Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι.



Νεκρός από ξυλοδαρμό στη μέση του δρόμου στο κέντρο της Αθήνας, μετανάστης εργάτης δολοφονημένος από χρυσαυγίτη και πεταμένος σε χαντάκι, ενώ τα σχολεία της γύρω περιοχής έκλειναν για το μακεδονικό, βιασμένη και πεταμένη στα βράχια από γόνο καλής οικογένειας στη Ρόδο.
Υπάρχει μια ακολουθία γεγονότων, μια σύνδεση υπόγεια και τρομακτική που περιγράφει το χέρι και το θύμα, το συμβάν και τη διαχείριση του. Υπάρχει ο υπερθετικός βαθμός της βίας και της επιβολής, που φτάνει μέχρι το έγκλημα. Υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο είναι ορατός και αντιμετωπίζεται ο Άλλος εντός της συγκεκριμένης αντίληψης. Μετανάστες, γκέι, τοξικοεξαρτημένοι, γυναίκες και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να περιγραφεί ως Άλλος, είναι έκθετοι στην επιθυμία. Στην επιθυμία ενός ιδεατού μέσου όρου, αρσενικού και γαλανόλευκου, πέρα από κανόνες, με μόνο όριο το όριο της προσωπικής ισχύος. Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι.
Εδώ που η βουλή θα κρατήσει ενός λεπτού σιγή για τον Κατσίφα, εδώ που η αστυνομία θα δικαιολογηθεί με μια περήφανη έλλειψη δικαιολογιών πίσω από ένα «έτσι γουστάρω», εδώ που η στύση και η επίδειξη της γίνεται ταυτότητα και εξωτερική πολιτική σε σχολεία, βραχονησίδες και ξένα κράτη. Εδώ που η ιδιοκτησία ταυτίζεται με αυτό που μπορώ να αρπάξω. Το όριο της επιθυμίας να ταυτίζεται με το όριο του δικαίου. Και όλα τα άλλα σβήνονται.
Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι. Και τα όρνια μπούχτισαν από τις προφορικές σάρκες. Ο δολοφονημένος μπροστά στα μάτια των περαστικών βαφτίστηκε κλέφτης, υπό την επήρεια, άνθρωπος σε παράκρουση (ακόμα και τώρα που όλα αποδείχτηκαν ψέματα το επιχείρημα επαναλαμβάνεται), η βιασμένη προκαλούσε και μάλλον τα ήθελε, στο κάτω κάτω ποια γυναίκα δεν έχει φάει ξύλο; Και το σώμα του μετανάστη καλυμμένο με ένα «έλα μωρέ» της ανωνυμίας και της αριθμητικής του απάνθρωπου. Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι.
Οι δολοφόνοι μέσα στο αυτονόητο δεν πράττουν κάτι το αξιοσημείωτο, απλά το παρακάνουν. Ασκούν μια γνωστή πρακτική, αλλά ίσως με υπερβάλλοντα ζήλο. Γι’ αυτό και το αυτονόητο είναι εξίσου δολοφονικό με τους δολοφόνους. Γιατί αποτελεί προϋπόθεση για τις πράξεις τους. Καθημερινή πρακτική ακόμα και όταν δεν πράττει. Όλοι οι σηκωμένοι ώμοι της αδιαφορίας στους δρόμους, κουβαλούν ξανά και ξανά κάθε μέρα φέρετρα. Αυτός που γράφει στα σχόλια του Πρώτου Θέματος συνηγορώντας στις δολοφονίες μεταναστών αναρωτώμενος τι λέμε για τους Έλληνες, ο youtuber που θεωρεί πως συμβάλει στο δημόσιο διάλογο όταν θέτει το ζήτημα του βιασμού προς συζήτηση συνδέοντας το με επιλογές ρουχισμού και όλοι αυτοί που συνδέουν φυλή, φύλο και θρησκεία σε μία απόλυτη προστακτική, συμμετέχουν εξίσου στη δολοφονία. Μολύνουν με τις βεβαιότητές τους οποιαδήποτε ελπίδα για κάτι καλύτερο, είναι η δική τους καθήλωση που τραβάει πίσω οτιδήποτε γύρω. Είναι επιταγή με όλες αυτές τις νοοτροπίες να τελειώνουμε.
Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι. Και η κοινωνία μονίμως εκκρεμεί. Η κοινωνία μας είναι ακριβώς αυτό το διακύβευμα ανάμεσα σε αυτές τις πράξεις και την απάντηση που παίρνουν. Ακόμα περισσότερο ανάμεσα σε όλες τις πράξεις που προηγούνται, αναμένουν και συντάσσονται πίσω από τα γεγονότα που ξέσπασαν και ότι τις εμποδίζει να ξεσπάσουν. Ανάμεσα σε όλες τις καταφάσεις στον αρχαϊκό νόμο της επιβολής με κάθε κόστος και κάθε νόμο που ορίζει η συμβίωση και η αλληλεγγύη. Γιατί το διακύβευμα στην κοινωνία δεν είναι μόνο τα θύματα του σήμερα, του αύριο και του χθες και η δικαιοσύνη που πρέπει να αποδοθεί. Είναι η ίδια η επικράτηση των φυγόκεντρων δυνάμεων που διαλύουν το σύνολο υπέρ του ατομικισμού αυτού που θέλει και μπορεί να επιβληθεί.
Όταν πεθαίνουν έτσι οι άνθρωποι, μαζί τους θάβεται και η κοινωνία.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Η ανθρώπινη φωνή


