Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Σκοτώνοντας τον αγγελιοφόρο




‘’ Ξέρετε ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα για το οποίο ξοδεύουμε λεφτά; Το έχουμε όλοι κάνει, εγώ, εσύ, όλοι μας. Το ποιο ανόητο πράγμα για το οποίο ξοδεύουμε λεφτά: Τα ringtones. Τον παλιό καιρό το τηλέφωνο χτύπαγε τσάμπα, αλλά για κάποιους από εμάς αυτό δεν έμοιαζε αρκετό. ‘’Χρειάζομαι ένα κουδούνισμα που να εκφράζει το ποιος είμαι, να ακούω έναν ήχο αισθησιακό όταν το τηλέφωνό μου χτυπάει’’. Και τώρα την έχουμε πατήσει, μας κρατούν στο χέρι. Θα αγοράζουμε ήχους τηλεφώνων για την υπόλοιπη ζωή μας. ‘’Δεν είναι έτσι!’’ Και όμως είναι έτσι ακριβώς. και θα σας πω ακριβώς πως πρόκειται να γίνει, σε αυτόν τον τρελό και αποδιοργανωμένο κόσμο του Τζορτζ Μπους, στον οποίο ζούμε: Η εταιρία που κατασκευάζει τηλέφωνα, θα αγοράσει την εταιρία που κατασκευάζει ringtones και ύστερα θα αρχίζει να πουλά τηλέφωνα που δεν θα χτυπάνε. Θα σε αναγκάσουν να αγοράζεις τον ήχο του τηλεφώνου, αλλιώς θα πρέπει να μαντεύεις πότε το τηλέφωνό σου χτυπάει’’
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την παράσταση ‘’ Kill the messenger’’ (σκοτώστε τον αγγελιοφόρο) (2008) του Αφροαμερικάνου κωμικού Chris Rock. Απόγονος και συνεχιστής της παράδοσης του Richard Pryor και του Bill Cosby, ο Rock είναι ο πιο πετυχημένος έγχρωμος κωμικός των Ηνωμένων Πολιτειών και ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς της standup comedy. Αν και φτιαγμένο για να προκαλέσει αποκλειστικά το γέλιο, το παραπάνω σχόλιο ενέχει το στοιχείο της πολιτικής κριτικής, μιας κριτικής που δεν προκύπτει από την πολιτική ιδεολογία αλλά από την κοινωνική παρατήρηση. Tο παράλογο, κυρίαρχο στην σύγχρονη κουλτούρα της υπερκατανάλωσης, υπάρχει με τέτοια ένταση, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κοινός τόπος ανάμεσα στον κωμικό και το κοινό του. Και είναι τέτοια η φύση του επιβεβλημένου αυτού παραλόγου, που οι συμμετέχοντες σε αυτό, τόσο το κοινό όσο και ο κωμικός(‘’το έχουμε όλοι κάνει’’), αντί να νοιώσουν απειλή ή εξαπάτηση, γελούν.
‘’ Κάνε το κινητό σου να ξεχωρίζει με νέους ήχους’’, ‘’ η πιο σταθερή σου σχέση’’, ‘’ο, τι καλύτερο για τον άνδρα’’…. Από πού έρχεται η γλώσσα των προϊόντων, κενή και ταυτόχρονα υπερβολική και πως τελικά καταφέρνει να επιβιώνει αντί να ακούγεται συριστικά παράφωνη; Το κενό και η ταυτόχρονη υπερβολή είναι στοιχεία τα οποία έχουμε μάθει να ανεχόμαστε, να συγκατοικούμε μαζί τους και τελικά να απολαμβάνουμε. Η γλώσσα που τα προτείνει είναι λογικό να αντικατοπτρίζει τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά τους. Αν απομονώσουμε μια διαφήμιση (ή πολύ περισσότερο κάποιο μότο της), όπως αντίστοιχα και την απόλαυση ενός από τα προϊόντα που αυτή προτείνει, αντιλαμβανόμαστε τη ματαιότητα και την υπερβολή του. Ο κόσμος των προϊόντων και τον διαφημίσεων μπορεί να υπάρχει μόνο ενιαίος και χωρίς χάσματα, με μια ταχύτητα πληροφορίας κατά πολύ γρηγορότερη από την ταχύτητα με την οποία κρίνουμε την πληροφορία. Το επιμέρους επιβιώνει μόνο και μόνο επειδή δεν καταφέρνουμε(λόγο της ταχύτητας με την οποία προτείνεται, αλλά και της ταχύτητας με την οποία αντικαθίσταται από άλλα προϊόντα) να κρίνουμε πως είναι επιμέρους.
Ο σύγχρονος ‘’τρελός και αποδιοργανωμένος κόσμος’’ στον οποίο ζούμε, έχει καταφέρει να αντικαταστήσει το μέτρο με την υπερβολή και να καταστήσει το εντελώς περιττό ως απολύτως αναγκαίο. Μέσα από έναν πολύχρωμο ατομικισμό που έχει επιβληθεί ως κυρίαρχη και μόνη ηθική, το άτομο ζητά να εκφραστεί (express yourself! είναι η προστακτική που κυριαρχεί τους καιρούς μας), μέσα από την επιλογή αντικειμένων που διαφέρουν ελάχιστα. Όταν κάποιος βλέπει μια διαφήμιση με κάποια ημίγυμνη κοπέλα να διαφημίζει κάποιο προϊόν, δεν είναι μόνο τα δύο αντικείμενα (γυναίκα- προϊόν) που ταυτίζονται, είναι και οι δύο επιθυμίες. Το προϊόν γίνεται φετίχ (και η γυναίκα προϊόν αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία) και η αδυναμία απόκτησής του, σεξουαλική απόρριψη. Η κατασκευασμένη επιθυμία γίνεται έτσι πραγματική ανάγκη και η ανάγκη μεταφράζεται οικονομικά και μέσω της υπερβολής σε δάνεια, πιστωτικές κάρτες, ελπίδες κέρδους από το χρηματιστήριο κ.τ.λ.
Θύμα και κομμάτι του παραλόγου, ο άνθρωπος-πολίτης-καταναλωτής, αγωνιά να εκφραστεί μέσα από ανύπαρκτες επιλογές, ελάχιστα αποκλίνουσες μεταξύ τους, αγωνιά να χορτάσει μια όρεξη που ποτέ δεν χορταίνει. Προτιμά να σκοτώνει τον αγγελιοφόρο, ή στην περίπτωσή μας να γελά με τα αστεία του, τα οποία νοιώθει να τον ξεσκεπάζουν φιλικά χωρίς να θέλουν να τον βλάψουν και να χαμογελά ενθυμούμενος, όταν αγοράζει ringtones ή όταν μαντεύει πότε το βουβό τηλέφωνο χτυπά...


(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: