Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Το αεροδρόμιο ως δυστοπία



Νομίζω πως μπορώ να περάσω πολλές ώρες σε ένα αεροδρόμιο. Η φασαρία του είναι αναιμική σαν ησυχία. Καθετί υπάρχει σε κίνηση. Ολα περνούν βιαστικά. Κανείς, τίποτα δεν θα επιμείνει. Ο χώρος καταπίνει τα πάντα. Μαζί και τον χρόνο. Μπορείς να διαβάσεις, να σκεφτείς. Καθετί είναι τόσο βαρετό που θα αρνηθεί να σε αποσπάσει. Αμα όμως ξεμείνεις για λίγο περισσότερο, κάτι ξαφνικά αλλάζει.
Ο χώρος γίνεται διακριτός, αναγνωρίσιμος. Τα σημεία υπάρχουν σε συγκεκριμένες, αμετακίνητες συντεταγμένες. Το θολό τοπίο χαρτογραφείται από μόνο του. Παίρνει τη διάσταση κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που λήγει με την αναχώρησή σου. Αυτό που μένει είναι η αίσθηση που σου άφησε η αναπάντεχη κοινωνία. Το κατοικημένο ενδεχόμενο. Η πικρή γεύση μιας άβολης μεταφοράς. Μια μεταφορά δυστοπίας. Η κοινωνία οργανωμένη ως αεροδρόμιο.

Τα πάντα εδώ στέκουν οριοθετημένα, λειτουργικά. Καθετί εδώ ταυτίζεται με τον σκοπό του. Δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος, όπως δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος. Καθετί οφείλει να εξοικονομεί. Εδαφος, ενέργεια, δευτερόλεπτα. Ενας χώρος ολοκληρωτικά οργανωμένος. Χωρίς κενά, χωρίς αποστάσεις να περισσεύουν. Ενας διαρκής διάδρομος σύντομου χρόνου.
Το αεροδρόμιο είναι κωδικοποιημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει το αντίθετο του ταξιδιού. Να το αναδεικνύει, να το απαλλάσσει από δεύτερες σκέψεις. Γεωμετρικό και απωθητικό, το αεροδρόμιο σε σπρώχνει προς την πτήση.
Κουρδισμένο στη φοβία της εποχής. Περιφρουρημένο, καταγεγραμμένο. Μια περιοχή που διαρκώς ελέγχει τις διαστάσεις της, που επιβεβαιώνει τα σύνορά της. Υπόδειγμα εθελούσιας άρσης των ελευθεριών στο όνομα της ασφάλειας. Διαχωρισμένο πάντοτε σε δύο αυστηρά μέρη. Αυτό πριν και αυτό μετά τον έλεγχο. Αν και ο έλεγχος είναι ο μόνος πραγματικός τόπος στον οποίο κατοικούν τα σώματα του αεροδρομίου.
Εδώ περπατάς διάφανος, διαπερασμένος από βλέμματα της κάμερας, χέρια που ψάχνουν τα πράγματά σου, το σώμα σου. Και μονίμως αυτός ο φόβος όταν περνάς μέσα από τον έλεγχο πως ίσως κάτι να ξέχασες, ίσως κάτι να έκανες, ίσως τελικά να είσαι ένοχος άνευ όρων. Και αν όχι εσύ, τότε αυτός που έρχεται μετά από εσένα. Η καχυποψία ως μόνο νόμιμο κοινωνικό αντανακλαστικό.
Το αεροδρόμιο είναι μια διαρκής υπενθύμιση πως τίποτα δεν σου ανήκει. Οι τσάντες μπορεί να χαθούν, τα χαρτιά σου να ακυρωθούν, ο αέρας που αναπνέεις είναι φιλτραρισμένος από χίλιες άλλες καθημερινές ανάσες. Εδώ όλα είναι κοινόχρηστα. Μοιράζεσαι για λίγο τα πάντα με ανθρώπους που δεν ξέρεις την όψη τους. Καθετί υπάρχει για να στρέψει το βλέμμα σου αλλού. Ετσι ώστε να μην παραδεχτείς αυτό που το αεροδρόμιο όντως είναι. Μια ατελείωτη ουρά -όμοια με γραμμή παραγωγής- που δείχνει προς την κατεύθυνση που επιθυμείς να βρεθείς.
Γρήγορο φαγητό, βιαστικές αγορές, δώρα της τελευταίας στιγμής μπας και σώσεις κάτι από τις προσδοκίες αυτών που σε περιμένουν. Ολα τα αεροδρόμια μιλούν την ίδια γλώσσα. Διεθνοποιημένες κατασκευές χωρίς χαρακτήρα, παραλλαγές της ίδιας αποστειρωμένης συμμετρίας. Μόνο λίγα ψήγματα εντοπιότητας στα προϊόντα που πουλιούνται ως απόδειξη της παρουσίας σου στις συγκεκριμένες συντεταγμένες. Σαλάμια και τυριά, αρκουδάκια και σοκολατάκια. Αυτά αρκούν για να ορίσουν την ταυτότητα.
Εδώ όλοι είμαστε περαστικοί. Δεν συνάπτουμε σχέσεις. Μόνο φευγαλέα χαμόγελα και αναιμικά «συγγνώμη να περάσω». Εδώ οφείλεις να είσαι παροδικός. Οφείλεις να έχει συναίσθηση της παροδικότητάς σου. Ακόμα κι αν ξεμείνεις σε κάποια αλλαγή για ώρα συνήθως απαγορεύεται να ξαπλώσεις σε κάποιο κάθισμα, να δείξεις πως υπάρχεις για λίγο περισσότερο.
Αν και το αεροδρόμιο προσπαθεί να σε πείσει πως είναι το πρώτο βήμα για την πτήση, στην πραγματικότητα στέκει ως ενσάρκωση της πτώσης. Πτώση σε έναν ρεαλισμό ελέγχου, κατανάλωσης και ανίας. Πτώση σε μια πραγματικότητα δυστοπίας, οργάνωσης και ανθρώπινης απεντόμωσης. Πτώση τελικά εντός της ιδέας της παροδικότητας. Και κατοχύρωσή της ως μόνης νόμιμης αποσκευής. Κάθε αεροδρόμιο καταλήγει να επικυρώνει το πόσο σύντομο είναι το κάθε ταξίδι. Γιατί εδώ οφείλεις να έχεις συναίσθηση της παροδικότητάς σου. Εδώ οφείλεις να είσαι περαστικός.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Basket Case: Ο Γιάννη Αντετοκούνμπο και η πορεία προς τον ουρανό




Η ιστορία του Γιάννη Αντετοκούνμπο, του νεαρού μετανάστη από τη Νιγηρία, που ξεκίνησε πουλώντας ρολόγια και γυαλιά ηλίου στα φανάρια της Αθήνας στα 16 του χρόνια και σήμερα στα 24 του, παρουσιάζεται ως βασικός υποψήφιος για MVP του NBA, μοιάζει με μια ιστορία επιτυχίας και ονείρου. Ως μια από αυτές τις ανθρώπινες ιστορίες που μοιάζουν να αντιγράφουν την άτοπη αισιοδοξία των χολιγουντιανών ταινιών  κάνοντάς σε να ταυτίζεσαι, να πιστεύεις και να συνεχίζεις να προσπαθείς παρ όλες τις αντιξοότητες. Τηλεοπτικά αφιερώματα, σελίδες σε αθλητικά περιοδικά και εφημερίδες, αφηγήσεις σε κάθε σημείο του κόσμου διαδίδουν την ιστορία του Greek Freak. Την ταπεινή του καταγωγή, την εκτίναξή του στην κορυφή του αθλητικού κόσμου. Και εδώ στην Ελλάδα μαθαίνουμε να ενθουσιαζόμαστε με το απροσδόκητο, με αυτό το παιδί που ήρθε από το πουθενά και κατευθύνεται προς το πάντα και το παντού, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο, χαράζοντας νέες διαδρομές σε απάτητες εκτάσεις. Μαζί μας και αυτοί που πιστεύουν πως ο νεαρός δεν ταιριάζει στις περιγραφές τους για το πώς αντιλαμβάνονται τον Έλληνα. Αλλά από την άλλη δεν μπορούν να αποφύγουν την επιθυμία να ταυτιστούν και να χαρούν τις δικές του επιτυχίες ως κάτι που αφορά και τους ίδιους. Έχει γεννηθεί μια συνθήκη αυθορμητισμού που υπερπηδά προκαταλήψεις, αγκυλώσεις και στερεότυπα,  μια συνθήκη γεννημένη –όχι τόσο από τις επιτυχίες του Γιάννη Αντετοκούνμπο- όσο από τον υπέροχο τρόπο του παιχνιδιού του, την ταχύτητα που παρασέρνει τα πάντα, την κλήση του σώματος προς ένα ατελείωτο Εμπρός, τον καταιγισμό μυών, ευελιξίας και φαντασίας προς ένα σύνολο που κάνει μια αθλητική φάση να μεταμορφώνεται σε τέχνη. Μπροστά σε αυτές τις εικόνες δεν μπορούν να υπάρχουν υποσημειώσεις, δεύτερες σκέψεις ή ενστάσεις. Εδώ το σώμα είναι μουσική.
Η ιστορία του ελληνικού μπάσκετ των τελευταίων δεκαετιών είναι μια από τις ελάχιστες ομαδικές ιστορίες προσδοκίας και επιτυχίας στη χώρα. Και δεν εννοώ αποκλειστικά στο αθλητικό επίπεδο. Εννοώ κυρίως όλα τα άλλα. Η ιστορία του Γιάννη Αντετοκούνμπο δεν ταυτίζεται με αυτή του ελληνικού μπάσκετ. Ξεκινά από αυτό που περισσεύει. Από το περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας. Και γι αυτό είναι η μόνη ικανή ιστορία ώστε να δείξει την κοινωνία αυτή στην ολότητά της. Συμπεριλαμβάνοντας τα όρια και τα περιθώρια. Είναι μια κίνηση συμφιλίωσης της ελληνικής κοινωνίας με τον εαυτό της.

Το παιχνίδι σε αυτή την μεριά του κόσμου


[Κάπου σ ένα γήπεδο μπάσκετ στην Αθήνα, κάπου στις αρχές και τα τέλη του ’90, στραβό καλάθι χωρίς διχτάκι και ένα ξεδοντιασμένο κασετόφωνο, με το ένα μόνο ηχείο να δουλεύει. Και το μόνο που ξέραμε λίγοι παίχτες του NBA, τους περισσότερους από κάρτες φανταχτερές και κάτι ευρωπαίους λιγότερο μυθικούς και ενώ μπαίνεις για μπάσιμο ψιθυρίζεις πάντα το όνομα τους γιατί εσύ ήσουν αυτός για μια στιγμή ολόκληρη περιμένοντας την μπάλα να καταλήξει μέσα και το μόνο που καταλαβαίναμε λίγους στίχους grunge ή Ροκ γενικά (ξένα τα λέγανε τότε εκείνοι που δεν μας συμπαθούσαν), λίγους στίχους, γιατί τις περισσότερες λέξεις το απόγευμα το φροντιστήριο δεν τις δίδασκε, άλλωστε είχαμε κάνει κοπάνα από εκεί για να παίξουμε μπάσκετ. Ηλικία ανορθόγραφη, κοπάνα από εκείνο το αφόρητο που μίλαγε σαν τους γονείς μας και κούναγε το δάχτυλο σαν τον γυμνασιάρχη. Και για όσο τα ριφ των τραγουδιών επαναλαμβάνονταν, ήσουν ελεύθερος και το πρωινό ξύπνημα ένα χλωμό αστείο…]

«Τυρί φέτα, τον Νίκο Γκάλη και ποιητές». Με αυτή την απάντηση συνήθιζα να ξεκινώ τα σεμινάρια ποίησης που παρέδιδα σε μαθητές σχολείων τα τελευταία χρόνια. Η ερώτηση που κρύβεται πίσω από αυτή την απάντηση ήταν απλή: « Τι παράγει η Ελλάδα;». Η ερώτηση βέβαια είναι πιο ύπουλη από αυτό που φανερώνει η απλή της διατύπωση. Ειδικά όταν έχει ειπωθεί για να λάβει την απάντηση: «τίποτα». Ήταν ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα διατυπωμένο τόσο από τους «δανειστές» της ελληνικής οικονομίας όσο και από την εγχώρια ηχώ τους, τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους που υπερασπίστηκαν μια ατελείωτη λιτότητα, μια σειρά περικοπών θέσεων εργασία και εργασιακών δικαιωμάτων των πολιτών. Η πίστη πως η χώρα έχει σταματήσει να δημιουργεί πρωτογενή πλούτο και στην πραγματικότητα ζει από υπηρεσίες, τουρισμό και δανεισμό. Η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο μύθος του τεμπέλη Έλληνα και στη συνέχεια του τεμπέλη νοτιοευρωπαίου.  Η απάντηση ήταν μια περήφανη –και ελαφρώς εξυπνακίστικη- στάση απέναντι στην αφήγηση που περιέγραφε έναν ολόκληρο λαό (τον ελληνικό στην συγκεκριμένη περίπτωση) ως τεμπέλη και άχρηστο, μόνο υπεύθυνο για όλα τα κακά που του συνέβαιναν την περίοδο της κρίσης. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα ώστε να κερδίσω τα παιδιά σε σχέση με την ποίηση και τους ποιητές συνδέοντάς τα με το μπάσκετ. Η αρχή μιας κουβέντας που θα κράταγε για αρκετές συναντήσεις.
Σήμερα που ξαναβλέπω την πρόταση εξακολουθώ να τη βρίσκω αληθινή. Δεν είναι όμως η φέτα αυτή που τραβάει την προσοχή μου. Και η ποίηση είναι μια υπόθεση για μια άλλη συζήτηση. Το μυαλό μου σταματά στον Νίκο Γκάλη. Ίσως τον σημαντικότερο Έλληνα αθλητή του προηγούμενου αιώνα. Ο Νίκος Γκάλης είναι το ελληνικό μπάσκετ. Ακόμα περισσότερο είναι αυτό που διαχωρίζει το ελληνικό μπάσκετ από όλα τα υπόλοιπα ομαδικά αθλήματα. Μια φιγούρα σιωπηλή, με πολύ ταλέντο και ακόμα περισσότερη εργατικότητα. Ο άνθρωπος που κατάφερε να πείσει τις γενιές των πιτσιρικάδων που τον είδαν να παίζει (και αυτές που τις διαδέχτηκαν) να ασχοληθούν με το μπάσκετ. Ο άνθρωπος που κέρδισε το ευρωμπάσκετ το 87, υπήρξε μέχρι πρόσφατα πρώτος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού, ενώ το 2017 εντάχθηκε στο Naismith Memorial Basketball Hall of Fame.
Πριν το 1987 ήταν πολύ λίγοι αυτοί που θα προτιμούσαν το μπάσκετ από το ποδόσφαιρο. Σήμερα το ποδόσφαιρο παραμένει το κυρίαρχο άθλημα, αλλά το μπάσκετ ακολουθεί σε μικρή απόσταση. Και ακόμα πιο έντονα κυριαρχεί η αίσθηση πως όντως υπάρχουν καλοί Έλληνες παίχτες του μπάσκετ, παίχτες που μπορούν να σταθούν με αξιώσεις σε οποιοδήποτε γήπεδο του πλανήτη. Σε αντίθεση με τους μέτριους Έλληνες ποδοσφαιριστές, οι Έλληνες μπασκετμπολίστες μπορούν να σταθούν στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου μπάσκετ. Αυτό δείχνει το δεύτερο ευρωμπάσκετ που κέρδισε η Ελλάδα το 2005, η νίκη στο παγκόσμιο κύπελλο του 2006 στη Σαιτάμα της Ιαπωνίας επί των Ηνωμένων Πολιτειών στον ημιτελικό, τα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, οι καριέρες και οι αποδόσεις του Σπανούλη, του Παπαλουκά και του Δημήτρη Διαμαντίδη.
Η αλήθεια είναι πως η ιστορία του ελληνικού μπάσκετ μοιάζει να συνομιλεί με πολλές διαφορετικές πτυχές της ελληνικής πραγματικότητας. Ας πούμε με την αστικοποίηση και την μεγέθυνση της Αθήνας τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας εκτινάχθηκε τις δεκαετίες του 60 και του 70. Όλο και περισσότερες οικογένειες μεταφέρθηκαν από την επαρχία στην Αθήνα ψάχνοντας δουλειά. Οι πολυκατοικίες που χτίστηκαν για να στεγάσουν τον πληθυσμό αυτό κάλυψαν τα κενά τμήματα της πόλης, τις αλάνες όπου οι παλαιότερες γενιές μάθαιναν ποδόσφαιρο. Σήμερα βρίσκεις στην Αθήνα πιο εύκολα μια μπασκέτα από ένα τέρμα. Κάθε γειτονιά έχει και το δικό της μικρό γήπεδο μπάσκετ.  Σε ένα από αυτά τα γήπεδα στη γειτονιά των Σεπολίων έπαιξε τα πρώτα το παιχνίδια και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο.
Οι Γονείς του ήρθαν στην Ελλάδα τρία χρόνια πριν τη γέννησή του, το 1991, από το Λάγος της Νιγηρίας.  Αν και ο Αντετοκούνμπο και τα 3 αδέρφια του γεννηθήκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, δεν απέκτησαν αυτόματα το δικαίωμα της ελληνικής ιθαγένειας. Έως την ηλικία των 18 ετών, ο Αντετοκούνμπο δεν είχε επίσημα έγγραφα και δεν ήταν πολίτης ούτε της Ελλάδας ούτε της Νιγηρίας. Μέχρι πρόσφατα (2017) τα παιδιά των μεταναστών που γεννιόντουσαν στην Ελλάδα ήταν νεογέννητα φαντάσματα. Δεν μπορούσαν να πάρουν ιθαγένεια από τη χώρα καταγωγής τους, ενώ η δική μας χώρα τους γύριζε την πλάτη.

