ορμπάν ως φαινόμενο έχει σημασία γιατί μοιάζει να προεικονίζει ένα (όχι και τόσο μακρινό) ενδεχόμενο της Ευρώπης. Την κατεύθυνση ενός δεξιού κόμματος το οποίο πιέζεται από την άνοδο του φασισμού με αποτέλεσμα να υιοθετήσει πλήρως την ατζέντα του και να την εφαρμόσει. Ο Ορμπάν είναι ένας πολιτικός που έστησε τις πρόσφατες εκλογικές του επιτυχίες πάνω στο (ανύπαρκτο για την Ουγγαρία) πρόβλημα του προσφυγικού. Αποδεικνύοντας έτσι πως ο ρατσισμός προϋπάρχει των προβλημάτων και των θεμάτων με τα οποία συνδέεται. Μέλος της μαύρης διεθνούς (αν και το κόμμα του τυπικά παραμένει στην ομάδα του λαϊκού κόμματος στο ευρωκοινοβούλιο) μαζί με τη Λεπέν, τον Σαλβίνι, τον Στράχε, την Εναλλακτική για τη Γερμανία και λοιπές εκδοχές σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, ο Ορμπάν παραμένει ένα από τα πιο ξεκάθαρα σύμβολά της. Υπό την καθοδήγηση του εισαγόμενου από τις ΗΠΑ ακροδεξιού Στιβ Μπάνον, η μαύρη διεθνής σηκώνει το ανάστημά της, εφαρμόζει τις πολιτικές της και δείχνει τον ορίζοντα μιας Ευρώπης των εθνών και του μίσους. Σε μια ήπειρο που τρεμοπαίζει, άνευρη και γερασμένη, αδύναμη και φοβική, ανίκανη τελικά να αποτρέψει το οτιδήποτε, ακόμη και την κατάρευσή της.
Το μέτρο για τους αστέγους περιγράφει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την πολιτική της μαύρης διεθνούς. Μια πολιτική ανερυθρίαστα απάνθρωπη που επιλέγει πώς μοιράζεται η ιδιότητα του ανθρώπου, το δικαίωμα στην ύπαρξη, την επιβίωση ή την εξαφάνιση. Είναι ένα μέτρο το οποίο στοχεύει σε μεγάλο βαθμό στο συμβολικό και όχι στο πρακτικό αντίκρισμα. Ένα μέτρο που περιγράφει την κάθε άλλη πολιτική επιλογή με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ένα μέτρο ταυτότητα μια χώρας και μιας εποχής. Σε μια άστεγη Ευρώπη που παζαρεύει κάθε μέρα τη ψυχή της και την χάνει.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η δοκιμασία των 10 ετών


Το Facebook είναι καμένο πλαστικό. Δεν είναι μόνο οι χαμένες ώρες, δεν είναι μόνο η κυριαρχία ενός εικονικού κόσμου πάνω στις πραγματικές σχέσεις και επαφές, δεν είναι μόνο πώς μια επιλεγμένη πραγματικότητα και μια νοητή προέκταση του εαυτού μας τείνει να αντικαταστήσει το αντικειμενικό. Είναι μαζί και η τοξικότητα του λόγου, η ευκολία της απόρριψης, η υπερβολή και η υπερβολική εστίαση, οι στοχευμένες επιθέσεις, η δολοφονία χαρακτήρων, οι κάθε είδους ηθικοί πανικοί. Ταυτόχρονα το Facebook είναι μια πραγματικότητα που δύσκολα αποφεύγεις. Ως κοινός τρόπος, ως ευκολία, ως δομή που έχει δημιουργηθεί για να τον χρησιμοποιείς όλο και περισσότερο.

Το άρθρο αυτό γράφεται με αφορμή μια δοκιμασία που σου προτείνει η ιστοσελίδα. Το 10 year challenge εξαπλώνεται σε στιγμιαία μόδα. Μια φωτογραφία σου από το 2009 δίπλα σε μια φωτογραφία του 2019. Οι φίλοι/θεατές σου μέσα από τη συνομιλία των δύο φωτογραφιών καταναλώνουν τα συμπεράσματά σου. Το πώς μεγάλωσες, το πώς άλλαξες, το που έφτασες. Τόσο απλοϊκό ώστε να είναι τελικά εθιστικό το 10 year challenge σαρώνει τους τοίχους του Facebook. Από διαφημίσεις σοκολάτας υγείας μέχρι τον Erdogan.
Άλλωστε η διαδικτυακή νοσταλγία είναι σε μεγάλο βαθμό ένα από τα συστατικά της διαδικτυακής κουλτούρας. Μια νοσταλγία επιδερμική και γρήγορη όπου κάθε ανάμνηση επιβεβαιώνεται από μια γρήγορη επαφή. Μια νοσταλγία της κατανάλωσης αντικειμένων, παιδικών σειρών, τάσεων της μόδας, κακών τραγουδιών. Το διαδίκτυο είναι μια ατελείωτη συγχρονία. Τίποτα δεν χάνεται και τίποτα δεν ξεχνιέται. Κάθε τι καραδοκεί άφθαρτο. Επιμένει ακόμα και σιωπηλό έτοιμο πάντοτε να ανασυρθεί μέχρι να νοσταλγηθεί από την αρχή. Το διαδίκτυο με την απόλυτη διαθεσιμότητά του αποτελεί τον θάνατο της νοσταλγίας, και διαδικτυακές τάσεις όπως το 10 year challenge αποτελούν την ταρίχευσή της.
Αφορμές. Όλα είναι αφορμές. Όπως η μνήμη μέσα από ένα τυχαίο περιστατικό ανατρέχει σε συμβάντα που πέρασαν με ρυθμό ακανόνιστο. Έτσι και τώρα. Ακόμα και αν όλη αυτή η ιστορία σου φαίνεται χαζή αυτό δεν σημαίνει πως – έστω και ασυναίσθητα- δεν θα γυρίσεις σε όσα συνέβαιναν πριν 10 χρόνια. Σε μια εποχή που μοιάζει μακρινή, τόσο μακρινή ώστε ακόμα να μην μπορείς να αισθανθείς την απόστασή της.