H σιωπή διασχίζει τη φωνή, όπως η φωνή τη μνήμη.

Θυμάμαι την πρώτη φορά, όταν σε ηλικία παλιά βρέθηκα μπροστά στο πρώτο μαγνητόφωνο. Σίγουρα υπήρξαν μαγνητόφωνα πριν από αυτό. Για τους άλλους ανθρώπους εννοώ. Για εμένα ήταν το πρώτο μαγνητόφωνο. Για την ακρίβεια για αρκετό καιρό το μαγνητόφωνο αυτό υπήρξε η ίδια η λέξη μαγνητόφωνο, σημαίνον και σημαινόμενο σε πλήρη ταύτιση, αντικείμενο και όχι είδος. Το μαγνητόφωνο που μάζευε τις φωνές με τις ίδιες απότομες κινήσεις όπως η σκούπα μαζεύει τα σκουπίδια. Και αντίθετα με τη σκούπα, το μαγνητόφωνο μαζεύει για να επιστρέψει, όχι για να αποσπάσει. Για να δώσει πίσω και να διαμοιράσει.

Μα αυτό που μου επέστρεψε το πρώτο μαγνητόφωνο στην πρώτη καταγραφή ήταν κάτι άλλο. Μια φωνή ανάμεσα στις φωνές των φίλων τελείως διαφορετική. Οι φωνές των δύο φίλων όμοιες και μαζί τους μια τρίτη φωνή, φωνή κάποιου άλλου. Η φωνή μου όπως την άκουγα δεν ακουγόταν πουθενά. Στη θέση της μια άλλη φωνή που της έμοιαζε ελάχιστα, ίσα ίσα που τη θύμιζε αν άκουγες προσεκτικά να μιλάει τα λόγια της, να μιμείται -σχεδόν κοροϊδευτικά- τους τονισμούς και τους κυματισμούς της. «Είναι χαλασμένο», είπα στους φίλους μου, «παραμορφώνει τις φωνές», είπα με σιγουριά προσπαθώντας να διακρίνω ταυτόχρονα και τις αλλαγές στις φωνές των φίλων μέσα στη μαγνητοταινία. Εκείνοι, με τη βεβαιότητα του ειδικού που έχει δει μαγνητόφωνο πάνω από μία φορά, με διαβεβαίωσαν πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει και πως έτσι συνήθως αντιδρούμε όλοι. Και αυτό γιατί η φωνή μας όπως την ακούμε εμείς με τη φωνή μας όπως την ακούνε οι άλλοι δεν ταυτίζονται. «Πώς είναι δυνατό κάτι τέτοιο;» ρώτησα. «Γιατί δεν μας είχε ενημερώσει κανείς;». Δεν υπήρχε λόγος, μου είπαν, άλλωστε δεν είναι κάτι που συνειδητοποιείς παρά μόνο αφού έχει συμβεί.

Η απόλυτη ηρεμία στον τόνο τους με έπεισε πως δεν επρόκειτο περί φάρσας. Ο τρόπος που ο ένας συμπλήρωνε τη βεβαιότητα του άλλου με έπειθε πως επρόκειτο για μια ευρύτερη βεβαιότητα, για ένα μυστικό από το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα εξαιρεθεί. Και τη στιγμή που κατάλαβα πως δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, κατάλαβα πως βρισκόμουν μπροστά σε μια στιγμή αποκάλυψης. Για πρώτη φορά άκουγα τη φωνή μου όπως την ακούνε και οι άλλοι. Ξάφνου ντράπηκα. Ηθελα να μείνω μόνος μαζί της, να την εξετάσω, να προσπαθήσω να τη συνηθίσω, να συμφιλιωθώ μαζί της. Οπως ένα μωρό για πρώτη φορά βλέπει το πρόσωπό του και ενώ το έχει δει φορές πολλές, κάπου στους πρώτους μήνες καταλαβαίνει πως αυτό είναι το δικό του πρόσωπο. Δεν έχει όμως λέξεις για να ξαφνιαστεί, μόνο συνηγορεί με αγαθότητα στη διαπίστωσή του γελώντας ξανά και ξανά.

Να με εδώ για πρώτη φορά, να καταλαβαίνω πως όλες οι στιγμές που είχα ζήσει, όλες οι κουβέντες που είχα ανταλλάξει είχαν γίνει με μια άλλη φωνή. Ποια από τις δύο φωνές ήταν δική μου; Για πρώτη φορά αισθάνθηκα (δεν κατάλαβα όμως, αυτό συμβαίνει αρκετά μετά) πως ο τρόπος που σε βλέπουν οι άλλοι δεν είναι όμοιος με τον τρόπο που βλέπεις, που ακούς, που αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου. Ενώ οι φίλοι είχαν φύγει, ασυναίσθητα άρχισα να μιλάω μόνος μου δυνατά. Για να ακούσω τη φωνή μου. Με ένα συναίσθημα όμοιο με αποχωρισμό. Στη συνέχεια ξαναέβαλα το μαγνητόφωνο και έκατσα εκεί, να με ακούω ξανά και ξανά, μπας και με συνηθίσω.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο φωνές παραμένει μέχρι και σήμερα. Και σκέφτομαι, ενώ ακούω παλιές καταγραφές της φωνής μου, πως όταν φύγουμε η φωνή μας θα μείνει καλά κρυμμένη σε στοές καταγραφής, μαγνητοταινίες και αρχεία, να συνομιλεί εκτός σώματος και εκτός χρόνου. Η άλλη φωνή, η μέσα φωνή χάνεται. Εξαχνώνεται ξεχασμένη κάτω από τους ήλιους όλων των ημερών που θα διαδεχτούν την αποχώρησή μας. Δύο φωνές, ένα υποκείμενο, χιλιάδες αντικείμενα.

Και σκέφτομαι πως ίσως γι' αυτό τελικά να γράφουμε. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεπεράσουμε τη φωνή και τον χρόνο, τον διαχωρισμό ανάμεσα στο Εγώ και τους Αλλους, ανάμεσα στη φωνή που χάνεται και τη φωνή που μένει.
Μια προσπάθεια να μιλήσουμε και να διαφυλάξουμε τη μέσα μας φωνή χωρίς ήχο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Το μπαλόνι