Η ταυτότητα ως επιβράβευση




[…Μιμήθηκες αστέρες και ψιθύρισες το όνομά τους λάθος, αλλά τους πανηγυρισμούς τους στην εντέλεια. Barkley, Kevin Johnson, ‘’And I swear that I don't have a gun’’, Horace Grant, Penny Hardaway, ‘’ you want it all but you can’t have it, it s in your face but you can’t grab it’’ Predrag Danilović, Stojko Vranković ‘’this is what you get when you mess with us’’, μίξη τυχαία και ακανόνιστη αλλά πάντα εύστοχη στην χωρίς κριτήρια διάθεσή μας. Κάθε κομμάτι έλεγε την αλήθεια, αρκεί να μην θύμιζε ό τι σε πίεζε ό τι σε έπνιγε. Και ίδρωνες όχι για να βρεις το δρόμο σου σ αυτή την δύσκολή ζωή (μαλακίες) αλλά απλά για να νοιώσεις ζωντανός…]

‘‘Θέλω να σ’ ευχαριστήσω και να σου πω ότι είναι μεγάλη συγκίνηση, όλος ο ελληνικός λαός έχει δει το πόσο αγωνίστηκες από μικρό παιδί, για να βοηθήσεις τα αδέλφια σου και έχεις γίνει παράδειγμα για πολλούς. Και θέλω να σου πω με μεγάλη συγκίνηση και κάτι ακόμα: Να το βγάλω, όπως το αισθάνομαι: Εύχομαι στην Αμερική να τους τρελάνεις με τα καρφώματά σου. Να είστε καλά, να είστε δυνατοί. Και ήθελα να ξέρετε ότι για μας είναι μια μέρα χαράς που σε βλέπουμε και όλη η Ελλάδα είναι πολύ συγκινημένη μαζί σου. Ευχαριστούμε εκεί που σηκώσατε τη σημαία με τον αδελφό σου. Τους δείξατε έξω και λίγο Ελλάδα.’’ Με αυτά τα λόγια ευχήθηκε ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Αντώνης Σαμαράς στο Γιάννη Αντετοκούνμπο από το Μέγαρο Μαξίμου που τον είχε καλέσει για να τον τιμήσει. Τα λόγια αυτά θα ήταν απλώς μια τυπική κακόγουστη διεκπεραίωση ενός πρωθυπουργού που εύχεται, αν δεν ήταν υποκριτικά στα όρια της κοροϊδίας. Η κυβέρνηση Σαμαρά υπήρξε η πιο συντηρητική κυβέρνηση που πέρασε από την Ελλάδα μετά τη δικτατορία. Την περίοδο της διακυβέρνησής του οι αρχές φέρθηκαν στους πρόσφυγες και τους μετανάστες σαν να ήταν ανθρώπινα σκουπίδια. Στις ομιλίες του, ο τότε πρωθυπουργός μιλούσε διαρκώς για «την απειλή της παράνομης μετανάστευσης», ταύτιζε το σύνολο των μεταναστών με την τρομοκρατία και συχνά ξεσπούσε σε έναν λαϊκίστικο ρατσισμό λέγοντας πως «οι μετανάστες έχουν γεμίσει τα νηπιαγωγεία και οι Έλληνες δεν μπορούν να μπουν. Αυτό τέρμα.»
Η απόσταση ανάμεσα στις δηλώσεις, ανοίγει ένα χάσμα υποκρισίας που φτάνει στα όρια της σχιζοφρένειας. Ας σκεφτούμε ενάντια σε τι αγωνίστηκε ο Αντετοκούνμπο από μικρό παιδί (όπως αναφέρει στην τότε του δήλωση ο τότε πρωθυπουργός). Ουσιαστικά ενάντια σε όλη την καθημερινότητα που έπλασε η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης του, ενάντια σε όλο τον λόγο του μίσους που περιφέρουν στις δηλώσεις του, ενάντια σε όλο το κρατικό λίπασμα πάνω στο οποίο φύτρωσαν τα αγκάθια της Χρυσής Αυγής.
Ακόμα περισσότερο όμως, η απόσταση ανάμεσα στις δύο δηλώσεις είναι ενδεικτική για τους όρους με τους οποίους η εκάστοτε εξουσία, στην Ελλάδα και αλλού αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται την ταυτότητα. Η ταυτότητα είναι μια επιβράβευση για τη λειτουργικότητα, για τη χρησιμότητα. Δεν είναι κατάσταση, στοιχείο ύπαρξης, δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Είναι απλά μια μέθοδος διαχωρισμού. Ας σκεφτούμε την ταυτότητα σε αντίστροφη πορεία και πέρα από το εθνικό στοιχείο, ας μεταφερθούμε στη διάσταση του φύλου, της σεξουαλικής επιλογής, της αισθητικής, ηθικής ή πολιτικής επιλογής. Εάν δεν κριθείς λειτουργικός για τα προστάγματα της συγκεκριμένης εξουσίας, γδύνεσαι από κάθε στοιχείο προσδιορισμού, κάθε ταυτότητα σου αφαιρείται και τελικά η ύπαρξη καταλήγει να ‘ναι κάτι το σχετικό. Στην Ελλάδα των τρελαμένων απ’ τα καρφώματα πρωθυπουργών, αν είσαι οροθετικός, ομοφυλόφιλος, άστεγος, αναρχικός και τόσα άλλα, η κατοικία που σου αντιστοιχεί είναι ένας ανώνυμος μη-τόπος: τα συρματοπλέγματα του Έβρου και ο πάτος του Αιγαίου.
Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ευτύχησε να γεννηθεί με ένα σπάνιο ταλέντο. Τόσο σπάνιο που ανάγκασε ακόμα και τους ακροδεξιούς –τότε- κυβερνώντες να κάνουν τα στραβά μάτια, να φοβηθούν τον διεθνή διασυρμό (που ήδη είχε ξεκινήσει) και να του δώσουν την ιθαγένεια. Η ιστορία του Greek Freak οφείλει να είναι πάντοτε μια υπενθύμιση των δυσκολιών που οι μετανάστες αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

The Freak

[…Στα γήπεδα αυτά ο χρόνος είναι τόσο λεπτός που σχεδόν εξατμίζεται και τα όνειρα ποτέ όνειρα αλλά πραγματικότητες βιωμένες, γεμίζουν γήπεδα μπάσκετ και αίθουσες συναυλιών ταυτόχρονα, σε ένα μέλλον αχανές και στιγμιαίο, ακαθόριστο και τέλεια συγκεκριμένο. Και ήσουν ο Michael Jordan, όσο και ο Kurt Cobain, την ίδια στιγμή, για όσο διαρκεί ένα τραγούδι, η μια κακοσυντονισμένη επίθεση. Μα ενώ μεγαλώνεις πατάς όλο και συχνότερα τα κορδόνια σου. Here are the young men, the weight on their shoulders, here are the young men, well where have they been…]

Η ιστορία ενός Ελληνονιγηριανού ο οποίος μέσα σε πέντε χρόνια κατάφερε από την άσημη ελληνική δεύτερη κατηγορίαtoy μπάσκετ να γίνει σημαία μιας ομάδας και μιας πόλης, παίκτης franchise των Milwaukee Bucks και ενδεχομένος MVP  μοιάζει σχεδόν εκτός των ορίων της λογικής, σαν να υιοθετεί την αισιοδοξία της πλοκή μιας σαπουνόπερας ή ενός παραμυθιού, σαν να μην μπορεί να εξηγηθεί. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές οι Bucks είναι πρώτοι σε ολόκληρο το NBA, τα εισιτήρια των αγώνων τους είναι ανάρπαστα ενώ μόλις έχτυσαν ένα καινούριο γήπεδο μεγαλύτερης χωρητικότητας. Γύρω από το γήπεδο ανοίγουν μαγαζιά και εστιατόρια, νέες θέσεις εργασίας γεννιούνται και όλο αυτή η ανοδική αφήγηση έχει παντού πάνω της γραμμένο το όνομα του Greek Freak. Αυτό ακριβώς όμως που είναι σημαντικό είναι ότι η διαδρομή αυτή είναι απολύτως εξηγήσιμη, ορατή, εύκολα ανιχνεύσιμη. Γνωστή βήμα προς βήμα, κατάκτηση προς κατάκτηση.
Γιατί μπορεί για τον υπόλοιπο κόσμο ο Αντετοκούνμπο να είναι το Next Big Thing του NBA, ένας παίκτης που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε μια εποχή που τα μεγάλα κορμιά των center εκλείπουν και κυριαρχεί η ταχύτητα και η ευστοχία των βραχύσωμων guard, το παιχνίδι του Γιάννη κινείται ακριβώς αντίθετα. Ένας παίκτης με σωματική δομή τέτοια ώστε να μπορεί να παίξει ουσιαστικά σε όλες τις θέσεις, είναι σήμερα ο ψηλότερος guard στην ιστορία του NBA. Εκεί που άλλοι guard θα στηριχθούν στο τρίποντο, αυτός θα αντιπροτείνει τη διείσδυση και τον αιφνιδιασμό. Θυμίζοντας σε μέγεθος τον Magic Johnson και σε εκρηκτικότητα τον Lebron James, ο Γιάννης αποτελεί ήδη ένα μπασκετικό φαινόμενο.
Για εμάς εδώ στην Ελλάδα όμως είναι πολύ περισσότερα. Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ενσαρκώσει τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας και να τις στρέψει προς μια θετική κατεύθυνση. Χωρίς δηλώσεις ή μανιφέστα, απλώς με το παράδειγμά του, απλώς με το όμορφο παιχνίδι. Μιας κοινωνίας ικανής να σε εκπλήξει θετικά ή αρνητικά με την παράδοξη φιλοξενία της ή τον παράλογο ρατσισμό της.
Για εμάς εδώ ίσως να αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα όπλα απέναντι στον καθημερινό ρατσισμό, ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα απέναντι σε μια κουβέντα που αποκλείει τα επιχειρήματα. Μπορεί ο  ναζί αρχηγός της Χρυσής Αυγής να τον αποκάλεσε πίθηκο και ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας να ειρωνεύτηκε την ελληνικότητά του αλλά αυτά τα ρατσιστικά ξεσπάσματα δεν καταφέρνουν να αλλάξουνε τίποτα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα λόγια των ακροδεξιών δεν μιλούν. Σχεδόν ούτε στους οπαδούς τους. Ακριβώς γιατί ο Αντετοκούνμπο δεν συνομιλεί με το πολιτικό αισθητήριο ή τη συγκροτημένη άποψη ενός Έλληνα, εισβάλλει στο θυμικό γεννώντας αντανακλαστική αποδοχή, διδάσκει συνύπαρξη μέσα από τον αφιλτράριστο θαυμασμό. Κάνει τη φυλετική υποκρισία να αναδιπλώνεται και να στρέφεται ενάντια στον εαυτό της. Και ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν θα μοιάσει ποτέ ειλικρινές, σε αυτήν ακριβώς την ανειλικρίνεια εμείς εντοπίζουμε μια νίκη. Όταν κάποιος θα προσπαθήσει να κρύψει παλιές απόψεις και δοξασίες (βλ π.χ. τον πρώην πρωθυπουργό και τους οπαδούς του) το κάνει γιατί αντιλαμβάνεται πόσο παράταιρη είναι η παλαιότερη άποψή του. Όχι μόνο αναγνωρίζει το λάθος της (ακόμη και αν συνεχίζει να πιστεύει ακόμη το ορθό της), αλλά με την υποκριτική του στάση την κατοχυρώνει ως περιθωριακή.
Ζω στην Κυψέλη, μια περιοχή της Αθήνας έκθετη στον καθημερινό ρατσισμό της μικρής κλίμακας. Κάτσε να περιμένεις πρωί στο ταχυδρομείο της πλατείας Κυψέλης για να δεις τι σημαίνει καθημερινός ρατσισμός, τα σχόλια, τις συμπεριφορές, το ύφος του ενός και του άλλου. Συχνά νιώθεις απελπισία. Περπατώντας λίγο πιο κάτω η απελπισία εξαερώνεται. Στις πλατείες της Κυψέλης βλέπεις μεικτές παρέες παιδιών να παίζουν χωρίς να ρωτάνε για καταγωγή, φυλή ή χρώμα και άλλα τέτοια. Η συνύπαρξη έχει τη φυσικότητα ενός λέι απ χωρίς αμυντικούς να σε εμποδίζουν. Είναι αυτά τα παιδιά και άλλα πολλά που θα μεγαλώσουν φορώντας μια φανέλα ενός παίκτη με ελληνικό όνομα και νιγηριανό επώνυμο.
Και το κρίσιμο ερώτημα είναι: μπορείς να γίνεις χρυσαυγίτης όταν μεγαλώνεις με το όνομα του Αντετοκούνμπο στην πλάτη;

