Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο



[Με αφορμή τον θάνατο του Μπρούνο Γκαντς - Με αφορμή τα «Φτερά του έρωτα» - Με αφορμή την πιο πιστή απεικόνιση αυτού που δεν μπορεί να απεικονιστεί.] 

Ποιο είναι το βάρος της ταυτόχρονης σιωπής του πληθυσμού μιας πόλης; Πώς σιωπούμε και πώς πενθούμε όταν όλα γύρω μας ψιθυρίζουν; Ενός λεπτού σιγή. Διάρκεια ελάχιστη. Τι γίνεται όμως όταν τα παράλληλα αυτά λεπτά σταθούν στη σειρά; Τι γίνεται όταν τα λεπτά της σιωπής προστεθούν; Τι σημαίνει αυτός ο χρόνος σιωπής που συγκεντρώνεται; Το φορτίο που μαζεύεται ανάμεσα σε δυο παρενθέσεις; Εκεί συναντάς το δακτυλικό αποτύπωμα της πόλης. Στην έκταση του μη ειπωμένου.
Οσο πιο σφιχτά σφραγίζεις τα χείλη σου τόσο πιο καθαρά διακρίνεις δυο μορφές να διασχίζουν την ασπρόμαυρη αυτή έκταση. Ενα βλέμμα κινούμενο να ψιθυρίζει τον συλλογικό μας μονόλογο. Γιατί οι άγγελοι είναι ερασιτέχνες διαρρήκτες δωματίων και σκέψεων. Δεν παίρνουν τίποτα. Δεν αφήνουν τίποτα. Διεκδικούν τη συμμετοχή τους σε μια συναλλαγή που αφήνει το ισοζύγιο αυστηρά σταθερό. Την επανάληψη του γεγονότος μέσα στην ακινησία του. Είναι το μερίδιο που ζητούν από μια συλλογική μοναξιά. Τα λόγια που φύονται αποκλειστικά στην ταυτόχρονη σιωπή.
Ψώνια, φόβοι, τα «επιτέλους» και τα «όχι άλλο», την πτώση και το σκαρφάλωμα. Μια γυναίκα που περιμένει να γεννήσει, μια γυναίκα που χτυπιέται με μανία, μια γυναίκα απογοητευμένη σε κουζίνα ελάχιστη. «Μια γυναίκα μόνη. Υπέροχα μόνη».

Ποια η διαφορά ενός αγγέλου από μια γυναίκα που ακροβατεί στην κορυφή της σκηνής δέσμια των πλαστικών της φτερών; Η διαφορά είναι πως η ακροβάτις είναι ικανή να πέσει. Ανέρχεται όχι επειδή η φύση ή οι συνθήκες το επιτάσσουν. Αλλά ακριβώς επειδή όλα διεκδικούν το αντίθετο. Πολλές φορές με τη βεβαιότητα του τυχαίου. Η ακροβάτις δεν σκαρφαλώνει την απόσταση από το έδαφος. Σκαρφαλώνει την πτώση της. Ο άγγελος απαρνείται τη φύση του για να διεκδικήσει την πτώση του. Τον μόνο πραγματικό τρόπο να αιωρείσαι.

Γιατί οι άγγελοι είναι οι τροχονόμοι της άρσης. Τα φτερά τους δεν υπάρχουν ώστε να πετούνε οι ίδιοι. Υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν πως όλοι εμείς οι υπόλοιποι δεν θα ανέλθουμε απότομα. Ενώ τρώμε, ενώ καπνίζουμε αμήχανα σε μία γωνία, ενώ διασχίζουμε την καθημερινότητα. Σαν βιαστικά μπαλόνια από χέρια παιδιών που ξεχάστηκαν. Η πτήση τους είναι το δικό μας ρίζωμα. Ενας άγγελος που πέφτει είναι η αναβάθμιση της πτήσης σε ύλη. Από το πάντα της εκκρεμότητας στο τώρα της ζωής.

