Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

Τζόκερ: Ανήλικοι στην αίθουσα


Ο Τζόκερ, ως χαρακτήρας, αποτελεί έναν από τους πιο πετυχημένους «κακούς» στην ιστορία των κόμιξ. Στερούμενος υπερφυσικών δυνάμεων, απόκοσμος, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινος ως όριο και ως υπέρβασή του, ο ήρωας αντλεί κίνητρα και ιδιότητες από το ανθρώπινο υπέδαφος: το μέσα σκοτάδι. Την τρέλα, το σαδισμό, την υπέρβαση των ηθικών ορίων στο όνομα μιας άλλης ηθικής. Δίπλα σε έναν «καλό» ήρωα αμφιλεγόμενης ηθικής (το διττό αυτό στοιχείο είναι μάλλον ένα από τα αφηγηματικά κλειδιά που ορίζουν τον Batman ως μακράν τον πιο ενδιαφέροντα υπερήρωα), ο Τζόκερ έρχεται ως το τέλειο συμπλήρωμα. Και αυτό γιατί συγγενεύουν στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο απ ό, τι αναγνώστες και θεατές ομολογούν. Ο καλός και ο κακός είναι χαρακτηρισμοί που δεν αντιστοιχούν σε αυτές τις ιστορίες. Και αυτό τις κάνει θελκτικές. Αλλά επειδή μιλάμε για κόμιξ, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σημασία δεν έχει η γενική ιδέα, αλλά ο τρόπος που αυτή ενσαρκώνεται από τους ήρωες, ο τρόπος που αυτή αποτυπώνεται στο χαρτί. Ο κόσμος του Τζόκερ είναι το ίδιο του το παρουσιαστικό. Το βαρύ μέικαπ, τα πράσινα μαλλιά, τα μωβ κουστούμια. Και ο τρόπος που όλα αυτά μαζί δεν σε παραπέμπουν σε κλόουν, αλλά σε εφιάλτη. Η όψη του Τζόκερ είναι κωμωδία και αγριότητα.

Και έχει ενδιαφέρον πως αυτός θα ήταν ένας εξαιρετικός υπότιτλος για τους πρώτους αυτούς μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Το γεγονός πως ένα περιστατικό σαν αυτό που συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα στον κινηματογράφο Αελλώ, έφερε κοντά τα δύο αυτά σημεία (τον Τζόκερ και τη Νέα Δημοκρατία) μοιάζει με φάρσα απέναντι στην πραγματικότητα. Προσπαθήστε να το εξηγήσετε σε κάποιον φίλο σας από κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη. Για εμάς εδώ μοιάζει με μια κωμική έκφραση της αγριότητας, της πολιτικής που η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να εφαρμόσει απέναντι στους πολίτες της ανεξαιρέτως. Σε ομοφυλόφιλους που ξευτιλίζονται από όργανα της τάξης, σε πρόσφυγες που αντιμετωπίζονται σαν εγκληματίες, σε παιδιά που «παράκουσαν» τη σήμανση της ταινίας.

Η κωμωδία, όμως, συνεχίστηκε  και στη διαχείριση του γεγονότος. Αρχικά η είδηση αντιμετωπίστηκε από τους υπέρμαχους της κυβέρνησης περίπου σαν fake news. Στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από την αστυνομία. Η είδηση κυκλοφόρησε επίσημα σε σάιτ και περιοδικά. Στη συνέχεια η Μενδώνη είπε πως οι υπάλληλοι που κάλεσαν την αστυνομία θα τιμωρηθούν (λέγοντας περίπου ότι πρόκειται για προβοκάτσια), στη συνέχεια μαθαίνουμε πως η παρέμβαση έγινε με εντολή εισαγγελέα. Στη συνέχεια ο Χρυσοχοΐδης βγαίνει και λέει πως θα πάει να δει την ταινία με τον ανήλικο γιο του και στη συνέχεια ο Μπογδάνος και η Μπακογιάννη λένε πως την αστυνομία την κάλεσα ο ΣΥΡΙΖΑ και πιο συγκεκριμένα η πρώην γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, Μαρία Βλαζάκη. Στη συνέχεια ζητούν δήθεν συγνώμη, γιατί και καλά έπεσαν θύματα παραπληροφόρησης. Η ροή της γελοιότητας ταρακουνά τα φράγματα.