Το μπάσκετ ως τέχνη και ως ελπίδα

[Και σήμερα πέρασες τα 30, ακούς τα ίδια συγκροτήματα και κανένας παίχτης δεν θα σε συγκινήσει ποτέ όσο ο Bodiroga, το τραγούδι σου εξίσου φάλτσο με το τρίποντό μας, κανείς μας δεν έπαιξε στο NBA, κανείς μας δεν έβγαλε δίσκο, ένας από εμάς, ο ψιλότερος, σήμερα διδάσκει σε ωδείο.]
Δεν ξέρω αν επηρεάζομαι και γω τελικά από την επέλαση του Γιάννη, αλλά πιστεύω πως υπάρχει κάτι μέσα στον ίδιο τον πυρήνα του μπάσκετ που μπορεί να σε κάνει να αισθάνεσαι αισιόδοξος. Μια δομή συνεργασίας και ανταλλαγής ικανή να σε κάνει να αλλάζεις. 
Απ’ όλα τα ομαδικά αθλήματα, το μπάσκετ, είναι το πιο ομαδικό, με μια σειρά συστημάτων και συνδυασμών που συνεχώς αυξάνονται. Η συνεργασία βρίσκεται στον πυρήνα της μπασκετικής πραγματικότητας. Όχι σαν απαίτηση ενός ανέξοδου ηθικισμού, αλλά σαν απαραίτητη προϋπόθεση και απόλυτο συμπέρασμα. Δεν υπήρξε ποτέ ομάδα που να κατάφερε κάτι στηριζόμενη σε έναν και μόνο παίχτη. Ακόμα και ο αθλητής ρεκόρ των 100 πόντων Γουίλτ Τσάμπερλεν, ενώ κατάφερε να κυριαρχήσει σε όλες τις κατηγορίες του πρωταθλήματος, δεν κατάφερε να ξεπεράσει την ομαδικότητα των Boston Celtics, του Μπιλ Ράσελ, το ίδιο το πρότυπο της ομαδικότητας κατά τις δεκαετίες του 50 και του 60. Το όριο της επιτυχίας πάντα περιελάμβανε τον πρόχειρο σοσιαλισμό της πάσας, τον συνδυασμό πολλών χεριών.
Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση αυτό που προκαλεί τον ενθουσιασμό να είναι το εντυπωσιακό των ατομικών επιδόσεων, η ευστοχία ενός παίχτη ή το θέαμα ενός καρφώματος. Στην πραγματικότητα όμως είναι το γύρισμα της μπάλας, οι κινήσεις των παιχτών χωρίς αυτή, οι σιωπηλές γραμμές και ευθείες που δημιουργούνται μέσα στο χώρο. Αυτό που πολλαπλασιάζει την αίσθηση, είναι οι περιορισμοί. Ο χώρος που μικραίνει από την άμυνα της αντίπαλης ομάδας όσο και από τις γραμμές του γηπέδου, ο χρόνος που συρρικνώνεται από τα χρονόμετρα και τη σημασία του ρυθμού. Κάθε επίδοση γίνεται ένα επίτευγμα που συνέβη με τη συνεργασία κόντρα σε αυτό που αφαιρεί η αντίπαλη ομάδα. Η έμπνευση και ο σχεδιασμός του ενός, γίνεται ο χάρτης των πολλών και το αποτέλεσμα είναι μια πράξη συνεργασίας, που η απλή της επιτυχία συναντάται σπάνια σε άλλες πτυχές της καθημερινότητας. Η ιστορία του ενθουσιασμού γράφεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, από τα πετυχημένα 10 δευτερόλεπτα μιας συντονισμένης προσπάθειας σε κάποιο γήπεδο απομακρυσμένο στο πουθενά μιας παρέας, μέχρι τη δυναστεία των απανωτών πρωταθλημάτων στα παρκέ της Ευρώπης ή της Αμερικής. Είναι οι πάσες αυτές που στήνουν τα γήπεδα, μετρούν τις ομάδες, κάνουν την αυστηρότητα ενός κανόνα, ελευθερία της έμπνευσης.
Μέσα στο παροδικό και το λίγο του θεάματος, μπορούμε να κερδίσουμε ένα συναίσθημα σπάνιο. Τον παιδικό ενθουσιασμό, που δεν κρίνει με αυστηρότητα αλλά με ειλικρίνεια. Το χαμόγελο μπροστά σε μια σταυρωτή τρίπλα του James Harden, σε ένα σουτ του Lebron James, ή σε μια διείσδηση του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Και πάνω απ‘ όλα τη χαρά μπροστά στην επίτευξη της συνεργασίας αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα.


(το κείμενο γράφτηκε για το ιταλικό περιοδικό The passenger των εκδόσεων Iperborea για το αφιέρωμά τους στην Ελλάδα)

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Ανθρωποι και σκυλιά


- Κι εγώ τι θες να κάνω;
- Θέλω να θεραπεύσεις το ζώο…


Αυτό που δαγκώνει είναι ο χρόνος. Κυρίως όταν περνά χωρίς να αλλάζει και πολλά. Σαρώνοντας σταθερές κοινωνίες. Ακίνητος χώρος στο κέντρο μιας συνεχούς ροής.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Romain Gary, «Λευκός σκύλος» (εκδόσεις Ωκτάνα, σε μετάφραση Ευγενίας Γραμματικοπούλου), με τον ρατσισμό να γαβγίζει από το 1970 προς το τώρα, καταλαβαίνεις πως ο ήχος αυτός δεν έχει αλλάξει το μέταλλό του.
Ενας αδέσποτος σκύλος έρχεται να εγκατασταθεί στο σπίτι του Gary, στο Μπέβερλι Χιλς. Φιλικός και αγαθός, ο γερμανικός ποιμενικός προσαρμόζετε με τα άλλα ζώα του σπιτιού και κερδίζει τη συμπάθεια των ανθρώπων. Οταν όμως ξαφνικά βλέπει έναν Αφροαμερικανό ορμά να τον σκοτώσει. Ο σκύλος έχει εκπαιδευτεί να σκοτώνει το μαύρο χρώμα. Είναι ένα από αυτά τα «λευκά σκυλιά» του αμερικανικού Νότου, τα «συστηματικά διεφθαρμένα» ύστερα από χρόνια εκπαίδευσης ώστε να βοηθούν την αστυνομία ενάντια στους μαύρους. Το ζώο ενσαρκώνει τη σκυλίσια αγαθότητα και το ανθρώπινο μίσος, αυτό που υποβιβάζει τον άνθρωπο σε ζώο.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να διώξει τον ρατσισμό μέσα από το ζώο, να το εκπαιδεύσει από την αρχή, να το γιατρέψει, ενώ γύρω του η κοινωνία βράζει. Τα κινήματα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων βρίσκονται στο απόγειό τους μέσα από διαφορετικές οργανώσεις, τάσεις και αυθόρμητες κινήσεις. Ο Μάλκομ X έχει δολοφονηθεί, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονείται, οι Αφροαμερικανοί αντιδρούν, ένα αίτημα για αλλαγή γίνεται απαίτηση. Μια κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό προσπαθώντας να διαχειριστεί το ένοχο παρελθόν της, προσπαθώντας να ορίσει από την αρχή το χρώμα της.
Ο Gary αναλύει με επιτόπια ένταση όσα συμβαίνουν γύρω και όσα βιώνει. Η διχοτομημένη θέση του (από τη μία άνθρωπος που συμμετέχει στα γεγονότα της κοινωνίας στην οποία ζει και από την άλλη ξένος) του επιτρέπει να εμπλέκεται συναισθηματικά, αλλά ταυτόχρονα να κρίνει, να προσπαθεί να καταλάβει τα γεγονότα και όλα όσα κρύβονται πίσω από αυτά.
Με άλλα συμπεράσματα συμφωνείς, με άλλα διαφωνείς αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση. Η ένταση στις φευγαλέες παρατηρήσεις βάθους, στους διαλόγους και τις εικόνες μιας κοινωνίας που κοχλάζει διεκδικώντας την αλλαγή.
Η πλοκή μπλέκεται με τον δοκιμιακό λόγο. Ο συγγραφέας δεν μυθολογεί, αναλύει άμεσα όλα τα κίνητρα και τις επιθυμίες και χρησιμοποιεί τα λογοτεχνικά στοιχεία ως αφορμές για στοχασμό. Ο «λευκός σκύλος» είναι ένα μυθιστόρημα σκέψεων ανάμεσα σε πρόσωπα και γεγονότα. Και ανάμεσά τους, ο σκύλος που γίνεται –χωρίς να το επιλέγει– σύμβολο όσων τον περιτριγυρίζουν.
Ο σκύλος του βιβλίου είναι το μίσος ως ενσαρκωμένη γνώση, ο ρατσισμός ως εμπεδωμένο ανακλαστικό. Ενα σύμβολο που περιέχει το παρελθόν και το παρόν. Τα συσσωρευμένα σε ένα σώμα προτάγματα του παρελθόντος, τους πρόγονους σκύλους και τους νόμιμους φόνους των δούλων στις φυτείες και μαζί τους μπάτσους που σκοτώνουν μαύρους στα γκέτο, τις καθημερινές διακρίσεις, τις Ηνωμένες Πολιτείες που δυσανασχετούν με έναν κόσμο που αλλάζει. Το βάθος του μίσους, η ζωώδης επιθετικότητα ταυτόχρονα με την παράλληλη αγαθότητά του, η εγγεγραμμένη συμπεριφορά του σώματος καθιστούν τον λευκό σκύλο σύμβολο των αντιφάσεων που γεννούν τον ρατσισμό.
Ο ρατσισμός μοιάζει ίδιος παντού. Ως ένα σκοτεινό σημείο των κοινωνιών που υπό συγκεκριμένες συνθήκες ξεσπά με παρόμοιους τρόπους, με παρόμοια θύματα μέσα στην ιστορία. Αυτό που μοιάζει ανησυχητικό είναι οι διαφορές.
Ο ρατσισμός της Αμερικής, ο ρατσισμός αυτός που αναλύει το βιβλίο, είναι ανιχνεύσιμός. Στην κοινωνία, την ιστορία, στις ίδιες τις ρίζες του αμερικανικού κράτους. Το παρόν του περιγράφεται από γεγονότα του παρελθόντος. Από δουλεμπορικά πλοία, από εκτάσεις βαμβακιού, από την Κου Κλουξ Κλαν και τους νόμους Jim Crow.
Οι δύο πλευρές έχουν μια καθαρή αναφορά σε ό,τι τους έφερε μέχρι εδώ. Μα στα δικά μας ο ρατσισμός έχει κάτι το ιστορικά τυφλό. Στερείται από πρόσφατα παραδείγματα. Μοιάζει να επινοείται από την αρχή. Κάθε φορά από την αρχή. Στα Βίλια, στην Κόνιτσα, στο κέντρο της Αθήνας.
Ο δικός μας ρατσισμός είναι ένα ζώο χωρίς την εκπαίδευση ως δικαιολογία του μίσους και της αγριότητάς του, χωρίς ένα παρελθόν να επιτάσσει το παρόν, ένα ζώο που βηματίζει στο ματωμένο άγνωστο με βήματα γνωστά.
Και τι είναι τώρα αυτά τα βήματα που γαβγίζουν έξω από την πόρτα;

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Θάνατος είναι οι ευρωβουλευτές που καθαρίζουνε κρεμμύδια



ΠΡΕ(ΒΕ)ΖΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
Δώστε μου λίγη
Πρέ(βε)ζα θανάτου
Θωμάς Ιωάννου, «Ιπποκράτους 15», Σαιξπηρικόν, 2011


Για τους Αρίστους η αγωνία, η απελπισία, η αυτοκτονία μπορούν να είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της κακής θέας. Μια άσχημη πόλη, μια άσχημη γριά, μια άσχημη σκέψη οπλίζουν τα χέρια των Αρίστων επιβάλλοντας αυτοχειρία. Το «μα μου χαλάει την αισθητική» για έναν πραγματικό Άριστο ταυτίζεται με το «μου χαλάει τη ζωή». Τόσο αφοσιωμένοι στην αισθητική, οι Άριστοι προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια χώρα που συνεχώς τους πληγώνει με τα ατοπήματά της. Η κακή αισθητική, εδώ στο κάτω άκρο της βαλκανικής, οδήγησε τόσους και τόσους Αρίστους στην ηθελημένη αναχώρηση. Παράδοξο σε αυτή την παράδοση βαλκανικού χαρακίρι αποτελούσε πάντοτε ο Κώστας Καρυωτάκης. Και αυτό γιατί ενώ μετατέθηκε δυσμενώς σε μια όμορφη πόλη όπως η Πρέβεζα, αυτός επέμενε στην αυτοκτονία, προσπαθώντας αρκετά μέχρι το γνωστό αποτέλεσμα: να αυτοκτονήσει. Όχι μόνο αυτό, αλλά μέσα στην ακατανόητη παραζάλη του, ο ποιητής άφησε πίσω του διάφορες κατηγορίες σε ένα ποίημα που θα μείνει χαραγμένο στην ιστορία για την αστοχία του. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει ένα ποίημα, που όχι μόνο τα βάζει χωρίς εμφανή αιτία με την όμορφη πόλη της Πρέβεζας, αλλά ταυτόχρονα λοιδορεί ένα σωρό στοιχεία του νεοελληνικού μας βίου; Τα ονόματα της ένδοξης ελληνικής μας ιστορίας στους όμορφους δρόμους μας και τα γραφικά σοκάκια και καλντερίμια (που ο «ποιητής» αποκαλεί λερά και ασήμαντα), τον προνοητικό αστυνόμο που πράττει υπεύθυνα απέναντι στην ελλειπή μερίδα που του σερβίρουν (μπα κύριε Καρυωτάκη, μήπως είναι «θάνατος» και ο ευσυνείδητος πωλητής που κόβει αποδείξεις για μια τυρόπιτα;) και κυρίως τον ήλιο μας (ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους, θα γράψει ο συφοριασμένος), τον ήλιο αυτό που ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης ονόμασε «Ηλιάτορα», καθώς επίσης και «πρώτο».
Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να συμφωνήσουμε με τη συντρόφισσα και πρωθιέρεια Βίκυ Φλέσσα και την ειλικρινή της απορία κατά την προεκλογική της επίσκεψη στην Πρέβεζα: «Χαίρομαι πολύ που είμαι στην Ήπειρο. Ξεκινάω από εδώ την προεκλογική μου περιοδεία. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί ο Καρυωτάκης ήταν τόσο πολύ λυπημένος για να είμαι ειλικρινής, σε αυτή την υπέροχη πόλη».

Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι η αρλούμπα. Οι Έλληνες πολιτικοί από κάθε παράταξη συχνά χρησιμοποιούν την ποίηση ως άσκηση κακοποίησης. Για να εντυπωσιάσουν, για να δώσουν βάθος στην κοινοτοπία, για να ενδυθούν με επιχειρήματα την τήβεννο του ειδικού των λέξεων, άρα κατ’ επέκταση και τους κλειδούχους της αλήθειας. Αυτό που νομίζω πως έχει σημασία στην περίπτωση της Βίκυς Φλέσσας είναι το πώς η ίδια τοποθέτησε τον εαυτό της ως έναν κλειδούχο της πολιτιστικής αλήθειας, από τότε που ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά της μέσα από δηλώσεις και σχόλιά της. Ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκφανση της αριστείας (όχι στη γενικότητά της, αλλά συγκεκριμένα όπως εκφράζεται και ασκείται από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) στο επίπεδο του πολιτισμού. Μια έκφανση που κουνάει το δάχτυλο, ταυτίζει το κλασσικό με το συντηρητικό και το κοινώς αποδεκτό και όταν πάει να γίνει συγκεκριμένη, αποκαλύπτει εκκωφαντικά το κενό της. Αοριστολογίες, πόζες και τηλεοπτικά πλάνα, η κοινοτοπία ως ιερό καθήκον, η εκκλησία ως πολιτιστικός και ταυτοτικός φάρος χωρίς επιλογή αποχής, η αρχαία Ελλάδα ειπωμένη ως ένα σχολικό εγχειρίδιο στο σχήμα μιας υποχρεωτικής χώρας. Η παιδεία και ο πολιτισμός ως μόνιμη τιμωρία ενός άρχοντα-γυμνασιάρχη στους υπηκόους του. Και από το βάθος τους ο ψίθυρος: «θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι/ κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα».
Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν αποτελεί καν επιλογή. Άσχετα με το γεγονός καθ’ εαυτό και με το τι σημαίνει για το βίο ενός ανθρώπου, η αυτοκτονία του Καρυωτάκη έδωσε αναδρομικά στην ποίησή του το βάθος της αγωνίας και την έκταση της απελπισίας. Έκανε την ειρωνεία του ακόμα πιο αιχμηρή, τα υπαρξιακά αδιέξοδα ακόμα πιο έντονα. Περιέγραψε ως πράξη-σύμβολο το σύνολο του μεσοπολέμου και όρισε την ελληνική ποίηση των κατοπινών γενιών ως μια θητεία θανάτου.
Η δύσκολη κληρονομιά του Κώστα Καρυωτάκη παραμένει άταφη, παρά τα πλαστικά άνθη που ορισμένοι επιμένουν να της πετούν κατάμουτρα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Η Παναγία χωρίς Παρίσι





Χίλιες φωτογραφικές μηχανές δεν είναι ικανές να υπερασπιστούν ούτε μια σπιθαμή μαρμάρου. Χίλιες πόζες όρθιες δεν είναι ικανές να κρατήσουν όρθιο ούτε ένα δοκάρι. Χίλια φλας ακονισμένα σε κινητά δεν είναι ικανά να διαπραγματευτούν μισό βήμα της φλόγας.