«Ασε με να μπω στην ιστορία του κόσμου. Εστω για να κρατήσω ένα μήλο». Εχει ειπωθεί: το ωραίο δεν είναι άλλο από την αρχή του τρομερού. Ο δρόμος που πρέπει να διανύσεις για να καταφέρεις να αφήσεις το χνάρι σου στο έδαφος.
Οι αποστάσεις που πρέπει να απαρνηθείς για να διεκδικήσεις να βρίσκεσαι εδώ. Η ικανότητά σου να καταφέρεις να μην χαθείς ανάμεσα στο εδώ και το τώρα. «Πότε θα προσευχηθείς με δικά σου λόγια;»

Ο έρωτας εδώ είναι ζωτική προυπόθεση. Αλλιώς ο χρόνος δεν παίρνει ποτέ σχήμα. Μόνο αιωρείται και αυτός όπως τα σύννεφα. Αυτοί το γνωρίζουν, τα σύννεφα είναι ανάσες που απέφυγαν επιμελώς το σώμα. Αλλά ο έρωτας είναι το σύνορο του σώματος. Η εκδίκηση όλων μας απέναντι στα σύννεφα. Το μπαλόνι που μετά από χρόνια επιστρέφει στο χέρι του παιδιού.
«Οταν το παιδί ήταν παιδί, περπατούσε με τα χέρια ανοιχτά. Οταν το παιδί ήταν παιδί δεν ήξερε πως ήταν παιδί. Ολα ήταν γεμάτα ζωή και η ζωή ήταν μία».

*Οι φράσεις σε εισαγωγικά είναι δανεισμένες από την ταινία του Βιμ Βέντερς. 

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Η μέρα των νεκρών



[Με αφορμή τον θάνατο του Αλμπερτ Φίνεϊ -
Με αφορμή τον ρόλο του στην ταινία «Κάτω από το ηφαίστειο -
Με αφορμή μια από τις πιο μεγαλειώδεις ερμηνείες όλων των εποχών.]


Είναι άλλωστε γνωστό, το Μεξικό δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ. Ηταν μια λογοτεχνική εφεύρεση για να μπορούμε όλοι εμείς οι άλλοι να πεθαίνουμε. Δώρο της γραφής. Δώρο του μελανιού στο αίμα. Μια επείγουσα συνωμοσία τρυφερότητας. Δες τα στοιχεία. Το «Πέδρο Πάραμο», τους «Αγριους ντετέκτιβ», το «Κάτω από το ηφαίστειο». Η χώρα αυτή είναι ένας άλλος τρόπος να λες πεθαίνω. Δεμένη κάπου στην άκρη του χάρτη, ανάμεσα σε χώρες που παραξενεύονται για την παρουσία της. Αν και η δουλειά ενός χάρτη είναι να αποτυπώνει την έκταση και τον χώρο, όταν κοιτάς το Μεξικό, στην πραγματικότητα κοιτάς τον χρόνο. Η ζωή ολόκληρη εδώ διαρκεί μοναχά μία μέρα. Και είναι αυτή η μέρα που κοιτάς στον χάρτη. 2 Νοεμβρίου. Η μέρα των νεκρών.

Και αντίθετα με το Μεξικό που δεν υπάρχει, οι Μεξικανοί υπάρχουν. Δεν υπάρχει λαός στον κόσμο που να γιορτάζει τους νεκρούς του με αυτόν τον τρόπο. Με γέλιο δυνατό και κραυγαλέο, με χρώμα απότομο, με στιγμές πυκνές, κατηφορικές, σχεδόν γκρεμούς. Ναι, εδώ οι νεκροί φέρνουν γέλιο. Το γέλιο αυτό, φρεάτιο του χρόνου. Γύρω του συντάσσονται φίλοι και συγγενείς, περαστικοί και γείτονες. Θυμούνται, μα δεν νοσταλγούν. Μόνο γελούν και τραγουδούν. Συνοδεύοντας με αυτόν τον τρόπο τον νεκρό στο ταξίδι του. Βαθιά μέσα σε μια μέρα ατελείωτη. Τη μέρα των νεκρών.