Το 2009 μπήκε στην πραγματικότητά μας μέσα από τον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη του ’08. Συνυπήρχαν τις μέρες εκείνες το αδιέξοδο με την αισιοδοξία. Το χαζοχαρούμενο παρελθόν της ευημερίας, ταυτόχρονα με τις πρώτες σκιές της κρίσης που ερχόταν. Ο Μπάρακ Ομπάμα εκλεγόταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών για πρώτη φορά, η κατάσταση στο Ιράκ βάλτωνε στο αίμα και το Avatar έσπαγε κάθε εισπρακτικό όριο στους κινηματογράφους προεκτείνοντας ταυτόχρονα τις λειτουργίες του μέσου. Τα social media έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην καθημερινότητά μας. Τον Οκτώβρη το ΠΑΣΟΚ θα έπαιρνε ξανά την εξουσία, μια ολόκληρη χώρα κατευθυνόταν με ταχύτητα στο ναυάγιο του Καστελόριζου το 2010.
Η δική μας λοιπόν πρόκληση των 10 ετών, δεν αποτελεί ζήτημα πόζας ή αλλαγή κουρέματος. Είναι τα 10 χρόνια της κρίσης. Είναι η ανασκόπηση στη μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βιώνουμε μέχρι και σήμερα. Ένα παρόν που δεν ωρίμασε ποτέ σε μέλλον. Το σύνολο των αλλαγών και των ρευστοποιήσεων. Των απαιτήσεων, των διεκδικήσεων και των διαψεύσεων. Οι απώλειες και οι αφήξεις, οι χαρές και οι λύπες, πάντοτε εντός αυτού του πλαισίου.
Η πραγματική δοκιμασία των 10 ετών είναι το παρόν μας. Το κάθε παρόν. Η συνειδητοποίηση πως ο χρόνος περνά καλπάζοντας. Η συνέχεια του χρόνου με βήμα σημειωτόν προς άγνωστη κατεύθυνση. Η διαχείριση των παλαιών προσδοκιών που διαψεύστηκαν, των νέων οριζόντων και της πραγματικότητας όπως έσκασε στα χέρια μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Οι άλλοι



Τις τελευταίες μέρες ξαναδιάβαζα το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι για μια έρευνα γύρω από το ολοκαύτωμα. Το βιβλίο δεν αποτελεί ένα κείμενο που επιστρέφεις εύκολα. Και ταυτόχρονα είναι ένα κείμενο στο οποίο οφείλεις να επιστρέφεις. Είναι μια ανάγνωση σκληρή, όπου η κάθε λέξη ορίζει το βάρος της. Και ταυτόχρονα καταλαβαίνεις πως εντός του βιβλίου διαδραματίζεται μια μάχη για την ίδια τη ψυχή του ανθρώπου. Κάθε φορά που το ανοίγεις, η μάχη ξεκινά από την αρχή. Ανάμεσα στις αναγνώσεις του βιβλίου φτερουγίζουν τα γεγονότα, τα νέα, οι ειδήσεις. Κάποια τηλεόραση ανοιχτή να δείχνει τη βουλή ή τα συλλαλητήρια, την αντιπαράθεση, τη θέση της πολιτικής στη σφαίρα του παρόντος. Τα διακυβεύματα πίσω απ’ όσα ειπώνονται και όσα αποσιωπούνται, τη γεωγραφία των ταυτοτήτων και των απόψεων εντός της μιας κοινής κοινωνίας, μια φέτα ζωής από την Ελλάδα του 2019 σερβιρισμένη σε ένα ραγισμένο πιάτο. Όλα να απλώνονται στον ορίζοντα πάνω από το συρματόπλεγμα του βιβλίου.
«Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι “κάθε ξένος είναι εχθρός”. Επιπλέον αυτή η πεποίθηση βρίσκεται στο βάθος της ψυχής σαν μια λανθάνουσα μόλυνση. Εκδηλώνεται μόνο σε πράξεις με χαρακτήρα ασυντόνιστο και μη κανονικό, χωρίς να είναι η βάση ενός συστήματος σκέψης. Όταν, όμως, αυτή η ανομολόγητη σκέψη αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο θα υπάρχει αυτή η αντίληψη, οι συνέπειές της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευθεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου.»
Το ίδιο το βιβλίο έχει μια πολλαπλή λειτουργία. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι η οριοθέτηση ενός γεγονότος στις πραγματικές του διαστάσεις σε σχέση με την ανθρώπινη ταυτότητα, το όριο του εγκλήματος , την εκμηδένιση του ατόμου. Και ταυτόχρονα, όπως όλα τα βιβλία του Λέβι για το ολοκαύτωμα, μια υπενθύμιση και ένας συναγερμός. «Αυτά που έγιναν, μπορούν να ξαναγίνουν», γράφει στο «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν». Αλλά αυτό που μοιάζει απρόσμενο, είναι η ελάχιστη απόσταση από την κανονικότητα στην οποία ο συγγραφέας τοποθετεί τα γεγονότα. Η κατάληξη του ολοκαυτώματος δεν είναι μια στιγμή εκτός ιστορίας, δεν είναι μια στιγμή ξένη που προέκυψε μέσα από συγκυρίες. Είναι ένα έγκλημα που ενυπάρχει και άρα μπορεί να επαναληφθεί. Και εμβαθύνοντας, μονίμως εμβαθύνοντας στην ανθρώπινη κατάσταση, την αντοχή και την εξαχρείωση, την επαφή και το μαρτύριο το κεντρικό θέμα γίνεται ο άνθρωπος στο βαθμό μηδέν. Η μονάδα και οι γύρω του, οι Άλλοι ως κόσμος, προσδοκία και συντριβή.

Κάθε επαφή μας με την ιστορία, κάθε επαφή με τις κομβικές στιγμές της ανθρώπινης συνείδησης είναι στην πραγματικότητα επαφή με το παρόν μας. Στοχασμός για το πώς ορίζεται η πραγματικότητά μας σε μια δεδομένη στιγμή. Για εμάς στο εδώ και τώρα και ό, τι μας προεκτείνει. Για την επαφή μας με τους Άλλους. Οι εθνικιστικές εξάρσεις των τελευταίων εβδομάδων μας υπενθυμίζουν το παρόν στο οποίο κατοικούμε. Την άνοδο των εθνικισμών και του φασισμού σε κάθε γωνία της ηπείρου και μαζί σε τόσα σημεία στον χάρτη. Δεν είναι τόσο τα επιχειρήματα που ο καθένας επικαλέστηκε για να αρνηθεί τη συμφωνία (δεν αναφέρομαι στο ΚΚΕ, αλλά σχεδόν σε όλες τις άλλες αρνήσεις), είναι αυτός ο διάχυτος συνδυασμός ανωτερότητας και μίσους, επιθετικότητας και φόβου για τον Άλλο. Ο Άλλος ως μόνιμη απειλή, ο Άλλος ως κίνδυνος που καιροφυλαχτεί.
Οφείλουμε να είμαστε καλύτεροι. Όχι από γνώμη ή άποψη, αλλά έστω από αυτοσυντήρηση. Από απέχθεια στο μίσος απέναντι στο Άλλο. Από μίσος απέναντι στην εικόνα του «ξένου ως εχθρού», απέναντι στη ρίζα που γέννησε εκείνη τη νύχτα:
«Και έφτασε η νύχτα, μια νύχτα που ανθρώπινα μάτια δεν θα έπρεπε να δουν.»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Οι μέρες περνούν, το χιόνι μένει


Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Για αυτό το πληθυντικό κρύο που ο καθένας βιώνει ξεχωριστά. Το κρύο ως εικόνα, ως επίθεση του παρόντος κυρίως ως συναίσθημα που σε αρπάζει. Έβαλα για τίτλο το στίχο του Σαχτούρη που βλέπετε πιο πάνω. Έψαξα τις λογοτεχνικές μου αναφορές. Τον κύκλο ιστοριών του Τζακ Λόντον για την Αλάσκα, ιστορίες του Τσέχωφ, τα φιόρδ του Ίψεν λέξεις, λέξεις, λέξεις. Τα έσβησα. Για κάποιο λόγο οι λέξεις δεν λειτουργούν. Υπάρχει κάτι τόσο άμεσο στο κρύο που κάνει τις λέξεις ψεύτικες και τις μεταφορές αχρείαστες.
Είδα τις ειδήσεις για νέους νεκρούς από μαγκάλια, είδα αστέγους να ψάχνουν να κρυφτούν, είδα εικόνες και πλάνα από την Μόρια, φωτιές να διεκδικούν λίγη πρόσκαιρη ζέστη για το σώμα, πρόσφυγες στα χιόνια σε καλοκαιρινές σκηνές. Σπίτια χωρίς θέρμανση, ανθρώπους να προσπαθούν να ζεσταθούν με κάθε τρόπο. Μια πολιτεία που δεν καταφέρνει να προσφέρει τα αυτονόητα για έναν ακόμα χειμώνα. Το θάνατο να καραδοκεί στο κρύο του κάθε αποκλεισμένου, του κάθε ενός που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Οι κυβερνήσεις περνούν το χιόνι μένει.
Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Έψαξα και διάβασα το άρθρο που είχα γράψει παλαιότερα. Γραμμένο τέλη Νοέμβρη του 2014. Και τελικά νομίζω πως το κατάλαβα. Το θέμα του εδώ κειμένου δεν είναι το κρύο. Είναι η επανάληψη του παλιού άρθρου για το κρύο. Η ίδια περιγραφή σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο. Και τοποθετώ πάλι εδώ απαράλλακτο το τελευταίο του μέρος. Γιατί κάποια πράγματα δυστυχώς παραμένουν σταθερά:

Τα τελευταία χρόνια με την πρώτη παγωνιά κάτι σε αρπάζει. Εδώ δεν ξεδιψάει πια η συσσωρευμένη ζέστη του καλοκαιριού, το σώμα δεν ζητά, δεν προσδοκά, δεν περιμένει. Σαν να νοιώθεις την επίθεση πρώτα στα μέσα και ύστερα στο δέρμα. Ένας φόβος ασυναίσθητος και αιχμηρός για ό,τι δίπλα σου απλώνει, για ό,τι επαναλαμβάνεται με την τάξη του εφιάλτη: οι άστεγοι, τα μαγκάλια, τα ατυχήματα, οι τιμές του πετρελαίου, οι κρύες αίθουσες, τα παγωμένα σώματα των καλοριφέρ.
Καθώς η ανισότητα βαθαίνει, η διάκριση, η ταξικότητα, η αδικία έχουν την τάση να εμφανίζονται και να γιορτάζουν εξώστρεφα τον εαυτό τους στα πιο απλά: Στην τροφή, στη θερμοκρασία, στην αίσθηση, σε ό,τι διατυπώνει τη ζωή στις πιο πρωταρχικές της μονάδες. Αυτό που κατεβαίνει και απλώνει, λοιπόν, στους μήνες και στις μέρες γύρω είναι ένα κρύο πληθυντικό, το κρύο του καθενός.
Ο καθένας έχει την παγωνιά του, το κρύο, το χιόνι του. Για άλλους είναι το χαζοχαρούμενο βαμβακερό χιόνι των Χριστουγέννων, των βιτρινών και των χιονοδρομικών, για άλλους απλώς μια ενόχληση, κάποια στιγμή μπροστά σε κάποιο τζάκι ή κάτι τέτοιο. Μα είναι για τόσους, για πολλούς μαζί και για τον καθένα ξεχωριστά, το βουβό αυτό χιόνι, το χωρίς περιγραφές, χωρίς παρομοιώσεις, το κρύο αυτό που από την αρχή του άρθρου, προσπαθώ να κατονομάσω μα δεν μπορώ να πω, γιατί είναι το κρύο αυτό που έρχεται για κάποιους ανθρώπους τόσο κυριολεκτικό που δεν κατοικεί στις λέξεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πατριαρχία, ταυτότητα και θάνατος