Το μπαλόνι ξεκίνησε να μεγαλώνει κάπου στην οδό Πατησίων –δεν θα φανερώσω την ακριβή διεύθυνση για ευνόητους λόγους–, κατευθύνθηκε στη συνέχεια προς τη μεριά της Ομόνοιας και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ όλοι κοιμούνταν, άρχισε να απλώνεται προς κάθε κατεύθυνση. Το πρωί είχε καλύψει ήδη το πάρκο με την κόκκινή του έκταση προχωρώντας συστηματικά αν και με ρυθμό ασυνεπή προς κάθε μεριά της πόλης.
Το ξάφνιασμά μας μονοπώλησε το πρωινό και στη συνέχεια όλες τις υπόλοιπες ώρες μας. Οπως ήταν λογικό, το μπαλόνι κυριάρχησε σε όλες μας τις κουβέντες. Αυτό το κόκκινο να καλύπτει τα παράθυρα και τα μπαλκόνια, να μας υποδέχεται όταν ανοίγουμε πόρτες, να γίνεται ένα με τους δρόμους, την έκταση, τον ορίζοντά μας. Οσοι από εμάς κατάφεραν να κοιμηθούν, το επόμενο πρωί έτρεξαν βιαστικά να δουν έξω.
Ηταν πια φανερό, το μπαλόνι είχε έρθει για να μείνει. Το ίδιο και η έκπληξή μας ως μόνιμη έκτακτη κατάσταση.
Ενα ομολογημένο συναίσθημα, ορατό ήδη από τις πρώτες ώρες, ήταν η σαφής αντίθεση ανάμεσα στην ένταση της έκπληξης και το ήρεμο συναίσθημα που προκαλούσε το μπαλόνι.
Το απροσδόκητο του γεγονότος δεν ταυτιζόταν με κάποιο αίσθημα απειλής, με φόβο για το άγνωστο, με την ένταση που φέρνει η κυριαρχία του παραλόγου. Ισως μόνο με αυτό το μάγκωμα που έρχεται με την κάθε αλλαγή στη ζωή μας.
Ακόμα και στις γειτονιές, στις οποίες το μπαλόνι δεν είχε φτάσει ακόμη, οι κάτοικοι ανέβαιναν στις ταράτσες κοιτώντας το λεκανοπέδιο (ή τέλος πάντων ό,τι είχε απομείνει ορατό από αυτό) περιμένοντας τον κόκκινο ανάλαφρο όγκο, περιμένοντας να διορθωθεί η εξαίρεσή τους από την κοινή μοίρα που όλοι εμείς μοιραζόμαστε. Χωρίς φόβο, χωρίς αγωνία, μόνο με ένα συναίσθημα αναμονής για κάτι που έχει με βεβαιότητα δρομολογηθεί.
Σύντομα συνηθίσαμε. Η καθημερινότητα κυλούσε, σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό όπως και πριν. Τα σώματά μας διέρχονταν κάτω από το μπαλόνι, σε δρόμους και πλατείες σκεπασμένες, εντός ενός ροδαλού ίσκιου, ενώ τα μαλλιά μας σηκώνονταν από τον στατικό ηλεκτρισμό.
Το μπαλόνι έφτασε μέχρι τη θάλασσα. Το μπαλόνι έφτασε μέχρι το βουνό. Καλύπτοντας τους δρόμους, τα μαγαζιά και τα σπίτια. Τις δουλειές, τα ραντεβού και τη ρουτίνα μας. Τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και την ηλικία μας. Τα φανάρια, τις καρέκλες και τις μπετονιέρες. Τους δολοφόνους των κοσμηματοπωλείων, το εξαχρειωμένο πλήθος που αλαλάζει, τους μπάτσους που είναι μπάτσοι ακόμα και κάτω από τα μπαλόνια γιατί έτσι γουστάρουν.
Και έτσι καταλήξαμε σχεδόν να μην το βλέπουμε. Ζούσαμε τη ζωή μας όπως οι άνθρωποι ζούνε τη ζωή τους. Συχνάζαμε στα σημεία εκείνα όπου το μπαλόνι άφηνε το μεγαλύτερο κενό, εκεί όπου το σώμα του γινόταν πλαδαρό και έσταζε σαν μια έκταση γερασμένη, πέφταμε πάνω του όταν θέλαμε να αισθανθούμε ανέμελα, ενώ εκείνο μας τίναζε πίσω με ευγένεια, σβήναμε τα τσιγάρα μας στο άφλεκτο σώμα του ανέμελα σαν να λιώνουμε μυρμήγκια.
Κάποιες φορές μόνο, νιώθουμε μια περίεργη αμηχανία. Είναι που έχουμε καιρό πολύ να δούμε τον ουρανό. Υποθέτουμε πως συνεχίζει να στέκει στο ίδιο σημείο. Και αυτό μόνο μας παρηγορεί. Εδώ από κάτω, ανασαίνουμε και πεθαίνουμε με τον ίδιο τρόπο.
Οταν κάποιο πρωί, ένα παιδί στον δρόμο φώναξε: «Το μπαλόνι έφυγε», όλοι μας συνειδητοποιήσαμε κοιτάζοντας γύρω μας πως ο ισχυρισμός του ήταν όντως αληθής. Το μπαλόνι είχε όντως φύγει. Ξαφνικά και χωρίς εξηγήσεις, με τον ίδιο τρόπο που είχε έρθει.
Γελάσαμε αμήχανα, κάποιοι αγκαλιαστήκαμε με τους αγνώστους γύρω μας σαν να βιώναμε το τέλος μιας κοινής θητείας. Οχι ως τέλος ενός κόπου ή μιας δοκιμασίας, αλλά ως επισήμανση ενός νέου χρονικού ορίου, ενός κύκλου που έκλεισε, ενώ ένας νέος κύκλος ξεκινά.
Χαμογελάσαμε, κοιτάξαμε τον ουρανό σαν παλιό γνώριμο που επέστρεψε έπειτα από καιρό. Και ύστερα πήγαμε στις δουλειές μας. Ανασαίνοντας και πεθαίνοντας με τον ίδιο τρόπο.
(Ξεκινώντας από το «The Balloon» του Donald Barthelme προς διαφορετική κατεύθυνση)

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ένας μυλωνάς που ήθελε να λέγεται Ριχάρδος


