Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Οι άταφοι νεκροί και το νεκροταφείο των προδοτών



Είναι πολλά, τόσα πολλά όσα συμβαίνουν στην Τουρκία. Και έχεις την αίσθηση αυτή πως μαθαίνεις για μια κατάσταση όπου ο ιστορικός χρόνος ταυτίζεται με τον πραγματικό, μέσα στη σημασία και την πυκνότητα των ωρών και των ημερών. Και εκεί αναζητάς ένα γεγονός που θα μπορούσε να περικλείσει περισσότερα, έστω και μπροστά σε αυτή την ατελείωτη επίδειξη πυκνότητας. Το χέρι της ιστορίας μάς γνέφει προς τη λεπτομέρεια σε σχέση με την τύχη των νεκρών πραξικοπηματιών, τη σύγχρονη αναπροσαρμογή του εναρκτήριου μύθου της Αντιγόνης.


Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων DHA, η τουρκική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων ανακοίνωσε πως δεν θα τελεστούν οι κηδείες όσων επίδοξων πραξικοπηματιών έπεσαν νεκροί κατά την απόπειρα του πραξικοπήματος. «Η προσευχή κατά την κηδεία, είναι προσευχή που κάνουν οι πιστοί για τους νεκρούς αδελφούς τους» αναφέρει η ανακοίνωση της Διεύθυνσης, ενώ αντίθετα οι επίδοξοι πραξικοπηματίες που έπεσαν νεκροί, «με τις πράξεις τους ποδοπάτησαν το δίκαιο όχι μόνο των ατόμων, αλλά και ενός ολόκληρου έθνους και έτσι δεν δικαιούνται την προσευχή των πιστών αδελφών τους».
Ας σημειώσουμε εδώ ότι η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων αποτελεί έναν από τους τομείς του δημοσίου στους οποίους πραγματοποιήθηκαν εκκαθαρίσεις. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Διεύθυνσης, απομακρύνθηκαν συνολικά 492 στελέχη, μεταξύ των οποίων ιμάμηδες, μουφτήδες και διοικητικοί.
Μάλιστα ο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης Καντίρ Τοπμπάς (ο οποίος ανήκει στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) διέταξε να δεσμευθεί χώρος και να δημιουργηθεί νεκροταφείο, το οποίο θα αποκαλείται «νεκροταφείο των προδοτών». «Όποιος περνά απ’ έξω θα τους καταριέται κι έτσι δεν θα μπορούν να ησυχάσουν στους τάφους τους», σημείωσε.



Η τύχη των νεκρών λειτουργεί ως παραδειγματισμός απέναντι στους ζωντανούς. Είναι τα νεκρά σώματα αυτά που ορίζουν τις τύχες των ζωντανών. Η μη συμπερίληψη των νεκρών σωμάτων στο νεκροταφείο της πόλης, στην πραγματικότητα μας μιλά για αποκλεισμό όχι μονάχα από την κοινότητα – την οριστική αυτή κοινότητα που περιγράφει την δική μας που συνεχίζει– μας μιλά για μια εξορία εκτός ιστορίας, μνήμης, ιστορικής συνέχειας. Ένα πραξικόπημα στους όρους με τους οποίους υπάρχει η μνήμη και διεκδικείται η ανάπαυση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι πραξικοπηματίες δεν παύουν ποτέ. Μέσα από τον μόνιμο διασυρμό τους τελούν ένα πραξικόπημα κάθε φορά που κάποιος περνά έξω από το νεκροταφείο των προδοτών και ταυτόχρονα τιμωρούνται εξίσου συνοπτικά με την πραγματική τους ζωή. Η έξωση από τον τάφο αποτελεί ταυτόχρονα και έξωση από τη ζωή που έζησαν πριν από το πραξικόπημα, αφού ολόκληρη η μνήμη συνοψίζεται και συμπυκνώνεται στη συμμετοχή τους στο πραξικόπημα υποβαθμίζοντας ως την εκμηδένιση τις υπόλοιπές πράξεις της ζωής τους.
Ο θάνατος αναβαθμίζεται σε κυριαρχία στο σύνολο των εκφάνσεων της ζωής. Όχι ως μια στιγμή που θα αποτελεί τέλος, αλλά ως μια στιγμή που θα κρίνει ό, τι προηγήθηκε. Ο ίδιος ο χρόνος αλλάζει σχήμα. Παύει να είναι γραμμικός και παίρνει το σχήμα μιας ενδεχόμενης σπείρας που ορίζει κυκλικά από την αρχή τον εαυτό της.
Υπάρχει κάτι το αχρείαστο στη συγκεκριμένη τιμωρία που συνορεύει με το τρομακτικό. Μια ποσότητα εκδικητικότητας από την πλευρά της εξουσίας που κάνει το μείγμα της ζωής αβίωτο. Μια αχρείαστη επίδειξη μίσους που δεν στοχεύει καν στα θύματά στα οποία ασκείται. Στόχος είναι η απόδοση ιερότητας στο αντίθετο του πραξικοπήματος. Δίνοντας μέτρο στην ύβρη, στην πραγματικότητα περιγράφεις τα μεγέθη της τάξης η οποία δεν πρέπει να διαταραχθεί. Ορίζοντας ως ανίερη την πράξη του πραξικοπήματος, στην πραγματικότητα ο Ερντογάν περιγράφει τον εαυτό του ως ιερό. Η ποινή χρησιμοποιείται ώστε να περιγραφεί ο νόμος που το έγκλημα καταπάτησε. Αυτό που μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει μέσα από τις παραπάνω περιγραφές είναι μια αρμονική συνύπαρξη του σκοταδισμού και της βιοπολιτικής. Όλα είναι παλαιά και νέα ταυτόχρονα, όλα μαζί ιερά και ανίερα.

Αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία είναι μια βίαιη συγκρότηση ταυτότητας. Θεμελιωμένη στις πρόσφατες πράξεις και επιθυμίες του Σουλτάνου χρησιμοποιεί το πραξικόπημα ως καταλύτη μεταμόρφωσης πατώντας στο πολιτικό Ισλάμ, σε υπολείμματα κεμαλισμού, στην προσωπολατρία και την αδιαμεσολάβητη σχέση του αρχηγού με τον λαό (και μέσω των τεχνολογιών) και τα όρια που μπορεί να έχει η εξουσία. Η βίαιη αυτή μετατροπή της ταυτότητας περνά από ένα σύνολο αλλαγών στις περισσότερες εκφάνσεις της καθημερινότητας (όπως αυτή ορίστηκε και από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης), των πολιτικών θεσμών και της στελέχωσης του κράτους, των σχέσεων με τα κράτη και τις μεγάλες δυνάμεις και κυρίως στο πως ορίζεται ο θάνατος, το ιερό, η μνήμη και ο χρόνος. Η μετατροπή αυτή θα οριστικοποιηθεί όταν από το σύνολο των αλλαγών θα περάσουμε στην Αλλαγή. Σε έναν ενικό που σημαίνει πολλά περισσότερα από το σύνολο των επί μέρους στοιχείων σε μια συνισταμένη που εξαφανίζει τις συνιστώσες ως λεπτομέρειες. Αυτή η Αλλαγή θα σημαίνει πως ο Ερντογάν κατάφερε να καθιερώσει την Ύβρη ως αδιαμφισβήτητη κανονικότητα.
Μα κάποιες φορές η μνήμη φυσά τα τετράδια της ιστορίας γεμίζοντας με στίχους τις ερμηνείες και τις προβλέψεις μας:

«Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Υπάρχει ένα μπαρ κάτω από την Αθήνα



Υπάρχει ένα μπαρ κάτω από την Αθήνα. Τρία-τέσσερα επίπεδα πιο χαμηλά από το επίπεδο της θάλασσας, χωρίς οδό διαφυγής, οδό επαφής, χωρίς διαδρόμους που να σε φέρνουν εδώ, χωρίς διαδρομή που να το ενώνει με την υπόλοιπη πόλη. Εδώ είναι ο άλλος βυθός, αυτός που επιπλέει ανάμεσα σε ανάσες και μεταμέλειες.
Εδώ χτυπά η άλλη καρδιά της πόλης, αυτή που αγκομαχάει μες στην ειλικρίνειά της, χωρίς φωτογένεια, χωρίς πόζα, χωρίς στησίματα.

Εδώ χτυπούν τα λάθη χωρίς δικαιολογίες και κανείς δεν ζητάει τον λόγο. Μια και μέσα στην αιθάλη του κλειστού χώρου όλοι οι θαμώνες συντονίζουν την εξάντληση τους και όλα μοιάζουν αποδεκτά.
Εδώ χτυπάει η άλλη καρδιά, αυτή που αποδέχεται τον άνθρωπο βουτηγμένο στην ανθρωπίλα του. Εναν σβώλο ύπαρξης με αδύναμο παλμό. Γεμάτο βρόμα, ιδρώτα και κατοικίδια μαγεία.
Υπάρχει ένα μπαρ κάτω από την Αθήνα. Με τα σκαμπό και τις καρέκλες απλωμένες στα σπλάχνα της. Ο χώρος κλειστός, σχεδόν περιφραγμένος, κρύβει το φως και τον χρόνο και δεν μπορείς να κοιτάξεις έξω από τα παράθυρα να δεις αν είναι μέρα ή νύχτα.

Η διαμονή σου εδώ δεν έχει αργοπορίες. Ο καθένας κάθεται όσο ακριβώς πρέπει· πολλές φορές, δηλαδή, ακριβώς όσο χρειάζεται και κάποιες φορές όσο τον χρειάζονται. Υπολείμματα από σάντουιτς με τόνο, γόπες τσιγάρων, αφρός ξεθυμασμένης μπίρας και νερουλιασμένα παγάκια.
Ποτήρια και ψίχουλα, τασάκια και μπολάκια. Επένδυση στους τοίχους και μια σκόνη που ενώνει τις διαφορετικές ανάσες με τις διαφορετικές επιδερμίδες. Το μέσα νέφος ανεβαίνει μέσα από τη γη.
Το δάπεδο εδώ ανασαίνει. Γίνεται ομίχλη και συναντιέται με τους καπνούς των τσιγάρων. Γίνεται ορίζοντας που πλησίασε επικίνδυνα την όραση και μεταμφιέστηκε σε κάπνα.
Εδώ ακόμα και η εξάντληση μπορεί να σταθεί όρθια και καθετί αναπνέει τοποθετημένο στη θέση του. Θα μπορούσε να είναι κι έτσι. Αν και η διακόσμηση του συγκεκριμένου μπαρ ορίζεται αποκλειστικά από αυτούς που την κοιτάνε.

Υπάρχει ένα μπαρ κάτω από την Αθήνα. Εδώ θαμώνες είναι όσοι εξέπεσαν. Οχι οι απόκληροι, οι άνθρωποι που στάλθηκαν στο περιθώριο ή αυτοί που αποκλείστηκαν.
Εδώ κάθονται οι άνθρωποι του μάταιου θριάμβου, αυτοί που υποσχέθηκαν χωρίς κόστος, οι ματαιωμένες μεγαλοφυΐες αλλά και όσοι αναγνωρίζουν τη ματαιότητα που κρύβει η αποδοχή και η επιβράβευσή τους.
Εδώ βρίσκεις τους ανθρώπους που δεν μίλησαν όταν έπρεπε και αυτούς που δείλιασαν μπροστά στη βέβαιη νίκη τους. Τους βιρτουόζους βουβών οργάνων, όσους έγραψαν με καλλιγραφικά γράμματα μυθιστορήματα λευκών σελίδων, τους συλλέκτες που γέμισαν σφραγισμένα μουσεία που κανένα μάτι δεν ακούμπησε, χορευτές χωρίς σώμα και βουβούς τενόρους, δίδυμους μοναχογιούς και αγέννητους συνταξιούχους, χθεσινούς πολλά υποσχόμενους και αυριανούς ξεχασμένους.
Αγνώστους μεταξύ τους με μόνη τους επικοινωνία τη βουβή συμφωνία τους, μια κίνηση του κεφαλιού που προηγείται της ύπαρξής της και επιβεβαιώνεται ακριβώς στην απουσία της. Μια αμφίβολη ομάδα ειδικού σκοπού.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ένα παράδοξο. Μπροστά σε ένα κλειστό κλαμπ που συνεχώς μεγαλώνει περιγράφοντας εντονότερα αυτό που αποκλείει παρά αυτό που περιέχει, όσους μένουν εκτός παρά όσους συμμετέχουν.
Και έτσι σιωπηλά, το μπαρ συνομιλεί με την υπόλοιπη πόλη. Την περιγράφει, την προειδοποιεί και την ορίζει. Κάθε φορά που κάποιος στην πόλη ανοίγει ένα μπουκάλι, κάποιος εδώ πέφτει από το σκαμνί του· κάθε φορά που κάποιος στην πόλη τραγουδά, κάποιος εδώ ακονίζει ένα ψαλίδι.
Κάθε φορά που κάποιος λέει το όνομά του, κάποιος στο μπαρ ξεχνάει να γυρίσει. Κάθε φορά που κάποιος στην πάνω πόλη φωνασκεί για να επιβεβαιωθεί, εδώ κάποιος αμφιβάλλει. Και κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται, εδώ κάποιος σιωπά.
Είναι αυτή, η άλλη μας αρχαιολογία. Αυτή που ξεθάβει μονίμως όχι το παρελθόν αλλά το παρόν μας. Οπως ακριβώς είναι. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς ψέματα ή προφάσεις. Υπάρχει ένα μπαρ κάτω από την Αθήνα και κάποιες φορές συναντιόμαστε εκεί. Παρουσίες ταυτόχρονα και ενδεχόμενα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Αι βουλαί των εφήβων

