Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Εξόριστοι στο χειροκρότημα των γύρω






Συμβαίνει αρκετά συχνά όταν γράφεις θεατρικές κριτικές, να βρίσκεσαι σε παραστάσεις που δεν θα πήγαινες για κανέναν λόγο. Παραστάσεις  τις οποίες βρίσκεις ακραία θεαματικές, αποκλειστικά εμπορικές, εξώστρεφα αφελείς. Παραστάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για εξωθεατρικούς λόγους, ως κοινωνικά φαινόμενα (με αρνητικό κατά κύριο λόγω πρόσημο), ως μεγαλόφωνες αστοχίες, ως κομμάτια ενός κυρίαρχου λόγου όπου διακρίνεις ενσαρκωμένα τα διάφορα χαρακτηριστικά του, τα αισθητικά του αδιέξοδα, την επιμονή της επιβίωσής του ακόμα και σε κωματώδη κατάσταση (τέτοιοι λόγοι με έκαναν να παρακολουθήσω πρόσφατα την αφόρητη σάχλα ‘’Ηρακλής, οι δώδεκα άθλοι’’ με πρωταγωνιστή τον Σάκη Ρουβά, κυνηγώντας απαντήσεις σε σχέση με την θεατρικά ακατανόητη βράβευσή του για τις θερινές Βάκχες. Όλα αυτά βέβαια είναι θέματα ενός άλλου άρθρου και δεν θα επεκταθώ εδώ περισσότερο). 

Συνήθως στις ειδικές αυτές αποστολές πηγαίνεις μόνος σου, αφού κανένας δεν θέλει να σε συνοδεύσει σε ένα θέαμα που ούτε εσύ θα τον συνόδευες αν δεν υπήρχε κάποιος λόγος, με τις πιθανότητες να σου αφαιρούν ακόμα και το δικαίωμα της ευχάριστης έκπληξης. Και ο εσωτερικός σου διάλογος συνήθως παραμένει ο ίδιος πριν και κατά τη διάρκεια της παράστασης: ‘’τι ήρθα να κάνω εδώ;’’, ‘’δεν είναι δυνατόν να βλέπω αυτό το πράγμα’’, ‘’άντε να φύγουμε’’. Αλλά πώς να φύγεις αφού κρατάς σημειώσεις και που να πας αφού πρέπει να βιώσεις το γεγονός ολόκληρο ακόμη και στην ολοκληρωτική άρνησή σου; 

Υπάρχει μια στιγμή που βιώνεις σε αυτές τις περιπτώσεις με γεωμετρική επανάληψη. Μια στιγμή που σπάνια νοιώθεις κάτω από άλλες συνθήκες. Συνήθως επιλέγουμε με σαφή κριτήρια τις παραστάσεις που πηγαίνουμε, τις ταινίες που βλέπουμε, τα βιβλία που διαβάζουμε (ακόμη και τις στιγμές που δεν το συνειδητοποιούμε). Σπάνια μια αστοχία μπορεί να αποκλίνει σε τόσο απόλυτο βαθμό από τις αρχικές προσδοκίες. Ακόμα και τότε όμως το συναίσθημα είναι διαφορετικό. Ενώ δηλαδή σε αυτές τις περιπτώσεις αυτό που νοιώθεις είναι απογοήτευση, στην περίπτωση που περιγράφουμε εδώ νοιώθεις απλά (λιγότερο ή περισσότερο) την επιβεβαίωση των αρχικών σου προβλέψεων. Η στιγμή λοιπόν αυτή για την οποία κάνουμε λόγο είναι η στιγμή του χειροκροτήματος.

Σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το χειροκρότημα φτάνει τα όρια της αποθέωσης. Και είναι λογικό. Είπαμε: συνήθως επιλέγουμε με σαφή κριτήρια τις παραστάσεις που βλέπουμε. Η στιγμή του χειροκροτήματος είναι η στιγμή που η απόσταση των δικών σου κριτηρίων με αυτά των γύρω σου γίνεται ορατή με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Μα το κείμενο δεν γράφεται για να περιγράψει έναν εστετισμό ή σνομπισμό, μια αίσθηση ανωτερότητας ή υπεροχής απέναντι σε συγκεκριμένες καταστάσεις (σε πρόλαβα ελπίζω καχύποπτε αναγνώστη μου). Το κείμενο γράφεται για να περιγράψει μια εντονότατη και καθαρή στιγμή μοναξιάς. Ένα ξάφνιασμα, ένα μάγκωμα και έναν ξένο. Το χειροκρότημα είναι μια στιγμή εκτονωτική, αποκλειστικά και υποχρεωτικά όμως αν συμμετέχεις σε αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση γίνεσαι  παραφωνία, θόρυβος μέσα στην ησυχία σου, ελάχιστό σημείο χαμένο σε μια γιγαντιαία παρένθεση που σε πνίγει. Το νοιώθεις, αρχικά όχι σαν ήχο αλλά ως έναν μαζικό παλμό που κατακλύζει επιθετικά το σώμα σου. Ως μια ομαδική φωνή που πολλαπλασιάζει τη σιωπή σου και σε ποδοπατά. Ως μια εκτυφλωτική ταμπέλα που αναβοσβήνει τη στιγμιαία μοναξιά σου.
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως η στιγμή αυτή της μοναξιάς  (και όλες οι παρόμοιες σε αντίστοιχες περιστάσεις) είναι μια στιγμή ευεργετική.  Όχι  γιατί επιβεβαιώνει τον όποιο εγωισμό ή την μεγαλομανία σου αλλά γιατί σε αναγκάζει με τον πιο επιθετικό τρόπο να αντιληφθείς τι κατασκευή είναι ο κόσμος σου. Πως ο μικρόκοσμός σου, η επανάληψη ανθρώπων, τοποθεσιών, επιλογών και απόψεων σου δίνει την ψευδαίσθηση της μεγάλης κλίμακας, η οποία μόλις έσπασε με πάταγο. Να δεις τις αποστάσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα, απόψεις, κριτήρια και επιλογές. Και  είτε επιθυμείς να τις καταργήσεις,  να τις συντηρήσεις, είτε απλώς να αδιαφορήσεις για αυτές, σε κάνει να τις συνειδητοποιήσεις με τον πιο ακαριαίο τρόπο, σκάζοντας τις φούσκες της πιο βολικής ψευδαίσθησης.

Προς το παρόν νοσηλεύουμε την μοναξιά μας σε ένα μέρος απάνεμο από χειροκρότημα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

1 σχόλιο:

ειρήνη είπε...

Την έχω νιώσει τη μοναξιά αυτή που περιγράφεις ,σε ένα σεμινάριο φιλολόγων. Η εισήγηση της φιλολόγου με τη σύμβουλο δίπλα της ,το χειροκρότημα ηχούσε στ' αφτιά μου σαν απειλή. Η επίγνωση αυτής της μοναξιάς μπορεί να γίνει τροφή για τα πιο ωραία ποιήματα.