Εξήντα τρία άτομα έχουν συλληφθεί στο πλαίσιο αστυνομικής επιχείρησης σε Αττική, Βόλο και Θεσσαλονίκη για την εξάρθρωση δύο εγκληματικών οργανώσεων που έκαναν λαθρεμπόριο χρυσού. Ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι ο γνωστός από τις διαφημίσεις του στην τηλεόραση 51χρονος ιδιοκτήτης της αλυσίδας ενεχυροδανειστηρίων «Ριχάρδος», Δημήτρης-Ριχάρδος Μυλωνάς, ο οποίος διατηρούσε πάνω από 30 ενεχυροδανειστήρια.
«Τα κέρδη που αποκόμιζαν από την εγκληματική τους δράση, τα νομιμοποιούσαν με απόκτηση περιουσίας, όπως με αγορά πολυτελών κατοικιών, οικοπέδων, οχημάτων και σκαφών, επέκταση επιχειρήσεων κ.λπ., μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών που κάλυπταν τα τρία στάδια νομιμοποίησης που απαιτεί ο νόμος, δηλαδή τοποθέτηση, διαστρωμάτωση και ενσωμάτωση», δήλωσε ο εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ.
Η ζημία του Δημοσίου είναι μέχρι στιγμής ανυπολόγιστη, αλλά σίγουρα εκτιμάται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Η Αστυνομία εκτιμά πως μόνο για το διάστημα Ιούνιος -Οκτώβριος του τρέχοντος έτους, οι απώλειες του κράτους από τη λαθρεμπορία χρυσού προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ από κάθε ομάδα. Τα στοιχεία δείχνουν δίκτυα που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων πλαστά τιμολόγια, κερδισμένα δελτία ΠΡΟ-ΠΟ, κινέζους χονδρέμπορους ρούχων, συμμετοχές σε εταιρίες, κτηματομεσιτικά κ.α.
Δεκάδες καταστήματα αγοράς και πώλησης χρυσού, κοσμηματοπωλεία και εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας στο κέντρο της Αθήνας, στα προάστια και στην επαρχία, φαίνεται να έχουν άμεση ή έμμεση εμπλοκή με τη δράση των δύο πολυμελών οργανώσεων που εξήγαν παράνομα χρυσό στην Τουρκία και αποκόμιζαν τεράστια κέρδη.

Σύμβολα της εποχής της Κρίσης, τα μαγαζιά με τα τεράστια γράμματα να μας ενημερώνουν-προειδοποιούν πως «ΑΓΟΡΑΖΩ ΧΡΥΣΟ» ταυτίστηκαν όλα τα τελευταία χρόνια με την εκμετάλλευση, την απελπισία και την απόγνωση. Μόνο την περίοδο 2010-2012 άνοιξαν 947 τέτοιου τύπου επιχειρήσεις. Ο αριθμός τους διπλασιάζεται και τριπλασιάζεται μα παραμένει πάντα άγνωστος, αφού πολλά από αυτά είναι παράνομα. Αλλά και στα νόμιμα, οι παρανομίες και οι παρατυπίες σε σχέση με τα παραστατικά, τα μητρώα, τις αποδείξεις αυξάνουν και αυτές γεωμετρικά.
Ανάμεσα στο άγχος που προκαλούν στην ειδίκευσή τους οι οικονομικοί δείκτες, τα διαγράμματα και οι άγνωστοι οικονομικοί όροι, το χρυσάφι και οι λύρες αποτελούν μια επιστροφή σε μια πιο αρχαϊκή μορφή συνδιαλλαγής φαινομενικά πιο ασφαλή και σίγουρα πιο άμεση. Η επιστροφή αυτή παρατηρείται σε κάθε κρίση, έτσι συνέβη και στην κρίση του 2008 με όμοια μαγαζιά να ανοίγουν στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία. Κάθε γειτονιά της Μεσογείου έχει το δικό της μαυραγορίτη και το δικό της μαγαζί (πολλές φορές μεγάλους αριθμούς στον ίδιο δρόμο, κολλημένα απέναντι ή δίπλα). Και πάντα βλέπεις την ίδια εικόνα, μια αλεξίσφαιρη βιτρίνα χρωματισμένη με την αισθητική της πιο φτηνής διαφήμισης, με το επιθετικό κίτρινο του χρυσού (ή της χολής) να κυριαρχεί παντού. Παντού μεγάλα γράμματα, παντού θαυμαστικά και μια κάμερα ασφαλείας να χαζεύει ένα χώρο επιπλωμένο με την ησυχία και τη λιτότητα του γραφείου κηδειών: ένα γραφείο κάπου στο βάθος, ένας εργαζόμενος με βλέμμα αδιαφορίας. Και ψηλά, πάνω από το δρόμο, τεράστιες επιγραφές αναβοσβήνουν την απελπισία.
Τα ενεχυροδανειστήρια και τα ανταλλακτήρια, αδειοδοτημένα από τα τοπικά αστυνομικά τμήματα, αγοράζουν αντικείμενα στο 40% έως 15% της πραγματικής τους αξίας. Μα δεν πρόκειται για αγοραπωλησία αλλά για τιμολόγηση της απόγνωσης. Νόμισμα γίνεται η ανάγκη. Βέρες και σταυρουδάκια, δαχτυλίδια και ρολόγια, καθημερινές εμπειρίες και κληρονομημένα ενθύμια στέλνονται σε κάποιο παράνομο χυτήριο και ύστερα στοιβάζονται κάπου στο εξωτερικό.

