Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ο ποιητής και το παγκάκι




Ηταν αρκετά χρόνια πίσω όταν επισκέφτηκα την Ιρλανδία και το Δουβλίνο. Νομίζω πως σε εκείνο το ταξίδι κατάλαβα πως σε κάθε τόπο επισκέπτεσαι αυτά που εσύ ο ίδιος κουβαλάς . Για εμένα η Ιρλανδία ήταν η μόνη χώρα που ήθελα πραγματικά να επισκεφτώ. Ένας τόπος προσκυνήματος όπου όλοι οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες περπάτησαν και ανέπνευσαν. Ο Όσκαρ Γουάιλντ, ο Γέητς, ο Συνγκ, ο Τζόυς, ο Μπέκετ και πολλοί ακόμη. Μια σπιθαμή γης που έθρεψε την ομορφιά και την ιδιοφυΐα. Και ακόμη και αν τελικά όλοι οι συγγραφείς εγκατέλειψαν το «αγαπημένο βρωμοδουβλίνο», κάτι από την πόλη αυτή παρέμενε γαντζωμένο στην ανάσα και την ανάμνησή τους. Γιατί το Δουβλίνο μπορεί να μην είναι η ομορφότερη πόλη, αλλά διατρέχει με τόσο παρόν φράσεις και στίχους, ώστε όταν την επισκέπτεσαι –και εφόσον το επιθυμείς- να νομίζεις πως τα βήματά σου απλώνονται στην επικράτεια του μύθου.

Οι μέρες είχανε περάσει και το προσκύνημα είχε σχεδόν τελειώσει. Για το τέλος είχα αφήσει ένα άγαλμα ενός σχετικά άγνωστου σε εμάς ποιητή, του Πάτρικ Κάβανα. Πέρα από το γεγονός πως η ποιητική του σύνθεση «Η μεγάλη Πείνα» (εκδόσεις Καστανιώτη, 1999) υπήρξε ένα από τα ωραιότερα ποιητικά βιβλία που είχα διαβάσει, το άγαλμα είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον με την πρωτοτυπία του. Η μορφή του ποιητή δεν εμφανίζεται με την ρομαντική ένταση του βάρδου ή τον απόμακρο σεβασμό του διανοουμένου, αλλά με την επιθετική κοινοτοπία του καθημερινού. Ο ποιητής με χέρια και πόδια σταυρωμένα αράζει σε ένα παγκάκι. Το γλυπτό σε φυσικό μέγεθος δύσκολα ξεχωρίζει από την κοινοτοπία μιας καθημερινής εικόνας. Αν προσπεράσεις βιαστικά, δεν θα καταλάβεις καν πως πρόκειται για άγαλμα .

Κι όμως πολλές φορές η κοινοτοπία είναι το καλύτερο καμουφλάζ για να κρυφτείς. Μετά από μία περίπου ώρα περπάτημα κατά μήκος του Λίφεϋ, τα παγκάκια παρέμεναν εμφανώς άδεια από πρασινισμένους ποιητές. Το άγαλμα παρέμενε άφαντο. Μέσα στην απόγνωση ρώτησα τον πρώτο περαστικό που συνάντησα να μου πει πού στο καλό είναι το άγαλμα. Ο περαστικός, ένα μεγαλόσωμος 60άρης με 4 δόντια και ένα τσιγάρο να πηγαινοέρχεται ανάμεσά τους με κοίταγε με απορία. «Από πού είσαι;», με ρώτησε. «Από την Ελλάδα» του απάντησα, «Ελλάδα! Κόλλα πέντε» μου είπε ενθουσιασμένος βάζοντάς με σε μια διαδικασία παρατεταμένης χειρονομίας που δεν μπορούσα να ακολουθήσω. «Ελλάδα ε; Ξέρεις τον Ντέμη Ρούσσο; Έτρωγε πάρα πολλές μπριζόλες», μου είπε. «Το άγαλμα δεν θυμάμαι πού βρίσκεται. Αλλά μια φορά τα είχα πιει στο δίπλα τραπέζι με το Κάβανα», για να προσθέσει στη συνέχεια: «βέβαια αυτό δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Όλο το Δουβλίνο έχει πιει κάποια στιγμή σε κάποιο διπλανό τραπέζι με τον γέρο Πάτρικ. Έπινε πολύ βλέπεις. Και το υπόλοιπο Δουβλίνο επίσης», για να λήξει το μονόλογό του λέγοντας «πρέπει να φύγω. Αν κάποτε συναντήσεις τον Ντέμη Ρούσσο μετέφερε του το θαυμασμό μου. Πολλές μπριζόλες πράγματι». Έφυγε βιαστικός και εμείς συνεχίσαμε να ψάχνουμε το καθιστό άγαλμα στις όχθες του Λίφεϋ. Τελικά, το άγαλμα δεν το βρήκαμε ποτέ και καταλήξαμε στο λογικό συμπέρασμα πως το πιθανότερο είναι να το ξερίζωσε από τη θέση του ο Ντέμης Ρούσσος, να το έβαλε στην έπαυλη του και να το κοιτά ενώ συνέχιζε να τρώει τις διεθνώς αναγνωρισμένες μπριζόλες του.