Ενα ακόμα περιστατικό δολοφονίας και ακραίας βίας έρχεται να προστεθεί στην επίδειξη αγριότητας της τελευταίας περιόδου. Η 28χρονη Αγγελική Πέτρου δολοφονήθηκε από τον πατέρα της στην Κέρκυρα. Ο λόγος ήταν η σχέση που διατηρούσε με νεαρό Αφγανό. Ο πατέρας δεν ενέκρινε τη σχέση και απαιτούσε να τελειώσει. Όταν η 28χρονη τον ενημέρωσε πως όχι μόνο δεν πρόκειται να χωρίσει, αλλά σκέφτεται να τον παντρευτεί, εκείνος αποφάσισε να την σκοτώσει. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους συνάντησης, στο πατρικό σπίτι, ο δράστης τη χτύπησε με σιδερόβεργα στο κεφάλι και της έδωσε τη χαριστική βολή. Όταν κατάλαβε πως η κόρη του ήταν νεκρή, προσπάθησε να εξαφανίσει το πτώμα. Το πήρε και το έθαψε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού. Η 28χρονη βρέθηκε τελικά νεκρή και θαμμένη στο πίσω μέρος του πατρικού σπιτιού της, στην περιοχή Αλεπού της Κέρκυρας. Από την πρώτη στιγμή τα στοιχεία έδειχναν ότι ο κύριος ύποπτος της δολοφονίας ήταν ο πατέρας της, ο οποίος τελικά ομολόγησε το έγκλημα που διέπραξε, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Να σημειωθεί εδώ πως η κοπέλα ήταν ανεξάρτητη, καθώς εργαζόταν σε κατάστημα στην Κέρκυρα ενώ, σύμφωνα με το περιβάλλον της, ο πατέρας της στο παρελθόν τη χτύπαγε και τη βασάνιζε.
Το περιστατικό συμβαίνει περίπου ένα μήνα μετά τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο. Η ακραία βία των περιστατικών περιγράφει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο ένα πρόβλημα βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία. Μια καθημερινή πρακτική που στις δύο περιπτώσεις φτάνει στα άκρα. Η έμφυλη βία, η αντίληψη του αρσενικού πως δικαιωματικά μπορεί να ορίζει και να επιβάλλεται στο γυναικείο σώμα, η πατριαρχία ως απαράβατος νόμος.
Το περιστατικό δεν έχει να κάνει, όμως, με την έμφυλη βία, αλλά και με τη ρατσιστική. Η διπλή διάσταση του εγκλήματος φανερώνει ακόμα πιο έντονα τη συγγένεια των δύο αυτών καταστάσεων. Το πώς το κυρίαρχο αρσενικό επιβάλει τα όρια της φυλής και του φύλου, το πώς εκδικείται οποιαδήποτε παρέκκλιση, το πώς νομοθετεί πάνω σε σώματα και επιθυμίες, χρησιμοποιώντας το δικό του σώμα και επιβάλλοντας τη δική του επιθυμία. Ο ρατσισμός, ο τοξικός ματσισμός, η φαλλοκρατία και ο σωβινισμός, η ομοφοβία είναι απλώς εκδοχές και παρόμοιες εκφράσεις του ίδιου σάπιου πυρήνα. Η ακραία επιβολή μέχρι του τελευταίου ορίου είναι η πρακτική αποτύπωση αυτών των αντιλήψεων. Όλα υπάρχουν και γίνονται μαζί. Γιατί το μίσος της αντίληψης απέχει ελάχιστα από το μίσος της πρακτικής. Όσο η επιθυμία από τη δυνατότητα.

Οι ίδιοι οι όροι διάδοσης του περιστατικού περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο μια ακόμα παθογένεια, καθόλου άσχετη με τη ρίζα του προβλήματος. Σε πολλά μέσα η είδηση κυκλοφόρησε ως έγκλημα Αλβανού στην Κέρκυρα. Μετά από λίγο αποδείχτηκε πως ο δολοφόνος ήταν ομογενής.
Είναι και αυτός ένας τρόπος να κρατάς καθαρή τη φυλή σου. Και στην πραγματικότητα να εξασφαλίζεις ασυλία για τέτοια εγκλήματα. Ταυτίζοντας το Αλβανός με το δολοφόνος, τονίζοντας την καταγωγή σχεδόν ως εξήγηση για την πράξη. Ο τόσο απλός ρατσισμός της μετάδοσης έρχεται να συνομιλήσει με το ρατσισμό του πατέρα. Σιωπηλά καταλαβαίνει τη ρατσιστική οργή του και στη συνέχεια την καταδικάζει, αφού ο θύτης βαφτίζεται –όχι ρατσιστής- αλλά Αλβανός. Αν είσαι εγκληματίας ονομάζεσαι Αλβανός, αν είσαι εθνικιστής Κατσίφας.
Η καθημερινότητά μας είναι εθισμένη στο ρατσιστικό λόγο μέσα από τίτλους ειδήσεων, σκανδαλισμένους δημοσιογράφους και πουριτανικά θαυμαστικά, που όταν σκύβουν επικίνδυνα γίνονται σβάστικες. Η αυτοδικία και η επιβολή είναι προέκταση αυτού ακριβώς του παραδείγματος. Και όποιον πάρει ο χάρος.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Γιατρεύοντας το βιασμό με βιασμό



Το περιστατικό του βιασμού και της γυναικοκτονίας της 21χρονης Ελένης Τοπαλούδη έβαλε στο προσκήνιο με τον πιο έντονο τρόπο τις παθογένειες και τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Τη βία που εμφιλοχωρεί, την υποτίμηση της γυναίκας, το σεξισμό και το ματσισμό, το θέμα του φύλου σε μια κοινωνία που μοιάζει να μην μπορεί να κατακτήσει τις κατακτήσεις της. Συζητήσεις επί συζητήσεων και άρθρα επί άρθρων γύρω από τις απόψεις και τις πρακτικές που σε μεγάλο βαθμό κατοικούν εκεί έξω. Για την κουλτούρα του βιασμού, για την αντρική επιβολή, για τη σκληρότητα που επιφυλάσσει σε μια γυναίκα μια αρσενική κοινωνία σε πλήρη στύση. Το περιστατικό με την ωμότητά του και την πλήρη του κάλυψη συμπυκνώνει μια σειρά από άβολες αλήθειες. Μας κάνει να επιστρέφουμε σε άτυπα διαδικτυακά ντιμπέιτ που στρέφονται κατά των θυμάτων βιασμού δίνοντας ελαφρυντικά στους δράστες, προβάλουν τους κοινούς τόπους περί «αρσενικού» και κανονικότητας, διεκδικούν να κατοχυρωθούν ως αυτονόητες αλήθειες που επιβάλει η φύση.
Οι άβολες αλήθειες και οι παθογένειές μας συνεχίζουν να έρχονται στο προσκήνιο με αφορμή το περιστατικό αυτό. Όλος ο κόσμος είδε τα δύο βίντεο από τις φυλακές στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα. Τις απειλές, τις κλωτσιές, τον εξευτελισμό. Ο φερόμενος ως δράστης του βιασμού ισχυρίστηκε ότι στη συνέχεια τον βίασαν, μέρες μετά τόσο οι γιατροί του Ευαγγελισμού που τον εξέτασαν, όσο και οι κρατούμενοι με ανακοίνωσή τους δήλωσαν πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ένα ατελείωτο «καλά του κάνανε» απλώθηκε παντού. Από παρέες και λόγια του αέρα, μέχρι εκπομπές και διαδικτυακούς τοίχους. Το κοινό αίσθημα δίκασε και καταδίκασε με διαδικασίες συνοπτικές. Το θυμικό χτύπησε το σφυρί της ετυμηγορίας.
Δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που τον τρομάζει η επιθυμία για αυτοδικία. Με τους όρους με τους οποίους το θυμικό μπορεί να οριστεί ως νομοθέτης. Μπορώ να καταλάβω απόλυτα την ανθρώπινη οργή του συγγενή και του φίλου μπροστά στην άδικη και παράλογη απώλεια, μπορώ να καταλάβω απόλυτα την επιθυμία τους για την πιο άγρια τιμωρία. Αλλά δεν θα την έβαζα να ορίσει αυτή το νόμο και τις αποφάσεις. Γιατί ο νόμος δεν υπάρχει μόνο για το θύμα, υπάρχει και για το θύμα αλλά και για όλους τους υπόλοιπους.
Τόσο συχνά απέναντι σε περιστατικά απόλυτου αποτροπιασμού, σε βιασμούς, σε περιπτώσεις παιδεραστίας, σε ακραίες δολοφονίες διατυπώνεται ένα τυφλό αίτημα απόλυτης τιμωρίας, θανάτου, εκτέλεσης κτλ. Δεν είναι απλώς τιμωρία, είναι απογύμνωση του δράστη από κάθε ιδιότητα. Από κάθε δικαίωμα, κάθε ανθρώπινη διάσταση. Κάθε ενδεχόμενο αθωότητας ή ελαφρυντικών πριν η υπόθεση εξεταστεί στη δίκη, κάθε στοιχείο σωφρονισμού ή αποδοχής της μεταμέλειας. Τόσο συχνά ο νόμος της φυλακής, όμοια με τα βίντεο που είδαμε, όμοια ως απάντηση σε περιστατικά για δολοφονίες και βιασμούς, αποκαθιστά τη δικαιοσύνη για την έξω κοινωνία. Ο νόμος της φυλακής γίνεται άτυπος νόμος της κοινωνίας.

Ο αποτροπιασμός απέναντι σε ένα γεγονός, από τη στιγμή που δεν τίθεται θέμα διόρθωσης (ποια διόρθωση υπάρχει εντός του θανάτου;), πρέπει να μας οδηγεί στην επιθυμία για αποφυγή και εξάλειψη του φαινομένου. Όχι στην εκδίκηση και μάλιστα στο όνομα του συνόλου. Η τιμωρητική βία, το λιντσάρισμα, οι εκδικητικοί βιασμοί, μεγεθύνουν το φορτίο της βίας εντός της κοινωνίας. Στρέφουν τις πράξεις υπέρ του ισχυρότερου, αυτού που στην εκάστοτε περίπτωση μπορεί να επιβληθεί με οποιανδήποτε τρόπο. Ο νόμος -ακριβώς αυτός ο νόμος που λοιδορούμε και απεχθανόμαστε- η δικαιοσύνη –ακριβώς αυτή η δικαιοσύνη που δεν εμπιστευόμαστε και πιστεύουμε πως πράττει άδικα- υπάρχουν, ως αστικές κατακτήσεις, ώστε να προστατεύουν τον ανίσχυρο. Ακόμα και αν κάτι τέτοιο ακούγεται έως και γελοίο αν το δούμε σε μια σειρά από περιστατικά και δίκες που πήραν δημόσιο χαρακτήρα, το αίτημα θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη να λειτουργεί αποτελεσματικά και όχι η παράκαμψή της στο όνομα του λαϊκού αισθήματος (ή καλύτερα της δικής μας ανάγνωσης του αισθήματος αυτού). Δεν πρέπει να ταυτίζουμε το θεσμό με το σύμπτωμα, αλλά να γιατρεύουμε το σύμπτωμα.
Αυτό που θέλω να πω, είναι πως χρειαζόμαστε μια κοινωνία που να προστατεύει από το βιασμό και παρόμοια στοιχεία επιβολής και όχι μια κοινωνία που να βιάζει με δικαιότερη στόχευση (που τελικά αυτό περιγράφει η επικρότηση του περιστατικού στις φυλακές). Μια κοινωνία που μέσα από το νόμο, αλλά και την ίδια της τη δομή θα αποκλείει τέτοιου είδους φαινόμενα πριν συμβούν.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Θεωρίες συνομωσίας και πρακτικές μίσους



Υπάρχει μια αόρατη ευθεία που ενώνει τις θεωρίες συνομωσίας, τα fake news και την κλιμακούμενη άνοδο του μίσους κατά μήκος του δυτικού κόσμου. Οι θεωρίες συνομωσίας προετοιμάζουν το έδαφος για μια συνθήκη όπου η αλήθεια έχει μικρότερη σημασία από το αφιλτράριστο συναίσθημα. Οι θεωρίες συνομωσίας είναι αναγκαίες ώστε το πεδίο του διαλόγου να καταστεί σαθρό, η επιχειρηματολογία να περιοριστεί στις πρακτικές επιβολής του επιχειρήματος (άσχετα από το περιεχόμενο) και μέσα από μια δημαγωγική λογική να ικανοποιηθεί το εκάστοτε συναίσθημα ενός πολύ συγκεκριμένου κοινού που μοιάζει να πολλαπλασιάζει τους αριθμούς του.