Και ανάμεσα τους ο κύριος Ριχάρδος, με ένα όνομα αστραφτερό σαν χρυσό δόντι. «Ελάτε κοντά μας στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα» μας καλεί η διαφήμιση. «Καταστήματα Ριχάρδος. Η λύση στην κρίση». Και όντως για τους διακινητές της απόγνωσης όλο αυτό ήταν μια λύση, ή πιο σωστά μια ευκαιρία. Και αν το καλοσκεφτούμε ο Ριχάρδος και μαζί όλα τα χρυσά παιδιά των ενεχυροδανειστηρίων και των καταστημάτων χρυσού αποτελούν τη λούμπεν εκδοχή των Golden Boys. Παράνομοι, υπόγειοι και δικτυωμένοι κερδίζουν από την ήττα του συνόλου, εύχονται το βάθεμα της συνολικής πληγής, νίβουν τα χέρια τους με τα δάκρυα των γύρω. Ο κυνισμός γίνεται καθημερινή συνδιαλλαγή. Μια πεζοδρομιακή εκδοχή των εταιριών που έχουν αναλάβει την είσπραξη κόκκινων δανείων, των «επενδυτών» και των χρηματοπιστωτικών κύκλων που δημιούργησαν την κρίση. Των νόμιμων ενεχυροδανειστών, που ορίζουν τις οικονομίες και τους δείκτες τζογάροντας στην αποτυχία και την εξαφάνιση.
Και όσο και αν οι εποχές αλλάζουν, το σύνθημα παραμένει: «Χτες μαυραγορίτης, σήμερα ενεχυροδανειστής, πάντα σκουλήκι».

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το ρήγμα


Οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ ποτέ δεν αποτελούσαν ένα θελκτικό θεσμό ή έστω θέαμα τόσο για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η φετινή εκλογική αναμέτρηση είχε όντως μεγάλη σημασία αφού τα (σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενα) αποτελέσματα ορίζουν μια πολιτική αλλαγή. Η αντιπολίτευση θα μπορεί να μπλοκάρει αποφάσεις και πολιτικές των ρεπουμπλικάνων, να ελέγξει αποτελεσματικά των Ντόναλντ Τραμπ σε μια σειρά από σκάνδαλα και πολιτικές στρώνοντας στην πραγματικότητα την προεκλογική περίοδο για τα επόμενα δύο χρόνια.
Αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι για ποιο λόγο ενδιαφερόμαστε εμείς για όλα αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα. Είναι απλώς η επιθυμία να αφαιρεθεί από τον ορίζοντα του κόσμου η παρανοϊκή φιγούρα του Ντόναλντ Τραμπ, μια εκλογική αναμέτρηση σε μια χώρα με ψευδή οικειότητα οικοδομημένη από την πολιτιστική της ηγεμονία προς εμάς ή κάτι περισσότερο; Η γνώμη μου είναι πως σε πολλές περιπτώσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις αχανείς τους διαφορές με τον υπόλοιπο κόσμο, λειτουργούν ως αποτύπωση αλλαγών σε πολλές οικείες σφαίρες.