Καμιά φορά σκέφτομαι αυτή την ασήμαντη ιστορία. Και κάποιες φορές σκέφτομαι το άγαλμα (τον Ντέμη Ρούσσο ομολογώ πως τον σκέφτομαι όλο και λιγότερο). Κάποιες φορές ενώ διασχίζω το πάρκο το πρωινό, βλέπω τα άδεια παγκάκια στη σειρά, χωρίς ποιητές, χωρίς ποτάμι. Άδεια παγκάκια, λέω, περιμένετε και σεις στην ταπεινή άκρη αυτού του κόσμου τον ποιητή να απλώσει πάνω σας τα πόδια του και τη μοναξιά του. Ακόμα και αν η όψη σας δεν αντικρίζει τίποτα παραπάνω από το απέναντι παρτέρι, η θέα σας θα είναι πάντοτε η αιωνιότητα ενός ποταμού που κυλά σιωπηλός μέσα απ το στήθος μας. Και αν τελικά οι ποιητές προτιμήσουν και πάλι κάποιο αλκοολούχο μπαρ και κάποιο ξενέρωτο καφενείο, εσείς παγκάκια μου να θυμάστε του στίχους του Πάτρικ Κάβανα: «Ω μην με τιμήσετε με κάποιον τάφο που εξιστορεί κατορθώματα ηρώων /μόνο με ένα παγκάκι δίπλα στο ποτάμι για να κάθονται εκεί οι περαστικοί».

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ, ανορθόδοξες πρακτικές


Οι δημιουργοί της σελίδας-παρωδία στο Facebook «Παλιό Πα.Σο.Κ. - Το Ορθόδοξο» αποφάσισαν να ανοίξουν ένα μαγαζί με λίγο-πολύ τα χαρακτηριστικά των αναρτήσεών τους. Πασοκικά αντικείμενα και στερεότυπα, αφίσες, αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα της πασοκικής δυναστείας. Με μότο το «Σαμπάνια – Σολομός – Σοσιαλισμός» και υπόκρουση τα Carmina Burana και τη Ρίτα Σακελλαρίου.
Οk λες, σαν χαβαλές ακούγεται και η σελίδα πλακίτσα έχει και τι σημασία έχει και τι γράφετε για όλα αυτά;
Ενα ακόμα αστείο μιας κουλτούρας που δομείται πάνω στην ειρωνεία και οι μόνες της ωδές αποτελούν παρωδίες.
Μιας κουλτούρας λίγο-πολύ κοινής και οικείας για όσους βρίσκονται εκεί στα 30-40, μιας κουλτούρας που μοιραζόμαστε σε διαφορετικές δόσεις ο καθένας. Είναι όμως μόνον αυτό;
Ναι, όπως φαίνεται το ΠΑΣΟΚ ως νοσταλγία είναι πιο αποδεκτό από το ΠΑΣΟΚ ως πολιτική (π.χ. η σελίδα του Ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ έχει περισσότερα μέλη από την κανονική σελίδα του κόμματος).
Αλλά, συγγνώμη, τι εννοούμε νοσταλγία; Στο πλαίσιο αυτό εννοούμε ουσιαστικά την υπογράμμιση εξωτερικών χαρακτηριστικών, την εστίαση μέσω της υπερβολής σε αισθητικά σημεία, πρόσωπα και γεγονότα ώστε να αναδειχτεί ένας κώδικας και ένα λεξιλόγιο με όρους παρωδίας.
Η ίδια η μνήμη μάς οδηγεί σε κορυφές παγόβουνων, σε λέξεις και ονόματα που συμπύκνωναν πολιτικές και πράξεις.
Και ναι, η ανάμνηση της γραφικότητας πτυχών του πασοκισμού (τα πράσινα καφενεία, τα πακέτα Ντελόρ -κυρίως ως άκουσμα-, το «ο κόσμος έφαγε ψωμάκι») φέρνει γέλιο, όταν όμως αναπαράγεται εμμονικά ως καλτ, χωρίς καμία κριτική, χωρίς καμία υπενθύμιση των πολιτικών και των γεγονότων που αυτές οι πολιτικές προκάλεσαν -και προκαλούν έως και σήμερα- τότε δεν είναι τίποτα περισσότερο από ξέπλυμα και εκμετάλλευση.
Το καλτ περιγράφει την ένταξη του αισθητικά περιθωριακού στον κυρίαρχο λόγο με όρους παρωδίας αλλά ταυτόχρονα συμπάθειας και κατανόησης. Είναι μια κίνηση κατευνασμού και οικειοποίησης.
Μια πραγματικά κακή ταινία γίνεται καλτ, ακριβώς γιατί η αισθητική της έλλειψη είναι εμφανής και την καταδικάζει να μην μπορεί ποτέ να γίνει κομμάτι του κυρίαρχου λόγου.
Το γέλιο που προκαλεί είναι μια συνεχής υπενθύμιση για το πόσο «ακίνδυνη» είναι η ταινία στο να θεωρηθεί κάτι περισσότερο από περιθώριο.
Η σύγχρονη κοινωνία της συνεχούς αναπαραγωγής αποθεώνει το «κακό» αισθητικά και το εντάσσει στον λόγο της ακόμα και με όρους εμπορικής εκμετάλλευσης.
Ως κάτι δεδομένα κακό που ως κέντρο της ταυτότητάς του δεν έχει αυτό που θέλει να πετύχει ο δημιουργός (ή οι δημιουργοί) αλλά την παγιοποίηση της αποτυχίας του να το καταφέρει.
Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη κίνηση του ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ και των λοιπών προϊόντων του είναι πως όλα αυτά που εκλαμβάνονται ως περιθωριακά υπήρξαν κομμάτια μιας κυρίαρχης, διαδεδομένης και ταυτόχρονα άκρως επιθετικής κουλτούρας.
Μιας πασοκικής κουλτούρας που ισοπέδωσε, δημιούργησε συγκεκριμένους ανθρωπότυπους και βίασε ένα συλλογικό φαντασιακό.
Που βασίστηκε σε οικονομικά στηρίγματα ύποπτης καταγωγής ώστε να στηθεί, μάσησε, ρεύτηκε και έστειλε τον λογαριασμό στις επόμενες γενιές.
Μια κουλτούρα που επιβιώνει μέχρι και σήμερα, ακόμη και χωρίς Κωστόπουλους, χωρίς «Αυριανή», ακόμη και χωρίς ΠΑΣΟΚ. Σε καθημερινές συμπεριφορές, τρόπους και στάσεις, σε αξιακές κλίμακες και επιθυμίες, στον νεοαυριανισμό και σε συγκεκριμένους πολιτικούς (όχι απαραίτητα στον χώρο του ΠΑΣΟΚ). Μια στάση ζωής που καιροφυλακτεί ώστε να καταστεί ξανά κυρίαρχη και να πάρει την εκδίκησή της.
Ολη αυτή η ιστορία μοιάζει με νοσταλγία για το ίδιο το σήμερα. Ως απενοχοποίηση των στοιχείων αυτών που, αν και υπάρχουν στο παρόν, δεν μπορούν να επιδειχθούν με την ίδια ένταση και την ίδια εξωστρέφεια.
Το παρόν λοιπόν μεταμφιέζεται σε παρελθόν ώστε, δήθεν αυτοπαρωδούμενο, να απολαύσει τον εαυτό του. Και η ίδια η παρωδία, αφού πάντα επιλέγει με τρόπο αφηρημένο, ξεχνώντας επιχειρήματα και λεπτομέρειες, σκοτεινές πτυχές και εγκληματικές διασυνδέσεις, σχετικοποιεί, λειαίνει τις γωνίες και τελικά αθωώνει και ξεπλένει. Τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Και μάλιστα με οικονομικό αντίτιμο παροχής πράσινων υπηρεσιών.
Αλλά τελικά η εμπορική εκμετάλλευση των πάντων άνευ όρων -το να βγάζεις κέρδος από μια φούσκα- είναι κατεξοχήν πασοκική πρακτική. Αρα το ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο, το «Κέντρο Πολιτισμού Η Αλλαγή» και όλα τα συναφή δεν είναι ξένα της κουλτούρας που παρωδούν. Στην πραγματικότητα περιγράφουν ακριβώς την ένταξη του ανεστραμμένου ειδώλου της κουλτούρας αυτής στο κυρίαρχο σώμα της.
Καλές δουλειές, σύντροφοι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Από τον ένα Δεκέμβρη, ο άλλος