Στην πολιτική σφαίρα οι θεωρίες συνωμοσίας παίζουν έναν πολλαπλό ρόλο. Κατ’ αρχήν υπάρχουν παράλληλα της επίσημης ερμηνείας ενός γεγονότος. Όσες περισσότερες εμφανίζονται, τόσο πιο πολύ αποδυναμώνουν τις όποιες εναλλακτικές στην επίσημη ερμηνεία απόψεις. Έτσι μοιάζει αρκετό μια άποψη η οποία διαφωνεί με την επίσημη ερμηνεία να χαρακτηριστεί «θεωρία συνωμοσίας’’ ώστε να αποδυναμωθεί, χωρίς περιθώρια άρσης του στίγματος. Οι θεωρίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν χωρίς ερμηνευτικά εργαλεία και τελικά να αποπροσανατολίσουν και να συγκαλύψουν. Ο αυταρχικός, απόλυτος και κλειστός τρόπος σκέψης τους, τις ορίζει ως φύσει συντηρητικές εξαιτίας της θέσης τους απέναντι στη λογική και τη ρευστότητα του επιχειρήματος. Ο φορέας τους δεν καταφέρνει να αντιληφθεί και να ερμηνεύσει. Αυτό που του ζητείται είναι η αποδοχή ή η απόρριψη σχεδόν με όρους πίστης. Στον πόλεμο αυτών των θεωριών, μόνιμος ηττημένος είναι πάντα η κριτική σκέψη. Δημιουργείται έτσι ένα περιβάλλον όπου το ψεύδος δεν είναι αντίθετο από την αλήθεια. Υπάρχει παράλληλα ως μια συνθήκη εκτός απόδειξης αφού η ίδια η διαδικασία της απόδειξης είναι άχρηστη. Ο συνδυασμός του ψεύδους, των νέων τεχνικών διάδοσης και χρήσης του διαδικτύου και του μίσους ως απάντηση για κάθε πρόβλημα συγκροτούν την νέα δημόσια σφαίρα. Στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Τάσος Τσακίρογλου σταχυολογεί σε πρόσφατο άρθρο του κάποιες από τις θεωρίες αυτές όπως εκφράζονται από διάφορους ευρωπαίους μετρ του είδους: «Με τον Βίκτορ Ούρμπαν να κατηγορεί τον Σόρος ότι έχει σχέδιο να αλώσει την Ουγγαρία, τον Γιάροσλαβ Καζίνσκι στην Πολωνία να ισχυρίζεται ότι ο αδελφός του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα προσχεδιασμένο από Μόσχα και Βαρσοβία και όλους τους ακροδεξιούς της Ευρώπης να χαρακτηρίζουν το Σύμφωνο Μετανάστευσης του ΟΗΕ «όχημα» για την εισαγωγή εκατομμυρίων μεταναστών με στόχο την αλλοίωση του χριστιανικού πολιτισμού, εύλογα ο «Γκάρντιαν» αναρωτιέται εάν οι θεωρίες συνωμοσίας θα κυριαρχήσουν στις επικείμενες ευρωεκλογές και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι αυτές μπορεί να κρίνουν το αποτέλεσμα.» Η σύνδεση του Γκάρντιαν των θεωριών αυτών με τις επικείμενες ευρωεκλογές δεν είναι τυχαία. Οι συγκεκριμένες εκλογές χαρακτηρίστηκαν από τον Στιβ Μπάνον (πρώην δεξί χέρι του Τραμπ και νυν σύμβουλος της μαύρης διεθνούς των ακροδεξιών σε ολόκληρη την Ευρώπη) ως ύψιστης σημασίας καθώς θα έχουν καταλυτικό ρόλο για την επικράτηση της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο ίδιος ο Μπάνον δεν είναι απλώς κάποιος απλός εκφραστής μιας πολιτικής τάσης. Είναι η ενσάρκωση των Fake news, της χρήσης των θεωριών συνομωσίας και της απενοχοποίησης του ακροδεξιού μίσους στην Αμερική. Αρχικά ως κεντρική φιγούρα του Breitbart News και στη συνέχεια ως υπεύθυνος στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ.

Το τρίγωνο αυτό όπου η ήττα της λογικής μεταφράζεται άμεσα σε ήττα της ανθρωπιάς για πολλούς προοικονομεί μια δυστοπία. Αν όμως θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς πρέπει να παραδεχτούμε πως η δυστοπία είναι κιόλας εδώ. Μια συνθήκη όπου το χρήσιμο είναι ορθό ανεξάρτητα από την όποια λογική ή ηθική. Μια συνθήκη όπου το πολιτικό εκλείπει απέναντι σε τεχνικές μιας βελούδινης επιβολής απόψεων μέσω του θορύβου, της παραποίησης και της συκοφάντησης. Το αν θα επικρατήσουν οι πρακτικές αυτές είναι το βασικό ζητούμενο. Όσο όμως ο αντίλογος είναι καχεκτικός ή ακόμη περισσότερο όσο εκφράζει τη συντήρηση ενός μέχρι πρόσφατα δεδομένου κατεστημένου η νίκη των πρακτικών και η σταδιακή μετατροπή τους σε νέα κανονικότητα είναι δεδομένες.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Με­τα­νά­στες, φα­σί­στες και πα­γκό­σμιο κύ­πελ­λο


Η συ­νύ­παρ­ξη της Γαλ­λίας με την Κρο­α­τία στο με­γά­λο τε­λι­κό του Πα­γκο­σμίου Κυ­πέλ­λου της Ρω­σίας δη­μιούρ­γη­σε μια με­γά­λη κου­βέ­ντα –πιο πο­λύ πο­λι­τι­κή, πα­ρά πο­δο­σφαι­ρι­κή. Από τη μία, η Γαλ­λία που σχε­δόν στο σύ­νο­λό της α­πο­τε­λεί­ται α­πό με­τα­νά­στες πρώ­της, δεύ­τε­ρης ή τρί­της γε­νιάς. Από την άλ­λη, η Κρο­α­τία συν­δε­δε­μέ­νη με το να­ζι­σμό. Δεν εί­ναι μό­νο οι ι­στο­ρι­κοί λό­γοι της συ­νερ­γα­σίας ε­νός με­γά­λου α­ριθ­μού με τους να­ζί, η συμ­με­το­χή τους σε να­ζι­στι­κά ε­γκλή­μα­τα ή έλ­λει­ψη ο­ποιασ­δή­πο­τε τι­μω­ρίας για τα ε­γκλή­μα­τα αυ­τά στη με­τα­πο­λε­μι­κή πε­ρίο­δο, δεν εί­ναι καν ο ελ­λη­νι­κός ά­κρι­τος φι­λο­σερ­βι­σμός, δεν εί­ναι καν η μα­κρά πα­ρά­δο­ση νε­ο­να­ζι­στι­κών κρου­σμά­των σε με­γά­λο πο­σο­στό α­νά­με­σα στους ο­πα­δούς της ε­θνι­κής Κρο­α­τίας. Εί­ναι μα­ζί και τα συ­γκε­κρι­μέ­να κρού­σμα­τα, ό­πως ο (εν­δε­χό­με­νος για­τί δεν φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα στο βί­ντεο) να­ζι­στι­κός χαι­ρε­τι­σμός του Μό­ντρι­τς στο μα­τς με την Αργε­ντι­νή. Με­τά το τέ­λος του ί­διου μα­τς, σε βί­ντεο που α­νέ­βα­σαν οι ί­διοι στα α­πο­δυ­τή­ρια παί­κτες, φαί­νε­ται να τρα­γου­δά­νε έ­να τρα­γού­δι της κρο­α­τι­κής ορ­γά­νω­σης Ου­στα­σά, και πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά η πε­ρί­πτω­ση του Ντι­μα­γκόι Βί­ντα, ο ο­ποίος σε άλ­λη συ­γκυ­ρία ε­πα­να­λάμ­βα­νε σύν­θη­μα ου­κρα­νών να­ζι­στών, ε­νώ άλ­λο πιο πρό­σφα­το βί­ντεο τον δεί­χνει να φω­νά­ζει «να κα­εί το Βε­λι­γρά­δι».
Η δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη δεν πα­ρά­γει πια σώ­μα­τα, ε­γκυ­μο­νεί γε­ρα­σμέ­να πό­δια και ε­ξαν­τλη­μέ­νους ώ­μους. Εί­ναι μια ή­πει­ρος της κού­ρα­σης και της ομ­φα­λο­σκό­πη­σης, που σε ε­πι­λέ­γει μό­νο ό­ταν μπο­ρεί να σε εκ­με­ταλ­λευ­τεί. Έτσι οι δυ­τι­κές χώ­ρες δα­νεί­ζο­νται τα σώ­μα­τα που έ­χουν α­νά­γκη α­πό μα­κρι­νές η­πεί­ρους, με τον ί­διο τρό­πο που κλέ­βει τον ο­ρυ­κτό τους πλού­το. Οι νε­α­ροί παί­χτες που γε­μί­ζουν τις ευ­ρω­παϊκές α­κα­δη­μίες εί­ναι στην πλειο­ψη­φία του φτω­χά παι­διά α­πό τα γκέ­το των με­γα­λου­πό­λεων που σώ­θη­καν α­πό τη μοί­ρα του α­πο­κλει­σμού.
Πί­σω α­πό την πα­ρου­σία των δια­φο­ρε­τι­κών φυ­λών στην ί­δια ε­θνι­κή, πά­ντο­τε κα­τοι­κεί έ­να έ­γκλη­μα που στις πιο κα­λές πε­ρι­πτώ­σεις η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη στο πλαί­σιο της ε­θνι­κής α­ντι­κα­το­πτρί­ζει την ε­πι­θυ­μία ή προσ­δο­κία υ­πέρ­βα­σής του.