 

Οι φιλόλογοι

Φαλάκρες σεβαστές που λησμονούν τις αμαρτίες τους,
γέρικα και σεβάσμια, σοφά κεφάλια,
διορθώνουν, κι εξηγούν, και σχολιάζουν στίχους
που κάποιοι νεαροί, στο στρώμα ξάγρυπνοι
ταιριάξανε μες στην απόγνωση του έρωτά τους
για να χαϊδέψουνε της ομορφιάς το άμαθο αυτί.
Σέρνονται όλοι εκεί· όλοι βήχουν μελάνι·
με τα στραβά παπούτσια τους λιώνουνε το χαλί·
όλοι νομίζουν ό,τι και οι άλλοι·
όλοι τους είναι με γνωστούς γνωστών γνωστοί.
Μα, Θεέ μου, τι θα έλεγε το έρμο τους κεφάλι
ο Κάτουλλος αν είχε τη γεροντική περπατησιά τους;
William Butler Yeats, Οι αγριόκυκνοι στο Κουλ (1919)

Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος


Αυτές τις εικόνες επέλεξε ο μεγάλος Ιρλανδός ποιητής William Butler Yeats ώστε να περιγράψει τις γερασμένες καρδιές των φιλολόγων. Πέρα από τη βασική περιγραφή, το ποίημα στηρίζεται στην αντίθεση των πρωταγωνιστών φιλολόγων με τους απεγνωσμένους νέους που γεννάνε τέχνη στον πυρετό ενός στρώματος.
Το γήρας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ενιαίο τόσο στην όψη όσο και στο περιεχόμενο και η βασική αντίθεση έρχεται απέναντι στην εξίσου ενιαία νεότητα των νεαρών.
Δεν είναι λίγες οι φορές που μπορείς να συναντήσεις έναν άνθρωπο μεγάλης ηλικίας του οποίου η ζωντάνια του πνεύματός του έρχεται σε αντίθεση με την όψη του.
Ενα αντίστοιχο (και εκ διαμέτρου αντίθετο στα συναισθήματα που προκαλεί) παράδειγμα ενσαρκωμένης αντίθεσης συναντάμε σε αυτή την ετήσια φιέστα νεόκοπου γήρατος που είναι η Βουλή των Εφήβων.
Νέες όψεις και αραχνιασμένες λέξεις, άγουρα πρόσωπα και γερασμένοι τρόποι, κουστούμια γονιών και έξτρα τζελ στη χωρίστρα.
Μια ατελείωτη έκθεση τυπολατρίας και κοινοτοπίας, συντηρητισμού του καλού παιδιού και αποχαύνωσης του άξιου παλικαριού.
Μια κατάφαση που ταυτίζει το τρέχον και επιφανειακό με το ορθό και το τεκμηριωμένο. Μέριμνα για τον εκκλησιασμό, την προσευχή και την παρέλαση.
Ενας ατελείωτος μιμητισμός της αμίμητης πολιτικής γλώσσας και όψης. Καρικατούρες μιας γελοιογραφίας, χορογραφίες μιας αναπηρίας.
Μια προπόνηση καριερισμού και ξερολίασης. Σαν να απέκτησαν σώματα και όψεις τα κακογραμμένα λυσάρια της έκθεσης- έκφρασης και να διεκδίκησαν την πολιτική τους εκπροσώπηση.
Αλλά ας μη φοβόμαστε. Αλλωστε οι «βουλευτές» της Βουλής των Εφήβων δεν εκπροσωπούν τίποτα. Ούτε τους συμμαθητές τους ούτε την ηλικία τους.
Μπορώ να φανταστώ 38.928.765 πιο ενδιαφέροντα πράγματα που κάθε μαθητής Β' Λυκείου θα προτιμούσε να κάνει από το να συμμετάσχει σε αυτή τη φιέστα αγκύλωσης και δυσκοιλιότητας που αποτελεί η Βουλή των Εφήβων.
Αλλους τόσους προβληματισμούς και αγωνίες που δεν βρίσκουν χώρο στις χιλιοφορεμένες λέξεις του σώματος των «εκλεγμένων».
Δεν θα γράψω για το πώς είναι η νέοι σήμερα, γιατί η χρήση και μόνο της φράσης μυρίζει παππουδίλα, φορμόλη και κουβέρτα στα γόνατα συνταξιούχου Παπαγιώτη απόστρατου. Δεν ξέρω πώς είναι οι νέοι.
Εχω συναντήσει αρκετούς από αυτούς που κάποιες στιγμές αποκατέστησαν την εμπιστοσύνη μου στο ανθρώπινο είδος. Δεν ξέρω τι ποσοστό αντιπροσωπεύουν οι συγκεκριμένοι ούτε σε ποια Βουλή μιλούν για τη δική τους αγωνία.
Το μόνο που αντιπροσωπεύει η Βουλή των Εφήβων είναι η καταβαράθρωση της τρέχουσας αίσθησης του πολιτικού φαινομένου, η αντικατάσταση της πολιτικής από τους πολιτικούς, ο περιορισμός της πολιτικής σφαίρας στο κοινοβούλιο (ή πιο καλά στη μονταρισμένη τηλεοπτική του αναμετάδοση).
Το μόνο που εκπροσωπεί είναι η αστοχία της δικής μας ηλικίας (όποια κι αν είναι αυτή) απέναντι στο παρόν και το μέλλον.
Η εφηβεία δεν έχει σχέση με τον χρόνο αλλά με τη στάση απέναντι στα πράγματα. Δεν είναι αριθμός αλλά επιφώνημα ανοιχτό στην ερμηνεία και εκτός επαλήθευσης.
Η Βουλή των Εφήβων είναι ο θάνατος τόσο της Βουλής όσο και όλων των χαρακτηριστικών που συνιστούν την εφηβεία. Γι' αυτό θα ήταν καλό να καταργηθεί.
Μαζί με άλλα τόσα φαντάσματα, όπως οι παρελάσεις, η πρωινή προσευχή, τα θρησκευτικά και μια σειρά από κατάλοιπα που θα καταργούσε μια αριστερή κυβέρνηση την πρώτη μέρα που θα αναλάμβανε (λέμε τώρα).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Καθρέφτες



Στέκουν εκεί, άλλοτε διακριτικοί άλλοτε αφημένοι στην επίδειξη. Μεγαλώνουν τους χώρους πολλαπλασιάζοντάς τους, καλούν στην πάντα ρευστή εικόνα τους να τους ταΐσεις με νέα εικόνα, με περισσότερη εικόνα ενώ κάθεσαι μπροστά τους. Υπεράνω πάσης υποψίας, μάτια τετραγωνισμένα, διακριτικά, που εικονίζουν ακριβώς την όρασή τους, μάτια μαζί και πρόσωπα.

Ο καθρέφτης, λαίμαργος, καταπίνει τα πάντα. Δεν γνωρίζει από χώρους και χρόνους, αυτός που ορίζει τον χώρο πίσω μας, τον χρόνο πάνω μας.
Παιδιά μπαίνουν σε καθρέφτες για να βγουν μετά μεσήλικοι, κορίτσια χάνονται από τα παιδικά τους δωμάτια για να τα συναντήσεις αργότερα σε άδειες γερασμένες κάμαρες, αποφεύγοντας με το βλέμμα τους καθρέφτες, σκεπάζοντάς τους σαν για να ξορκίσουν το καθρέφτισμα και όσα αυτό αποδεικνύει.

Γιατί οι καθρέφτες είναι πιστοποιητικά πραγματικότητας, βεβαιώσεις που πρέπει να σου δοθούν για να συνεχίσεις. Αν, παρά τις προσπάθειες, δεν βρεθείς εκεί μέσα, οι άνθρωποι θα σε αποκλείσουν, θα σταματήσουν να σου μιλούν, θα σε αντιμετωπίσουν σαν μια αχρείαστη σκιά που δεν αξίζει καν το φορτίο της δροσιάς της.
Ετσι, τον κοιτάς σχεδόν απολογητικά, ζητάς να επιβεβαιώσεις όλα όσα σου δείχνει, να περάσεις τις εξετάσεις της πραγματικότητάς σου με αμοιβή την ίδια σου την απεικόνιση και την ανακούφιση που η επιβεβαίωσή της φέρνει.

Θα σταθώ εδώ για λίγο. Τι κοιτάζω κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη; Εγώ και εγώ μες στον καθρέφτη και ο καθρέφτης σκέτος. Ο τρόπος που με βλέπω και ο τρόπος που με κοιτούν οι άλλοι και ο τρόπος που με κοιτά ο καθρέφτης.
Η όψη μου μαζί με το βλέμμα μου, η όψη μου φορτισμένη από το βλέμμα των άλλων. Η όψη μου στο βλέμμα του καθρέφτη να γυρνάει στο βλέμμα μου.

Εγώ και όλοι οι υπόλοιποι Εγώ και όλοι αυτοί που κοιτάζοντάς με φτιάχνουν όλα αυτά τα Εγώ μου. Και όλοι εμείς εδώ, με τη δική μου όψη μπρος στον καθρέφτη. Μες στον καθρέφτη η όψη μας είναι πλήθος.

Και όμως, ο καθρέφτης είναι μια μάσκα πραγματικότητας. Ή μάλλον μια μάσκα που μεταμφιέζει την πραγματικότητα σε πραγματικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο κοιτούμε τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικός, ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας τελείως διαφορετικός από τον τρόπο που μας βλέπουν οι άλλοι.

Ο καθρέφτης υπάρχει απλώς για να συναντηθούμε κάπου, σε έναν κοινό τόπο απεικόνισης που όλοι αποδεχόμαστε. Ενα συμπέρασμα στο οποίο δεν καταλήξαμε αλλά στο οποίο συμβιβαστήκαμε.
Το ελάχιστο που χρειαζόμαστε ώστε να πιστοποιήσουμε κι εμείς την πραγματικότητά μας. Μεταμφιέζοντας την πραγματικότητά μας με μια σύμβαση. Με μια μάσκα πραγματικότητας τέτοια που θα μας χωρέσει στην πραγματικότητα των άλλων.

Είναι γιορτή όταν ο καθρέφτης πέφτει. Ξαπλωμένος στο πάτωμα με το στόμα του ακίνητο και ανοιχτό προς το ταβάνι, σαν να θέλει να καταπιεί το ύψος. Γίνεται λίμνη με βάθος της την επιφάνειά της.
Να περπατάς πάνω στον καθρέφτη όμοια με το να περπατάς στο κενό. Να ξορκίζεις τα καλούπια της πραγματικότητας που τόσο πολύ σού ρήμαξαν την όψη.

Να περπατάς στον καθρέφτη όμοια όπως περπατάς στο νερό. Γιατί όλοι είμαστε ναύτες όταν περπατούμε πάνω στην όψη του καθρέφτη και δύτες στα βάθη του αλιεύουμε τον εαυτό μας.
Ολοι μας καθρέφτες. Καθρεφτίζοντας τις αποτυχίες, τις αστοχίες, όσα θέλαμε αλλά ποτέ δεν καταφέραμε, όσα επιθυμήσαμε και κάποτε μας βρήκαν. Αυτό που είμαστε, αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε και αυτό που πια δεν επιστρέφει.

Παράλληλοι καθρέφτες σε μια τυφλή πραγματικότητα, όψεις ανάμεσα σε παράλληλα καθρεφτίσματα, μπροστά σε βιτρίνες, μέσα σε ποτήρια, σε λακκούβες νερό.
Ο καθένας μας καθρέφτισμα του άλλου, εκδοχή του μέσα σε ένα ατελείωτο καθρέφτισμα παραλλαγών και παραμορφώσεων. Μέσα στην ατελείωτη και συμπαγή ενότητα που είναι το διαφορετικό. Αντανακλάσεις στα κομμάτια ενός καθρέφτη που έπεσε και έγινε συντρίμμια μέσα στο ίδιο το είδωλό του.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ένας άντρας πίσω από το τζάμι μιλάει στο χέρι του






Πίσω από το τζάμι, όπως σε ενυδρείο ή βιτρίνα χωρίς απέναντι μάτια να αναζητούν, χωρίς πρόσωπα να ψάχνουν να σε βρουν εδώ, να εντοπίσουν την δραστηριότητά σου, να περιγράψουν το αξιοθαύμαστο που φέρνει τον εγκλεισμό και την έκθεσή σου. Εδώ, πίσω από το τζάμι, με τον κόσμο μπροστά σαν ατελείωτο έκθεμα, σαν ένα κόσμο μακρινό με την απόσταση του τζαμιού να μοιάζει αχανής παρά το λεπτό της μέγεθος. Και το τζάμι σαν στατικός καταρράκτης που δεν ρέει και δεν σε πάει πουθενά, που απλώς επιδεικνύει την νέκρωσή του, όχι σαν πάγωμα μες τον χρόνο αλλά ως πάγωμα του ίδιου του χρόνου. Και ο χρόνος πέφτει συμπαγής και ολόκληρος, σπάει στα πόδια σου με πάταγο. Και μόλις σπάσει, σηκώνεις τα μάτια από το πάτωμα και κοιτάς τον απέναντι καθρέφτη. Έχεις γεράσει μεμιάς 30 χρόνια.