Επιστρέφουμε στην αγριότητα όταν κάτσουμε και δούμε τα δύο συμπεράσματα της ιστορίας μας. Το πρώτο είναι η σχιζοφρενικής υφής (ταιριαστή με τον Τζόκερ) διπλή ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας. Από τη μία, η ακροδεξιά της στρούγκας και, από την άλλη, η tech neoliberal (όλα αγγλικά) τεχνοκρατική δεξιά της Ευρώπης και του μέλλοντος, της αριστείας και του Χάρβαρντ. Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει και περηφανεύεται πως είναι η δεύτερη, ενώ αποδεικνύει μέρα με τη μέρα πόσο ριζωμένη είναι στο πολιτικό της γενετικό υλικό η πρώτη. Όσο πιο πολύ προσπαθεί να δείξει το φιλελεύθερο πρόσωπό της, τόσο πιο βαθιά στο βούρκο της συντήρησης την βουλιάζει το ίδιο της το (άκρο)δεξιό της πόδι.
Αυτό, όμως, που περιγράφει πιο καλά την αγριότητα, είναι το δεύτερο συμπέρασμα. Το γεγονός πως οι υπάλληλοι του υπουργείου Πολιτισμού, ο εισαγγελέας και η αστυνομία έπραξαν αυτοβούλως και με δική τους κρίση και ευθύνη. Η κίνηση αυτή περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ακροδεξιά λογική της κυβέρνησης έχει διαχυθεί στο κράτος και την κοινωνία. Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ηθικό πανικό χωρίς αντικείμενο, που διαπερνά την κοινωνία κάθετα ως κυρίαρχη αφήγηση ως δίδαγμα του ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους. Ένα υπαλληλικό ενθουσιασμό εντός του οποίου ο κάθε φορέας προσπαθεί να ταυτιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο με τη διαταγή από τα πάνω. Μια ιεραρχημένη κοινωνία προστακτικών, καλοθελητών και ακραίας συντηρητικοποίησης. Μια κοινωνία στην οποία ο Τζόκερ γελάει υπέροχα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Κυψέλη ου μ' εθέσπισεν





«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο. Η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα και αυτό φαίνεται στα μάτια τους». 

Βέβαια, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βακαλόπουλος έχει δίκιο. Είναι όμως η σημαντικότερη. Αν μένεις στην Κυψέλη. Τα κείμενα του Βακαλόπουλου υπήρχε μια εποχή που έμοιαζαν απαραίτητα και αναγκαία για τον κάτοικο. Αναζητούσε τη μυθολογία για να συνεχίσει να επιβιώνει σε μια γειτονιά που τον μπούκωνε ρουτίνα, συγκινήσεις μιας χρήσεως, μέρες και νύχτες σε επανάληψη πετσοκομμένες από τις διαφημίσεις.

Ο Σαχτούρης φορώντας χειμώνα-καλοκαίρι ένα παλτό να πηγαίνει στα περίπτερα και να παίζει τα παιχνίδια με τις δαγκάνες και τα λούτρινα, ο Μένης Κουμανταρέας να ανεβοκατεβαίνει τη Φωκίωνος και οι παλιές ιστορίες της περιοχής να προσθέτουν παραξένισμα στο τετριμμένο.
Η Κυψέλη σήμερα δεν αρνείται τη μυθολογία της. Αλλά δεν έχει πια ανάγκη από καταφύγια. Υπάρχει, βιώνει, ανακαλύπτει όλα όσα ήταν πάντοτε εκεί αλλά δεν μπορούσαν να συνδεθούν.
Ολο και πιο συχνά θα πετύχεις ένα επιδερμικό αφιέρωμα σε κάποιο free press, σε κάποιο πολιτιστικό ένθετο να κάνουν λόγο για την πιο hip γειτονιά της Αθήνας. Το αφιέρωμα σε μουδιάζει, η πραγματικότητά του όμως σου είναι αληθινή και ένθερμα την αποδέχεσαι. Η Κυψέλη έχει αλλάξει εδώ και καιρό. Από τότε που το κέντρο έγινε μεταμεσονύχτιο λούνα παρκ της υποχρεωτικής νεότητας ή τουριστικός διάδρομος απογείωσης του Airbnb.