Οι μέρες προχωρούνε από εκείνη τη νύχτα του Δεκέμβρη του 2008, στοχεύοντας πάντοτε στο μέλλον. Μα υπάρχει κάτι κάθε 6 Δεκεμβρίου που τις τραβά στο παρελθόν. Μια υπενθύμιση του περιστατικού, των ημερών που ακολούθησαν και της παρακαταθήκης. Μια υπενθύμιση των πόσων πέρασαν από τότε, των πραγμάτων που άλλαξαν, των ανθρώπων που άλλαξαν, των στοιχείων εκείνων που γεννήθηκαν τότε και ακόμη τα κουβαλάμε πολλές φορές ακόμα και άθελά μας.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08 έθεσε με τον πιο εμφατικό τρόπο ένα ηθικό αίτημα ως απάντηση σε μια πράξη εγκληματικής καταστολή. Η ίδια η πράξη συνόψιζε πολλά περισσότερα από το τράβηγμα ενός μπιστολιού. Κουβαλούσε και κουβαλάει πράξεις του παρελθόντος και πράξεις του μέλλοντος. Μια ακυρωμένη ηλικία και μια μηδενική προοπτική. Το μπάζωμα και το θάψιμο του χειμάρρου μιας γενιάς. Κάπου ανάμεσα στην μιζέρια της πλαστικής ευδαιμονίας ως υπόσχεση της δεκαετίας των πολλών μηδενικών (‘00s) και την πλήρη απαξίωση της όποιας διεξόδου ακριβώς την επόμενη δεκαετία. Η κρίση μιας ολόκληρης γενιάς άρχισε με αυτό τον πυροβολισμό και αντηχεί ακόμη.

Το ηθικό αίτημα εκείνων των ημερών ήταν ξεκάθαρο και έμπαινε με τρόπο εμφατικό: δεν γίνεται να πυροβολείς ένα παιδί και αυτό να μένει αναπάντητο. Τα γεγονότα που ακολούθησαν περιγράφουν ακριβώς τη διαδικασία μιας ολόκληρης κοινωνίας να σπρώξει αυτή τη δολοφονική πράξη έξω από τα όριά της με όρους ύβρεως απέναντι στο σύνολό της. Αλλά αυτό που περιγράφεται ως έξω από το όριο της κοινωνίας περιγράφει και αυτή την ίδια. Καθώς, λοιπόν, το αίτημα διατυπωνόταν, κάτι μετασχηματιζόταν σ’ αυτή. Κάτι βαθύ ως προς τις αξίες και τα συλλογικά δεδομένα που επέτρεψαν τη δολοφονική πράξη, ως προς τις αντιστάσεις στο να αποδεχτείς την πράξη αυτή και να θέλεις με κάθε τρόπο να εκφράσεις τη δομική σου αντίθεση.
Γιατί ο Δεκέμβρης ταξίδεψε πολύ μέσα στα ημερολόγια. Διαχύθηκε σε γειτονιές και συλλογικές χειρονομίες, σε ατελείωτες ζυμώσεις στο στόμα δυο φίλων, μιας παρέας ή μιας συλλογικότητας. Μπήκε στην κατάληψη της Λυρικής και φούντωσε ξανά στις μεγάλες πορείες της κρίσης, έγινε μαζικός διάλογος στο Σύνταγμα και ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων. Έγινε ένα μαζικό ΟΧΙ, υπερπηδώντας το φόβο και χαμογελώντας αγωνιστικά προς το άγνωστο. Απογοητεύτηκε, εξοργίστηκε και παραμένει εδώ. Αγκάλιασε τους προβληματισμούς και τις απογοητεύσεις, τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό φαινόμενο και τα όρια της διεκδίκησης. Υπεραναλύθηκε και αποσιωπήθηκε ταυτόχρονα. Καλύφθηκε από τα γεγονότα που τον διαδέχτηκαν και τα διαπέρασε ταυτόχρονα. Κληρονομήθηκε επιμερισμένος σε άπειρες εκδοχές και αναγνώσεις τελείως προσωπικές. Ως γεγονός, ως πολιτική, ως βίωμα.
Και ακόμα περισσότερο μέσα από την ξαφνική του εμφάνιση και την αυθόρμητη δημιουργία του υποσχέθηκε πως θα είναι πάντοτε εδώ. Σε απόσταση μιας σπίθας ή ενός εγκλήματος από το παρόν μας. Αλλά όχι μόνο ως αντίδραση. Θα είναι εδώ και ως υπόσχεση ακαριαίας δημιουργίας απέναντι σε όσους δεν βολεύονται σε ένα τόσο στενό παρόν. Κάθε Δεκέμβρη, ο Δεκέμβρης μας θυμίζει πως ο Δεκέμβρης περιμένει.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Από τον πολιτικό ρεαλισμό, στον ψυχρό κυνισμό