 Και ύστερα κάθεσαι να μαζέψεις τα κομμάτια, να κολλήσεις τις ηλικίες μπας και βγάλεις συμπέρασμα, μπας και καταλάβεις από πού έρχεσαι και που πηγαίνεις. Και καταλήγεις εδώ, ένας άνθρωπος πίσω από το τζάμι που μιλάει στο χέρι του, που οργανώνει αντιπερισπασμούς ώστε να τραβήξει την ίδια την προσοχή σου και μόλις πας να ξεφύγεις το ίδιο το χέρι σου σε τραβάει πίσω. Σε βάζει να μετρήσεις στα δάχτυλά σου, τα χρόνια σου, τις ώρες που χωρούν σε μία και μόνο στιγμή σου. Σε βάζει να συνομιλήσεις μαζί του, ως ίσος προς ίσο. Όχι σαν ένα κομμάτι σου, κάτι το επιμέρους που χρωστάει και που υποτάσσεται στο σύνολο, αλλά σαν ένα κομμάτι που ανέχεται την προέκτασή του, εσένα που τώρα είσαι αναγκασμένος να συνομιλήσεις, να διευκρινήσεις και να απολογηθείς. Εσένα που στέκεσαι πίσω από ένα τζάμι σε κάποιον όροφο. Σαν σε ενυδρείο, ένας βυθός στον τέταρτο όροφο ή ένα υπόγειο σε κάποιο ρετιρέ.

Και το χέρι δεν είναι ένας απλώς ένας συνομιλητής. Είναι το σύνολο των πράξεών σου, η συμπύκνωση και η ενσάρκωση των αποφάσεών σου. Το χάδι που επιτρέπει, η χειραψία που καλεί ή η γροθιά που εμποδίζει. Η άμυνα, η παύση και η επίθεση. Και στέκει εκεί βουβό να υπονοεί όλα αυτά και όσα εσύ υποθέτεις (ή φοβάσαι) πως θα υπονοήσει μέσα στην φλύαρη σιωπή του. και να εσύ να μονολογείς βουβά μπροστά σε ένα βουβό χέρι πίσω από το παράθυρο. Αρτιμελής σαν κατάφαση και ήδη απών σαν το κενό που αφήνει μία άρνηση. Σαν να πολλαπλασιάζεις τον εαυτό σου και να τον βλέπεις απέναντί σου, εκεί που κραδαίνεις το χέρι σου, σαν να πολλαπλασιάζεις για να γεμίσεις την μοναξιά του δωματίου, τον κόσμο πίσω από το τζάμι σου. Να γεμίσεις τον μικρό σου κόσμο με εαυτό μπας και καταφέρεις να τον περπατήσεις. 

Αλλά πάντα πολλαπλασιάζεις τον εαυτό σου για να μιλήσεις, σκέφτεσαι. Το ίδιο γίνεται και όταν είσαι με άλλους το ίδιο γίνεται και τώρα. Και το ξέρεις πως αυτό είναι μια βολική απάντηση, μια δικαιολογία στην προσπάθειά σου να αλλάξεις διάθεση, να αλλάξεις τη στάθμη του ενυδρείου, την πυκνότητα του κενού, τα δάχτυλα με τα οποία μετράς το ύψος σου.

Το βλέμμα σου αφήνει το χέρι και περνά μέσα από το τζάμι. Ακουμπάει στα κάγκελα και είναι έτοιμο να πετάξει. Ένας άντρας πίσω από το τζάμι μιλούσε στο χέρι του μα τώρα γυρεύει τα φτερά του. Μια αναχώρηση απ όλα αυτά. Από το ενυδρείο, τον όροφο, τον ατελείωτο σιωπηλό μονόλογο. Αναζητεί μια λέξη να τον διπλώνει όπως τα φτερά ή η πτώση.

Μα με τον τρόπο που το άλμα κατοικεί πάντοτε στο περπάτημα, έτσι και το πέταγμα κατοικεί στο στατικό σώμα: Δεν ήταν τα φτερά, τα χέρια ήτανε πάντα. Όχι αυτά που σε στέλνουν στον ουρανό, αλλά αυτά που σε βοηθούν να σηκωθείς από την πτώση, αυτά που πλάθουν την πραγματικότητα, που καταργούν τζάμια, μονολόγους και ονειροφαντασίες.  Αυτά που κάνουν την σκέψη πράξη πολύ πριν ειπωθεί και σε διπλώνουν μες τη λέξη, όπως τα φτερά ή η πτώση.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Οι κίνδυνοι του ύπνου στον καναπέ



Η οικεία οικία μες στην ασφάλειά της κρύβει πολλές παγίδες. Είναι άλλωστε γνωστό πως η απόσταση ανάμεσα στην αγκαλιά και το πνίξιμο είναι περίπου ένας σπασμός.
Ο κίνδυνος είναι ο ύπνος της εγρήγορσης, ακριβώς το συναίσθημα αυτό της ασφάλειας που κάνει όλες τις άμυνες να ατροφούν απότομα.
Τα κατοικίδια έπιπλα συχνά τείνουν να μεταμορφώνονται σε πισώπλατους εχθρούς. Ενα ράφι, η γωνία ενός τραπεζιού, το πόδι μιας καρέκλας βρίσκουν εύκολα έναν νέο σκοπό και μια νέα αποστολή σε μια αμυχή, μια μελανιά ή μια πληγή στο ανθρώπινο σώμα.
Μέσα στην ηρεμία της οικιακής γεωγραφίας τίποτα δεν σε προειδοποιεί για τις παγίδες και τους κινδύνους της κοινότοπης συνόρευσής σου, της συγκατοίκησής σου με τη ρουτίνα.
Γιατί στον διττό σκοπό των αντικειμένων ένα μπρίκι που πέφτει προς το πάτωμα μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με μια μελανιά που ανθίζει στο σώμα.
Ο κίνδυνος όλης αυτής της συνύπαρξης εξορίζεται μονίμως από τη μέριμνά μας, προς όφελος της ηρεμίας μας.
Τίποτα δεν μας απειλεί στην αφήγηση που φτιάχνουμε για τις ιδιωτικές στιγμές μας.
Ετσι, η δραστηριότητά μας προχωρά αμέριμνα και –στην πραγματικότητα– γίνεται όλο και πιο διαμπερής στον κίνδυνο.
Αυτό που θέλουμε είναι επιτέλους να ξεκουραστούμε. Σε μέρη του σπιτιού τυχαία, με το σώμα αφημένο περίπου με τον ίδιο τρόπο που πετάμε τα ρούχα στα έπιπλα ύστερα από μια εξαντλητική επιστροφή στην οικεία οικία.
Και κυρίως στον καναπέ. Ακριβώς στο κέντρο του σαλονιού, εκεί που κοιτά όλο το σπίτι, εκεί που συσσωρεύεται όλο το οικιακό βλέμμα.
Επιπλο για επισκέπτες, καμουφλαρισμένο με αστική ευγένεια κρεβάτι που μετατρέπεται σε άβολο αλλά άκρως απαραίτητο στρώμα τις ώρες της κούρασης.
Πιο οικείο από το κρεβάτι, αφού εκεί οι ώρες σου είναι ξύπνιες και συνειδητές, θριαμβικό απέναντι σε κάθε καρέκλα, ανοιχτό σε μια συγκατοίκηση χωρίς πολλές προϋποθέσεις (ερωτικές π.χ.). και ταυτόχρονα μια από τις πιο επικίνδυνες παγίδες του σπιτιού.
Ο τυχαίος και απρογραμμάτιστος ύπνος στον καναπέ ενέχει μια σειρά κινδύνους.
Το παραδοσιακό πιάσιμο, την έκθεση σε μάτια απέναντι κτιρίων όταν η περιέργεια εισβάλλει στην ιδιωτικότητα, αλλά κυρίως τη μεγάλη σειρά κινδύνων σε σχέση με τα όνειρα.
Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τελετουργικό και χωρίς καμία συμφωνία ο ύπνος στον καναπέ μένει χωρίς καπάκι, έκθετος σε ξένους εισβολείς, σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και τους προαναφερθέντες κινδύνους.
Εκτός του πλαισίου και της ασφάλειας που παρέχει η συμφωνημένη διαδικασία και η οριοθέτηση της κρεβατοκάμαρας, ο ύπνος στον καναπέ κινδυνεύει γιατί μένει ξεσκέπαστος (όμοια συχνά με το ανθρώπινο σώμα εκτός κουβέρτας, αφού η κουβέρτα ως γνωστόν σπάνια είναι συνοδευτική του καναπέ).
Το όνειρο μένει εκτεθειμένο σαν σάρκα, ανοιχτό στην είσοδο και την έξοδό του, χωρίς τους συνοροφύλακες του κρεβατιού, τα συρματοπλέγματα του παραδεδεγμένου ύπνου.
Το είδος των κινδύνων κυμαίνεται λοιπόν ανά περίπτωση. Κάποιος που κοιμάται σε έναν καναπέ κάτω από έναν πίνακα, για παράδειγμα.
Εφόσον ο πίνακας πέσει, ενδέχεται να βρεθεί κατευθείαν μέσα στο όνειρό του, με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να ονειρεύεται για μέρες πολλές το περιεχόμενό του.
Και αν κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει ανώδυνο ας σκεφτούμε τι θα συμβεί αν ο πίνακας είναι έργο του Σαλβαντόρ Νταλί, του Ιερώνυμου Μπος ή ας πούμε η –τόσο διαδεδομένη στα σαλόνια– Γκουέρνικα του Πικάσο.
Ανθρωποι πολλοί έχασαν με τον τρόπο αυτό την όρασή τους ή ακόμη και τα λογικά τους.
Ενας παρόμοιος κίνδυνος προκύπτει, άμα κοιμάσαι κάτω από μια βιβλιοθήκη.
Ποιος θα 'θελε άραγε να ονειρευτεί πως ξύπνησε μέσα σε ένα βιβλίο του Πόε, του Μαρκησίου Ντε Σαντ ή του Στίβεν Κινγκ (τα τελευταία είναι εξαιρετικά για βιβλιοστάτες).
Ανθρωποι που κοιμήθηκαν στον καναπέ έχασαν στον ύπνο τους τους σκύλους, τις γάτες τους ή ακόμη και τους συζύγους τους, μια και μέσα στο σκοτάδι είναι εύκολο να χάσεις τον δρόμο σου και να βρεθείς μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου.
Προσοχή λοιπόν! Τα όνειρα είναι επικίνδυνα και σίγουρα όχι φτιαγμένα για καναπέδες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Όχι παρελθόν, μόνο ιστορία



Κάθε φορά που ανοίγει ένα θέμα σε σχέση με την ιστορία, την καταγωγή, το παρελθόν κτλ, σύντομα καλύπτεται από μια βροχή στερεοτύπων, ηθικού πανικού και κοινότοπων δοξασιών. Θέματα που στην επιφάνειά τους μιλούν για ιστορικές κατασκευές, αναγνώσεις του παρελθόντος, εστιάσεις στα περασμένα, μεταφράζονται αποκλειστικά στη δική μας σχέση με την ιστορία, την καταγωγή, την αρχαία Ελλάδα. Κάθε θέμα που ακουμπά την άκαμπτη αίσθηση μας (γιατί αίσθηση είναι μη γελιόμαστε και όχι γνώση), μετατρέπεται σε ύβρις, συνωμοσία, επίθεση προς ό,τι ιερό. Έτσι φυσικά συνέβη και με όλη τη συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά και τη διδασκαλία τους στα σχολεία.
Δεν θα ήθελα να εκφράσω γνώμη για το συγκεκριμένο θέμα (είμαι υπέρ του περιορισμού της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής στο λύκειο, και της επέκτασης των αρχαίων κειμένων από μετάφραση σε όλες τις βαθμίδες, αλλά  δεν έχει σημασία). Κυρίως, γιατί δεν είμαι σίγουρος για το τι μπορεί να εκφράσει μια επιπλέον άποψη ενός μη-ειδικού στο συγκεκριμένο θέμα. Ενός μη-ειδικού που έχει κουραστεί με τις γνώμες των μη-ειδικών, σαν και τον ίδιο. Κάθε γνώμη έχει σημασία και κάθε επιχείρημα οφείλει να είναι αυθύπαρκτο, πέρα από το βάρος της αυθεντίας (γιατί, όμως, για το συγκεκριμένο θέμα, θέλω να ακούσω αποκλειστικά γνώμες φιλολόγων, γλωσσολόγων και παιδαγωγών;) Κάποια στιγμή θα ήταν καλό να προσδιορίσουμε το ποια η σημασία και ποιο το βάρος της γνώμης στο δημόσιο λόγο, ποιο το πλαίσιο και ποια η ευθύνη της κουβέντας. Γιατί έχω την αίσθηση πως κάθε κουβέντα είναι καταδικασμένη, ακριβώς γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει, είναι απόλυτα σαθρό.



Η γνώμη του ειδικού δεν μπορεί να υπάρξει καθεαυτή σε αυτό το πλαίσιο και ο ίδιος προσδιορίζεται ως απόλυτη αυθεντία ή ως προδότης-κουλτουριαρέος, ανάλογα κάθε φορά με τη δική μας θέση και την άποψη που εκφράζει. Η θέση του ίδιου στο πλαίσιο δεν είναι δεδομένη, δεν υπάρχει αντικειμενικά με βάση την επιστημονική του έρευνα, ή τον τρόπο και το μέγεθος του επιχειρήματός του. Αντίθετα, η θέση του προσδιορίζεται εκ των προτέρων, πάντα με βάση την κυρίαρχη αντίληψη και τη χρήση της μέσω ηθικών πανικών. Έτσι, η κουβέντα υποχρεωτικά θα περιλάβει αποδόμηση προσώπων, κολακεία του κοινού αισθήματος, υπεράσπιση των στερεοτύπων μέσα από στερεότυπα, σε μια διαδικασία αυταπόδεικτης στασιμότητας.

Όλα αυτά τα ταμπού, τα στερεότυπα, τα θέματα, που ουσιαστικά απαγορεύεται να αγγιχτούν, σε καμία περίπτωση δεν περιγράφουν την πραγματικότητα. Εννοώ την πραγματικότητα της ιστορίας, της γλώσσας, της παιδείας ή οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα τίθεται (ή καλύτερα αδυνατεί να τεθεί) προς συζήτηση. Η μόνη πραγματικότητα που περιγράφουν, είναι αυτή του δικού μας προβληματικού παρόντος. Της δική μας σχέσης με την ιστορία, το παρελθόν, την παράδοση. Το πώς εμείς κοιτούμε τον εαυτό μας, διαθλασμένο σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη περασμένων. Τη σχέση μας με έναν ανώδυνο εθνικισμό (που εύκολα μπορεί να ξεσπάσει σε επώδυνες πραγματικότητες), την αδιαφορία για αμφισβήτηση οποιαδήποτε θεσφάτου. Και ακόμη περισσότερο, την απόλυτη αδυναμία μας να παραδεχτούμε πως για κάτι –οτιδήποτε- μπορεί να κάναμε λάθος.
Ίσως τελικά μέσα σε όλη αυτή τη μόνιμη υστερία -καλλιεργημένη από την κουλτούρα των μέσων ενημέρωσης, που ψάχνουν τον πάτο του βαρελιού και μεγεθυμένη από τους όρους διαλόγου που υπαγορεύουν οι τρόποι διάδοσης των social media- τα γεγονότα να σε σπρώχνουν να επιλέξεις μια προσωπική στάση. Όχι μια στάση αναγκασμένη να αποδειχθεί ως ορθή, αλλά μια στάση που -αδιαφορώντας ακριβώς για αυτό που περιγράφει τον εαυτό του ως ορθότητα, αλλά κατά κύριο λόγο αποτελεί στερεότυπο και κοινή παραδοχή άνευ όρων- προσπαθεί να είναι πιστή αποκλειστικά στον εαυτό της.



Έτσι, μπορείς να προσδιορίσεις τη δική σου σχέση, με το παρελθόν, με την ιστορία, με την αρχαιότητα. Το βάρος ή την απουσία της. Με το ερείπιο ή με την αναστύλωσή του. Με τη συγκίνηση, την περιέργεια ή την αδιαφορία που μπορεί να σου προκαλεί (όλα είναι θεμιτά). Χωρίς την υποκρισία υπερασπιστή ενός μεγαλείου, που δεν το γνωρίζει, χωρίς το άγχος της υπεράσπισης της γνώμης σου, χωρίς τον πανικό που σε καταλαμβάνει σαν να πρέπει εσύ να χαράξεις εθνική πολιτική.

Γιατί αν σιχαινόσουν τις παρελάσεις, αυτό συνέβαινε ενστικτωδώς, όλο το επιχείρημα ερχότανε μετά. Αν αδιαφορούσες (μέχρι αηδίας) για τα θρησκευτικά, αυτό έμοιαζε αυτονόητο, μιας και υπήρχαν χιλιάδες πιο ουσιαστικά πράγματα να ψάξεις μόνος σου και να σε τροφοδοτήσουν. Και αν έγραψες χαμηλό βαθμό στα αρχαία, αυτό τελικά δεν προσδιόρισε ούτε τη σχέση σου με κάποια από τα κείμενα, ούτε την ταυτότητά σου, ούτε καν τον τρόπο που χαζεύεις τα ερείπια. Και αν αντίθετα με όσα σου έλεγαν, δεν σε ενδιέφερε τόσο η ιστορία όσο το παρελθόν, ως μια κατάσταση ανθρώπινη πέρα από εθνικές, ηθικές ή άλλες αξιολογήσεις, δεν βλέπεις κανέναν απολύτως λόγο να απολογηθείς.
Όλα αυτά δεν αποτελούν επιχείρημα, θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο. Ούτε, όμως, επιθυμούν να είναι, θα προσέθετα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το Ελληνικό και το ξέσπασμα του Condominass*


thomas


Μετά το πρωτοφανές –σε εξωστρέφεια- περιστατικό της προηγούμενης εβδομάδας, κατά το οποίο ο ιδιοκτήτης του Alpha παρεμβαίνει σε εκπομπή του σταθμού επειδή όπως είπε «ντράπηκε όσο δεν έχει ντραπεί ποτέ στη ζωή του», όλοι όσοι πιστεύουν (και οι τέσσερις) πως στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία του Τύπου και πως η δημοσιογραφία ασκείται αντικειμενικά θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Το περιστατικό έχω την αίσθηση πως κυμάνθηκε κάπου ανάμεσα στην έκπληξη που σου προκαλεί το πρωτάκουστο και το τίποτα που σου προκαλεί το κοινότοπο. Γιατί στην πραγματικότητα το εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως αντίκρισες και επιβεβαίωσες πράγματα ήδη γνωστά, εικόνες καταγεγραμμένες ακόμα και ερήμην της όψης τους, κουβέντες ειπωμένες εκτός ακοής, αλλά εντός αντίληψης.

Και ύστερα… εξερράγη

Όλα ξεκίνησαν όταν ένας πανελίστας Παπανώτας είπε ότι, από αυτά που έχει διαβάσει στον Τύπο, το πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού πωλείται στο 1/5 της κανονικής του αξίας. Στη συνέχεια, ο -υπέροχος για τόσους πολλούς λόγους- Δήμος Βερύκιος παρενέβη εκφράζοντας τον αποτροπιασμό του για αυτή την άποψη. Το επόμενο θέμα της εκπομπής, ήταν ότι το Ιατρικό Κέντρο προσφέρει στα παιδιά και στις γυναίκες των Φούρνων, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Πάνω σε αυτό το θέμα ο Παπανώτας είπε ότι αυτό είναι δουλειά του κράτους και δεν θα έπρεπε ένα νησί να ζει με την ελεημοσύνη μιας ιδιωτικής εταιρίας. Ο Δήμος Βερύκιος αυτή την φορά εξερράγη. Και κάπου εκεί έπεσε το τηλέφωνο από το αφεντικό.
«Είναι ντροπή να ξεκινάει ένα μεγάλο έργο (εννοεί το Ελληνικό) και να καθόμαστε να λέμε βλακείες. Αυτή η περιοχή που είναι γεμάτη πρόσφυγες, απατεώνες, πορνεία και ότι θέλεις και… ξεσηκωνόμαστε εναντίον του έργου. Αντί να ντρεπόμαστε με αυτά που δεν έχουν γίνει, ντρεπόμαστε με αυτά που πάνε να γίνουν. Αυτοί βάζουν λεφτά από την τσέπη τους αντί να κλέψουν το κράτος με τα πετρέλαια, με τα τσιγάρα με τις κοκαΐνες. Είναι ντροπή να τα λέτε αυτά. Να ζητήσετε συγγνώμη. Δεν είναι άποψη αυτή».
Είπε ανάμεσα σε πολλά άλλα για να συνεχίσει: «Με κάνατε και ντράπηκα. Σας προσέχουμε, έχετε κάθε μέρα το μισθό σας και λέτε βλακείες. Κάθε μέρα μικραίνουν οι Έλληνες και θα μεγαλώσουν οι μετανάστες και οι μουσουλμάνοι που θα έρθουν και θα μείνουν και θα χάσουμε και τη θρησκεία μας. Ο άλλος λέει να μην λένε οι γονείς τα παιδιά «πριγκιπόπουλα»»

Εργασιακή τρομοκρατία

Έτσι απλά για την ιστορία να υπενθυμίσουμε πως ο Κοντομηνάς έχει παραπεμφθεί με βούλευμα μαζί με άλλα 35 άτομα για την υπόθεση των «θαλασσοδανείων» στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Κάπως έτσι νομίζω ότι περιγράφεται η ιδιωτική πρωτοβουλία στην Ελλάδα.
Το ξέσπασμα στην πραγματικότητα ορίζει το μέγεθος μιας κατάστασης. Τον τρόπο με τον οποίο -σε μια χώρα με απορυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, χωρίς προστασία, χωρίς πλαίσιο διεκδίκησης δικαιωμάτων, χωρίς δικαιώματα τελικά- ένας εργοδότης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και ορίζει τη σχέση του με τους εργαζομένους του. Τον τρόπο με τον οποίο δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να ασκήσει δημοσίως εξουσία εξευτελίζοντας τους εργαζομένους, νουθετώντας τους με αναφορές στο μισθό τους, τον οποίο παρουσιάζει περίπου ως χάρη και εμμέσως εκβιάζοντας. Η εργασιακή τρομοκρατία κανονικοποιείται, παίρνει έκταση τέτοια ώστε να θεωρείται υποκρισία το να μην εμφανίζει δημόσια το πρόσωπό της, δεν περιορίζεται ούτε νομικά ούτε όμως και ηθικά αφού ο κυνισμός με τον οποίο ασκείται περιγράφεται απλώς ως κάτι κανονικό που συμβαίνει καθημερινά.

Δεξιότερα του Παπανώτα;

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις διάφορες αντιδράσεις. Η παρουσιάστρια της εκπομπής την επόμενη μέρα σχολίασε την ανακοίνωση που εξέδωσε η ΕΣΗΕΑ για το συμβάν χαρακτηρίζοντάς την ως «ανθρωποφαγία» και μίλησε για διαπλοκή στην Ένωση Συντακτών. Ταυτόχρονα, το φουλ φιλοκυβερνητικό σάιτ ενημέρωσης The FAQ τιτλοφόρησε την είδηση ως εξής: «Μέχρι κι ο Κοντομηνάς δεν άντεξε την αντικυβερνητική “υστερία” του Παπανώτα. Βίντεο με το “ξέσπασμα”» . Έχει ενδιαφέρον το πώς μέσα από την σχέση σου με τον νεοαυριανισμό καταλήγεις να τοποθετείσαι δεξιά του Παπανώτα. Το πώς καταλήγεις να δέχεσαι κριτική από τα αριστερά από έναν πανελίστα και να τον εγκαλείς για αυτό.

Βέβαια, όταν η Αυγή παρουσιάζει την πώληση του Ελληνικού σχεδόν ως νίκη με κεντρικό τίτλο: «Προτεραιότητα στο Πράσινο» τίποτα δεν μοιάζει απίθανο. Τελειώνοντας έτσι στα γρήγορα με μια υπόθεση στην οποία ενεπλάκησαν τόσοι και τόσοι από αυτόν το χώρο (όσο και από άλλους), με μια μάχη που δεν υπήρξε απλώς σημαντική, αλλά ένα από τα γεγονότα συγκρότησης αυτού που ήταν κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ελληνικό τέλος, ζωή μαγική.

*Αναφορά σε παλιό αστείο του Τζίμη Πανούση

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Η χελώνα και ο Ηλεκτρικός



Αυτό το πρωί, όπως κάθε πρωί, βρέθηκε στριμωγμένος στον Ηλεκτρικό, στον δρόμο για τη δουλειά.
Ενα συνήθειο οριστικό, επαναλαμβανόμενο.
Συντελεσμένο ακόμα και χωρίς να συμβεί, ασυναίσθητο σχεδόν μέσα στην όμοια διαδοχή των ημερών, φτιαγμένο με τη συνέπεια του ξημερώματος και την απροσδιόριστη ματαιότητα που γεννά η κάθε επανάληψη.
Στο πρώτο βαγόνι όπως πάντα, μπαίνοντας στον σταθμό και τρέχοντας δεξιά κάθε πρωί.
Στο πρώτο βαγόνι, σε αυτό που έχεις τις περισσότερες πιθανότητες να βρεις μια θέση, μια και είναι το πιο απομακρυσμένο από τις περισσότερες εισόδους των σταθμών.

Συμπεράσματα και υποδείξεις που γεννά η ρουτίνα, όταν η μεγάλη εικόνα παραμένει σταθερή και οι λεπτομέρειες μεγαλώνουν τόσο ώστε σχεδόν να αποσπαστούν, να γίνουν εικόνες και σώμα.
Η στρατηγική του σώματος προκαθορισμένη, ο τρόπος του να μπεις πρώτος, να εντοπίσεις τη μία και μόνη θέση, να κατευθυνθείς προς αυτήν σταθερά αλλά όχι απότομα -δεν θες τα μάτια των υπολοίπων στο βαγόνι να σε κοιτάξουν με αντιπάθεια, με περιφρόνηση ακόμη-, να κάτσεις εσύ μόνος και το σώμα σου να μη θριαμβολογήσει για το κατόρθωμα, αλλά η κάθε κοινότοπη κίνησή σου, αφού κάτσεις, να είναι μια γιορτή επιτυχίας και επιβεβαίωσης πως όλα είναι σταθερά και κανείς δεν θα μας τα πάρει.

Ω ναι, όπως κάθε πρωί, έτσι και αυτό το πρωί, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε θρίαμβος ζωής και ζωντάνιας, ένα πρότυπο χρηστών ηθών και υγιούς ανταγωνισμού.
Η ζωή στενεύει στο βαγόνι. Πηχτή, η κανονικότητα συνταξιδεύει.
Σκύβει το κεφάλι και μπλέκει το χέρι στα μαλλιά της. Προσπαθεί να κοιτά χωρίς να βλέπει, να περνά το βλέμμα από πρόσωπο σε πρόσωπο, από μορφή σε μορφή, επιθυμώντας να μη γίνει αντιληπτή.
Να κοιτά όχι σε αντιστοιχία με μια διαδρομή που μοιάζει με ταξίδι, αλλά σαν μια βαρετή βόλτα κατά τη διάρκεια μιας αναμονής.