Τα παιδιά καλούν τώρα τους angelitos, τα πνεύματα των παιδιών που χάθηκαν, για μία ακόμα επίσκεψη. Οι τάφοι εδώ είναι στολισμένοι. Μέσα από τις μεξικανικές καλέντουλες -τα λουλούδια των νεκρών-, μέσα από το ψωμί των νεκρών, τα ζαχαρένια κρανία, τους χαρτονένιους σκελετούς, τα φρούτα και τους καρπούς φτάνει εδώ ο Πρόξενος. Ο Πρόξενος. Προχωρά και τρεκλίζει. Σαν λέξη ή σαν εικόνα. Κυρίως όμως σαν μεθυσμένη ανάσα. Εδώ το νερό έχει μεταμορφωθεί και πάλι σε κρασί. Ολο το νερό. Η βροχή, το ποτάμι, το δάκρυ. Ο Πρόξενος τρεκλίζει σαν να σκαρφαλώνει διαρκώς μια κατσάβραχη ευθεία. «Πίνε όλη τη νύχτα, του είπαν, πίνε όλη τη μέρα. Εδώ είναι ζωή».
Τη νύχτα τα φαντάσματα δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Βογγητά ερωτευμένων ανάμεσα σε αρχαία χαλάσματα, η απιστία, η προδοσία, τα κλειδιά που χτυπούν σαν καμπάνες, το τρέμουλο των χεριών όταν στεγνώνουν από οινόπνευμα. Η ομορφιά του προσώπου ξεπλυμένη από τους αποχαιρετισμούς, τη διάρκεια της απουσίας, τη ζωή. Στην επιφάνεια του ποτηριού βλέπεις τον εαυτό σου. Τα μάτια εκεί να σε κοιτάζουν. Με μια μελετημένη κίνηση αποφασιστική, πίνεις τα μάτια και πίνεις τον εαυτό σου. Τον Πρόξενο. Πίνοντας μέχρι να πιεις τον συγγραφέα σου, τις φράσεις του και ολόκληρη τη μέρα των νεκρών.

Πες μας Πρόξενε, πες μα τι καίτε στις φωτιές της κόλασης. Εδώ, κάτω από τα δίδυμα ηφαίστεια μιας χώρας που ποτέ δεν υπήρξε παρά μόνο στα μάτια αυτών που την κατοικούν. Κοίτα τον ήλιο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια, να σταματήσει η όραση και η χώρα να χαθεί. Ξένος εδώ, ξαφνιασμένος μέσα σε έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει. Περιμένοντας τον μεγάλο πόλεμο που πλησιάζει. Σε μια ήπειρο μακριά, τελείως υπαρκτή και τελείως πρόθυμη στην καταστροφή.
Τρεκλίζεις τώρα, ανάμεσα σε αυτά που έχασες και αυτά που δεν άγγιξες, πέρα από τον ανθρώπινο πόνο και την αποσύνθεση της ψυχής. Μια γουλιά. Και άλλη μία. Και ο λόξιγκας αυτός είναι προσευχή. Ανεβαίνοντας πάνω από το νύχτωμα, της μέρας των νεκρών.

Αλλαξες, άλλαξες… Τίποτα εδώ δεν αλλάζει. Αλλωστε ο χρόνος διαρκεί μονάχα μια μέρα. Το τώρα εκβάλλει στον εαυτό του. Και μια κραυγή πετάγεται από δέντρο σε δέντρο. Τα δέντρα αυτά που βλέποντάς σε πεταμένο στο φαράγγι σε λυπούνται. Πες μας Πρόξενε, για την πίστη αυτή στη στάχτη, την πίστη αυτή που αναβαθμίζει τα βιβλία σε φλόγα. Εστω για λίγο μόνο, έστω για μια μέρα μόνο. Η μέρα των νεκρών.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Το ολοκαύτωμα πριν από το Ολοκαύτωμα