Εθνι­κές ο­μά­δες ό­πως αυ­τές της Γαλ­λίας, της Αγγλίας ή του Βελ­γίου, α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν σε με­γά­λο βαθ­μό τις δυ­τι­κές κοι­νω­νίες του με­τα­ποι­κια­κού αιώ­να. Πά­ντο­τε, ό­μως, με μια δό­ση υ­πο­κρι­σίας. Οι άν­θρω­ποι που ε­ντός της κοι­νω­νίας βρί­σκο­νται στο πε­ρι­θώ­ριο, ε­δώ έ­χουν ε­ξέ­χου­σα θέ­ση. Αμεί­βο­νται και α­πο­θεώ­νο­νται με σχε­τι­κά οι­κου­με­νι­κή α­πο­δο­χή (ας μη ξε­χνά­με βέ­βαια κα­τά και­ρούς δη­λώ­σεις α­κρο­δε­ξιών κρε­τί­νων, ό­πως του μπα­μπά Λε­πέν για την ε­θνι­κή ο­μά­δα της Γαλ­λίας ή στα κα­θ’ η­μάς των χρυ­σαυ­γι­τών για τον Αντε­το­κούν­μπο π.χ.) και η μοί­ρα τους α­πο­τε­λεί πρό­τυ­πο για τον κά­θε πι­τσι­ρι­κά που παί­ζει μπά­λα, πό­σο μάλ­λον γι’ αυ­τόν που κα­τά­γε­ται α­πό τα ό­μοια γκέ­το ή φα­βέ­λες. Απο­τε­λούν ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα δια­φυ­γής ε­νός πλη­θυ­σμού που α­πο­κλείε­ται μα­ζι­κά και του ο­ποίου η μοί­ρα ο­λοέ­να και δυ­σκο­λεύει. Αλλά ταυ­τό­χρο­να α­πο­τε­λούν σύμ­βο­λα ελ­πί­δας και α­ξιο­πρέ­πειας.
Ταυ­τό­χρο­να εί­ναι α­νό­η­το κά­ποιος να πε­ρι­γρά­φει συλ­λή­βδην μια χώ­ρα ή α­κό­μα και μια ο­μά­δα ως φα­σί­στες ή να μην α­πο­δέ­χε­ται το γε­γο­νός πως η πα­ρου­σία της Κρο­α­τίας στον τε­λι­κό α­πο­τε­λεί α­πό μό­νη της έ­να πο­δο­σφαι­ρι­κό κα­τόρ­θω­μα. Όλη η κου­βέ­ντα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κι­νεί­ται στη σφαί­ρα του συμ­βο­λι­κού. Για­τί αν θέ­λου­με να μι­λή­σου­με με πο­λι­τι­κούς ό­ρους, θα ή­ταν κα­λό να συ­μπε­ρι­λά­βου­με στη συ­ζή­τη­ση ο­λό­κλη­ρη τη δο­μή του σύγ­χρο­νου πο­δο­σφαί­ρου, τη σχέ­ση του με τις ε­ται­ρείες, τη στά­ση των κρα­τών α­πέ­να­ντι στα α­θλη­τι­κά γε­γο­νό­τα, σε μια συ­ζή­τη­ση που φτά­νει μέ­χρι τον πυ­ρή­να των ί­διων των κοι­νω­νιών. Αλλά σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, τι άλ­λο εί­ναι έ­να θέ­α­μα α­πό την έ­κρη­ξη του συμ­βο­λι­κού; Και ας μη θεω­ρή­σου­με πως κά­τι τέ­τοιο εί­ναι δευ­τε­ρεύον. Δεν πρέ­πει, άλ­λω­στε, να ξε­χνά­με πως το ί­διο το συμ­βο­λι­κό μπο­ρεί να γεν­νή­σει πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ε­πι­χει­ρή­μα­τα και α­ντε­πι­χει­ρή­μα­τα, πρά­ξεις και α­λή­θειες πο­λύ πέ­ρα α­πό το ε­λά­χι­στο.
Όπως και να ‘χει, ας μην ξε­χνά­με πως η ε­πι­λο­γή ο­μά­δας, ή α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­λο­γή μιας ο­μά­δας που υ­πο­στη­ρί­ζεις πε­ρι­στα­σια­κά στο πλαί­σιο μιας διορ­γά­νω­σης, γί­νε­ται με υ­πο­κει­με­νι­κά ή χα­λα­ρά κρι­τή­ρια. Ταυ­τό­χρο­να, τα κρι­τή­ρια αυ­τά και η κρι­τι­κή που δη­μιουρ­γούν, μπο­ρούν να παύ­σουν να εί­ναι χα­λα­ρά α­κρι­βώς λό­γω της έ­ντα­σης ή της συ­γκί­νη­σης που δη­μιουρ­γεί το παι­χνί­δι. Όταν, λοι­πόν, κα­λεί­σαι να υ­πο­στη­ρί­ξεις κά­ποιον, δεν χρειά­ζο­νται α­πό­λυ­τες α­πο­δεί­ξεις και α­πό­λυ­τες ταυ­τί­σεις. Οι εν­δεί­ξεις εί­ναι πα­ρα­πά­νω α­πό αρ­κε­τές. Οπό­τε α­κό­μα και αν ό­λοι οι Κροά­τες δεν εί­ναι να­ζί, α­κό­μα και αν ό­λοι οι παί­χτες της ε­θνι­κής Κρο­α­τίας δεν εί­ναι ζώα σαν τον Ντι­μα­γκόι Βί­ντα, το δί­λημ­μα δεν μοιά­ζει καν με δί­λημ­μα. «Allez les Bleus!», χω­ρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Γέφυρες