Κυρίως όταν στο βαγόνι μπαίνει κάποιος πλανόδιος μουσικός ή κάποιος επαίτης.
Τότε, ο ηρωικός μας ήρωας προσπαθεί να κοιτάξει το κενό στα μάτια, να προσποιηθεί πως ασχολείται με το κινητό του, οτιδήποτε, αρκεί να μην έρθει σε επαφή με το βλέμμα του ανθρώπου που ζητά· οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαστεί να απολογηθεί για την άρνησή του, ώστε να μη χρειαστεί να δεχτεί πως μάλλον αδιαφορεί και πως έτσι είναι τα πράγματα.
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και η νύχτα είναι εδώ για να επιβεβαιώσει.

Σχεδόν άδειος σταθμός, ακόμα πιο άδειο βαγόνι.
Στέκει εκεί εκείνος, γεμάτος από την άδεια μέρα, κάθεται στο κέντρο της γαλαρίας του βαγονιού, κοιτώντας τον διάδρομο που διαπερνά το άδειο βαγόνι.
Το σκοτάδι τον εμποδίζει να δει το έξω. Και το βαγόνι είναι μουντό σαν όραση που ανακλήθηκε.
Κοιτάζει τη χελώνα αυτή που περπατά τον άδειο διάδρομο του βαγονιού.
Που περπατά και τον πλησιάζει, με αργό, σταθερό βήμα.
Απειλητική σαν λεπτομέρεια που του διέφυγε, σαν συνήθειο που ξαστόχησε.
Ακατανόητη στην παρουσία της, ακατανόητη και στις προθέσεις της.
Κάτι εκκωφαντικά αταίριαστο στο μικρό του μέγεθος, στο μεγάλο του ξάφνιασμα.
Το βαγόνι φτάνει στον σταθμό και εκείνος κοιτάζει τη χελώνα. Δίπλα, την ίδια ακριβώς στιγμή σταματά το τρένο της αντίθετης γραμμής.
Τραβάει για λίγο τα μάτια από το ασυνήθιστο θέαμα ώστε να κοιτάξει τα δίπλα βαγόνια στην τόσο προσωρινή τους συνόρευση.

Κοιτάζει πάλι κάτω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένας άδειος διάδρομος.
Ξαφνιασμένος σηκώνει τα μάτια. Και έκπληκτος συνειδητοποιεί πως βρίσκεται στο απέναντι βαγόνι, σε μια αντίστροφη διαδρομή, τραβώντας όλο και πιο μακριά από τον προορισμό του.
Σηκώνεται ιδρωμένος, σε ένα άδειο βαγόνι που προχωρά σκυθρωπό μέσα στη νύχτα.
Δεν είμαι σίγουρος τι νόημα έχουν όλα αυτά, αλλά καμιά φορά έχεις την αίσθηση πως αρκεί μοναχά μια λεπτομέρεια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Το δωμάτιο και η κουρτίνα

(για το βιβλίο “η λευκή κουρτίνα” του Δημήτρη Γράψα, εκδόσεις Καστανιώτης)







Μια εντελώς φυσιολογική μέρα ο Γκέοργκ Σάμσα ξυπνά, για να συναντήσει τον εαυτό του μεταμορφωμένο σε έντομο. Φυσικά, αυτό συνέβη πολλά χρόνια πριν σε κάποια Πράγα του Κάφκα. Σε μια άλλη εντελώς φυσιολογική μέρα, ο ταγματάρχης Κοβαλιώφ ξυπνάει για να ανακαλύψει πως χωρίς καμία πραγματική αιτία δεν έχει μύτη. Και αυτό συνέβη ακόμη παλαιότερα. Στην Αγία Πετρούπολη του Γκόγκολ. Την 21η του Σεπτέμβρη, ο Χ., ήρωας του πρώτου βιβλίου του Δημήτρη Γράψα, ξυπνά κλειδωμένος σε ένα παντελώς άγνωστο δωμάτιο.

Ένα επικίνδυνο συνήθειο

Γενικότερα φαίνεται πως το να ξυπνάς μέσα στη λογοτεχνία είναι ένα επικίνδυνο συνήθειο. Μια διαδικασία που σε αφήνει έκθετο σε μια σειρά από εκπλήξεις. Τίποτα μέσα στον ύπνο δεν μας προετοιμάζει για το τι θα συναντήσουμε μόλις βγούμε από εκεί. Ίσα ίσα η εκεί ακαταστασία της λογικής ροής μοιάζει να μας προειδοποιεί πως όλα είναι ανοιχτά. Απροετοίμαστοι μπαίνουμε στην νέα μέρα χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς βεβαιότητες για το τι θα συναντήσουμε. Και έτσι κάθε μας ξημέρωμα είναι μια μεταμόρφωση που αναβλήθηκε, ένας διαμελισμός μας που ακυρώθηκε.
Ο ήρωας της Λευκής Κουρτίνας ξυπνά ακριβώς μέσα σε αυτή την κανονικότητα. Κι όμως, σύντομα ανακαλύπτει πως αυτή η κανονικότητα είναι η καταδίκη του, ακριβώς γιατί δεν είναι η δική του κοινοτοπία, αλλά μια κοινοτοπία τελείως νέα, μια συνθήκη που θα μεταμορφώσει το ξημέρωμα σε κελί.

Οικείος εφιάλτης

Ο ήρωας Χ. ξυπνά σε μια φυλακή φτιαγμένη από οικεία υλικά. Ένα φωτιστικό, ένας πίνακας, ένα γραφείο με υπολογιστή. Και η ίδια του η κοινότοπη καταδίκη, μοιάζει να υπάρχει σε πλήρη αρμονία με τη νύχτα που προηγήθηκε. Μια παρέα, ένα ζευγάρι, ένα οικείο μπαρ και μια οικεία μέθη. Ένας τρόπος κοινός, τόσο κοινός που σχεδόν καθησυχάζει. Η καταδίκη του Χ. λοιπόν στον εγκλεισμό μοιάζει τρομακτική, ακριβώς γιατί αναποδογυρίζει αυτόν τον καθησυχασμό. Ακριβώς γιατί θυμίζει τα βράδια μας και τα πρωινά που ακολουθούν. Η μετατόπιση από το σημείο αυτό στην τύχη του Χ. είναι ελάχιστη και ακριβώς αυτό το ελάχιστο, η συνειδητοποίηση της συνόρρευσής μας με την τύχη του ήρωα είναι που δημιουργεί τον εφιάλτη.
Το φοιτητικό δωμάτιο στέκει εκεί, πιο πολύ χρόνος παρά χώρος, αφηγείται τον τρόπο που περνάει (ή καλύτερα δεν περνάει) η μέρα και ταυτόχρονα δίνει την ταυτότητα του βιώματος, την ψυχοσύνθεση του ήρωα και του λόγου. Ένας χρόνος ακινησίας και μια παγωμένη ηλικία. Αν το σκεφτούμε, άλλωστε, στις μέρες της κρίσης το φοιτητικό δωμάτιο έχει μεταμορφωθεί σε ένα διπλό ταυτόχρονα σύμβολο. Από την μία ως χώρος ελευθερίας, ή μάλλον απελευθέρωσης, από την κατάσταση που προηγήθηκε, τις εξετάσεις, την οικογένεια, τις άκαμπτες υποχρεώσεις και από την άλλη ως ένας πικρός τόπος αναμονής ενός μέλλοντος που δεν έρχεται, ως σύμβολο μιας παρατεταμένης ηλικίας, χτισμένο από την ανεργία και την έλλειψη προοπτικής.
Άλλωστε, οποιοσδήποτε πέρα από τον Χ. εμφανίζεται στο βιβλίο ως ανάμνηση ή ως σκιά. Οι σχέσεις με τους γύρω του, με τους φίλους, με την Κλαίρη, με την άγνωστη κοπέλα τρέχουν προς το παρελθόν. Στο παρόν τα πρόσωπα δεν έχουν όψη, ή ήχο, δεν έχουν αναγνωριστικά στοιχεία, υπάρχουν μόνο ως οι απ’ έξω, λίγο δήμιοι ή λίγο φροντιστές, χωρίς εμφανείς προθέσεις ή επιδιώξεις, μόνο ως υποθέσεις του ήρωα, του έγκλειστου, του Χ. Και δίπλα στην ποικιλία των σκιών εμφανίζονται οι διαδικτυακοί φίλοι, αυτοί οι μόνοι επιτρεπτοί μέσα στον εγκλεισμό του, οι μόνοι ταυτοποιημένοι στη λειτουργία τους, ακριβώς γιατί η λειτουργία αυτή αδυνατεί να αντιστρέψει τον εγκλεισμό, την κατάσταση, την καταδίκη του ήρωα.

Διαδικασία γνώσης και αφετηρίας

Θα ήταν εύκολο να μεταφράσουμε τον εγκλεισμό του Χ. σε μια παραβολή που αντιστοιχεί σε ένα προσωπικό αδιέξοδο. Το αδιέξοδο μιας σχέσης, το αδιέξοδο μιας ηλικίας, ή το αδιέξοδο μιας γενιάς. Και όμως, η λογοτεχνία δεν είναι σπαζοκεφαλιά, που ζητά απάντηση. Η λογοτεχνία είναι ερώτηση και απάντηση ταυτόχρονα. Έτσι, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορία που μιλά για το ασφυκτικό μιας σχέσης ή ενός αδιεξόδου. Βρισκόμαστε, απλώς, μπροστά σε μια ιστορία. Και αυτό το λέω ως προτέρημα. Μια ιστορία που δομείται έτσι ώστε όχι να παρασύρει, αλλά να επιτρέπει. Ο οδοιπόρος είναι πάντοτε ο αναγνώστης. Και το αδιέξοδο της σχέσης, της ηλικίας ή της γενιάς βρίσκεται μέσα στην «Λευκή κουρτίνα», επειδή ο συγγραφέας μας το επιτρέπει με την γραφή του.
Η κατάσταση που περιγράφει το βιβλίο δεν αποτελεί ένα τέρμα, αλλά μια αφετηρία. Μια διαδικασία γνώσης και συνειδητοποίησης απαραίτητη για την ίδια την άρση της κατάστασης αυτής. «Μια τέτοια υπόθεση θέλω να βρω και γω. Να γυρέψω δρόμους που δεν έχουν ακόμα περπατηθεί. Κι από κει να ψάξω να βρω που στρίψαμε λάθος -εγώ, εσύ και τόσοι άλλοι. Να σκεφτώ σαν να ναι τα πάντα αναστρέψιμα, σαν να μπορούν να ξεκινήσουν όλα και πάλι απ την αρχή».
Η Λευκή Κουρτίνα είναι αυτό το αίτημα για τη ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων, για την επιβεβαίωση πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Ακόμα και αν προϋπόθεση για αυτή την αλλαγή είναι μια κατάσταση δύσκολη σαν τη σειρά των βιωμάτων του Χ. Προς το παρόν βρισκόμαστε κλεισμένοι στο δωμάτιο, κλεισμένοι σε ένα κελί φτιαγμένο με οικεία υλικά.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Στην έρημο των Πανελληνίων




ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ
Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Στιγμιόγραφο