Η 27η Γενάρη έχει οριστεί ως «Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος». Το Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να έχει μόνο παρελθόν. Ως συμβάν δεν περιγράφει μόνο κάτι που έγινε στο παρελθόν, αλλά κάτι που κατοικεί στη φύση του ανθρώπου, τον υπερθετικό βαθμό κτηνωδίας, την αθλιότητα της ανθρώπινης ράτσας, το σημείο όπου καθετί ανθρώπινο τελειώνει.
Το Ολοκαύτωμα συνομιλεί ταυτόχρονα με το παρόν και το μέλλον μας, ως σκοτεινό ενδεχόμενο, ως φόβος και ως φρίκη. Ο Πρίμο Λέβι μάς ξεκαθαρίζει: «Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευθεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου».
Ενας κίνδυνος εξακολουθητικός, που κυνηγάει τον άνθρωπο μέσα στην Ιστορία. Είναι τέτοιο το μέγεθος του αποτροπιασμού για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που συχνά τα αντιμετωπίζουμε ως μοναδική στιγμή έκφρασης της ανθρώπινης υπερθετικής σκληρότητας, τα ταυτίζουμε με μια ιδεολογία και ένα πρόσωπο. Ορίζουμε έτσι το σύνολο των συγκυριών, ώστε να πιστέψουμε πως κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί, άρα είναι λίγες οι πιθανότητες να επαναληφθεί και στο μέλλον.
Και όμως, η πρόσφατη Ιστορία μάς μαρτυράει και άλλα ματωμένα παραδείγματα. Παραδείγματα που η μνήμη παρακάμπτει, η Ιστορία καταχωνιάζει και οι κυβερνήσεις των λαών αρνούνται να αποζημιώσουν.
Η γενοκτονία των Herero και των Nama περιγράφηκε από τη συγγραφέα Elizabeth Baer ως «πρόβα» για το Ολοκαύτωμα. Ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα.
Από το 1904 μέχρι το 1908 στην περιοχή που σήμερα περιλαμβάνεται στο κράτος της Ναμίμπια και τότε στην αποικία με το όνομα «Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική», πάνω από 100.000 άνθρωποι εξοντώθηκαν από τον γερμανικό στρατό. Ουσιαστικά, το 10% του πληθυσμού, το 80% των Herero και το 50% των Nama.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν προοικονομούν τη φρίκη της Soah: στρατόπεδα συγκέντρωσης και στρατόπεδα θανάτου, βιασμοί, θάνατος από ασιτία. Οι κρατούμενοι χρησιμοποιήθηκαν ως πειράματα ευγονικής.
Περίπου 300 κομμένα κεφάλια στάλθηκαν στη Γερμανία για εξέταση. Τα κομμένα αυτά κεφάλια θα εξεταστούν από τον ίδιο τον Eugen Fischer, τον Γερμανό επιστήμονα και μετέπειτα στέλεχος του ναζιστικού κόμματος, του οποίου οι μελέτες για την ευγονική θα αποτελέσουν τη βάση για τη θεωρία της Αριας Φυλής που θα αναπτύξει ο Χίτλερ στο «Mein Kampf». Μόνο 34 κεφάλια επιστράφηκαν στη Ναμίμπια από το γερμανικό κράτος μόλις το 2011 και το 2014.
Το περίφημο στρατόπεδο του Shark Island (ή αλλιώς Νησί του Θανάτου) αποτέλεσε το πρότυπο για το Αουσβιτς. Εκεί οι κρατούμενοι δεν είχαν απολύτως κανένα δικαίωμα, στοιβάζονταν σε κλουβιά στην παραλία και πέθαιναν κατά εκατοντάδες.
Η αιτία του ολοκαυτώματος της Ναμίμπια ήταν η αντίδραση των ντόπιων πληθυσμών στην κλοπή της γης τους από τους Γερμανούς αποίκους. Η γενοκτονία ήταν η γερμανική αντίδραση στο αίτημά τους.
Ενας μεγάλος αριθμός του στρατού των εξεγερμένων εκτελέστηκε, ενώ οι υπόλοιποι εκδιώχθηκαν στην έρημο όπου πέθαναν από τη δίψα.
Χαρακτηριστική ήταν η λύση που πρότεινε ο επικεφαλής στρατηγός των γερμανικών δυνάμεων, Lothar von Trotha: «Πιστεύω πως ένα έθνος σαν αυτό πρέπει να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά, ή αν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό για πρακτικούς λόγους πρέπει τουλάχιστον να εξοριστούν από τη χώρα».
Η γενοκτονία αναγνωρίστηκε ως τέτοια από τα Ηνωμένα Εθνη το 1985, ενώ η γερμανική κυβέρνηση απολογήθηκε για τα γεγονότα μόλις 100 χρόνια μετά την έναρξή τους, το 2004. Μέχρι και σήμερα δεν έχουν δοθεί αποζημιώσεις στους συγγενείς των θυμάτων.
Η περίπτωση της γενοκτονίας των Herero και των Nama αποδεικνύει πως το Ολοκαύτωμα δεν ήταν επινόηση μιας κυρίαρχης ομάδας ναζί. Αποτελεί τη μετεξέλιξη πρακτικών που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει στο αποικιοκρατικό παρελθόν (και προφανώς όχι μόνο της Γερμανίας), κορύφωση μιας συνθήκης και μιας αντίληψης που υπήρχαν από αρκετά παλαιότερα.
Ταυτόχρονα, μας επιβεβαιώνει πως η ανθρώπινη σκληρότητα επαναλαμβάνεται μέσα στην ιστορία με άγνωστες διαδρομές, εκφάνσεις και μεταστάσεις.
Το σήμα κινδύνου της μνήμης οφείλει να ακούγεται ακόμα πιο δυνατά. Ειδικά σε εποχές σαν τη σημερινή, που το σκοτάδι ξαναφοράει τις μπότες του.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)