Ποια είναι η πολιτική απόσταση που χωρίζει τον πολιτικό ρεαλισμό από τον κυνισμό; Σε ποιο σημείο τοποθετείται το όριο αυτό, που αν το υπερβείς, χάνεις την ψυχή σου; Υπάρχουν πράξεις και αποφάσεις που μια κυβέρνηση θα όριζε ως αδιανόητες με βάση την ιδεολογία της ή έστω την ιστορία της;
Η συζήτηση στη βουλή γύρω από την υπόθεση της πώλησης όπλων της κυβέρνησης στη Σαουδική Αραβία είχε πολλά στοιχεία. Στοιχεία για το ποιος ξέρει ποιόν, που τον συνάντησε, πως συνεργάστηκαν. Στοιχεία για τη νομιμότητα των μεσαζόντων και το παράνομο των εκπροσωπήσεων. Είχε αναφορές σε πρεσβείες και προξενεία, στη σαρία και το νομικό δίκαιο των διακρατικών αγοραπωλησιών. Είχε ρητορικά σχήματα και φραστικές εκρήξεις, απειλές και φτηνά υπονοούμενα. Ένα καμβά από καθημερινά κοινοβουλευτικά χρώματα με ελαφρώς αυξημένη ένταση. Το μόνο που δεν είχε ήταν συζήτηση για την ουσία του θέματος. Για το πώς μια κυβέρνηση νομιμοποιείται να πουλάει όπλα σε ένα θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο θα τα χρησιμοποιήσει, εξοπλίζοντας τον υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμό στην Υεμένη.

Βέβαια, είναι γνωστό σε όλους πως τα όπλα του Πάνου Καμένου και αντίστοιχων ηθικών προσώπων είναι ένα μονάχα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί η Σαουδική Αραβία, για να γονατίσει τους σιίτες αντάρτες και το μεγάλο κομμάτι του λαού της Υεμένης, που τους στηρίζει στη διαμάχη τους με τους ξένους εισβολείς. Η πείνα και οι επιδημίες είναι μερικά όπλα ακόμα. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της βουλής, περίπου επτά εκατομμύρια άνθρωποι είναι αντιμέτωποι με τον λιμό στην Υεμένη και εκατοντάδες χιλιάδες ζωές απειλούνται από τις επιδημίες χολέρας και διφθερίτιδας που σαρώνουν λόγω των συνθηκών. Και όλα αυτά κατά τη διάρκεια εκλύσεων από τη Διεθνή Αμνηστία και τον ΟΗΕ να σταματήσει η πώληση όπλων και να αρθεί το εμπάργκο που έχει επιβάλει η Σαουδική Αραβία. Και ενώ λίγες μέρες μετά σε ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου για πολιτική λύση στη σύγκρουση της Υεμένης εγκρίνεται με ευρεία πλειοψηφία η επιβολή εμπάργκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πώληση όπλων προς τη Σαουδική Αραβία.