Η μαζική μετακίνηση φοιτητών και καλλιτεχνών στην περιοχή συνέπεσε χρονικά με το δεύτερο κύμα μεταναστών. Και στις δύο περιπτώσεις τα φτηνά (και τα φτηνότερα) νοίκια έπαιξαν τον ρόλο τους. Χωρίς να είναι ποτέ προοδευτική, η Κυψέλη ήταν πάντοτε το στοίχημα της συνύπαρξης. Από την πρώτη γενιά μεταναστών από την Αλβανία, την Πολωνία μέχρι και σήμερα. Ενα στοίχημα που μια κερδίζεται και μια χάνεται, με όρους όχι ιδεολογίας αλλά καθημερινότητας.
Από τότε που πέταξε μακριά τα γραφεία των νεοναζί (αλλά όχι τους νεοναζί) μέχρι τα μαζικά μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, μέχρι την επάνοδο των κεκαρμένων τα χρόνια που η κρίση βάθυνε και μέχρι το σημερινό μωσαϊκό. Τα πρώτα δειλά μαγαζιά μεταναστών, τα διάφορα φαγάδικα και καφενεία τους, τα ψιλικατζίδικα των Πακιστανών, η κομμωτική των Αφρικανών γυναικών.

Γάλλος φίλος, κάτοικος Κυψέλης αστειευόταν πως η Κυψέλη έχει τη μεγαλύτερη κοινότητα Ισλανδών εκτός Ρέικιαβικ. Μια παρέα που ήρθε για residency σε μια από τις γκαλερί της Κυψέλης, της άρεσε η περιοχή και έμεινε μόνιμα φέρνοντας μαζί και φίλους. Γάλλος είναι και ο γείτονας που άνοιξε το πρώτο βιβλιοπωλείο (τα χαρτοπωλεία εξαιρούνται) στην περιοχή (αναμένουμε το δεύτερο λίγο πριν από το τέλος του 2019, λίγο μετά το τέλος της Φωκίωνος στη Δροσοπούλου). Γιατί τελικά η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη μπορούνε άνετα να είναι το ίδιο πράγμα.
Για όσους μεγάλωσαν εδώ το να παραμένεις σταθερός στην Κυψέλη μοιάζει περίπου με το να μετακομίζεις σε δόσεις. Οχι σε μια νέα περιοχή, αλλά σε μια καλύτερη εκδοχή της περιοχής που πάντα γνώριζες και πάντα σε θύμωνε με τον ανεξέταστο τρόπο ζωής της.
Οι πρωινοί γέροι που γκρινιάζουν, ρατσιστές και αυστηρά αρσενικοί είναι ακόμα στα καφενεία, οι γείτονες που φωνάζουν στα μπαλκόνια και οι κάγκουρες με τις κωλοφτιαγμένες εξατμίσεις είναι ακόμα εδώ. Ομως τους έχουμε συνηθίσει. Σαν συγγενή για τον οποίο ντρέπεσαι, αλλά τι να κάνεις. Τώρα κάθε βδομάδα συστήνουμε την περιοχή σε έναν νέο φίλο και κάθε τόσο ένας νέος φίλος ή μια νέα φίλη συστήνονται σε εμάς.

Αυτά τα γράφω ενώ κάθομαι σε ένα από τα πολλά καινούργια καφέ στο πάνω μέρος της Φωκίωνος. Ωρα μία και κάτι το μεσημέρι. Μπροστά μου περνούν τα παιδιά από το 26ο. Το Δημοτικό είχε πάει σήμερα εκδρομή. Δεν έχεις δει ποτέ τόση όμορφη πολυχρωμία. Παιδιά απ' όλο τον κόσμο και τελικά παιδιά από την Κυψέλη, να κρατιούνται όλα χέρι χέρι, χωρίς φιλτραρίσματα, χωρίς δεύτερες σκέψεις με την ένταση της χαράς που σπρώχνει τα παιδικά σώματα μονίμως προς τα μπρος, διαφορετικές καταγωγές που συναντιούνται στον παρόντα χρόνο της παιδικής ηλικίας και σέρνουν τις τσάντες τους προς το μέλλον.
Μου θυμίζουν πως πρέπει να πάρω τον γιο μου από το νηπιαγωγείο, λίγο πάνω από την πλατεία. Είναι και αυτός ένας νέος Κυψελιώτης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)