Υπάρχουν πάντοτε λόγοι που μας αποτρέπουν να γράψουμε για τις Πανελλήνιες.
Κυρίως μια άτυπη δεισιδαιμονία, το άτυπο μοίρασμα ενός εφιάλτη και ενός μαγκώματος.
Η μόνιμη επανάληψη του σταθερού ονειρικού μοτίβου: Ανεξαρτήτως ηλικίας το όνειρο σε γυρνά στη σχολική αίθουσα και να 'σαι εσύ ενήλικας, άλλες φορές μεσήλικας, να μη χωράς σχεδόν στο σχολικό θρανίο αλλά να δίνεις και πάλι εξετάσεις, φορώντας στο νέο σώμα το παλιό εκείνο ρούχο, το στενό αυτό ρούχο που ακόμη και τότε περιόριζε την αναπνοή και έπνιγε την ανάσα.
Ενας ώριμος άνθρωπος που κουβαλά μια ανήλικη αγωνία, με την ίδια ένταση, τον ίδιο πανικό, την ίδια δυσθυμία που μετατρέπει την ηλικία σε μάγκωμα.
Να ξυπνάς και να σκέφτεσαι πως δεν έχεις διαβάσει, να πλένεις το πρόσωπό σου και να σκέφτεσαι πως χρωστάς ακόμη ένα μάθημα, να ξυρίζεσαι και να σκέφτεσαι ποια είναι τα «SOS» που θα πέσουν σε λίγα λεπτά στις εξετάσεις.
Και ύστερα η ανακούφιση στην επιβεβαίωση της ηλικίας, στο γεγονός πως είσαι 30 και πως πολύ δύσκολα θα σε γυρίσουν πίσω στον εγκλωβισμό του θρανίου.
Οι Πανελλήνιες σε βρίσκουν στην καλύτερη ηλικία και ταυτόχρονα στη χειρότερη φάση της άγουρης μέχρι στιγμής ζωής σου.
Από τη στιγμή που το σύνολο της εκπαίδευσης στρέφεται αποκλειστικά προς τις εξετάσεις, από τη στιγμή που τα 12 χρόνια φοίτησης παίρνουν σχήμα από αυτήν ακριβώς τη διαδικασία, η μικρή αυτή εκπαιδευτική περίοδος ζυγίζει περίπου όσο το σύνολο των χρόνων αυτών.
Κατασκευασμένος σαν ιδιωτικός βραχνάς δίνει σχήμα στα χρόνια που πέρασαν.
Η εκβολή του ποταμού ορίζει το σχήμα και τη διαδρομή του σε μια αντίστροφη πορεία. Και βάζει στον γύψο όλη τη σοδειά των χρόνων.
Την ωρίμανση και τα στάδια γνώσης του σώματος, τη διαμόρφωση του πνεύματος, τις πνευματικές ανησυχίες και τις αναζητήσεις, τον ελεύθερο χρόνο που ακυρώνεται σε μια ηλικία που το μόνο που επιθυμεί είναι η ελευθερία.
Οι Πανελλήνιες είναι μια αντίστροφη πυρκαγιά με προσάναμμα ό,τι υγιές φυτρώνει μέσα σου, το ξερίζωμα του πρώιμου βλαστού, το ποδοπάτημα της πρώτης σοδειάς.
Στο όνομα της σοβαρότητας, της ευθύνης και της υποχρέωσης. Μια δέσμευση ζωής που ενώ δεν έχεις ακόμη τα εφόδια της κρίσης σου επιβεβαιώνει πως θα την κουβαλάς για όλα τα χρόνια που έρχονται.
Ολα αναστέλλονται για μετά. Μετά τις εξετάσεις θα έχεις χρόνο να βγεις, να ξεκουραστείς, να ζήσεις.
Ο προθάλαμος των εξετάσεων δικαιολογεί τον εαυτό του με μια υπόσχεση για μετά. Στο πανεπιστήμιο θα υπάρξει χρόνος.
Και όμως με την ανεργία να φτάνει στα ύψη, το πανεπιστήμιο γίνεται και αυτό ένας προθάλαμος. Να τελειώσεις γρήγορα για να βρεις δουλειά, να τελειώσεις γρήγορα για να φύγεις έξω.
Ο δικός μας σύγχρονος λαβύρινθος δεν έχει στοές ή κεντρικές αίθουσες. Αποτελείται αυστηρά από προθαλάμους που οδηγούν σε νέους προθαλάμους.
Και οι Πανελλήνιες είναι ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνεται η ζωή.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι προσβάσιμη με πρωτόγνωρη ευκολία και σε πρωτόγνωρη έκταση, το εξεταστικό σύστημα και το σχήμα που επιβάλει στην εκπαίδευση γίνεται υπερθετικά παράλογο.
Αντί να διδάσκει την κρίση, την επεξεργασία της πληροφορίας και ακόμη τη φαντασία, τη δημιουργική χρήση των δεδομένων αυτό επιλέγει την πιο κατεψυγμένη μορφή της.
Την κατεψυγμένη πληροφορία, την αποστήθιση. Τη διαχείριση ενός όγκου που σύντομα θα ξεχαστεί.
Το σχολείο σε μαθαίνει να ξεχνάς, αφού δεν καταφέρνει να σου υποδείξει τη σημασία του να θυμάσαι ή έστω τους λόγους της γνώσης.
Μόνο μια απέχθεια, έναν συμβιβασμό με αντίτιμο μια ενδεχόμενη μελλοντική αποκατάσταση (που και αυτή πλέον είναι απόλυτα αμφισβητήσιμη).
Οσο και να μεγαλώνεις ο βραχνάς θα σε ακολουθεί, όσο και να προσπαθείς να κρυφτείς πίσω από μια ηλικία που αυξάνει, ο καθηγητής θα σε ξετρυπώνει ώστε να σου επιβάλει και πάλι εξετάσεις.
Ξύπνα αναγνώστη, έχεις αργήσει, σήμερα έχεις για πάντα σχολείο.

ΣΥντηρητισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (και μια γεύση από καρτέλ)



Σε μια άριστη ταξική ανάλυση προέβη η Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Αφροδίτη Θεοπεφτάτου, σύμφωνα με την οποία «Επειδή δύσκολα συμβαίνει και να πίνεις πολύ και να καπνίζεις πολύ και να πηγαίνεις να πίνεις πολλούς καφέδες, δηλαδή πρέπει να συμπίπτουν πάρα πολλά πράγματα για να επιβαρυνθεί σοβαρά ένα νοικοκυριό και γι’ αυτό μοιράστηκε».
Λίγο αργότερα πληροφορούμαστε πως ο υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και κοινωνικής Αλληλεγγύης Γιώργος Κατρούγκαλος, συνοδευόμενος από τον ειδικό γραμματέα ΣΕΠΕ Γιάννης Σούκο, επισκέφθηκαν τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως.
Και λίγο αργότερα μαθαίνεις πως το υπουργείο Άμυνας θα υποδεχτεί με τιμές αρχηγού κράτους της εικόνας της Παναγίας Σουμελά στο κτίριο του υπουργείου, το οποίο και θα ανοίξει τις πόρτες του για δημόσιο προσκύνημα.

Είναι εικόνα αριστερής κυβέρνησης;

Κάπου εκεί σκέφτεσαι να ανάψεις ένα τσιγάρο ή να πιείς μια μπύρα μπας και χαλαρώσεις (κάτι που φυσικά συμβαίνει δύσκολα μιας και πρέπει να συμπίπτουν πάρα πολλά πράγματα) αλλά αποφασίζεις να το αφήσεις αφού θα επιβαρυνθεί το νοικοκυριό σου. Σκέφτεσαι πως η διατύπωση της Θεοπεφτάτου παραπέμπει κατευθείαν σε βιοπολιτική άσκηση εξουσίας η οποία ορίζει το πώς θα διαχειριστείς τη γεύση, τις αισθήσεις, το σώμα σου. Δείχνει μια παντελή έλλειψη αντίληψης για το πώς εκτονώνεται ο κόσμος από τα βάσανα, την κρίση τα μνημόνια. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια περίπτωση όπου γίνεται προσπάθεια να επιχειρηματολογήσεις πάνω στα αυτονόητα, να εφεύρεις επιχείρημα εκεί που καλύτερο θα ήταν να σιωπάς.
Σκέφτεσαι την επίσκεψη Κατρούγκαλου στον Σεραφείμ. Αυτόν που μας έστελνε επιστολές εδώ στην «Εποχή» θυμωμένος από άρθρο μας και μας προέτρεπε να μην προβούμε σε πεολειχίες και άλλα τέτοια όμορφα, αυτόν με τις γνωστές σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, τις σκοταδιστικές απόψεις κατά της φυσικής και άλλων αμαρτημάτων, την υποστήριξη στον Μαρινάκη και τον Μόραλη, τους τόσους λόγους μίσους που εξαπέλυσε κατά καιρούς κατά των ομοφυλοφίλων και άλλα πολλά.
Και στη συνέχεια περνάς στις σκέψεις για την Παναγία  Σουμελά, για τον υιοθέτηση του σκοταδισμού ως επίσημου δόγματος, σου έρχονται στο μυαλό εικόνες του ποντιακού εθνικισμού σε διάφορα σωματεία της βορείου Ελλάδας, κραυγές αλυτρωτισμού για τη μικρή αδελφούλα Βόρεια Ήπειρο και την Κωνσταντινούπολη την πρωτεύουσα του ελληνισμού.
Και εκεί σκέφτεσαι: είναι αυτό το πανηγύρι εικόνα αριστερής κυβέρνησης; Και μετά διορθώνεις: είναι αυτό το πανηγύρι εικόνα έστω προοδευτικής κυβέρνησης; Με λίγα λόγια βλέπεις διατυπωμένους σχεδόν όλους τους λόγους που σε οδήγησαν στην αριστερά: την αντίθεσή σου στον σκοταδισμό, τη θρησκοληψία και τον εθνικισμό. Το συντηρητισμό που σου λέει πως το αλκοόλ ή το κάπνισμα είναι ένας κακός τρόπος ζωής από τον οποίο πρέπει να σε προφυλάξουμε. Και ύστερα θυμάσαι τις υποσχέσεις για κατάργηση παρελάσεων, διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, εκδημοκρατισμού της αστυνομίας και… και…
Και κάπου εκεί βάζεις τα γέλια.

Οργή και φρίκη

Και στη συνέχεια διαβάζεις για τις δύο φωτογραφικές ρυθμίσεις σε σχέση με την υπόθεση των καρτέλ των εργολάβων. Τις δύο ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, οι οποίες προβλέπουν μείωση κατά 15% στα πρόστιμα σε περίπτωση ομολογίας και πλήρη απαλλαγή από κάθε ποινική ευθύνη εφόσον πληρώσουν τα πρόστιμα. Για τις δύο ρυθμίσεις που μετατρέπουν την Επιτροπή Ανταγωνισμού σε πλυντήριο ξεπλύματος οικονομικών εγκλημάτων. Και όλα αυτά λίγο μετά την ιδιαιτέρως επιβαρυντική εισήγηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία κατηγορούνται για οριζόντιες συμπράξεις συνολικά 63 εγχώριοι και διεθνείς κατασκευαστικοί όμιλοι.
Και εκεί δεν ξέρεις τι να πεις. Ούτε αναλύσεις, ούτε έξυπνα σχολιάκια, ούτε τίποτα. Οργή και φρίκη, φρίκη και οργή. Εκεί ειλικρινά δεν ξέρεις τι να πεις…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ιστορία σημαίνει να ξεχνάς



Από το πλήθος των γεγονότων επιλέγουμε πάντοτε το ελάχιστο. Τα γεγονότα αυτά, που θα μπορέσουν να συμπυκνώσουν όλα τα άλλα γεγονότα, τα γεγονότα αυτά που θα μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο συνέβη. Γιατί η ιστορία συχνά δεν έχει σχέση τόσο με τη μνήμη, όσο με τη λήθη. Με τον τρόπο με τον οποίο η χθεσινή πραγματικότητα φιλτράρεται, ώστε να παραγάγει το σήμερα. Τις αναγκαίες αυτές υπενθυμίσεις, που θα συνηγορούν στο παρόν μας, τις μνήμες αυτές, που θα μας υπενθυμίζουν τον εαυτό μας στο τώρα. Να θυμάσαι τα απαραίτητα, αυτά που κάνουν τον ατελείωτο αριθμό γεγονότων του παρελθόντος πλωτό, εύκολο στη διάβαση, ικανό για ανάγνωση, αποδεκτό στις αντοχές και διαχειρίσιμο από τις σκοπιμότητες.

Η Ευρώπη βλέπει τον εαυτό της

Τη λήθη αυτή αργά η γρήγορα την βρίσκεις μπροστά σου. Δευτερεύοντες λεπτομέρειες, που τελικά αλλάζουν την συνολική μας θέαση, στοιχεία που διέφυγαν, αλλά έρχονται τώρα στο φως, αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας αντιλήψεις. Στοιχεία που η ιστορία επέμεινε να ξεχάσει, να κρύψει λαθραία στην λήθη, αλλά τώρα βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια και δεν αποκαλύπτουν μόνο ένα διαφορετικό όλο στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα και το άγχος κάποιων να δημιουργήσουν αυτή τη θέαση, να κατασκευάσουν το παρελθόν με ευνοϊκότερους όρους. Το άγχος για λήθη είναι αυτό που κάνει την μνήμη οξεία, αυτό που αποδεικνύει πως δεν υπάρχει ιστορία χωρίς σκοπιμότητα, χωρίς στόχο να θυμηθούμε, αλλά πιο συχνά να ξεχάσουμε. Το άγχος για λήθη αναδεικνύει συλλογικές ενοχές, συχνά συλλογικά εγκλήματα, αμφισβητεί τις δομές που κατασκευάσαμε στο παρόν, ώστε να παινέψουμε ή έστω να αντέξουμε τους εαυτούς μας.
Ερχόμενη σε επαφή με το προσφυγικό κύμα η Ευρώπη δεν βρέθηκε αντιμέτωπη μόνο με μια πρακτική πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα και με μια βίαιη εισβολή παρελθόντος. Με μια υπενθύμιση ενσαρκωμένη, τέτοια ώστε να αναδείξει πτυχές βαλμένες προσεκτικά κάτω από τα χαλιά του χρόνου. Με μικρά εγκλήματα, κρυμμένα κάτω από μεγαλύτερα. Βλέποντας τους πρόσφυγες η Ευρώπη βλέπει τον εαυτό της. Αυτόν τον εαυτό που κάποτε υπήρξε, πράξεις παλιές και άβολες στην μνήμη για το τι διαδραματίστηκε στον ίδιο χώρο, αλλά ταυτόχρονα και το άγχος της να εξορίσει αυτόν τον εαυτό στο ποτέ.

Ατέλειωτες μετακινήσεις

Γιατί η Ευρώπη πάντοτε υπήρξε ένα ατελείωτο τερέν μετακινήσεων. Όχι, μια περιοχή αυστηρών συνόρων, μόνιμων πληθυσμών με σαφή υπόσταση και περιεκτικότητα αλλά μια επιφάνεια συνεχών πληθυσμιακών αλλαγών και ανακατατάξεων, ένα αμφίβολο εδώ, μια ρευστή κατοικία. Και δεν χρειάζεται κάποιος να επιστρέψει στην εποχή των Βησιγότθων ή των Ούννων για να έρθει σε επαφή με αυτή την πραγματικότητα. Ο πρόσφατος 20ός αιώνας μοιάζει αρκετός.
Οι δύο μεγάλοι πόλεμοι μαζί με μια σειρά περιφερειακών πολέμων, ο αριθμός των οικονομικών κρίσεων, οι επαναστάσεις και η άνοδος των απολυταρχικών καθεστώτων και μια σειρά άλλων παραγόντων προσδιόρισαν τις μετακινήσεις των πληθυσμών σε αυτή τη ρευστή ήπειρο. Και ταυτόχρονα την μοίρα της μετακίνησης των πληθυσμών μέσα στο στενό πλαίσιο της Ευρώπης, αλλά και τη φυγή μακριά από αυτή σε άλλες ηπείρους, σε άλλες προσφυγιές. Και μαζί με την μνήμη των γεγονότων έρχεται και η μνήμη της διαχείρισης τους, μια μνήμη άβολη φτιαγμένη για να ξεχνιέται. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γαλλία φτιαγμένα για τους ηττημένους του ισπανικού εμφυλίου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, όπου θα παραμείνουν υπό άθλιες συνθήκες οι πρόσφυγες που δημιούργησε η σύρραξη καθώς και οι επιζήσαντες του ολοκαυτώματος, τα μεγάλα ρεύματα πληθυσμών μετά την κατάρρευση των αποικιών οι συμφωνίες της Γερμανίας με κράτη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία για εισαγωγή φτηνού εργατικού δυναμικού, τα ρεύματα πληθυσμών από το πρώην ανατολικό μπλοκ, οι άνθρωποι που ήρθαν από ανελεύθερα καθεστώτα, ώστε να κυνηγήσουν το θαύμα του ελεύθερου κόσμου, αλλά τελικά συνάντησαν το θαύμα της εκμετάλλευσης από την ελεύθερη αγορά. Οι άθλιες συνθήκες των μαχαλάδων, όπου έμεναν οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, οι αριστεροί Έλληνες εξόριστοι, τα στρατόπεδα προσφύγων στην Κύπρο.