Η καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων δεν συνομιλεί με την αισθητική, την αρχιτεκτονική, την τέχνη. Δεν προκαλεί συγκίνηση λόγω της τέχνης, της θρησκείας, της ιστορίας. Δεν απευθύνεται σε αυτούς που την έζησαν έντονα, σε αυτούς που την επισκέφτηκαν, ή σε αυτούς που δεν πρόλαβαν να τη δουν ποτέ από κοντά.
Ενώ εμπεριέχει όλα αυτά τα στοιχεία και όλες αυτές τις απώλειες, η καταστροφή συνομιλεί με κάτι βαθύτερο. Με τη δημιουργία των συμβόλων του πολιτισμού που τελικά ταυτίζονται με τον ίδιο τον πολιτισμό. Με την κλίμακα της ομορφιάς που ορίζεται από τις σταθερές του. Με τα αναγνωρίσιμα σημεία του πλανήτη που ορίζουν τη διαφορά και ταυτόχρονα την οικουμενικότητα.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων είναι και αυτή ένα σύμβολο. Ενα βίαιο, ένα απότομο νέο σύμβολο. Και αυτό που προκαλεί τρόμο είναι το γεγονός πως η αποκωδικοποίηση του συμβόλου δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμη. Οι εικόνες της καταστροφής στέκουν εκεί, γιορτάζοντας την ίδια την καταστροφή, τον κύκλο της ζωής που κλείνει, την αναπότρεπτη φθορά όλων των πραγμάτων.
Η καμένη Παναγία των Παρισίων, μέσα από το μέγεθος της καταστροφής αλλά και του ίδιου το οικοδομήματος, μέσα από την αναγνωρισιμότητα του παλιού της εαυτού και μέσα από την καταγραφή κάθε δευτερολέπτου της καταστροφής γίνεται ένα σύμβολο τέλους. Μια βεβαιότητα. Μία κατάφαση στη συντριβή ανεξάρτητα από την ομορφιά, το μέγεθος και τη σημασία. Η κατεστραμμένη Παναγία των Παρισίων γίνεται η ίδια η καταστροφή.
Οι εικόνες της ζωντανής σύνδεσης του BBC, ή του TV5 (γιατί ως γνωστόν τα ελληνικά κανάλια ήταν απασχολημένα με σοβαρότερα θέματα) κουβαλούσαν ένα δύσκολο βάρος. Το βάρος της θέασης της ιστορίας, αυτή την άμεση αντίληψη πως αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια σου έχει μια σημασία που σε ξεπερνά. Εσένα, την καθημερινότητά σου, τα προβλήματά σου. Η συμπύκνωση της εικόνας είχε κάτι το συντριπτικό. Η μόνη παρόμοια αίσθηση που μπορώ να θυμηθώ ήταν η εικόνα των Δίδυμων Πύργων να καίγονται σε ζωντανή σύνδεση.
Οπως και τότε, έτσι και τώρα, το απότομο βήμα του συμπυκνωμένου χρόνου ακουγόταν βαρύ. Με μια διαφορά. Ακριβώς λόγω της δυνατότητας πολιτικής ανάλυσης και των ξεκάθαρων αιτιών του γεγονότος, η ανθρώπινη βούληση ήταν ορατή σε κάθε πλάνο της 11ης Σεπτεμβρίου. Και ξέρω πως και στην περίπτωση της Παναγίας των Παρισίων υπάρχουν αίτια, πως μπορούμε να μιλήσουμε για τις περικοπές σε σχέση με τον ναό, ή για τους όρους με τους οποίους γινόταν η συντήρηση αλλά πιστεύω πως δεν έχει την ίδια σημασία. Το παράλογο εισέβαλε απότομα στο γεγονός χωρίς να επιτρέπει κάτι περισσότερο από το δέος απέναντι στο ακατανόητο. Ενα σύμβολο παραλόγου έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο του Παρισιού.
Αν ο ναός επισκευαστεί, αυτό θα γίνει κυρίως για να παύσει το νέο σύμβολο. Για να καθησυχαστούμε, για να αισθανθούμε πως όλα διορθώνονται, πως η ιστορία υπάρχει χωρίς κενά και πως όλα συνεχίζουν όμοια.

Στον πρόλογό του στην «Παναγία των Παρισίων», ο Βικτόρ Ουγκό, ο άνθρωπος που καθιέρωσε τον ναό ως σύμβολο της ανθρωπότητας, περιγράφει πως αφορμή για το μυθιστόρημα στάθηκε η στιγμή που κατά την επίσκεψή του στον ναό παρατήρησε μια λέξη χαραγμένη στον τοίχο του ναού, μια λέξη γραμμένη με κεφαλαίους, ελληνικούς χαρακτήρες. Η λέξη αυτή ήταν η λέξη ΑΝΑΓΚΗ.
Ο συγγραφέας μάς ενημερώνει για την τύχη αυτής της λέξης, μιλώντας –τελικά– με τρόπο προφητικό, ενώνοντας τη μοίρα, τον χρόνο και τη δημιουργία με τις ανάγκες των πραγμάτων:
«Ετσι, εκτός απ’ τη φευγαλέα ανάμνηση που της αφιερώνει εδώ ο συγγραφέας ετούτου του βιβλίου, δεν απομένει τίποτα πια σήμερα απ’ τη μυστηριακή λέξη τη χαραγμένη στον σκοτεινό πύργο της Παναγίας, τίποτε απ' το άγνωστο πεπρωμένο που συνόψιζε τόσο μελαγχολικά. Ο άνθρωπος που έγραψε αυτήν τη λέξη στον τοίχο έσβησε εδώ και πολλούς αιώνες μεσ' απ' τις γενιές, η λέξη έσβησε κι αυτή απ' τον τοίχο της εκκλησίας, η εκκλησία ίσως θα σβήσει κι αυτή σε λίγο από τη γη».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Λόρενς Φερλινγκέτι: τα πρώτα εκατό χρόνια


Στις 24 Μαρτίου ο ποιητής, εκδότης, συγγραφέας και ακτιβιστής Λόρενς Φερλινγκέτι έγινε 100 χρόνων. Από το 1953, ο εκδοτικός του οίκος και το βιβλιοπωλείο City Lights συνέβαλαν όσο λίγοι στη διαμόρφωση της αμερικανικής λογοτεχνίας και τη δημιουργία μιας underground κουλτούρας κοινοποιημένης στον παγκόσμιο χάρτη.
Ο εκδοτικός οίκος έγινε διάσημος το 1956, όταν εξέδωσε το «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα» του Αλεν Γκίνσμπεργκ, μια ποιητική σύνθεση που άλλαξε τόσο την αμερικανική ποίηση όσο και την αμερικανική συνείδηση.
Την επόμενη χρονιά ο Φερλινγκέτι οδηγήθηκε μαζί με τον Γκίνσμπεργκ στα δικαστήρια για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Ο ποιητής και ο εκδοτικός οίκος έλαβαν υποστήριξη από ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και διανοουμένους σε κάθε μεριά των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η δίκη απέκτησε εθνική κάλυψη και παγκόσμιο ενδιαφέρον.
Ο εκδοτικός οίκος κέρδισε τη δίκη, το βιβλίο έγινε ανάρπαστο και οι πρωταγωνιστές έγιναν σύμβολα μιας κουλτούρας που οριοθέτησε από την αρχή την ελευθερία της έκφρασης, τις συνιστώσες της δημιουργίας, τον τρόπο τού να γράφεις και να υπάρχεις. Ο Γκίνσμπεργκ συνέχισε να εκδίδει τα ποιήματά του στο City Lights τις επόμενες δεκαετίες, οι μπιτ καθιερώθηκαν ως μαζικός κοινός τόπος συμπεριφοράς και κουλτούρας, ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει και να εκδίδει. Τη «Βενζίνη» του Κόρσο, τα ποιήματα του Λαμαντία, τα πρώτα διηγήματα του Μπουκόφσκι, έφερε στην αμερικανική γλώσσα τα ποιήματα του Νίκανορ Πάρα και του Αντρέι Βοζνεσένσκι.
To 2001 το City Lights ορίστηκε ως επίσημο ιστορικό τοπόσημο της πόλης του Σαν Φρανσίσκο. Φέτος, με αφορμή τα 100ά γενέθλια του ποιητή και εκδότη, η πόλη όρισε τις 24 Μαρτίου «Μέρα του Λόρενς Φερλινγκέτι».
Μέσα στα 100 αυτά χρόνια ο Φερλινγκέτι συμμετείχε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην απόβαση στη Νορμανδία, σπούδασε στο Παρίσι και συμμετείχε στην πολιτική ζωή και τα κινήματα της Δυτικής Ακτής. Ταυτίστηκε με τους μπιτ (αν και ο ίδιος αποφεύγει μέχρι και σήμερα αυτή την κατηγοριοποίηση) και έγινε γνωστός με την πρώτη του ποιητική συλλογή, το «A Coney Island of the Mind» (1958).
Η ποίησή του είναι μια ποίηση αμερικανική στην ουσία της, με τον ίδιο τρόπο που το αμερικανικό μυθιστόρημα ή η ποίηση του Γουίτμαν ορίζονται ως τέτοια. Κουβαλώντας τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της έκτασης και της ταυτότητας ήδη από το πρώτο βιβλίο περιγράφει μια ποιητική της εποπτείας των γεγονότων μέσα από εικόνες και συνεχείς ιστορίες.
Μια ποίηση γραμμένη κυρίως για την ανάσα της απαγγελίας και όχι τη σιωπή του χαρτιού, μια ποίηση που περιγράφει την καθημερινή εμπειρία και βιώνει την ανθρώπινη αλληλεγγύη, κοντά στους ανθρώπους και μακριά από τις πανεπιστημιακές ελίτ. Μέσα στα χρόνια ο Φερλινγκέτι συνέχισε να γράφει ποιήματα, πεζά, θεατρικά, να ζωγραφίζει παραμένοντας ταυτισμένος με την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και την κουλτούρα της.
Σήμερα η πόλη είναι παραδομένη στα tech boys της ψηφιακής επανάστασης, κέντρο της διαδικτυακής κουλτούρας και διεθνές παράδειγμα του gentrification, σε αυτούς που ήρθαν από τη γειτονική Silicon Valley, με «σακούλες γεμάτες λεφτά και χωρίς τρόπους» όπως ο ίδιος περιγράφει. Η πόλη αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει και οι λέξεις είναι εδώ για να ανιχνεύσουν αυτό που -ίσως- παραμένει σταθερό.
Ολα περνούν. Και μετά περνούν. Και ξανά από την αρχή. Και ο Λόρενς Φερλινγκέτι είναι ακόμη ζωντανός, σαν άγαλμα σε κίνηση, σαν υπενθύμιση επιμονής, σαν ένα παράδοξο ζωής σε έναν κόσμο θανάτου.
Μια ενσαρκωμένη ανάμνηση, ακόμα νέα, 100 χρόνων νέα, για έναν κόσμο που έβγαινε από τον φόβο διεκδικώντας μια ηθική επανανοηματοδότηση, ελπίζοντας στη μηχανική της ανθρώπινης προόδου προς το καλύτερο, προσπαθώντας μια εκ νέου προσέγγιση στον πυρήνα της ζωής. Και όλες οι διαψεύσεις και όλες οι αστοχίες, όλα όσα σήμερα μπορεί να μας ακούγονται ως αισιοδοξίες ή αφέλειες μιας άλλης εποχής, είναι ακόμα εδώ. Κομμάτια μιας ιστορίας του πνεύματος. Χαμόγελα στα σκοτάδια και στίχοι στο νερό. Και η ποίηση παραμένει. Και η ποίηση μεγαλώνει. Και κάθε 100 χρόνια μηδενίζει τα κοντέρ της αναζητώντας την ηλικία πέρα από τον χρόνο.
Τα πρώτα 100 χρόνια είναι τα δύσκολα. Μετά τα αγάλματα κατεβαίνουν από τα βάθρα τους, καθαρίζουν τα ρούχα τους από τον χρόνο και μοιράζουν πέτρες στους εναπομείναντες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Εμείς και η απώλεια



Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα δεν απόμεινε κανείς.
Ηταν Μεγάλη βέβαια γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Ετσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα 'πρεπε κάπως να 'χαμε κι εμείς χωρέσει.
Ομως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
(Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης»,
από το βιβλίο «Ο άνθρωπος μόνος»)


Διαρκώς εξοπλιζόμαστε με μη ετοιμότητα για αποχωρισμούς. Μονίμως διεκδικούμε χρόνο δανεικό για τις στιγμές που ο χρόνος δεν υπάρχει. Μαθαίνουμε να ζούμε εντός ενός παρόντος που διεκδικεί χώρο από τα πάντα. Από τα όσα έφυγαν και τα όσα θα έρθουν, από όσα μας ανήκουν και απ' όσα διαρκώς μας διαφεύγουν. Η πραγματικότητά μας υπάρχει, με την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα συντηρηθεί τέτοια για πάντα. Και βρισκόμαστε συνεχώς έκθετοι απέναντι σε ενδεχόμενα, διαμπερείς από προοπτικές και αναπάντεχα, σε μια σταθερή πορεία με βέβαιη κατάληξη που μονίμως μας ξαφνιάζει.
Δεν υπάρχει κάτι που ο σύγχρονος πολιτισμός να απεχθάνεται περισσότερο από το πένθος. Αποφεύγει τους ανθρώπους που θρηνούν, βιάζεται να σβήσει το τηλέφωνο από τα κάθε λογής σημειωματάρια, διώχνει τους νεκρούς σε μακρινά νεκροταφεία, να χρειάζεται να πάρουν λεωφορείο για να μας επισκεφτούν.
Ο δακρυσμένος, ο τσακισμένος, ο μελαγχολικός είναι άτομα-παρίες. Μέσα στον υποχρεωτικά χαμογελαστό μας κόσμο η όψη τους είναι μια απότομη πρόβα θανάτου και απώλειας. Η μεγάλη υγεία, η διαρκώς επιδιωκόμενη νιότη, η πλαστική σφριγηλότητας που μονίμως καραδοκεί στα μέτρα σύγκρισης και στις επιταγές της εικόνας κινδυνεύουν από την παραφωνία της όψης τους.
Και έτσι, όταν φτάσει η ώρα της απώλειας, η ώρα αυτή που μονίμως φτάνει (εκτός και αν σε προλάβει η δική σου αποδημία) εμείς στέκουμε χωρίς γνώση, χωρίς τρόπους και χωρίς μέθοδο. Εκθετοι σε ένα βάρος που μας ποδοπατά, αυτοσχεδιάζοντας αλήθεια μπροστά στο άγνωστο, αυτοσχεδιάζοντας στρατηγικές στατικότητας, να σταθούμε όρθιοι παρά τον πόνο.
Ανασύρουμε ληγμένα έθιμα, εκκλησίες και μνημόσυνα, παραμυθίες σε μια γλώσσα ξένη που δεν μιλά το γράμμα της δικής μας απώλειας και τίποτα δεν παρηγορεί. Προσπαθούμε να θυμώσουμε γιατί αυτό τουλάχιστον αντέχεται. Οτιδήποτε για να αποφύγουμε την παραδοχή εκείνη που δεν μάθαμε, το αυτονόητο δίδαγμα: Η απώλεια δεν είναι κάτι που ξεπερνιέται, κάτι που παύει. Είναι κάτι που μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Κάτι που κουβαλάς και σε κουβαλά αδιάκοπα, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις ώστε να πάρεις μια ανάσα.
Και η απώλεια αυτή είναι γνώση, η πιο σκληρή και η πιο αμετάκλητη γνώση. Τόσο που για πολλούς η πραγματικά συνειδητή ζωή, το παρόν της αντίληψης ξεκινά μετά την πρώτη απώλεια. Μέσα στο εκκωφαντικό της στραμπούληγμα η απώλεια είναι ζωή. Τρόπος αποκωδικοποίησης του εδώ, του τώρα, της γέννησης και της επιλογής.
Και ο θάνατος παραμένει κάτι που αφορά αποκλειστικά τους νεκρούς. Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια. Ασχετα με τις θρησκείες ή την αθεΐα μας, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ενδεχόμενα. Γιατί η γλώσσα δεν έχει τρόπο να μιλήσει για όσα συμβαίνουν εκτός του μονωμένου μας δωματίου, για τα ενδεχόμενα της ανυπαρξίας, των τόσων παραδείσων και κολάσεων, της μετενσάρκωσης, της αιώνιας επιστροφής. Ολα παραμένουν ισόπαλα. 0-0 σε ένα γήπεδο χωρίς τέρματα και χωρίς θεατές. Η γλώσσα δεν φέρνει λέξεις από εκεί. Εδώ κατασκευάστηκε, εδώ έφτιαξε τη λογική και τις μεθόδους της. Είναι το μόνο εργαλείο κατανόησης και ταυτόχρονα ένα εργαλείο από τη φύση του ανήμπορο στην κατανόηση των μεγάλων θεμάτων.
Η γλώσσα δεν έχει μηνύματα να φέρει. Μόνο λέει ιστορίες παλιές από την πρώτη συλλαβή του χρόνου, ιστορίες για φθορά και αθανασία, βεβαιότητες και αμφιβολίες. Ο θάνατος μένει στους νεκρούς.
Εμείς μένουμε εδώ με την απώλεια.
(Πέρασαν τέσσερα χρόνια πατέρα κι εμείς συνεχίζουμε να μαθαίνουμε πως τίποτα δεν περνάει).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Το θαύμα (χωρίς αναπτήρα)



Οταν διαβάζεις συστηματικά ένα συγγραφέα ή έναν ποιητή τον βρίσκεις διαρκώς μπροστά σου. Επεξηγεί το γύρω και το μέσα σου χωρίς να το επιλέγεις. Τα ποιήματά του χαρτογραφούν την έκταση του έξω και τα συμβάντα. Όπως ομολόγησα και στο προηγούμενο άρθρο, κάτι τέτοιο μου συνέβη αυτόν τον καιρό με τον Γιάννη Βαρβέρη. Και πάνω που η δουλειά μου στην ποίηση του Βαρβέρη τελείωσε, η παρακάτω είδηση με επιστρέφει σε αυτή:
Σάλο και θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει η μαρτυρία σκευοφύλακα του Πανάγιου Τάφου, που φέρεται να έχει δηλώσει πως «ανάβει το Άγιο Φως με αναπτήρα».