Η κοινωνία της Αμερικής, όπως παρουσιάζεται διχασμένη μοιάζει να αποτυπώνει ένα οικείο σενάριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αρκετά μετά από το γερασμένο παλιό και ψευδές στον πυρήνα του δίπολο ανάμεσα σε προοδευτικούς και συντηρητικούς με τις ίδιες πολιτικές στον πυρήνα τους. Τότε που όλα ήταν απλά και ηττημένα, η οικονομία επιβεβαίωνε την απόλυτή της κυριαρχία απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα και οι κάλπες έμοιαζαν με μια βαρετή υπενθύμιση της πολιτικής. Οι εκλογές του 2016 έδειξαν την αναμέτρηση ανάμεσα στις εκδοχές του καινούριου με το παλαιό. Την νέα άνοδο της ακροδεξιάς, τα fake news, τον τηλεοπτικό αμοραλισμό ως ιδεολογία, τη ξενοφοβία και την εσωστρέφεια στις διεθνείς σχέσεις, τη ρήξη με οποιοδήποτε δεδομένο και αυτονόητο. Ως φορέας όλων αυτών ο Ντόναλντ Τραμπ αναδύθηκε ως μια εκδοχή του καινούριου. Και παρά την παλαιότητα των υλικών, η πρόσθεση και η σύνθεσή τους ήταν όντως κάτι το νέο (και το τρομακτικό). Οι Δημοκρατικοί αντέταξαν σε αυτό ό, τι πιο προβληματικό και γερασμένο. Μια γυναίκα ταυτισμένη με το πολιτικό κατεστημένο, με προβληματικές (έως και δολοφονικές σε πολλές περιπτώσεις) πολιτικές, με σκάνδαλα και πολλά ακόμη. Αυτός που ενσάρκωσε την αλλαγή του παραδείγματος για τους δημοκρατικούς, αυτός που κατάφερε να ενθουσιάσει και να θέσει σε κίνηση και συμμετοχή τα πλήθη (κάτι που αντίστοιχα κατάφερε και ο Τραμπ σε τελείως διαφορετικά ακροατήρια) ήταν ο Μπέρνι Σάντερς. Και μπορεί να μην κατάφερε να ηγηθεί των δημοκρατικών αλλά απ’ όσο φάνηκε και από τις ενδιάμεσες εκλογές το αίτημά του για ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών του δημοκρατικού κόμματος όχι μόνο βρήκε ακροατήρια αλλά και μιμητές, με αποτέλεσμα πολλοί σήμερα να το βλέπουν ως αναγκαιότητα.
Γιατί τελικά αυτό που είδαμε να αναμετριέται σε αυτές τις τόσο μακρινές σε εμάς εκλογές ήταν κάτι το πολιτικά οικείο, βγαλμένο από ένα κοινό μέλλον. Δυο διαφορετικές απαντήσεις στις νέες προκλήσεις μιας δεδομένης εποχής. Μια παγκοσμιοποιημένης εποχής, οικονομικής ύφεσης και αλλαγής της οικονομικής ισχύος, μιας εποχής μετανάστευσης και μισαλλοδοξίας, μιας εποχής όπου τα κοινωνικά ρήγματα διευρύνονται και τα μέσα δικτύωσης απελευθερώνουν και παραπληροφορούν ταυτόχρονα. Από την μία βλέπουμε πρόσφυγες από τη Σομαλία να γίνονται εκπρόσωποι στο Κογκρέσο, μουσουλμάνες γερουσιαστές και ομοφυλόφιλους κυβερνήτες, νέες γυναίκες και αφροαμερικάνους εκπροσώπους να δημιουργούν μια ενσάρκωση της πίστης στις ελευθερίες και της ανόδου των ταυτοτήτων. Και το πιο ελπιδοφόρο σε αυτή την κατηγορία είναι πως σε μια σειρά από περιπτώσεις (που δεν ταυτίζονται με το δημοκρατικό κόμμα φυσικά στο σύνολό του) δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό που εκπροσωπούν ταυτοτικά, αλλά φέρουν και ένα αίτημα χειραφέτησης, με προτάσεις για οικουμενική δημόσια υγεία, προοδευτική στάση στο μεταναστευτικό, τα φυλετικά δικαιώματα και πολλά ακόμη. Και, από την άλλη, οι εκπρόσωποι της νέας δεξιάς. Ξενοφοβικοί, αντιδραστικοί και κυνικοί σε ένα μονίμως νέο μείγμα ευυπόληπτου τρόμου, συντήρησης παλαιάς κοπής και επικοινωνίας νέων μέσων (που όλο και περισσότερο ταυτίζεται με το σύνολο του ρεπουμπλικανικού κόμματος).

Το ρήγμα αυτό είναι ένα ρήγμα που βγαίνει μέσα από τις ίδιες τις κοινωνίες. Και αυτό που φάνηκε σε αυτές τις εκλογές είναι πως οι παλιοί τρόποι έχουν τελειώσει και πως σύντομα θα υπάρχουν μόνο δύο απαντήσεις σε αυτό: από την μία η ακροδεξιά και από την άλλη μια σύγχρονη αριστερή ριζοσπαστική πρόταση, γειωμένη στις πραγματικότητες και τις ανάγκες της κοινωνίας χωρίς διγλωσσία και μασημένες υποσχέσεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

«Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία»