Ποια πολιτική επιχειρηματολογία, ποια ρεαλιστική προσέγγιση, ποια ρητορική κέρδους και απώλειας μπορεί να νομιμοποιήσει τη συμμετοχή μιας κυβέρνησης σε ένα συλλογικό έγκλημα; Είναι κυνισμός και κυνισμός μόνο. Μια προσέγγιση με αποκλειστικά οικονομικό κριτήριο, μια πολιτική που η ίδια μεταφράζει την πολιτική σε ψυχρή οικονομία. Μια κατάπτυστη επίδειξη αμοραλισμού που περιγράφει τον εαυτό της ως αυτονόητο και τελικά καταλήγει να συζητάει για τα γύρω γύρω. Για το ποιος γνώριζε τον Παπαδόπουλο, και τον Σφακιανάκη, για το ποιες κινήσεις είναι νόμιμες και ποιες νομότυπες, για τι επιτρέπεται και τι όχι. Μια συζήτηση για τη νομιμότητα του δευτερεύοντος, όταν η όλη συζήτηση θα έπρεπε να είναι απονομιμοποιημένη από την αρχή.
Γιατί, αν τελικά η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και το μόνο εφικτό είναι ένας κυνισμός που επιβάλει το θάνατο, καλό θα ήταν να σταματήσουν οι ταυτόχρονες ρητορικές κορόνες για την εδώ φτώχεια, για τους πλειστηριασμούς της πρώτης κατοικίας, για την κλιμάκωση της καταστολής και για την ελληνική ανθρωπιστική κρίση. Στο συγκεκριμένο είδος λόγου η επίκληση στην ηθική και τον ανθρωπισμό δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ρητορικό πυροτέχνημα που έχει ως στόχο την νομιμοποίηση του απάνθρωπου. Μια ρητορική που τελικά βαφτίζει ρεαλισμό τον κυνισμό, τον αποδέχεται και τον ορίζει ως κανόνα της.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

«Παγανιστικές δοξασίες της θεσ­σαλικής επαρχίας» του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη


Η πρωτοτυπία είναι από μόνη της λογοτεχνική αρετή. Δεν αρκεί όμως από μόνη της ώστε να χτιστεί ένα βιβλίο. Είναι τελικά η διαχείριση της πρωτοτυπίας αυτή που έχει λογοτεχνική σημασία.
Η ανάπτυξη, η εξέλιξη, η αρχιτεκτονική της. Και ίσως τα πιο λαμπρά δείγματα λογοτεχνικής πρωτοτυπίας να είναι αυτά που ταυτόχρονα επιτυγχάνουν να μη μοιάζουν με την πρώτη ματιά καινούργια, αλλά κυρίως οικεία.
Οι «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει να σου δίνει την ταυτόχρονη αίσθηση του παλαιού και του καινούργιου σε κάθε του σελίδα.
Από τη μία η pop ή pulp (το γράφω εδώ χωρίς ίχνος αρνητικής διάθεσης) αφήγηση του τρόμου όπως τη συναντούμε σε horror ταινίες, σε στίχους metal κομματιών, σε διηγήματα και μυθιστορήματα τρόμου. Και από την άλλη η ψευδαίσθηση που δημιουργεί ο συγγραφέας της λαογραφικής καταγραφής, του ανώνυμου αφηγητή λαού που διαμορφώνει συνολικά τις ιστορίες του.
Και πράγματι, διαβάζοντας τις σύντομες (2 με 3 σελίδες στην πλειονότητά τους) ιστορίες του Τσαπραΐλη έχεις την αίσθηση πως υπάρχει μια συλλογική συνηγορία πίσω από την αφήγηση, ένα πλήθος που κρατά την ίδια πένα ώστε να συνδιαμορφώσει. Και αυτό από μόνο του θα αρκούσε ως λογοτεχνικό επίτευγμα.
Τρία χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην ομώνυμη φεϊσμπουκική σελίδα που δημιούργησε ο Χρ. Τσαπραΐλης τον Ιούνιο του 2014, οι «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» κυκλοφορούν ως ενιαία συλλογή από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το βιβλίο δομείται πάνω σε δύο άξονες που μέσα από τη χρήση τους ο συγγραφέας τελικά καταφέρνει να τους υπερβεί.
Ο πρώτος άξονας είναι η αφήγηση του παράδοξου, του φανταστικού και της φρίκης, του πεδίου αυτού που ρυθμίζει ένας κανόνας άλλος από τον ρεαλισμό του δικού μας κόσμου, εκεί που οι νεκροί επιστρέφουν, τα σώματα αλλάζουν και παραμορφώνονται, τα ζώα μιλούν.
Και ο δεύτερος άξονας είναι η εντοπιότητα. Η ντοπιολαλιά, ο γεωγραφικός προσδιορισμός, η χρήση των τοπωνυμίων, των ονομάτων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της πραγματικής θεσσαλικής επαρχίας.
Η υπέρβαση συνίσταται στο γεγονός πως ο συγγραφέας καταφέρνει εστιάζοντας στο τοπικό να φτιάξει έναν λόγο τελικά οικουμενικό και εστιάζοντας στον «άλλο κόσμο» της φαντασίας και της φρίκης να μιλήσει τελικά για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Και όλα αυτά με έναν λόγο χωμάτινο που καταφέρνει να μείνει μακριά από το πομπώδες, με μια αφήγηση σπαρμένη με αρχέτυπα, θαμμένες εικόνες, κοινές αναμνήσεις από στιγμές που δεν ζήσαμε.
Ο Τσαπραΐλης μιλάει στις ιστορίες του για έναν κόσμο παλαιό χωρίς να νοσταλγεί στο ελάχιστο. Το παλαιό εδώ ταυτίζεται με το μύχιο. Οχι με μια επιστροφή σε κάτι που παρήλθε, αλλά σε μια άλλη καταγωγή βαθύτερη από έθνη και από χώρες, βαθύτερη και από την ίδια την ιστορία.
Μέσα στα διηγήματα ο αναγνώστης συναντά την παλαιά αρμονία ανάμεσα στον τρόμο και την επιβίωση, τότε που κάθε τι είχε τον ρόλο του στη ζωή, ο ήλιος, ο περίγυρος, η κλίμακα του ανθρώπου. Μια αποκωδικοποίηση του αγνώστου με εργαλείο όχι την επιστήμη αλλά τη φαντασία. Μια άλλη λογική που περιλαμβάνει τη σκιά, τα δέντρα και τα ζώα και που τελικά χρησιμοποιεί την αφήγηση ακριβώς για να ενώσει τις κρυφές λειτουργίες του κόσμου και όσων τον αποτελούν.
Τα διηγήματα που διαβάζουμε κερδίζουν τη σημασία τους ακριβώς γιατί εντάσσονται στη λειτουργικότητα ενός κόσμου. Και ακόμα και αν ο κόσμος αυτός δεν υπάρχει, ακόμα και αν οι ιστορίες δεν δημιουργήθηκαν από ένα πλήθος που τον κατοικεί αλλά από έναν και μόνο συγγραφέα, τα διηγήματα καταφέρνουν να υπονοήσουν την ύπαρξή του και να μεταδώσουν όλο του το βάρος του φόβου, της επιβίωσης και της ζωής που τον κατοικεί.
Και τελικά ο κόσμος τού «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» είναι ο δικός μας κόσμος. Ειπωμένος με ξεχωριστό ταλέντο, σπάνια ικανότητα μυθοπλασίας και με τα άλματα της φαντασίας να κυριαρχούν και να συγκροτούν το σύνολο.
Κάτι απόλυτα νέο, φτιαγμένο με τα πιο παλαιά υλικά. Ενα πραγματικά ξεχωριστό βιβλίο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Έγκλημα τιμής: η περίπτωση της Μαύρης Παρασκευής


Ενα όνομα που σε παραπέμπει σε κραχ χρηματιστηρίων, επεμβάσεις άγγλων στρατιωτών στην Ιρλανδία, τρομοκρατικές επιθέσεις. Χάος, αίμα και πανικό. Αν εξαιρέσεις το αίμα (στην Ελλάδα, γιατί σε περιπτώσεις άλλων χορών εμπεριέχεται και αυτό στο μείγμα) αυτό ακριβώς είναι και η Μαύρη Παρασκευή, ο εορτασμός που τα τελευταία χρόνια μπαστακώθηκε στα ημερολόγιά μας ως ευκαιρία, ως υστερία και αποκαρδίωση.