Σύμφωνα με μαρτυρίες που καταγράφονται στο βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου, με τίτλο: «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός» συμβαίνει το ανήκουστο. Το άγιο Φως, αυτό που έρχεται με αεροπλάνο και το προϋπαντούμε με τιμές αρχηγού κράτους (τι ωραίος μεσαιωνικός συμβολισμός) κατοικεί στο αναλώσιμο υγρό ενός τυχαίου αναπτήρα. «Ακούστε. Το καντήλι μπαίνει σβηστό από μένα, όλος ο κόσμος το βλέπει μέσα από την τηλεόρασή του. Όμως όταν ο Πατριάρχης εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο το βρίσκει αναμμένο… Εγώ το ανάβω… Με έναν αναπτήρα, τι άλλο;», μαρτυρά στο βιβλίο ο σκευοφύλακας του Πανάγιου Τάφου, Ισίδωρος. Το βιβλίο περιλαμβάνει αρκετά ακόμη τεκμήρια μη-θαύματος. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απάντησε σε άψογη καθαρεύουσα πως έχει όλα τα στοιχεία για την ορθότητα της τελετουργίας του Αγίου Φωτός στην ιστοσελίδα του.
Η στιγμή που το αυτονόητο αποδεικνύεται είναι μια περίεργη στιγμή. Η αποκάλυψη δεν φέρνει κάτι καινούριο. Από την άλλη, οι αποκαλύψεις περιέχουν την ομορφιά της επιβεβαίωσης της κοινής λογικής και κάνουν την πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης να μοιάζει ακόμα πιο παράλογη και εθελόδουλη απέναντι στις επιταγές της εκκλησιαστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, η αποκάλυψη αφήνει το θαύμα γυμνό. Το αποτυπώνει ως διάθεση για πίστη, το θαύμα γίνεται επιθυμία για θαύμα. Άνευ όρων και αποδείξεων. Το περιστατικό με έστειλε πίσω στην τελευταία συλλογή που εξέδωσε ο Βαρβέρης ενώ ζούσε, στο «Ο άνθρωπος μόνος».
Ο Βαρβέρης χρησιμοποιεί εδώ τους κοινούς τόπους της Παλαιάς, αλλά κυρίως της Καινής, Διαθήκης με μια παραβολική ελευθεριότητα. Διαχειρίζεται τις ιστορίες ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που επιβάλει το θρησκευτικό δόγμα. Με μια ελευθεριότητα που θυμίζει τους όρους χρήσης της μυθολογίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ως αφορμές για μια εκ νέου ανάγνωση, ως κοινούς τόπους μιας συλλογικής αφήγησης που εντός της ποίησης είναι απολύτως νόμιμο να επανοηματοδοτηθούν, να δεχτούν διαφορετικές εστιάσεις σε διαφορετικές πτυχές της αφήγησης, ακόμα και να αντιστραφούν. Είναι τα γεγονότα όπως καταγράφονται ποιητικά, ενώ τους έχει αφαιρεθεί το θαύμα, αυτή η άνευ αποδείξεως στατική πίστη στην ερμηνεία και αναπαραγωγή των γεγονότων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τους θρησκευτικούς μύθους για να μιλήσει ακριβώς για το λόγο που τους γέννησε, το γεγονός του θανάτου ως βεβαιότητα, την υπόσχεση της αθανασίας ως αγωνία που η θρησκεία μετατρέπει ξανά σε βεβαιότητα. Και ήδη από την αρχή του βιβλίου ο ποιητής τα βάζει με όλες τις βεβαιότητες ζητώντας μιαν άλλη κυριολεξία: «Σπαρτά της γης θυσίασε ο Κάιν/ μα προτιμήθηκε η θυσία ποιμνίων του Άβελ. // Κι έγινε ο φόνος.// Λοιπόν ποιος Πρώτος ζήτησε αίμα;»
Η θρησκευτική λύτρωση εδώ γίνεται ποιητική παραμυθία. Υποβιβάζεται μεταφυσικά και αναβαθμίζεται αισθητικά και με έναν τρόπο και ανθρώπινα. Μέσα στη μοναξιά αυτή συναντούμε μια έσχατη αξιοπρέπεια που συχνά στα ποιήματα ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον ίδιο το θεό. Ο άνθρωπος, ακόμα και μόνος, ακόμα και συνορεύοντας με το θάνατο, διεκδικεί να γίνει το μέτρο του μύθου, της κοσμολογίας και του νοήματος. Ή όπως το γράφει ο ίδιος ο Βαρβέρης κλείνοντας το ποίημα «Καθώς πλησιάζει η ώρα» μιλώντας σε Εκείνον:
Ουδέτερος ελεήμων σαν ελπίδα ωχρή
μας άφησες να σε αντικαταστήσουμε:
Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Ηταν ο Σταν Λι σημαντικότερος συγγραφέας από τον Σέξπιρ;


Αυτό το συμπέρασμα εκφράζει ένας Αμερικανός 15χρονος σε ένα γράμμα του προς τον Σταν Λι, κάπου τη δεκαετία του '60. Το συμπέρασμα κουβαλάει μέσα του όλη την υπερβολή της ηλικίας. Τον αφορισμό και την ατελείωτη τάση για συγκρίσεις και αξιολογήσεις.
Ταυτόχρονα έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως αυτός ο 15χρονος θα γινόταν στη συνέχεια ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν, συγγραφέας του «Τραγουδιού του πάγου και της φωτιάς» και δημιουργός του κόσμου τού Game of Thrones.
Και αν χρησιμοποιούμε αυτόν τον τίτλο δεν είναι για να προβοκάρουμε (ακριβώς γι' αυτό το κάνουμε) αλλά για να τονίσουμε το πάθος της ταύτισης, τη συνόρευση του αναγνώστη με τον οπαδό και τελικά τη σημασία των ιστοριών του Σταν Λι, που πέθανε πριν από λίγες μέρες στην ηλικία των 95.
Για πολλούς ο Σταν Λι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον δημιουργό παιδικών ιστοριών κόμικς, δημιουργός μιας βιομηχανίας χάρτινων ευκολιών και ανώδυνων ιστοριών για παιδιά. Ο δημιουργός του Hulk, του Spider Man, των X-Men, του Thor, του Iron Man και πολλών ακόμη ηρώων και ιστοριών αποτελεί έναν παράδοξο κόμπο στην κρίση μας.
Η απλότητα του μύθου και το μέγεθος της διάδοσης μας κάνουν να αντιμετωπίζουμε συχνά φαινόμενα όπως τα συγκεκριμένα κόμικς σαν φαστ φουντ της όρασης. Αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την αρχετυπική διάσταση των απλών και χάρτινων ηρώων, τη μυθολογία και την επιστροφή μας στην απλότητα και την πυκνότητα του μύθου.
Στην εγχώρια κρίση μας ακόμα περισσότερο λειτουργούμε εντός ενός σαφούς διαχωρισμού ανάμεσα σε υψηλή και χαμηλή κουλτούρα. Ενός διαχωρισμού που δεν προκύπτει από τη θεωρία ή κάποια αριστοκρατική αντίληψη για την τέχνη αλλά από έναν βαθύ συντηρητισμό.
Από την άρνησή μας να δούμε με ειλικρίνεια, από τις προβολές μας ως προς το τι σημαίνει κουλτούρα, από τη βαθιά μας περιφρόνηση για τη μάζα (που μπορεί να είναι και πλήθος, μπορεί και κατάφαση του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά).
Λίγο ο κληροδοτημένος αντιαμερικανισμός, λίγο το κοσμοπολίτικο κόμπλεξ μας, λίγο ακριβώς η (σιωπηλή) αποδοχή μας στην ποπ κουλτούρα μάς καθιστούν αμήχανους σε αντίστοιχα φαινόμενα. Βιαζόμαστε να ξεμπερδεύουμε. Ποτέ δεν συντάξαμε μια σοβαρή πρόταση για τη διάδοση, τη λειτουργία και την επιρροή της κουλτούρας.
Το μικρό μας σχήμα, η αμήχανη θέση μας μέσα στον κόσμο μάς οδηγεί σε συγκρίσεις. Σε καταστάσεις όπου διαφορετικές χροιές και μεγέθη πρέπει να παραταχθούν στην ίδια κλίμακα. Ο Σέξπιρ, ο Σταν Λι, ο Σπάικ Λι, ο Μπρους Λι, ο Βουτσάς. Ολα πρέπει να μετρηθούν και να καταχωρηθούν ώστε τελικά να βγει ένα συμπέρασμα. Αλλά τελικά συμπέρασμα για ποιον; Μα για εμάς τους ίδιους.
Για εμάς που επιβεβαιώνουμε τον εαυτό μας πέρα από την καθ' εαυτήν απόλαυση ως νόμιμοι συνομιλητές του υψηλού. Και μέσα σε αυτήν την υποκειμενικότητα που σπρώχνει με τους αγκώνες της προς το αντικειμενικό, αυτό που χάνεται τελικά είναι η ίδια η απόλαυση.
Αυτό το τόσο αυθεντικό και τόσο καθαρό συναίσθημα της ταύτισης. Αυτή η παιδική αρχή από την οποία προκύπτει και επιβεβαιώνεται η κάθε μεγάλη αφήγηση.
Αυτό το στοιχείο που ο Σταν Λι πέτυχε όσο ελάχιστοι. Μέσα από τις άτσαλες απαιτήσεις και επιταγές της μαζικής παραγωγής. Μέσα από μια διαδικασία όπου η απλότητα είναι αρετή και η γονιμοποίηση της παιδικής φαντασίας φτάνει σε έναν υπερθετικό βαθμό.
Το ερώτημα του τίτλου είναι προβοκατόρικο. Αυτό που ο τίτλος θέλει όμως να ομολογήσει είναι πως ο Σέξπιρ με τον Σταν Λι δεν έρχονται σε αντίθεση. Αντίθετα συνομιλούν.
Σε μια συνθήκη που περιέχει τις ιστορίες όλων μας. Εκεί που κανείς δεν προσπαθεί να διαχωρίσει το υψηλό και το χαμηλό, μόνο απολαμβάνει τη συγκίνηση σε διαφορετικά επίπεδα.
Στο διανοητικό, το συναισθηματικό, το κωμικό, το θυμικό. Εκεί που ο Χουλκ εξομολογείται στον Φάλσταφ το ανθρώπινο και το οικείο, εκεί που η φαντασία είναι η μόνη αρετή και το μόνο όριο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η ανοξείδωτη διαδρομή του κυρίου Φογκ






Ξύπνησα. Βαθιά μέσα
σε μια πολυθρόνα.
Και μπροστά σε μια θάλασσα. Όπου
κανείς.
Μόνη κίνηση
το βλέμμα επάνω στα κύματα.
Όπου πήγαιναν.
Έτσι έμεινα.
Καλοκαίρια αθέατος.
Και χειμώνες ολόκληρους.
Κάπως έτσι θα γέρασα. Γιατί
ποτέ δε σηκώθηκα.
Άρα έζησα νέος.
Θα το πούνε τα κύματα
που είναι κάπως αμφίβια.
Δεν σηκώνομαι. Θα ‘ρθουν.
Όπου να ‘ναι
πρέπει να ‘ρθουν τα κύματα.
Λίγο λίγο να γίνω
ένα κύμα τους.
Και να έχω
όπου πάω
επάνω μου βλέμματα.
Αμφίβιο
να ‘ρχομαι, να ‘ρχομαι.
Και να γίνει αργά
η στεριά όλη
θάλασσα
Γιάννης Βαρβέρης, Φιλέας Φογκ

Εχει σημασία να επιστρέφουμε στο πρόσφατο παρελθόν. Έχει σημασία να προσθέτουμε στις αξιολογήσεις μας, βλέποντάς τες τώρα με μεγαλύτερη ευκρίνεια, μακριά από τη συγκίνηση των πρώτων επαφών. Γιατί πολλά αριστουργήματα γράφτηκαν ακριβώς την περίοδο που τα διαβάσαμε.