Στον τόπο αυτό οι γέφυρες δεν ενώνουν. Στέκουν σε τυχαίες περιοχές χωρίς να επιτελούν κάποιον εμφανή σκοπό. Κάποιες φορές στη μέση της πόλης, δυσκολεύοντας την καθημερινότητα μέσα από την ξαφνική τους παρουσία, την εμφανή περιφρόνηση της λειτουργικότητας και του σκοπού. Στέκουν εκεί χωρίς συμμετρία, χωρίς να ταιριάζουν στη ροή της καθημερινότητας, στο πρακτικό της πόλης. Άλλες φορές τις συναντάς σε κάποιες ξεχασμένες ερημιές. Όρθιες, τοξωτές, να στέκουν εκεί με μια αυτοπεποίθηση όμοια με την εκπλήρωση ενός σκοπού. Τις συναντάς στις τυχαίες εκδρομές, στις οργανωμένες σου εξορμήσεις, στις τακτικές αποδημίες.
Ο τόπος αυτός είναι σπαρμένος γέφυρες. Οικοδομήματα αβέβαιου σκοπού. Δεν φέρνουν τις εκτάσεις πιο κοντά. Αν σκαρφαλώσεις κάποιες από αυτές, θα δεις πως παρά τη δυσλειτουργικότητά τους αποτελούν γέφυρες κανονικές, με άσφαλτο στο υπερυψωμένο σημείο τους. Αποτελούν κλάσματα μιας άγνωστης διαδρομής. Αποστάσεις που δεν γνωρίζεις αν έχουν διανυθεί ή αν θα διανυθούν σύντομα, που δεν γνωρίζεις αν τερματίστηκαν, ή ακόμη και εάν ξεκίνησαν. Μέσα στη συνέχεια του τοπίου, μέσα στη διάρκεια της δικής μας διαδρομής -ανεξάρτητης των οικοδομημάτων αυτών- οι γέφυρες θολώνουν τις τροχιές μας. Μας κάνουν να αμφιβάλουμε για τους προορισμούς μας, για την επίτευξη των στόχων μας, για τον τερματισμό μας.

Και είναι περίεργο γιατί κανείς δεν ξέρει ποιος τις έχτισε. Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν που να συμμετείχε στην οικοδόμησή τους. Και ποιος είναι ακριβώς ο σκοπός και ο στόχος τους. Εάν είναι κίνδυνος ή κάποια περίεργη κατάρα που βρίσκεται εδώ για να μας βλάψει. Ή απλώς μία ακόμα παράλογη συνθήκη σε μια γενικότερα παράλογη ζωή. Απλά στέκουν εκεί. Σε διάφορα μεγέθη, διάφορα είδη διαφορετικών ηλικιών. Αρνούμενες να μιλήσουν, αρνούμενες να εξηγήσουν. Άλλοτε διακριτικά και άλλοτε εκκωφαντικά. Αυτοτελείς και αυτάρεσκες μέσα στο γρίφο τους. Συντηρούν το σχήμα και το μέγεθός τους. Πάντοτε όμοιες, σχεδόν άφθαρτες μέσα στις απόλυτες βεβαιότητές τους. Τις βεβαιότητες αυτές που εμείς επιμένουμε να αγνοούμε.

Στο ξάφνιασμα μας συμβάλει επίσης και το γεγονός πως κανείς δεν είδε ποτέ του τη διαδικασία του χτισίματος. Αυτές στις ερημιές, τις συναντάς ξαφνικά. Αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος –όταν διανύει για πρώτη φορά τη διαδρομή- αν η γέφυρα αυτή στεκόταν εκεί για χρόνια, ή αν φύτρωσε εκεί μόλις τώρα. Στις πόλεις είναι διαφορετικά. Εδώ ξυπνούμε πάντοτε σε μια άγνωστη όραση. Όταν βγαίνεις στο δρόμο, καθώς διασχίζεις τις αποστάσεις της πόλης, ακόμα πολλές φορές και όταν ανοίγεις το παράθυρό σου, υπάρχει η πιθανότητα να στέκει εκεί μια γέφυρα που δεν είχες συναντήσει εχθές. Το πρωί είναι πάντοτε έκπληξη και τίποτα δεν μπορεί να γεφυρώσει την ηττημένη μας βεβαιότητα.
Η παρουσία τους δυσκολεύει τις ζωές μας. Ξέρω πολλές γειτονιές που πνίγηκαν από το μεγάλο αριθμό γεφυρών. Περιοχές ολόκληρες που είναι αδύνατον να διασχίσεις ακριβώς λόγω των γεφυρών. Άνθρωποι αναγκάζονται να μετακομίσουν ξαφνικά, ελπίζοντας πως θα σταθούν πιο τυχεροί στην επόμενη γειτονιά τους.

Στον τόπο αυτό, οι γέφυρες χωρίζουν. Και είναι πολλοί που τις επιλέγουν ως ιδανικό μέρος αυτοχειρίας. Μετά τις πρώτες αυτοκτονίες, η πτώση από τη γέφυρα έγινε ο ιδανικός τρόπος εξόδου από τη ζωή. Και μέχρι σήμερα είναι ελάχιστοι αυτοί που επιλέγουν να πάρουν τη ζωή τους με τρόπο διαφορετικό. Μέσα από τη συνθήκη, οι γέφυρες έγιναν σύμβολο απελπισίας. Και είναι πολλοί αυτοί που δεν περνούν δίπλα ή κάτω από τις γέφυρες χωρίς να ανοίξουν τουλάχιστον μια ομπρέλα.
Παρ’ όλη τη μόνιμη έκπληξη, οι γέφυρες είναι κάτι που συνηθίσαμε. Για άλλους συμβολίζουν τις διαδρομές που δεν κατάφεραν ποτέ να διασχίσουν, για άλλους τα ταξίδια που σχεδιάζουν για το μέλλον. Για άλλους την επικοινωνία που σταμάτησε με κάποιο πρόσωπο, για άλλους μια υπόσχεση αποκατάστασης των σχέσεων. Για τους περισσότερους από εμάς οι γέφυρες είναι απλές γέφυρες. Υποβλητικά άχρηστα πράγματα, που κάθε μέρα μας διδάσκουν να ζούμε στην σκιά τους. Και αυτό αρκεί.

(στην εφημερίδα Εποχή)