Πρόβλεψη για το μέλλον

Η Ευρώπη επιθυμεί να ξεχάσει. Αλλά αποστολή του κάθε προοδευτικού ανθρώπου είναι να υπενθυμίζει τα βάσανα και τα εγκλήματα του παρελθόντος, την πραγματική καταγωγή του παρόντος. Γιατί η μέριμνα της Ευρώπης για λήθη του παρελθόντος αποδεικνύει την επιθυμία της να περιγράψει την προσφυγιά ως κάτι ξένο σε αυτή, ως κάτι τελικά ανεπιθύμητο, με το οποίο δεν έχει καμία σχέση. Και η λήθη της σκληρότητας και των εγκλημάτων αποδεικνύει την πρόθεσή της να πράξει με παρόμοιο τρόπο σε περίπτωση που κρίνει πως κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Η μνήμη λοιπόν, δεν έχει σχέση μόνο με μια σωστή αντιμετώπιση της αλήθειας του παρελθόντος, δεν έχει σχέση μόνο με την αποδοχή των συστατικών του παρόντος. Η μνήμη είναι μια πρόβλεψη για το μέλλον.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η λέξη και οι λέξεις



Η ΛΕΞΗ

Τυφλός από χρόνια
πάλευε μ’ ένα μαύρο κάρβουνο
να γράψει μια λέξη
πάνω στο απόλυτο σκοτάδι.
Καμιά γραφή και καμιά φωνή δε θα μπορούσε ν’ αποδώσει το φριχτό νόημα της.
Δε βρισκόταν σε κανένα λεξικό.
Στ’ όνειρο του την έβλεπε
αχνά χαραγμένη
μέσα σε σπήλαιο ανεξερεύνητο
και φοβόταν πώς οι άνθρωποι κάποτε θα την ανακαλύψουν.
Ο ίδιος ουδέποτε τόλμησε να την προφέρει.
Μήτε ήξερε γιατί βασανιζόταν να γράψει αυτή τη λέξη.
Γιώργης Παυλόπουλος


Μεταφρασμένοι επιβιώνουμε. Φερμένοι στην κυριολεξία μας από μια άγνωστη γλώσσα, σαν ηχώ ενός ήχου που δεν προλάβαμε να ακούσουμε, να καταλάβουμε, να ερμηνεύσουμε. Μόνο αντηχούμε σε μια αντίστροφη κλιμάκωση έως τη σιωπή. Φερμένοι εδώ, σε ότι αναγνωρίζουμε ως δικό μας, αλλά χωρίς να μπορούμε να αναγνωρίσουμε την καταγωγή. Φερμένοι εδώ και προσπαθώντας να μιλήσουμε με ό,τι μας δόθηκε, ό,τι κληρονομήσαμε στη διαδοχή της σιωπής, στην κληρονομιά της παύσης. Μεταφρασμένοι, πετυχαίνοντας το νόημα, αλλά με όλη τη χροιά των πραγμάτων να διαφεύγει. Κλειδωμένοι στο περίπου, μονίμως στο περίπου του νοήματος. Πετυχαίνοντας και αστοχώντας ταυτόχρονα. Ορθοί, ναι αλλά ποτέ απολύτως.
Πουθενά ένα λεξικό που να μας αποδίδει, μια ετυμολογία που να μας γυρνά στο πραγματικό παρελθόν μας. Κανένα λεξικό για ξεκούραση, καμία ακρίβεια για βεβαιότητα. Και δίπλα μας, εκεί που είθισται να τοποθετούνται οι επεξηγήσεις και οι ορισμοί το μόνο που συναντούμε είναι προτάσεις σε μια γλώσσα άγνωστη σε εμάς, λέξεις μετά από λέξεις σε μια σειρά που δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, σε μια συγκατοίκηση που είμαστε ανίκανοι να ερμηνεύσουμε. Λέξεις μετά από λέξεις και όλο το άθροισμά τους να δείχνει σιωπή.

Ήρθαμε εδώ ξαφνικά, σαν παιδιά που πετάχτηκαν μία νύχτα στον κόσμο. Ήρθαμε εδώ φερμένοι από άγνωστες πένες άγνωστων μεταφραστών, στυλό αιχμηρά σαν καμάκια, μολύβια μυτερά σαν αγκίστρια. Από τη σιωπή βρεθήκαμε στον κόσμο της λευκής σελίδας, υποχρεωμένοι να πούμε, υποχρεωμένοι να μιλήσουμε μακριά τη σιωπή. Σε μια μητριά γλώσσα, σε μια κηδεμονία του ήχου. Και πάλι, μιλώντας σχεδόν σωστά, σχεδόν πετυχαίνοντας, σχεδόν κυριολεκτώντας.
Μεταφρασμένοι λοιπόν, αλλά μη μεταφράσιμοι. Καταδικασμένοι στην μοναδικότητα της κυριολεξίας που χάθηκε. Περνώντας τη διαδικασία, αλλά μην καταλήγοντας.  Εκκρεμείς ανάμεσα στην ακριβή σημασία και μια από τις πολλές εκδοχές της, ανάμεσα στο δοχείο και το περιεχόμενο, ρευστοί στο σχήμα, έγκλειστοι της μεταμόρφωσης.

Άγνωστη μητρική μας γλώσσα, άγνωστη ρίζα στραμμένη στον ουρανό. Μονίμως επιστρέφουμε σε έναν τόπο που δεν γνωρίζουμε, σε ένα νόημα που μας διαφεύγει, σε έναν άγνωστο ήχο. Καταδικασμένοι να πούμε με λέξεις, αυτό που μένει μονίμως έξω απ τις λέξεις.
Τώρα οι μέρες μας για να ξεκουραστούν διαβάζουν τηλεφωνικούς καταλόγους. Εδώ η λέξη έχει ως ορισμό ένα τηλέφωνο και η κυριολεξία ταυτίζεται με ένα τηλεφώνημα. Σελίδες μετά, αποφασίζουν να τηλεφωνήσουν σε κάποιον τυχαίο. Και αφού αυτός απαντήσει αρνούνται να του μιλήσουν, αφήνοντάς τον να εκκρεμεί και αυτός μέχρι τη σιωπή που καταγράφει το κλείσιμο του τηλεφώνου.
Και τόσες λέξεις μετά ο κόσμος απλώνεται μπροστά μας χειρόγραφος. Σηκώνεται να διαβάσει τον εαυτό του και ανοίγει το στόμα του. Σταθερά, σε στάση αναμονής και το μόνο που ακούγεται το όνομα της λέξης «σιωπή».

(στην εφημερίδα Εποχή)

Λονδονιστάν



Ο Σαντίκ Κχαν είναι ο νέος δήμαρχος του Λονδίνου. Ο πακιστανικής καταγωγής υποψήφιος των Εργατικών κατάφερε να εξασφαλίσει 56,8% των ψήφων, με αποτέλεσμα το Λονδίνο να αποκτήσει τον πρώτο του μουσουλμάνο δήμαρχο - πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος σε οποιαδήποτε μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη.
Το αποτέλεσμα αυτό και η σημασία του δεν μπορούν να ιδωθούν εκτός συγκυρίας.
Η ισλαμοφοβία γίνεται βασικό επιχείρημα στον πολιτικό λόγο ακόμη και των παραδοσιακών κομμάτων, η Ακροδεξιά ανεβάζει τα ποσοστά της στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με αποκορύφωμα το αποτέλεσμα στις εκλογές της Αυστρίας, και ένας ημιπαράφρων μισαλλόδοξος κατεβαίνει με αξιώσεις στις αμερικανικές εκλογές.
Ταυτόχρονα, οι προσφυγικές και οι μεταναστευτικές ροές και η διαχείρισή τους αναδεικνύονται σε ένα από τα σημαντικότερα θέματα προς διαχείριση για την αρτηριοσκληρωτική, φοβική και αργοκίνητη Ευρώπη.
Ηδη από την εποχή της «σύγκρουσης των πολιτισμών» και ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο μουσουλμάνος έχει αναγορευτεί από τον δημόσιο λόγο στον μεγάλο Αλλο.
Κι όμως, ο μουσουλμάνος δεν είναι κάποιος που κατοικεί μακριά, κάποιος που κρύβεται απειλώντας πίσω από το παραπέτασμα.

Είναι κάτοικος και πολίτης της Ευρώπης. Ετσι ο Αλλος γίνεται ο μεγάλος Ξένος, ο νέος Εβραίος σε μια ήπειρο που ξαναχτίζει τα συστατικά του ρατσισμού της, ο φταίχτης σε χώρες που προσπαθούν να εντάξουν τον ρατσισμό κανονικοποιημένο στον δήθεν φιλελευθερισμό τους.
Η νίκη του Κχαν στις εκλογές αποκτά τη σημασία της ακριβώς σε αυτό το συμβολικό επίπεδο.
Γιατί καταφέρνει να προκαλέσει ρωγμές σε μια ομογενοποιημένη αφήγηση που ταυτίζει την εξαίρεση με τον κανόνα, υποβαθμίζει το σύνολο των χαρακτηριστικών, των διαφορών και των ιδιαιτεροτήτων, ομογενοποιώντας σε μια ενιαία εικόνα, σύμφωνα με τους όρους του φόβου, της ακροδεξιάς προπαγάνδας και του θεάματος (για να αντιληφθούμε τον βαθμό που κάτι τέτοιο μας αφορά άμεσα, είναι καλό να ρίξουμε μια ματιά στο ρατσιστικό ξέσπασμα του Ανδρέα Ανδριανόπουλου -δήθεν εκπροσώπου του δήθεν φιλελευθερισμού στη Ελλάδα- με τίτλο «Μπράβο στο Λονδονιστάν»).

Και σίγουρα το στοιχείο της θρησκείας ήταν κυρίαρχο καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο στον δημόσιο λόγο της Μεγάλης Βρετανίας.
Κυρίως φυσικά από τους αντιπάλους του Κχαν, οι οποίοι προσπάθησαν να τον συνδέσουν με το εξτρεμιστικό Ισλάμ και την τρομοκρατία.
Το θρησκευτικό στοιχείο δεν ήταν βέβαια το μόνο, αφού ο Κχαν υποσχέθηκε να κατασκευάσει 50.000 νέες κατοικίες με κοινωνικό ενοίκιο, να παγώσει τις αυξήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς και να κάνει το Λονδίνο μια «πράσινη» πόλη.
Γιατί πέρα από μουσουλμάνος, ο Κχαν έχει και άλλα χαρακτηριστικά.
Οπως π.χ. την ταξική του καταγωγή από φτωχή οικογένεια του Λονδίνου, στοιχείο που φρόντισε να τονίσει και ο ίδιος προεκλογικά.
Ταυτόχρονα, ο Κχαν τοποθετείται πολιτικά στην αριστερή πτέρυγα των Εργατικών, αλλά στην ήπια εκδοχή της, τη λεγόμενη soft Left, η οποία κατάγεται από τους πολιτικούς γύρω από τον Νιλ Κίνοκ.
Επίσης, διετέλεσε δύο φορές υπουργός των κυβερνήσεων του Γκόρντον Μπράουν.
Ισως τελικά να βρισκόμαστε μπροστά στο παράδοξο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μετριοπάθεια (ή ο πολιτικός συντηρητισμός του Κχαν, ανάλογα από πού το βλέπει κανείς) να αποτελέσει βασικό παράγοντα ριζοσπαστικότητας.