Ο κύριος Φογκ είναι το κρίσιμο βιβλίο του Γιάννη Βαρβέρη. Ταυτόχρονα θεωρώ πως είναι και το πιο ολοκληρωμένο, ένα βιβλίο που λειτουργεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα και μαζί μια από τις σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις της μεταπολίτευσης. Ίσως να μην είναι το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο του Βαρβέρη, αφού πολλά από τα κυρίαρχα θέματά του, τόσο έντονα σε προηγούμενα όσο και σε επόμενα βιβλία, εκλείπουν ή μένουν διακριτικά στο βάθος. Και όμως η ενότητα, η πλήρης εκφραστική λιτότητα, το παιχνίδι με τη διακειμενικότητα του δίνουν μια διάσταση αυτοτελή. Το βιβλίο- ποιητική σύνθεση υπάρχει ως αυτοτελές αντικείμενο. Έχει αρχή και τέλος, ενιαία έκταση, καθαρή δομή και συγκεκριμένη επιφάνεια. Και το βάθος του βιβλίου κρύβεται ακριβώς στην επιφάνειά του, στην ορατότητά του. Κάθε θέμα που θίγει η ποιητική αφήγηση, εντάσσεται και υποχρεωτικά τίθεται σε συνομιλία με το κυρίαρχο μύθο, την ιστορία του Κυρίου Φογκ.
Ο Κύριος Φογκ είναι το έπος των μικρών πραγμάτων, η αχανής έκταση του ελάχιστου, όλη η ιλιγγιώδης κίνηση που κουβαλά μέσα της η ακινησία. Ήρωας, (ή αντι ήρωας) ο Φιλέας Φογκ του Ιούλιου Βερν, ο αριστοκράτης ταξιδευτής που γύρισε τον κόσμο σε 80 μέρες. Η μορφή του όμως εδώ είναι ανεστραμμένη. Ο Φογκ του Βαρβέρη δεν ταξιδεύει ποτέ. Μόνο στέκει σε μια πολυθρόνα μπροστά στη θάλασσα. Συνομιλεί με τα κύματα, ψάχνει το πρόσωπό του στο νερό και κυρίως κοιτάζει. Από νωρίς μαθαίνουμε πως το μεγάλο του ταξίδι αναβλήθηκε. Ήταν ο ίδιος αυτός που στοιχημάτισε όλη του την περιουσία στο ταξίδι, ο ίδιος έφερε τα χρήματα, «και βεβαίως μετά/ πουθενά δεν επήγε/ μόνο χάθηκε/ εκεί που τώρα τον βρίσκουμε/ βαθιά μέσα σε μια πολυθρόνα/ και μπροστά σε μια θάλασσα.» Ο μύθος του βιβλίου τελειώνει εδώ, η πλοκή της περιπέτειας εξαντλείται μόλις στο δεύτερο ποίημα του βιβλίου. Το στοίχημα όμως που έτσι απλά τελείωσε κωδικοποιεί ολόκληρη τη συνθήκη του βιβλίου. Αφού ο κύριος Φογκ δεν είναι άλλο από έναν «εραστή/ των εξαρχής χαμένων στοιχημάτων.»
Ολόκληρο το βιβλίο πρέπει να ιδωθεί όχι ως σχόλιο ή ως παραλλαγή του κυρίαρχου μύθου, αλλά ως ένα μόνιμο αντικαθρέφτισμα του Φιλέα Φογκ, όπως αυτό παρουσιάζεται στον «γύρο του κόσμου σε 80 μέρες» και ακόμα όπως αυτό υπάρχει στις μνήμες των αναγνωστών και των παιδιών (ονείρων όνειρο στον ύπνο των παιδιών). Το βιβλίο του Βαρβέρη δεν είναι μια απάντηση, είναι μια συνύπαρξη. Μια αντίστροφη ποιητική διαδρομή δημιουργικής αποδόμησης ενός ήρωα, μιας ιστορίας και μιας πράξης. Δεν είναι όμως μια αποδόμηση που ακυρώνει, αλλά που συνυπάρχει. Και μέσα από την συνύπαρξη πολλαπλασιάζει τον μύθο.
Και ο δικός μας ήρωας παραμένει μια ομίχλη σε μια πολυθρόνα. Ο ήρωας ήταν τελικά ανύπαρκτος, μια παραδοχή της λογοτεχνικότητάς του. Η συμφιλίωση συμβαίνει ακριβώς λόγω της κατασκευής, ακριβώς γιατί ο ποιητής δεν παριστάνει πως δημιούργησε έναν ήρωα από σάρκα και οστά, αλλά έναν ήρωα από ομίχλη και μελάνι.
Ο κύριος Φογκ του Γιάννη Βαρβέρη είναι ένα βιβλίο για τη σχέση της ύπαρξης και της ποίησης, της γραφής και της ανάγνωσης, για την αυθεντικότητα του μη υπαρκτού για την ζωτική αναγκαιότητα του ποιητικού ψεύδους. Ο κύριος Φογκ είναι ένα κλειδί για το μέλλον.
(το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από τον πρόλογο της ποιητικής ανθολογίας για τον Γιάννη Βαρβέρη που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Γκοβόστη)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Οι φασίστες και οι πυρκαγιές


Δεν ξέρω γιατί με σόκαρε η αντίδραση των ακροδεξιών στην παράσταση «Πυρκαγιές» στο ΚΘΒΕ πριν από μερικές μέρες. Θέλω να πω θα έπρεπε να έχουμε συνηθίσει ή μάλλον, ακριβώς επειδή δεν έχουμε και δεν πρέπει να συνηθίσουμε, θα ήταν καλύτερο να σοκαριζόμαστε λιγότερο, να θυμώνουμε περισσότερο.
Μετά το υπερθέαμα μπροστά από το «Χυτήριο» πριν από μερικά χρόνια, τι μπορεί να σου προκαλέσει εντύπωση;
Το περιστατικό ήταν κατ' αρχήν γελοίο. Εξίσου γελοίο και εξίσου τρομακτικό με ένα οποιοδήποτε πρωινό στο ταχυδρομείο της Κυψέλης με την προϋπόθεση πως η ουρά περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν μετανάστη και τουλάχιστον έναν χουντόγερο αυθεντικό Κυψελιώτη: οι ακροδεξιοί του «Ιερού Λόχου» πήγαν στην παράσταση οργανωμένοι, άρχισαν να μαγνητοσκοπούν και μόλις άκουσαν τη φράση «γαμώ τον Χριστό και την Παναγία σου» άρχισαν να φωνάζουν, να καταριούνται, να αναρωτιούνται φωναχτά «αν αυτό είναι τέχνη» και τι θα γινόταν αν ο συγγραφέας τολμούσε να βρίσει τους δικούς του, «τους μουσουλμάνους» (σημ.: ο Λιβανοκαναδέζος Ουαζντί Μουαουάντ είναι χριστιανός).
Το υπόλοιπό κοινό τούς αποδοκίμασε (κάπως ζεσταίνονται τα σωθικά σου με αυτό), εκείνοι συνέχισαν τις μαλακίες τους, έφυγαν, η παράσταση συνεχίστηκε κανονικά. Είναι αλήθεια πως οι ακροδεξιοί της Θεσσαλονίκης είναι πιο μερακλήδες από τα αντίστοιχα σκοτεινά ξαδέρφια τους στον Νότο. Εχουν μια πιο ένδοξη ιστορία να τιμήσουν (δεν εννοώ τον Ωμέγα Αλέξανδρο, τον Κοτζαμάνη εννοώ). Οπως πρόσφατα όταν έκαναν πορείες και κατέθεσαν μήνυση κατά της παράστασης «Η ώρα του διαβόλου», επειδή τους προσέβαλε ο τίτλος (δεν είχαν παρακολουθήσει την παράσταση).
Αυτό που αναρωτιέσαι αν έχεις δει ή αν έχεις διαβάσει το έργο είναι: «Καλά, αυτό βρήκαν να τους σοκάρει σε ένα τέτοιο έργο;» Είναι αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην πηχτή βλακεία από τη μία και την ένταση και το βάθος του έργου από την άλλη.
Οι «Πυρκαγιές» αφηγούνται την πορεία δίδυμων από την άγνοια στη γνώση μέσα από τον εμφύλιο του Λιβάνου, την ανάδυση της Ιστορίας, την οποία μέχρι τότε προσπαθούσαν να απωθήσουν, το οικογενειακό τραύμα που έρχεται να καλύψει σαν μεταφορά τη σύγχρονη ιστορία της χώρας και τελικά να γίνει ένα από τα συγκλονιστικότερα σύμβολα του εμφύλιου σπαραγμού στην ιστορία του θεάτρου (δεν υπερβάλλω. Και δεν γίνομαι πιο συγκεκριμένος μόνο και μόνο για να μη σας στερήσω τη βαθιά ανθρώπινη απόλαυση των αποκαλύψεων του έργου).
Το έργο μεταφέρει την τομή και τη φρίκη του εμφυλίου στο σύνολο της ανθρώπινης έκφανσης. Στις οικογενειακές σχέσεις, στο σώμα, στο φύλο. Δείχνει την περιπλοκότητα και το βάθος της ύβρης που είναι εγγενής στον κάθε εμφύλιο. Και μαζί τις επιπτώσεις της ύβρης. Ο συγγραφέας δεν παίρνει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, δεν κατονομάζει καν τον Λίβανο ως σημείο των συγκρούσεων και των γεγονότων, αφήνει την ισορροπία να αναδείξει την τιμωρία και τη συγχώρεση καταλήγοντας σε έναν βαθιά ανθρώπινο σπαραγμό αντοχής μαζί και απορίας. Το κενό και μαζί η υπέρβασή του.

Μα είναι κάτι ακόμα που κλοτσάει. Ο εμφύλιος του Λιβάνου ορίστηκε από τις θρησκευτικές διαιρέσεις. Οι σουνίτες και οι σιίτες, οι χριστιανοί, οι δρούζοι ταυτίστηκαν με τα στρατόπεδα που επέβαλε η θρησκεία τους. Ο εναγκαλισμός πολιτικής και θρησκείας είχε στην πραγματικότητα κατασκευαστεί στο πλαίσιο της γαλλικής αποικιακής πολιτικής.
Η κοινοβουλευτική οργάνωση του Λιβάνου είχε δομηθεί έτσι ώστε να παγιώνει την ηγετική θέση των χριστιανών. Από αυτή την εργαλειοποίηση της θρησκείας ως ταυτοτικού χαρακτηριστικού ξεκίνησε μια αιματοχυσία που θα κρατούσε 15 χρόνια και θα μεταφραζόταν σε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκτοπισμένους. Οταν συνδυάζεις στην ίδια πρόταση τις λέξεις χριστιανικός φανατισμός και Λίβανος, το νόημα που προκύπτει από τη φράση σου είναι συγκεκριμένο: Κόμμα Καταέμπ, Φαλαγγγίτες, σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα.
Δεν ταυτίζω καταστάσεις, ούτε επιχειρώ να εκβιάσω ανησυχίες. Αυτό που λέω είναι πως μια τέτοια συνύπαρξη, και μάλιστα με αφορμή ένα τέτοιο έργο, έχει κάτι το τρομακτικό. Ο φανατισμός και η τύφλωση ως αποκλειστικά στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας, ο ετεροπροσδιορισμός των γύρω ως βασική προϋπόθεση του δικού μας αυτοπροσδιορισμού, η επιστροφή σε μια συνθήκη όπου το επιφώνημα είναι το μόνο επιχείρημα είναι στοιχεία διαμπερή από σκοτάδι.
Είναι η επιθυμία του σκοταδιού να επαληθεύσει τον εαυτό του. Να τον επιβάλει ως μόνη επιλογή σε έναν κόσμο χωρίς επιλογές. Με τη σημαία του Λιβάνου να κυματίζει καμένη πάνω απ' τα κεφάλια μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο


«Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ./ Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα/ Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο/Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο/Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.»

Στην Αθήνα η βροχή είναι πλημμύρα. Όταν δυναμώνει πάντοτε σου φέρνει στο μυαλό κάτι σπασμένο. Όλα εδώ ξεχειλίζουν. Είναι τα παλιά ποτάμια που μπαζώθηκαν και τώρα επιστρέφουν, ζητώντας εκδίκηση. Μια εκδίκηση μαλακή, ήπια, σαν τα παπούτσια του περαστικού που βράχηκαν χωρίς προφανή λόγο. Είναι τις ώρες αυτές που τίποτα δεν διασχίζεις. Είναι η βροχή αυτή που διασχίζει εσένα. Και αν είναι νερό, το ίδιο είναι και ο προορισμός σου.

«Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα —Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά /Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως/ Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.»

Είναι περίεργο πως ζητάς συντροφιά από κάτι που γεννήθηκε αποκλειστικά για να πέφτει. Τις ώρες που δυναμώνει, τις ώρες που σε κατέχει περισσότερο. Είναι περίεργο πως εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον που δεν συναντάς ποτέ ολόκληρο. Όμως το να εκμυστηρεύεσαι είναι ο μόνος τρόπος για να θυμηθείς, ο μόνος τρόπος για να επιστρέψεις. Παλιές βροχές και πρόσωπα παλιά που τώρα στάζουν σαν τα τζάμια. Σαν δακρυσμένες επιφάνειες χωρίς λύπη. Σαν διαδρομές χτυπημένες που μπάζουν νερά από παντού και ονομάζουνε βυθό την κάθε απόσταση. Τίποτα δεν κολυμπάει στην μνήμη. Τίποτα δεν επιπλέει. Όλα εδώ, διαμπερή βυθίζονται.

«Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα/ Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα/ Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι/ Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι»

Αν βάλεις τη βροχή να παίξει ανάποδα, αντί για την βοή της ακούς τους λεπτοδείκτες. Όχι τον χρόνο να περνά αλλά τον χρόνο να κάνει κάθε στιγμή εμφανή την παρουσία του. τρέχεις μέσα στη βροχή και μέσα στα λεπτά ενώ και τα δύο μουλιάζουνε τα ρούχα σου. Τρέχεις μες τους δρόμους της δυνατής βροχής αλλάζοντας διαρκώς ηλικίες. Μα η ηλικία είναι μέγεθος σταθερό. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι η ανάγκη της. και έτσι εκεί μέσα σε έναν όρθιο βυθό που απότομα παύει εσύ πέφτεις στο παρόν. Και όλο το παρελθόν και το μέλλον γύρω σου πεταμένο σαν να ξέφυγε από σπασμένο σωλήνα ή από αγωγό πού ξεχείλισε. Αυτή το πεδίο μάχης που ξεθύμανε είναι ο πραγματικός σου χρόνος.

«Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι/ Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής/ Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.»

Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Και συ πίσω από το τζάμι περιμένεις την ώρα που θα βγεις και πάλι έξω. Μέσα στην ερμηνεία της ανάμνησης, μέσα στο αναπάντεχο του αναπόφευκτου. Καθώς η βροχή δεν είναι νοσταλγία, αλλά προσπάθεια ατελείωτη να θυμηθείς. Όλα όσα έρχονται ξεσπούνε στο παρόν, σχηματίζοντας τη στιγμή αυτή, μια στιγμή που έρχεται από μια μακρινή απόσταση, μακρινή όσο το τώρα. Γιατί το παρόν είναι νερό που αποδημεί πίσω στον εαυτό του.
«…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος./ Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο»
 
(οι στίχοι σε πλάγια αποτελούν το ποίημα «Άρχισε μια σιγανή βροχή…» του Μανώλη Αναγνωστάκη)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας


Η πό­λη δεν εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό κα­τοι­κίες, μα­γα­ζιά και δρό­μους. Η πό­λη εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό ε­μπει­ρίες. Μι­κρά πε­ρι­στα­τι­κά που συν­δέ­ουν τους αν­θρώ­πους, δη­μιουρ­γώ­ντας αό­ρα­τους δε­σμούς. Ένα ά­θροι­σμα βιω­μά­των, κα­θη­με­ρι­νών κοι­νό­το­πων βιω­μά­των που συ­να­ντιού­νται και α­πο­κλί­νουν, δη­μιουρ­γώ­ντας ζωή και κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Σε αυ­τούς τους συρ­μούς κυ­λού­με τα βα­γό­νια μας, ο­ριο­θε­τού­με τις δυ­να­τό­τη­τες και τις ε­πι­διώ­ξεις, κω­δι­κο­ποιού­με την ε­πι­θυ­μία και την προο­πτι­κή. Αυ­τές τις ο­δούς διέρ­χε­ται η η­λι­κία μας, η συμ­φω­νη­μέ­νη ρου­τί­να μας, η λε­πτο­μέ­ρεια του ό­λου μας. Η πό­λη δεν κα­τοι­κεί­ται. Η πό­λη βιώ­νε­ται.
Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης μου, αυ­τός που βιώ­νεις κα­θη­με­ρι­νά χω­ρίς καν να τον κα­τα­λα­βαί­νεις, εί­ναι στα­τι­κός. Υπάρ­χει σε στα­θε­ρά ση­μεία και σε πε­ρι­μέ­νει. Δεν θα τον δεις α­πό μα­κριά, δεν θα φω­νά­ξει τον ε­αυ­τό του δια­φη­μί­ζο­ντάς τον, δεν θα τον α­ντι­λη­φθείς καν τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές που θα έρ­θεις σε ε­πα­φή μα­ζί του. Δεν θα σε πα­ρα­πέμ­ψει σε μια ι­δε­ο­λο­γία μί­σους, σε μια ι­στο­ρία ε­γκλη­μά­των, σε έ­να α­κο­νι­σμέ­νο φά­ντα­σμα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας έ­χει να κά­νει με τη μι­κρο­γεω­γρα­φία της, τη δο­μή της, με τον τρό­πο που α­πο­κλείει έ­να ση­μα­ντι­κό κομ­μά­τι του πλη­θυ­σμού της. Προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις. Εί­μαι σί­γου­ρος θα τα κα­τα­φέ­ρεις. Ωραία. Τώ­ρα προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις σπρώ­χνο­ντας έ­να κα­ρο­τσά­κι. Το προ­σπα­θώ ε­δώ και δύο χρό­νια στην Κυ­ψέ­λη, τα Εξάρ­χεια, το Κο­λω­νά­κι. Στε­νά πε­ζο­δρό­μια, σπα­σμέ­νες πλά­κες πα­ντού, σκου­πί­δια, δέ­ντρα που στα­μα­τούν τη συ­νέ­χεια της ε­πι­φά­νειας, κο­λο­νά­κια και κά­γκε­λα βαλ­μέ­να χω­ρίς ειρ­μό. Μι­κρή, μι­κρή γεω­γρα­φία της α­πό­κλι­σης. Ξε­φυ­σάς. Ξέ­ρεις πως ό­λα θα τε­λειώ­σουν (ο γιος σου με­γα­λώ­νει). Ξέ­ρεις πως το κα­ρο­τσά­κι σου θα αλ­λά­ξει χέ­ρια ό­ταν δεν θα το έ­χεις πια α­νά­γκη. Ξε­φυ­σάς. Και ύ­στε­ρα σκέ­φτε­σαι. Τους αν­θρώ­πους στα α­να­πη­ρι­κά κα­ρο­τσά­κια. Τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα. Ποια εί­ναι η δια­δρο­μή που μπο­ρούν να α­κο­λου­θή­σουν; Πώς μπο­ρούν να με­τα­κι­νη­θούν σε αυ­τή την πό­λη; Όχι κά­τι φο­βε­ρό, α­πλώς να ε­πι­τε­λέ­σουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τους, να α­σκή­σουν το δι­καίω­μά τους στη ρου­τί­να, στις κα­θη­με­ρι­νές δου­λειές τους. Ακό­μα και με τη βοή­θεια συ­νο­δού η δια­δρο­μή τους στην Αθή­να μοιά­ζει α­δύ­να­τη. Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης ταυ­τί­ζε­ται με την α­δια­φο­ρία. Τό­σο την ι­διω­τι­κή ό­σο και τη θε­σμι­κή, τα χί­λια α­κο­νι­σμέ­να «δεν βα­ριέ­σαι» που δεν περ­πα­τούν με το βη­μα­τι­σμό της χή­νας, αλ­λά έ­χουν έ­να πη­χτό ρα­τσι­σμό να ε­ξι­στο­ρή­σουν. Βρες μου μία τουα­λέ­τα στα Εξάρ­χεια ή στο Κο­λω­νά­κι, προ­σβά­σι­μη σε ά­το­μα με α­να­πη­ρία. Τσέ­κα­ρε τα παρ­κα­ρί­σμα­τα, τις α­πο­στά­σεις, το πώς εί­ναι φτιαγ­μέ­νες οι δια­βά­σεις. Προ­σπά­θη­σε να τις πε­ρά­σεις με κα­ρό­τσι. Πώς ο­νο­μά­ζε­ται αυ­τή η α­δια­φο­ρία;
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό έλ­λει­ψης πο­λι­τι­σμού; Πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή; Απο­τυ­χία της ο­ποιασ­δή­πο­τε πρό­νοιας; Εί­ναι ρα­τσι­σμός α­πό τσι­μέ­ντο. Η πα­ρακ­μή του δη­μο­σίου ε­ντός της πό­λης α­πο­κλείει μια με­γά­λη με­ρί­δα του πλη­θυ­σμού της. Η έλ­λει­ψη δη­μο­σίου χώ­ρου, α­ξιο­πρε­πούς συ­γκοι­νω­νίας, φω­τι­σμού, μέ­ρι­μνας, κα­τα­δι­κά­ζει σε ε­γκλει­σμό. Τα παι­διά και τους γέ­ρους, τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα και μα­ζί ό­σους δεν έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να διεκ­δι­κή­σουν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ε­λά­χι­στο του δη­μο­σίου χώ­ρου λό­γω οι­κο­νο­μι­κού α­πο­κλει­σμού.
Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της πό­λης μου δεν με­τα­κι­νεί­ται, δεν κρύ­βε­ται και δεν κραυ­γά­ζει. Μό­νο στέ­κει ε­κεί, με­ταμ­φιε­σμέ­νος σε πο­λε­ο­δο­μι­κή α­τέ­λεια. Σε φθο­ρά ή α­τυ­χία. Ενώ δεν εί­ναι κα­θό­λου αυ­τό. Εί­ναι ο θρίαμ­βος ε­νός ι­δε­α­τού μέ­σου ό­ρου. Ενός μέ­σου ό­ρου που α­κρι­βώς δεν τον έ­χει α­νά­γκη, ά­ρα μπο­ρεί και να μην του δώ­σει ση­μα­σία. Ενός αν­θρώ­που υ­γιούς, αρ­τι­με­λούς και με α­πο­λα­βές, με την η­λι­κία αυ­τή που του ε­πι­τρέ­πει αυ­το­τέ­λεια στις κι­νή­σεις και έ­να ευ­ρύ ο­ρί­ζο­ντα στις ε­πι­θυ­μίες. Η πό­λη αυ­τή κραυ­γά­ζει με το ί­διο της το εί­ναι πως κά­θε τι άλ­λο εί­ναι α­πό­κλι­ση. Και με τον τρό­πο της μας δι­δά­σκει πως κά­θε α­πό­κλι­ση εί­ναι α­να­λώ­σι­μη, α­νά­ξια μέ­ρι­μνας και α­νά­ξια βοή­θειας. Με τον τρό­πο της η Αθή­να εί­ναι μια βα­θιά ρα­τσι­στι­κή πό­λη, με το ρα­τσι­σμό της να μην εκ­φρά­ζε­ται μό­νο ως ι­δε­ο­λο­γία δια­φό­ρων κα­θη­με­ρι­νών φα­σι­στών, αλ­λά ως κα­θη­με­ρι­νή πρα­κτι­κή στο βή­μα.
Δεν βα­ριέ­σαι…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Άστεγη Ευρώπη


Η Ουγγαρία ετοιμάζεται να γίνει το πρώτο κράτος στον κόσμο που επιβάλλει συνταγματική απαγόρευση στην παρουσία αστέγων κοντά σε πολιτιστικά ή άλλα σημαντικά αξιοθέατα. Το μέτρο αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, σημαίνει πως η διαβίωσή των αστέγων ποινικοποιείται σε μεγάλα τμήματα της Βουδαπέστης. Μετά την θεσμοποίηση του ρατσισμού κατά των μεταναστών και των προσφύγων με την αλλαγή του συντάγματος ώστε να απαγορεύει την εγκατάσταση «αλλοδαπού πληθυσμού» στην ουγγρική επικράτεια, ο Βίκτορ Ορμπαν συνεχίζει την επίδειξη σκληρότητας εφευρίσκοντας έναν νέο εχθρό. Η αστυνομία θα δίνει κλήση σε κάθε άστεγο που κάθεται σε παγκάκι, πεζούλι ή πάρκο. Σε περίπτωση που δεν πληρώσει το πρόστιμο, -που δεν μπορεί να το πληρώσει- θα μπαίνει στη φυλακή.

«Η κυβέρνηση έχει καταλάβει πως δεν μπορεί να παίζει ατέρμονα το χαρτί της μετανάστευσης, αφού προφανέστατα δεν υπάρχουν μετανάστες στη χώρα. Τα θέματα αυτά μπορεί να παραμένουν χρήσιμα για εθνικές εκστρατείες, αλλά για το εσωτερικό χρειάζεται έναν νέο αποδιοπομπαίο τράγο» αναφέρει στoν Γκάρντιαν ο ιερέας Γκάμπορ Ιβάνι, υπεύθυνος για ξενώνες φιλοξενίας αστέγων στη Βουδαπέστη.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο εξαίσιος Ορμπάν τα βάζει με τους αστέγους. Ήδη από το 2010 το υπουργείο Εσωτερικών είχε καταστήσει ευκολότερο στις δημοτικές αρχές να απομακρύνουν τους άστεγους από τους δρόμους, απόφαση που κόλλησε από το συνταγματικό δικαστήριο. «Συμπεριφέρονται και δρουν με τρόπο ενοχλητικό για τους άλλους και μολύνουν τους δρόμους. Καθιστούν αδύνατη την κανονική χρήση των δημόσιων χώρων, γεννούν φόβο και αηδία στους κανονικούς ανθρώπους». Η ευθύβολη αυτή παρατήρηση δεν διατυπώθηκε από υπάλληλο των SS αλλά από αιρετό άρχοντα και πιο συγκεκριμένα από τον Ρόμπερτ Κόβακς, δήμαρχο του 10ου δημοτικού διαμερίσματος της Βουδαπέστης.

Ας θυμίσουμε εδώ πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Σεπτεμβρίου ψήφισε την ενεργοποίηση του άρθρου 7 της συνθήκης της Ε.Ε. για επιβολή κυρώσεων στην Ουγγαρία λόγω της συνεχιζόμενης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας, της ελευθερίας του Τύπου και της εκτεταμένης διαφθοράς. Πρόσφατα, είδε το φως της δημοσιότητας επιστολή στην οποία ο ούγγρος πρωθυπουργός ευχαριστούσε τη Χρυσή Αυγή για τη στήριξή της στη συγκεκριμένη ψηφοφορία.
Ο Ορμπάν ως φαινόμενο έχει σημασία γιατί μοιάζει να προεικονίζει ένα (όχι και τόσο μακρινό) ενδεχόμενο της Ευρώπης. Την κατεύθυνση ενός δεξιού κόμματος το οποίο πιέζεται από την άνοδο του φασισμού με αποτέλεσμα να υιοθετήσει πλήρως την ατζέντα του και να την εφαρμόσει. Ο Ορμπάν είναι ένας πολιτικός που έστησε τις πρόσφατες εκλογικές του επιτυχίες πάνω στο (ανύπαρκτο για την Ουγγαρία) πρόβλημα του προσφυγικού. Αποδεικνύοντας έτσι πως ο ρατσισμός προϋπάρχει των προβλημάτων και των θεμάτων με τα οποία συνδέεται. Μέλος της μαύρης διεθνούς (αν και το κόμμα του τυπικά παραμένει στην ομάδα του λαϊκού κόμματος στο ευρωκοινοβούλιο) μαζί με τη Λεπέν, τον Σαλβίνι, τον Στράχε, την Εναλλακτική για τη Γερμανία και λοιπές εκδοχές σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, ο Ορμπάν παραμένει ένα από τα πιο ξεκάθαρα σύμβολά της. Υπό την καθοδήγηση του εισαγόμενου από τις ΗΠΑ ακροδεξιού Στιβ Μπάνον, η μαύρη διεθνής σηκώνει το ανάστημά της, εφαρμόζει τις πολιτικές της και δείχνει τον ορίζοντα μιας Ευρώπης των εθνών και του μίσους. Σε μια ήπειρο που τρεμοπαίζει, άνευρη και γερασμένη, αδύναμη και φοβική, ανίκανη τελικά να αποτρέψει το οτιδήποτε, ακόμη και την κατάρευσή της.
Το μέτρο για τους αστέγους περιγράφει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την πολιτική της μαύρης διεθνούς. Μια πολιτική ανερυθρίαστα απάνθρωπη που επιλέγει πώς μοιράζεται η ιδιότητα του ανθρώπου, το δικαίωμα στην ύπαρξη, την επιβίωση ή την εξαφάνιση. Είναι ένα μέτρο το οποίο στοχεύει σε μεγάλο βαθμό στο συμβολικό και όχι στο πρακτικό αντίκρισμα. Ένα μέτρο που περιγράφει την κάθε άλλη πολιτική επιλογή με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ένα μέτρο ταυτότητα μια χώρας και μιας εποχής. Σε μια άστεγη Ευρώπη που παζαρεύει κάθε μέρα τη ψυχή της και την χάνει.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Η δοκιμασία των 10 ετών


Το Facebook είναι καμένο πλαστικό. Δεν είναι μόνο οι χαμένες ώρες, δεν είναι μόνο η κυριαρχία ενός εικονικού κόσμου πάνω στις πραγματικές σχέσεις και επαφές, δεν είναι μόνο πώς μια επιλεγμένη πραγματικότητα και μια νοητή προέκταση του εαυτού μας τείνει να αντικαταστήσει το αντικειμενικό. Είναι μαζί και η τοξικότητα του λόγου, η ευκολία της απόρριψης, η υπερβολή και η υπερβολική εστίαση, οι στοχευμένες επιθέσεις, η δολοφονία χαρακτήρων, οι κάθε είδους ηθικοί πανικοί. Ταυτόχρονα το Facebook είναι μια πραγματικότητα που δύσκολα αποφεύγεις. Ως κοινός τρόπος, ως ευκολία, ως δομή που έχει δημιουργηθεί για να τον χρησιμοποιείς όλο και περισσότερο.

Το άρθρο αυτό γράφεται με αφορμή μια δοκιμασία που σου προτείνει η ιστοσελίδα. Το 10 year challenge εξαπλώνεται σε στιγμιαία μόδα. Μια φωτογραφία σου από το 2009 δίπλα σε μια φωτογραφία του 2019. Οι φίλοι/θεατές σου μέσα από τη συνομιλία των δύο φωτογραφιών καταναλώνουν τα συμπεράσματά σου. Το πώς μεγάλωσες, το πώς άλλαξες, το που έφτασες. Τόσο απλοϊκό ώστε να είναι τελικά εθιστικό το 10 year challenge σαρώνει τους τοίχους του Facebook. Από διαφημίσεις σοκολάτας υγείας μέχρι τον Erdogan.
Άλλωστε η διαδικτυακή νοσταλγία είναι σε μεγάλο βαθμό ένα από τα συστατικά της διαδικτυακής κουλτούρας. Μια νοσταλγία επιδερμική και γρήγορη όπου κάθε ανάμνηση επιβεβαιώνεται από μια γρήγορη επαφή. Μια νοσταλγία της κατανάλωσης αντικειμένων, παιδικών σειρών, τάσεων της μόδας, κακών τραγουδιών. Το διαδίκτυο είναι μια ατελείωτη συγχρονία. Τίποτα δεν χάνεται και τίποτα δεν ξεχνιέται. Κάθε τι καραδοκεί άφθαρτο. Επιμένει ακόμα και σιωπηλό έτοιμο πάντοτε να ανασυρθεί μέχρι να νοσταλγηθεί από την αρχή. Το διαδίκτυο με την απόλυτη διαθεσιμότητά του αποτελεί τον θάνατο της νοσταλγίας, και διαδικτυακές τάσεις όπως το 10 year challenge αποτελούν την ταρίχευσή της.
Αφορμές. Όλα είναι αφορμές. Όπως η μνήμη μέσα από ένα τυχαίο περιστατικό ανατρέχει σε συμβάντα που πέρασαν με ρυθμό ακανόνιστο. Έτσι και τώρα. Ακόμα και αν όλη αυτή η ιστορία σου φαίνεται χαζή αυτό δεν σημαίνει πως – έστω και ασυναίσθητα- δεν θα γυρίσεις σε όσα συνέβαιναν πριν 10 χρόνια. Σε μια εποχή που μοιάζει μακρινή, τόσο μακρινή ώστε ακόμα να μην μπορείς να αισθανθείς την απόστασή της.