Καθώς περνούν οι μέρες κοιτάμε τις καταλήψεις των μαθητών κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, τις αντιδράσεις των μαθητών που στέκουν απέναντι, τις ανακοινώσεις και τις κινητοποιήσεις ενάντια στον φασισμό στα σχολεία. Βλέπουμε τα συνθήματα, προβληματιζόμαστε για το πώς ο εθνικισμός διατρέχει οριζόντια μια κοινωνία που νοσεί και για τις απαντήσεις που αυτή η κοινωνία δίνει στα παιδιά για τη νόσο της.
Βλέπουμε τον προβληματισμό και τις προτεινόμενες λύσεις, τα πανό και τα συνθήματα. Ανάμεσά τους το «Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία», γραμμένο από χέρι μαθητή -μπορεί καθοδηγούμενου αλλά παρ' όλα αυτά μαθητή- κάπου στον Βορρά.
Εχει κάτι τρομακτικό αυτό το συμβάν. Οχι επειδή ένα σύνθημα χρυσαυγίτικης έμπνευσης βρήκε χώρο σε ένα σχολείο (για όποιον έχει μεγαλώσει στην Κυψέλη και τις γύρω περιοχές τα φασιστικά συνθήματα στα σχολεία δεν προκαλούν έκπληξη εδώ και δεκαετίες). Αλλά για τον τρόπο που ο αξιακός κώδικας που προτείνει έρχεται να συνομιλήσει με την ηλικία.
Για τον τρόπο που το συμβάν περιγράφει τη ρωγμή εντός της οποίας βρισκόμαστε. Το σύνθημα περιγράφει πως ζούμε στη φάση που η δημοκρατία δεν είναι το ίδιο αυτονόητη με την υπερβατική πραγματικότητα που ονομάζεται «Μακεδονία». Αυτό το σημείο που συμπυκνώνει μύθους για το παρελθόν και φόβους για το μέλλον. Ξενοφοβία, μιζέρια και μισαλλοδοξία.
Αυτή η υπερβατική κατασκευή εθνικής υπερηφάνειας και μαζικής τύφλωσης που έχτισε πολιτικές και δημοσιογραφικές καριέρες πουλώντας αχνιστό εθνικισμό με το κιλό. Αυτός ο μη τόπος που κατοικεί στον χρόνο. Τον χρόνο της υπερβολής και της προβολής. Στον χώρο του σοβινισμού, του φόβου για τον άλλο και του γαλανόλευκου αυνανισμού.
Απέναντι σε αυτή την απόλυτη βεβαιότητα, η δημοκρατία τίθεται ως μια αμφιβολία που ράγισε, ως ένα ελαττωματικό εργαλείο που δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει τα αυτονόητα, ως μια δυσλειτουργία στη ροή του αίματος του έθνους.
Αν η δημοκρατία μάς οδηγεί να κάνουμε επιλογές μη αποδεκτές από τους τοποτηρητές των αυτονόητων, τότε μπορεί να αντικατασταθεί. Γιατί το «Μακεδονία» φτάνει πιο βαθιά από το «δημοκρατία». Εντός του συνθήματος η κοινωνία ταυτίζεται με το «Μακεδονία» και όχι με το «δημοκρατία».
Ολα αυτά ειπωμένα σε πανό σχολείου μοιάζουν αποκαρδιωτικά. Ακόμα και αν υπήρχαν πάντοτε. Ακόμα και αν θα υπάρχουν για πάντα. Ο τραμπούκος φασιστάκος συμμαθητής με τον μεγάλο αδελφό στη Χρυσή Αυγή, ο κάγκουρας- αλάνι που δεν γουστάρει πακιστάνια και τέτοια, ο λεβεντομαλάκας μελλοντικός βλαχοδήμαρχος που μιλάει για πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια.
Νομίζω όμως πως αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς -αν εξαιρέσεις ένα μικρό ποσοστό μαθητών-, δεν μιλάμε για φασισμό ή ναζισμό. Μιλάμε για ένα ριζοσπαστικοποιημένο αυτονόητο, για όλες τις μη εξετασμένες βεβαιότητες με τις οποίες στουμπώνεται το κεφάλι μας από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία. Για το παρελθόν, την ιστορία, την εθνική υπερηφάνεια, τη φυσική ανωτερότητά μας. Οχι απ' όσα μάθαμε αλλά απ' όσα δεν καταφέραμε να ξεμάθουμε.
Αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό πληροφορίας και αμάθειας, βαλσαμωμένου Εγώ και κόμπλεξ κατωτερότητας και ταύτισης μυθολογίας, ιστορίας και γεωγραφίας σε έναν αιγαιοπελαγίσιο αχταρμά επιθυμίας και ταυτότητας.
Δεν είναι θέμα παιδείας (όπως θα ξεστομίσει η γέρικη εκδοχή του εαυτού μας). Είναι θέμα έλλειψης της καλλιέργειας μιας διάθεσης για την επί της ουσίας αμφισβήτηση από τη μεριά των παιδιών. Αμφισβήτηση των δασκάλων, των γονιών και ημών των ιδίων. Αμφισβήτηση της κάθε αυτονόητης γνώσης και παραδοχής. Ουσιαστικά, δηλαδή, κατάφαση στην τάση της συγκεκριμένης ηλικίας, κατάφαση στη ροπή προς το νέο από τη μεριά των νέων.
Καμία παιδεία δεν είναι αντίδοτο στους νεόγερους μαθητές-μακεδονομάχους. Καμία καταδίκη των καταλήψεων, καμία συλλήβδην κατηγοριοποίησή τους ως φασιστών.
Η μόνη απάντηση και η μόνη ελπίδα μπορεί να έρθει από τους άλλους μαθητές. Από αυτούς που ενσαρκώνουν την αμφισβήτηση ως συνύπαρξη και όχι ως μίσος. Ως ορίζοντα και όχι ως κλειστοφοβία. Ως Δημοκρατία και όχι ως «Μακεδονία»

*αφιερωμένο στον μαθητή μου από το σεμινάριο για τον Καβάφη που έγραψε το σύνθημα (τότε) στον τοίχο του σχολείου του στο Φάληρο

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)