Η Μαύρη Παρασκευή (ή αλλιώς Black Friday στη γλώσσα των απανταχού καταναλωτών) είναι η μέρα που διαδέχεται τη γιορτή των Ευχαριστιών ή αλλιώς η τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου. Η μέρα σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου των εκπτώσεων. Τα μαγαζιά ανοίγουν πολύ πιο νωρίς από το κανονικό τους ωράριο και κλείνουν πολύ πιο αργά. Η μέρα αυτή έχει καταγραφεί ως μια υστερία κατανάλωσης με τρομακτικά μεγάλες ουρές, ατελείωτα πλήθη να ορμάνε στα μαγαζιά για να ψωνίσουν, στους δρόμους να σχηματίζεται το μεγαλύτερο μποτιλιάρισμα του έτους, ενώ δεν λείπουν τα περιστατικά χειροδικίας ανάμεσα σε καταναλωτές, οι τραυματισμοί, ακόμη και οι θάνατοι.
Γιατί τελικά η Μαύρη Παρασκευή και όλα όσα αυτή πρεσβεύει είναι όντως μια έκπτωση. Με όλους τους συμμετέχοντες από άνθρωποι να μεταμορφώνονται σε καταναλωτές με ελάχιστη διάρκεια ζωής. Ένα βραδυφλεγές θαύμα που δημιουργεί όχι μόνο επιθυμία, αλλά άμεση ανάγκη εκπλήρωσης αφού το θαύμα έχει χρόνο ζωής μία και μόνο μέρα. Μια κατάσταση άμεσα κατασκευασμένης ανάγκης στην περίοδο παρατεταμένης έκτακτης ανάγκης που διανύουμε.
Η «Μαύρη Παρασκευή» -ακόμα και εάν η άτυπη θεσμοθέτηση της προηγείται κατά πολύ του παρόντος- περιγράφει την κατανάλωση στην εποχή της εξαθλίωσης. Τη στιγμή εκείνη, που τα προϊόντα είναι και πάλι προσβάσιμα, αλλά σαν άμαξες που μετά τα μεσάνυχτα ξαναγίνονται κολοκύθες, έτσι κι αυτά θα επιστρέψουν στις αρχικές τους τιμές. Μέσα στις συνθήκες της πιο βαθιάς κρίσης, η Μαύρη Παρασκευή μοιάζει με υπενθύμιση του χαμένου παραδείσου των δεκαετιών της ευμάρειας. Σαν μια βασανιστική, συμπυκνωμένη συνθήκη που νοσταλγεί τον εαυτό της. Ίσως γι αυτό η υστερία αυτή να έχει κάτι το μελαγχολικό. Καταναλωτές μετά την εποχή της κατανάλωσης, σαν παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές βαθέως γήρατος.
Η Μαύρη Παρασκευή είναι φέτος μεγαλύτερη και πιο έντονα ορατή στη χώρα μας τόσο από άποψη διαφήμισης και διάδοσης όσο και από άποψη συμμετοχής. Η ημέρα γίνεται brand, μια μάρκα που φοριέται επετειακά και πολλαπλασιάζει μέσω της συνέχειας το ίδιο το γεγονός.

Και δίπλα στα αφιονισμένα ζόμπι της κατανάλωσης οι εξαντλημένες μορφές των εργαζομένων. Υψηλός και εντατικοποιημένος ρυθμός εργασίας και αφιονισμένα πλήθη ντύνουν στα μαύρα την Παρασκευή των εργαζομένων. Μαζί με την πρόβλεψη τα μαγαζιά να είναι ανοιχτά την Κυριακή, η Μαύρη Παρασκευή μαζί με τις Λευκές Νύχτες (όπου τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά τα βράδια) έρχονται να συμπληρώσουν την παλέτα της εργασιακής καταπάτησης. Με τρόπο που ακκίζεται ως καινοτόμος, σύγχρονος και εκπολιτισμένος, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφει τον ορισμό του εκφυλισμού. Πόρτες σπάνε, άνθρωποι ποδοπατιούνται, ουρές οργώνουν τους δρόμους από τις 5 τα ξημερώματα (πολλές φορές από τις 9 το προηγούμενο βράδυ), άνθρωποι αλληλοπυροβολούνται πάνω από παιχνίδια ή δέρνονται για μια θέση παρκαρίσματος. Όλες αυτές οι εικόνες δεν καταγράφουν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συνηθισμένες «Μαύρες Παρασκευές». Και αν οι εικόνες μοιάζουν μακρινές για τον αναγνώστη, οι εικόνες από τη γραμμή στα Public ή στα διάφορα εμπορικά κέντρα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
Παρ όλα αυτά καμία κριτική στο φαινόμενο δεν έχει νόημα όταν περιορίζεται απλώς σε όσους συμμετέχουν σε αυτό. Γιατί αυτό που είναι προβληματικό δεν είναι η μαύρη Παρασκευή ή οι συμμετέχοντες αλλά όλα όσα την κάνουν αποδεκτή στον υπερθετικό βαθμό. Το μαύρο ξεκινάει ακριβώς από εκεί.

(στην εφημερίδα Εποχή)