Το 2009 μπήκε στην πραγματικότητά μας μέσα από τον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη του ’08. Συνυπήρχαν τις μέρες εκείνες το αδιέξοδο με την αισιοδοξία. Το χαζοχαρούμενο παρελθόν της ευημερίας, ταυτόχρονα με τις πρώτες σκιές της κρίσης που ερχόταν. Ο Μπάρακ Ομπάμα εκλεγόταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών για πρώτη φορά, η κατάσταση στο Ιράκ βάλτωνε στο αίμα και το Avatar έσπαγε κάθε εισπρακτικό όριο στους κινηματογράφους προεκτείνοντας ταυτόχρονα τις λειτουργίες του μέσου. Τα social media έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην καθημερινότητά μας. Τον Οκτώβρη το ΠΑΣΟΚ θα έπαιρνε ξανά την εξουσία, μια ολόκληρη χώρα κατευθυνόταν με ταχύτητα στο ναυάγιο του Καστελόριζου το 2010.
Η δική μας λοιπόν πρόκληση των 10 ετών, δεν αποτελεί ζήτημα πόζας ή αλλαγή κουρέματος. Είναι τα 10 χρόνια της κρίσης. Είναι η ανασκόπηση στη μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βιώνουμε μέχρι και σήμερα. Ένα παρόν που δεν ωρίμασε ποτέ σε μέλλον. Το σύνολο των αλλαγών και των ρευστοποιήσεων. Των απαιτήσεων, των διεκδικήσεων και των διαψεύσεων. Οι απώλειες και οι αφήξεις, οι χαρές και οι λύπες, πάντοτε εντός αυτού του πλαισίου.
Η πραγματική δοκιμασία των 10 ετών είναι το παρόν μας. Το κάθε παρόν. Η συνειδητοποίηση πως ο χρόνος περνά καλπάζοντας. Η συνέχεια του χρόνου με βήμα σημειωτόν προς άγνωστη κατεύθυνση. Η διαχείριση των παλαιών προσδοκιών που διαψεύστηκαν, των νέων οριζόντων και της πραγματικότητας όπως έσκασε στα χέρια μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Οι άλλοι



Τις τελευταίες μέρες ξαναδιάβαζα το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι για μια έρευνα γύρω από το ολοκαύτωμα. Το βιβλίο δεν αποτελεί ένα κείμενο που επιστρέφεις εύκολα. Και ταυτόχρονα είναι ένα κείμενο στο οποίο οφείλεις να επιστρέφεις. Είναι μια ανάγνωση σκληρή, όπου η κάθε λέξη ορίζει το βάρος της. Και ταυτόχρονα καταλαβαίνεις πως εντός του βιβλίου διαδραματίζεται μια μάχη για την ίδια τη ψυχή του ανθρώπου. Κάθε φορά που το ανοίγεις, η μάχη ξεκινά από την αρχή. Ανάμεσα στις αναγνώσεις του βιβλίου φτερουγίζουν τα γεγονότα, τα νέα, οι ειδήσεις. Κάποια τηλεόραση ανοιχτή να δείχνει τη βουλή ή τα συλλαλητήρια, την αντιπαράθεση, τη θέση της πολιτικής στη σφαίρα του παρόντος. Τα διακυβεύματα πίσω απ’ όσα ειπώνονται και όσα αποσιωπούνται, τη γεωγραφία των ταυτοτήτων και των απόψεων εντός της μιας κοινής κοινωνίας, μια φέτα ζωής από την Ελλάδα του 2019 σερβιρισμένη σε ένα ραγισμένο πιάτο. Όλα να απλώνονται στον ορίζοντα πάνω από το συρματόπλεγμα του βιβλίου.
«Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι “κάθε ξένος είναι εχθρός”. Επιπλέον αυτή η πεποίθηση βρίσκεται στο βάθος της ψυχής σαν μια λανθάνουσα μόλυνση. Εκδηλώνεται μόνο σε πράξεις με χαρακτήρα ασυντόνιστο και μη κανονικό, χωρίς να είναι η βάση ενός συστήματος σκέψης. Όταν, όμως, αυτή η ανομολόγητη σκέψη αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο θα υπάρχει αυτή η αντίληψη, οι συνέπειές της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευθεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου.»
Το ίδιο το βιβλίο έχει μια πολλαπλή λειτουργία. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι η οριοθέτηση ενός γεγονότος στις πραγματικές του διαστάσεις σε σχέση με την ανθρώπινη ταυτότητα, το όριο του εγκλήματος , την εκμηδένιση του ατόμου. Και ταυτόχρονα, όπως όλα τα βιβλία του Λέβι για το ολοκαύτωμα, μια υπενθύμιση και ένας συναγερμός. «Αυτά που έγιναν, μπορούν να ξαναγίνουν», γράφει στο «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν». Αλλά αυτό που μοιάζει απρόσμενο, είναι η ελάχιστη απόσταση από την κανονικότητα στην οποία ο συγγραφέας τοποθετεί τα γεγονότα. Η κατάληξη του ολοκαυτώματος δεν είναι μια στιγμή εκτός ιστορίας, δεν είναι μια στιγμή ξένη που προέκυψε μέσα από συγκυρίες. Είναι ένα έγκλημα που ενυπάρχει και άρα μπορεί να επαναληφθεί. Και εμβαθύνοντας, μονίμως εμβαθύνοντας στην ανθρώπινη κατάσταση, την αντοχή και την εξαχρείωση, την επαφή και το μαρτύριο το κεντρικό θέμα γίνεται ο άνθρωπος στο βαθμό μηδέν. Η μονάδα και οι γύρω του, οι Άλλοι ως κόσμος, προσδοκία και συντριβή.

Κάθε επαφή μας με την ιστορία, κάθε επαφή με τις κομβικές στιγμές της ανθρώπινης συνείδησης είναι στην πραγματικότητα επαφή με το παρόν μας. Στοχασμός για το πώς ορίζεται η πραγματικότητά μας σε μια δεδομένη στιγμή. Για εμάς στο εδώ και τώρα και ό, τι μας προεκτείνει. Για την επαφή μας με τους Άλλους. Οι εθνικιστικές εξάρσεις των τελευταίων εβδομάδων μας υπενθυμίζουν το παρόν στο οποίο κατοικούμε. Την άνοδο των εθνικισμών και του φασισμού σε κάθε γωνία της ηπείρου και μαζί σε τόσα σημεία στον χάρτη. Δεν είναι τόσο τα επιχειρήματα που ο καθένας επικαλέστηκε για να αρνηθεί τη συμφωνία (δεν αναφέρομαι στο ΚΚΕ, αλλά σχεδόν σε όλες τις άλλες αρνήσεις), είναι αυτός ο διάχυτος συνδυασμός ανωτερότητας και μίσους, επιθετικότητας και φόβου για τον Άλλο. Ο Άλλος ως μόνιμη απειλή, ο Άλλος ως κίνδυνος που καιροφυλαχτεί.
Οφείλουμε να είμαστε καλύτεροι. Όχι από γνώμη ή άποψη, αλλά έστω από αυτοσυντήρηση. Από απέχθεια στο μίσος απέναντι στο Άλλο. Από μίσος απέναντι στην εικόνα του «ξένου ως εχθρού», απέναντι στη ρίζα που γέννησε εκείνη τη νύχτα:
«Και έφτασε η νύχτα, μια νύχτα που ανθρώπινα μάτια δεν θα έπρεπε να δουν.»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Οι μέρες περνούν, το χιόνι μένει


Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Για αυτό το πληθυντικό κρύο που ο καθένας βιώνει ξεχωριστά. Το κρύο ως εικόνα, ως επίθεση του παρόντος κυρίως ως συναίσθημα που σε αρπάζει. Έβαλα για τίτλο το στίχο του Σαχτούρη που βλέπετε πιο πάνω. Έψαξα τις λογοτεχνικές μου αναφορές. Τον κύκλο ιστοριών του Τζακ Λόντον για την Αλάσκα, ιστορίες του Τσέχωφ, τα φιόρδ του Ίψεν λέξεις, λέξεις, λέξεις. Τα έσβησα. Για κάποιο λόγο οι λέξεις δεν λειτουργούν. Υπάρχει κάτι τόσο άμεσο στο κρύο που κάνει τις λέξεις ψεύτικες και τις μεταφορές αχρείαστες.
Είδα τις ειδήσεις για νέους νεκρούς από μαγκάλια, είδα αστέγους να ψάχνουν να κρυφτούν, είδα εικόνες και πλάνα από την Μόρια, φωτιές να διεκδικούν λίγη πρόσκαιρη ζέστη για το σώμα, πρόσφυγες στα χιόνια σε καλοκαιρινές σκηνές. Σπίτια χωρίς θέρμανση, ανθρώπους να προσπαθούν να ζεσταθούν με κάθε τρόπο. Μια πολιτεία που δεν καταφέρνει να προσφέρει τα αυτονόητα για έναν ακόμα χειμώνα. Το θάνατο να καραδοκεί στο κρύο του κάθε αποκλεισμένου, του κάθε ενός που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Οι κυβερνήσεις περνούν το χιόνι μένει.
Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Έψαξα και διάβασα το άρθρο που είχα γράψει παλαιότερα. Γραμμένο τέλη Νοέμβρη του 2014. Και τελικά νομίζω πως το κατάλαβα. Το θέμα του εδώ κειμένου δεν είναι το κρύο. Είναι η επανάληψη του παλιού άρθρου για το κρύο. Η ίδια περιγραφή σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο. Και τοποθετώ πάλι εδώ απαράλλακτο το τελευταίο του μέρος. Γιατί κάποια πράγματα δυστυχώς παραμένουν σταθερά:

Τα τελευταία χρόνια με την πρώτη παγωνιά κάτι σε αρπάζει. Εδώ δεν ξεδιψάει πια η συσσωρευμένη ζέστη του καλοκαιριού, το σώμα δεν ζητά, δεν προσδοκά, δεν περιμένει. Σαν να νοιώθεις την επίθεση πρώτα στα μέσα και ύστερα στο δέρμα. Ένας φόβος ασυναίσθητος και αιχμηρός για ό,τι δίπλα σου απλώνει, για ό,τι επαναλαμβάνεται με την τάξη του εφιάλτη: οι άστεγοι, τα μαγκάλια, τα ατυχήματα, οι τιμές του πετρελαίου, οι κρύες αίθουσες, τα παγωμένα σώματα των καλοριφέρ.
Καθώς η ανισότητα βαθαίνει, η διάκριση, η ταξικότητα, η αδικία έχουν την τάση να εμφανίζονται και να γιορτάζουν εξώστρεφα τον εαυτό τους στα πιο απλά: Στην τροφή, στη θερμοκρασία, στην αίσθηση, σε ό,τι διατυπώνει τη ζωή στις πιο πρωταρχικές της μονάδες. Αυτό που κατεβαίνει και απλώνει, λοιπόν, στους μήνες και στις μέρες γύρω είναι ένα κρύο πληθυντικό, το κρύο του καθενός.
Ο καθένας έχει την παγωνιά του, το κρύο, το χιόνι του. Για άλλους είναι το χαζοχαρούμενο βαμβακερό χιόνι των Χριστουγέννων, των βιτρινών και των χιονοδρομικών, για άλλους απλώς μια ενόχληση, κάποια στιγμή μπροστά σε κάποιο τζάκι ή κάτι τέτοιο. Μα είναι για τόσους, για πολλούς μαζί και για τον καθένα ξεχωριστά, το βουβό αυτό χιόνι, το χωρίς περιγραφές, χωρίς παρομοιώσεις, το κρύο αυτό που από την αρχή του άρθρου, προσπαθώ να κατονομάσω μα δεν μπορώ να πω, γιατί είναι το κρύο αυτό που έρχεται για κάποιους ανθρώπους τόσο κυριολεκτικό που δεν κατοικεί στις λέξεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πατριαρχία, ταυτότητα και θάνατος


Ενα ακόμα περιστατικό δολοφονίας και ακραίας βίας έρχεται να προστεθεί στην επίδειξη αγριότητας της τελευταίας περιόδου. Η 28χρονη Αγγελική Πέτρου δολοφονήθηκε από τον πατέρα της στην Κέρκυρα. Ο λόγος ήταν η σχέση που διατηρούσε με νεαρό Αφγανό. Ο πατέρας δεν ενέκρινε τη σχέση και απαιτούσε να τελειώσει. Όταν η 28χρονη τον ενημέρωσε πως όχι μόνο δεν πρόκειται να χωρίσει, αλλά σκέφτεται να τον παντρευτεί, εκείνος αποφάσισε να την σκοτώσει. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους συνάντησης, στο πατρικό σπίτι, ο δράστης τη χτύπησε με σιδερόβεργα στο κεφάλι και της έδωσε τη χαριστική βολή. Όταν κατάλαβε πως η κόρη του ήταν νεκρή, προσπάθησε να εξαφανίσει το πτώμα. Το πήρε και το έθαψε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού. Η 28χρονη βρέθηκε τελικά νεκρή και θαμμένη στο πίσω μέρος του πατρικού σπιτιού της, στην περιοχή Αλεπού της Κέρκυρας. Από την πρώτη στιγμή τα στοιχεία έδειχναν ότι ο κύριος ύποπτος της δολοφονίας ήταν ο πατέρας της, ο οποίος τελικά ομολόγησε το έγκλημα που διέπραξε, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Να σημειωθεί εδώ πως η κοπέλα ήταν ανεξάρτητη, καθώς εργαζόταν σε κατάστημα στην Κέρκυρα ενώ, σύμφωνα με το περιβάλλον της, ο πατέρας της στο παρελθόν τη χτύπαγε και τη βασάνιζε.
Το περιστατικό συμβαίνει περίπου ένα μήνα μετά τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο. Η ακραία βία των περιστατικών περιγράφει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο ένα πρόβλημα βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία. Μια καθημερινή πρακτική που στις δύο περιπτώσεις φτάνει στα άκρα. Η έμφυλη βία, η αντίληψη του αρσενικού πως δικαιωματικά μπορεί να ορίζει και να επιβάλλεται στο γυναικείο σώμα, η πατριαρχία ως απαράβατος νόμος.
Το περιστατικό δεν έχει να κάνει, όμως, με την έμφυλη βία, αλλά και με τη ρατσιστική. Η διπλή διάσταση του εγκλήματος φανερώνει ακόμα πιο έντονα τη συγγένεια των δύο αυτών καταστάσεων. Το πώς το κυρίαρχο αρσενικό επιβάλει τα όρια της φυλής και του φύλου, το πώς εκδικείται οποιαδήποτε παρέκκλιση, το πώς νομοθετεί πάνω σε σώματα και επιθυμίες, χρησιμοποιώντας το δικό του σώμα και επιβάλλοντας τη δική του επιθυμία. Ο ρατσισμός, ο τοξικός ματσισμός, η φαλλοκρατία και ο σωβινισμός, η ομοφοβία είναι απλώς εκδοχές και παρόμοιες εκφράσεις του ίδιου σάπιου πυρήνα. Η ακραία επιβολή μέχρι του τελευταίου ορίου είναι η πρακτική αποτύπωση αυτών των αντιλήψεων. Όλα υπάρχουν και γίνονται μαζί. Γιατί το μίσος της αντίληψης απέχει ελάχιστα από το μίσος της πρακτικής. Όσο η επιθυμία από τη δυνατότητα.

Οι ίδιοι οι όροι διάδοσης του περιστατικού περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο μια ακόμα παθογένεια, καθόλου άσχετη με τη ρίζα του προβλήματος. Σε πολλά μέσα η είδηση κυκλοφόρησε ως έγκλημα Αλβανού στην Κέρκυρα. Μετά από λίγο αποδείχτηκε πως ο δολοφόνος ήταν ομογενής.
Είναι και αυτός ένας τρόπος να κρατάς καθαρή τη φυλή σου. Και στην πραγματικότητα να εξασφαλίζεις ασυλία για τέτοια εγκλήματα. Ταυτίζοντας το Αλβανός με το δολοφόνος, τονίζοντας την καταγωγή σχεδόν ως εξήγηση για την πράξη. Ο τόσο απλός ρατσισμός της μετάδοσης έρχεται να συνομιλήσει με το ρατσισμό του πατέρα. Σιωπηλά καταλαβαίνει τη ρατσιστική οργή του και στη συνέχεια την καταδικάζει, αφού ο θύτης βαφτίζεται –όχι ρατσιστής- αλλά Αλβανός. Αν είσαι εγκληματίας ονομάζεσαι Αλβανός, αν είσαι εθνικιστής Κατσίφας.
Η καθημερινότητά μας είναι εθισμένη στο ρατσιστικό λόγο μέσα από τίτλους ειδήσεων, σκανδαλισμένους δημοσιογράφους και πουριτανικά θαυμαστικά, που όταν σκύβουν επικίνδυνα γίνονται σβάστικες. Η αυτοδικία και η επιβολή είναι προέκταση αυτού ακριβώς του παραδείγματος. Και όποιον πάρει ο χάρος.

(στην εφημερίδα Εποχή)