Ακριβώς γιατί η αφήγηση που δημιουργείται μοιάζει οικεία και μετριοπαθής κόντρα στη -με θρησκευτικούς όρους- ριζοσπαστικοποιημένη εικόνα των μουσουλμάνων.
Μια εύκολα αποδεκτή εκδοχή, μια μη αιχμηρή εικόνα ενός ήπιου πολιτικού και ενός ήπιου ανθρώπου, ενός εξαιρετικά πετυχημένου παραδείγματος ενσωμάτωσης.
Ο Κχαν αναδεικνύεται έτσι όχι μόνο ως ένας εκπρόσωπος των κατοίκων του Λονδίνου, αλλά και ως ένας εκπρόσωπος των μουσουλμάνων κατοίκων της ξενοφοβικής Ευρώπης.
Ως ένα επιχείρημα απέναντι σε εξισωτικές λογικές και ταυτίσεις, απέναντι σε έναν συμπαγή τρόπο σκέψης που μοιάζει να κυριαρχεί, αν όχι ολοκληρωτικά, σίγουρα με ολοκληρωτικό τρόπο.
Απέναντι σε μια Διεθνή του ρατσισμού με παρόμοια χαρακτηριστικά τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην Αυστρία ή την Ελλάδα.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην ενσάρκωση ενός διαφορετικού παραδείγματος και μάλιστα όχι μόνο με συμβολικά χαρακτηριστικά, αλλά και με ταξικά.
Και αυτό, ναι, αποτελεί σίγουρα μια σημαντική νίκη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Μενού εξορίας



Πρόσφατα, γνωστό βιβλιοπωλείο από το Κολωνάκι διοργάνωσε τουρ στη Μακρόνησο με σκοπό την παρουσίαση ενός μυθιστορήματος που είχε στο κέντρο της θεματικής του τους εξόριστους στο νησί.
Οπως μας ενημέρωσε η υπεύθυνη του βιβλιοπωλείου μέσα από τη σελίδα της στο Facebook: «Μακρόνησος 15/5/16, μία συγκλονιστική εμπειρία ενάντια στη συλλογική λήθη του διχασμού που κάθε νεοέλληνας πρέπει να ζήσει για να ξέρει. Γιατί εκτός από το γλυκό, θυμαρίσιο μέλι του Κωνσταντίνου, τελευταίου και μοναδικού “φύλακα” του νησιού, παίρνεις μαζί πίσω και μία πικρή γεύση της κατάρας που κουβαλά η φυλή μας».
Η ανάρτηση συνοδευόταν από φωτογραφίες. Ανάμεσα σε αυτές μία έκανε τον γύρο του διαδικτύου αποσπώντας ψόγο, αναγούλα και χλευασμό.

Στην ανάρτηση βλέπουμε μια κλειστή συσκευασία φαγητού με λογότυπο γνωστού bistro της Κηφισιάς και πάνω του δεμένο ένα σημείωμα με όμορφη γραμματοσειρά να καταγράφει το μενού εξορίας, την τροφή των εξόριστων για κάθε μέρα της εβδομάδας.
Το φαγητό δόθηκε στους εκδρομείς κατά τη διάρκεια της ξενάγησης (όπως επεξήγησε εκ των υστέρων η βιβλιοπώλης, η συσκευασία περιείχε σάντουιτς και όχι κάποια από τις τροφές του μενού. Ευτυχώς γιατί ανησυχήσαμε για το βασανιστήριο στο οποίο θα είχαν υποβληθεί οι περιηγητές).
Η ύβρις, η κλιμάκωση της βλακείας και της ασέβειας είναι εμφανείς σε κάθε σημείο του εγχειρήματος.
Οχι γιατί η όλη η χαρωπή γιορτή διαδραματίζεται σε έναν χώρο ιερό για την Αριστερά ή για την ίδια την ιστορία (που προφανώς και τα δύο ισχύουν στον υπερθετικό βαθμό), αλλά για έναν χώρο βουτηγμένο στον ανθρώπινο πόνο και στο ανθρώπινο έγκλημα από τη μεριά του καθεστώτος.
Κάθε σημείο της καταγραφής της εκδήλωσης είναι βουτηγμένο σε μια επιθετική αφέλεια που συναντά τον κυνισμό και τελικά (άσχετα με όσα μας βεβαιώνει η ίδια) τη χαιρεκακία.
Ο διχασμός, η κατάρα της φυλής (γενικά), το γεγονός πως το θυμαρίσιο μέλι του Κωνσταντίνου προηγείται (ακόμα και το γεγονός πως βρίσκεται στην ίδια πρόταση) στην ανάρτηση της πικρής γεύσης (που θεωρούμε πως είναι η πιο ακατάλληλη κοινότοπη φράση σε σχέση με τα συναισθήματα που μπορεί να σου προκαλεί ένας χώρος βασανισμού), ακόμα και η δήθεν χαριτωμένη τοποθέτηση της λέξης φύλακας σε εισαγωγικά.
Το γεγονός πως το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος πώλησης βιβλίων, αλλά χώρος εκδηλώσεων με νεοφιλελεύθερο προφίλ και με μπόλικη θεωρία των δύο άκρων στο ανφάς.
Η ίδια η τοποθέτηση δείχνει μια άγρια διάθεση ρεβανσισμού απέναντι μάλιστα στους ηττημένους (και ακόμη περισσότερο τους βασανισμένους).
Μέσα στην αφέλειά του προσπαθεί να αφαιρέσει ακόμη και όποιο στοιχείο ηθικής νίκης του βασανισμένου, να ταυτιστεί μαζί του ακριβώς για να τον εξαφανίσει.
Σε μια προσπάθεια να αφαιρεθεί επί της ουσίας το πολιτικό στοιχείο από ένα κομμάτι που μόνο πολιτικά μπορεί να ερμηνευθεί και να αποκωδικοποιηθεί ως ένα στοιχείο της φυλής.
Εξωιστορικά, με ιδεαλιστικές κατασκευές της πλάκας, προς μια κατεύθυνση έτοιμη να γκρινιάξει για τους ένοχους Ελληνες που τους αξίζουν τα μνημόνια και δεν είναι ικανοί να είναι όσο Ευρωπαίοι χρειάζεται ώστε να είναι Ευρωπαίοι.

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα θεματικό πάρκο της πληγής. Μπροστά στη θέαση της ιστορίας ως κάτι μακρινό και άνευρο, χωρίς παλμό, χωρίς παρόν.
Οχι μπροστά σε μια μουσειοποίηση αλλά περισσότερο μπροστά σε μια αδιάφορη περατζάδα στις βιτρίνες αγοράζοντας συναίσθημα και συγκίνηση με πλαστικό χρήμα.
Μπροστά στην ανάμνηση όχι ως ιστορία, αλλά ως μνήμη που δεν επαναφέρει αλλά κατασκευάζει.
Το τουρ στη Μακρόνησο και η καταγραφή του πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο μιας σειράς γεγονότων που συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Τα βιβλία και τα άρθρα του Καλύβα και του Μαρατζίδη και το ξαναγράψιμο της ιστορίας, την προσπάθεια λείανσης του Μεταξά από την «Καθημερινή», τον Νίκο Δένδια στη Βουλή κ.ά., τηλεοπτικές διατυπώσεις τύπου «ο Τσολάκολγλου δεν ήταν τόσο κακός» ή «η αστική τάξη αντιστάθηκε στη χούντα» και πολλά ακόμη.

Βρισκόμαστε μπροστά στην προσπάθεια μιας νέας ιστορικής συμφιλίωσης όπου στην πραγματικότητα ο νικητής παραδέχεται και διεκδικεί το δικαίωμά του στη γιορτή της νίκης.
Και κατ' επέκταση στη δικαιολόγηση εγκλημάτων και βασανισμών.
Σε μια απόλυτη επικράτηση που αφαιρεί ακόμη και το δικαίωμα στην ήττα.
Στο επόμενο λοιπόν τουρ στη Μακρόνησο ελπίζουμε να σερβίρουν και μενού βασανιστηρίων.
Ετσι για να μην πλήττουμε, ρε αδερφάκι μου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Ημερολόγιο δυστοπίας #3: The walking dead



Ο βοηθός σερίφη Rick Grimes ξυπνάει στο νοσοκομείο ύστερα από πολύμηνο κόμμα. Το νοσοκομείο μοιάζει άδειο και οι δρόμοι σιωπηλοί.
Σύντομα ο πρωταγωνιστής ανακαλύπτει πως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε νεκροζώντανους, σε ζόμπι, σε βαδίζοντες νεκρούς (σύμφωνα με τον τίτλο).
Οι ελάχιστοι επιζώντες προσπαθούν να επιβιώσουν με οποιονδήποτε τρόπο, κυνηγημένοι, κρυπτόμενοι, συγκροτώντας μικρές ομάδες.
Οι πόλεις έχουν καταληφθεί, οι αρτηρίες έχουν εγκαταλειφθεί, οι επιζήσαντες είναι ορατοί και εκτεθειμένοι.
Ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει. Ολόκληρη η ζωή σκύβει σε ένα τοπίο ενσαρκωμένου θανάτου και ερήμωσης.
Ο Rick Grimes θα αρχίσει να ψάχνει την οικογένειά του κυνηγημένος μέσα σε ένα ξαφνικό αμετάκλητο παρόν. Θα επισκεφτεί πόλεις και θα πολιορκηθεί από ξενιστές, θα σκοτώσει τους ήδη νεκρούς και θα κρυφτεί από τους ζωντανούς.
Κάθε στιγμή βρισκόμαστε μία μέρα μετά την αποκάλυψη, όπου όλα είναι απότομα και κάθε δεδομένο ξεκινάει από την αρχή.
Τελικά θα συναντήσει τη γυναίκα του και το παιδί του σε έναν πρόχειρο καταυλισμό μαζί με άλλους επιζώντες.
Από τη στιγμή αυτή και μετά αρχίζει ένα ατελείωτο ταξίδι επιβίωσης, ένα αγκομαχητό ύπαρξης σε έναν κόσμο αιχμηρό, όπου σε κάθε στροφή θριαμβεύει η απώλεια.
Οι επιζώντες θα κυνηγηθούν, θα βρουν καταφύγια τα οποία στη συνέχεια θα εγκαταλείψουν, συντρόφους που στη συνέχεια θα χάσουν, θα δημιουργήσουν πρόχειρες δομές που στη συνέχεια θα σπαραχθούν.
Προχωρώντας πάντα μπροστά, προσπαθώντας να βρουν μια συνέχεια που μοιάζει μάταιη και ταυτόχρονα επιβάλλεται ως αυτονόητη.

Η σειρά «The walking dead» βασίζεται στο ομώνυμο κόμικς του Robert Kirkman και του Tony Moore το οποίο εκδίδεται από το 2003 μέχρι και σήμερα.
Και ενώ θα μπορούσε να αποτελεί ακόμη μία παραγωγή με ζόμπι, όπου η γραφική βία και η αποτύπωση του αίματος λειτουργούν πορνογραφικά ως μόνη τέρψη των θεατών, στην πραγματικότητα η σειρά καταφέρνει πολύ περισσότερα.

Ξεκινώντας από τη βίαιη συνθήκη μιας μετα-αποκαλυπτικής αφήγησης, η σειρά καταγράφει τον θάνατο, τον πόνο και την έκθεση με ωμότητα.
Οικοδομεί έτσι αυτή την αίσθηση της μόνιμης απειλής, της συνόρευσης της κανονικότητας με το αποτρόπαιο, της ηρεμίας με τη σφαγή.
Οι νεκροζώντανοι, μέσα από τη μόνιμη παρουσία τους, καταλήγουν να γίνουν στοιχεία του περιβάλλοντος, προσωποποιήσεις της απώλειας με τους όρους που υπάρχει και η δική μας, η καθημερινή απώλεια.
Μια παράμετρος σε μια καθημερινότητα που δεν διαφέρει απλά ως απότομη αλλαγή αλλά συνορεύει με τη δική μας καθημερινότητα ώστε να την αναστοχαστεί, να την κρίνει από την αρχή και να την επαναδιατυπώσει.

Αλλωστε οι αφηγήσεις της δυστοπίας λειτουργούν πάντοτε κριτικά απέναντι στη δική μας πραγματικότητα.
Ως μια σύμβαση που απομονώνει στιγμές και σχέσεις, κρίνει πολιτικές φτάνοντάς τες στο ακραίο τους ενδεχόμενο, περιγράφοντας τον σημερινό πολιτισμό στο σύνολό του παίρνοντας ως δεδομένο την εξαφάνισή του.

Η αποτύπωση των νεκροζώντανων αποτελεί έναν φόρο τιμής στην αισθητική του Τζορτζ Ρομέρο. Με αργή κίνηση που θυμίζει υπνοβάτη, βλέμματα μοχθηρά και απλανή, με μόνο κίνητρο μια άσβεστη πείνα και λουσμένα στην αποσύνθεση.
Οπως όμως ο Ρομέρο χρησιμοποίησε τα ζόμπι ως στοιχεία μιας (απλοϊκής) πολιτικής παραβολής, έτσι και στο «Walking dead» τα ζόμπι θα χρησιμοποιηθούν όχι ως πρωταγωνιστές αλλά ως μέρη μιας ευρύτερης αφήγησης.

Πρωταγωνιστής στη σειρά είναι η ίδια η ανθρώπινη συνθήκη τοποθετημένη στα άκρα της.
Η επιβίωση και ο ανταγωνισμός στο πυρηνικό τους στάδιο, οι όροι με τους οποίους συγκροτούνται οι κοινωνίες (στη συγκεκριμένη περίπτωση ξεκινώντας από το μηδέν), οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και ομάδων, το σύνολο των εκφάνσεων του ανθρώπινου πολιτισμού.
Δεν βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια κλοουνερί της πληγής, αλλά πολύ περισσότερο σε ένα σεληνιακό τοπίο που κατοικεί μέσα στο δικό μας φόντο, τοποθετώντας τον κίνδυνο και τον θάνατο στον υπερθετικό τους βαθμό, αναδεικνύοντας πτυχές που είναι ήδη παρούσες, κινδύνους με τους οποίους συνομιλούμε και οικείες εκφάνσεις του ανθρώπου σε ένα ανοίκειο περιβάλλον.
Στην υπόθεση πως αυτό θα μπορούσε να είναι το μέλλον του παρόντος μας, πως η αποσύνθεση δεν κατοικεί μόνο στις όψεις των τεράτων και πως τελικά οι βαδίζοντες νεκροί δεν είναι οι νεκροζώντανοι, αλλά εμείς οι ίδιοι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)