Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Οι ‘’100 μεγάλοι Έλληνες’’ και το εμπόριο της μνήμης.



‘’Οι «ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» είναι η νέα μεγάλη παραγωγή του ΣΚΑΪ. Πρόκειται για ένα τηλεοπτικό γεγονός, που θα αναδείξει τον σημαντικότερο Έλληνα όλων των εποχών μέσα από μια πρωτότυπη διαδικασία ψηφοφορίας και ενεργής συμμετοχής του κοινού σε τρεις φάσεις. ‘’ Με τη φράση αυτή, περιγράφεται η εκπομπή του Σκάι για τις 100 σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού παρελθόντος και παρόντος. Η διαδικασία διαμόρφωσης του τελικού αποτελέσματος περνά από τρία στάδια. Η πρώτη φάση της ψηφοφορίας ολοκληρώθηκε το Μάιο του 2008 με την ανάδειξη των 100 επικρατέστερων προσωπικοτήτων. Στη δεύτερη φάση, παρουσιάσθηκαν οι 100 Μεγάλοι Έλληνες μέσα από δύο δίωρα ντοκιμαντέρ (16 & 23/02) με ολιγόλεπτα αφιερώματα και τον σχολιασμό δημοφιλών ελλήνων από το χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της πολιτικής. Το κοινό καλείται ξανά να επιλέξει ανάμεσα από τις 10 επικρατέστερες προσωπικότητες, αυτή στην οποία ταιριάζει καλύτερα ο χαρακτηρισμός ‘’ Μεγαλύτερος Έλληνας Όλων των Εποχών’’. Και ενώ η λέξη Έλληνας, επαναλαμβάνεται και υπερτονίζεται, είναι η λέξη Ιστορία που απουσιάζει επιδεικτικά. Πόσο προβληματική μπορεί να είναι μια τέτοια διαδικασία και τελικά, σε ποιο βαθμό επηρεάζει, διαμορφώνει και επιδοκιμάζει απόψεις, συνειδήσεις, ακόμη και φανατισμούς;
Βασικό χαρακτηριστικό του όλου εγχειρήματος είναι η παντελής έλλειψη της επιστήμης, της μεθοδολογίας και της τεκμηρίωσης. Από τον τίτλο ακόμα βλέπουμε πως δεν τίθεται κάποιο σαφές κριτήριο επιλογής, αφού ο χαρακτηρισμός Μεγάλος, είναι κενός. Σε ποια κλίμακα και με ποιους όρους μετριέται το μέγεθος ενός ανθρώπου; Τι κάνει τον Ελύτη σημαντικότερο ποιητή από τον Σολωμό και τον Ευριπίδη ή τον Λαζόπουλο και τον Ζαγοράκη σημαντικότερους Έλληνες από τον Θαλή τον Μιλήσιο και τον Ηράκλειτο; Το κριτήριο τίθεται όχι από την ερώτηση ή την πρόθεση αλλά από την ίδια τη φύση του εγχειρήματος, τη δημοσκόπικη πρακτική. Έτσι, το ‘’Μεγάλος’’ του τίτλου γίνεται στην πραγματικότητα ‘’δημοφιλής’’ και το ρευστό της ιστορικής αλήθειας, υποχωρεί μπροστά στο άκαμπτο του αριθμού των ψήφων και το ιλουστρασιόν του πλαστικοποιημένου λαϊκισμού. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής ο παρουσιαστής δεν ξεχνά μάλιστα να επιβραβεύσει το κοινό (‘’σωστά επιλέξατε’’),για το σωστό αλλά και τα αλάθητο της επιλογής του(μια ταύτιση όρων, παράλογη στο βάθος της) κάνοντας ακόμη πιο έντονο το στοιχείο του λαϊκισμού. Επιπλέον, οι σχολιαστές, κατά κύριο λόγο, επιλέγονται όχι με βάση την ειδικότητά τους προς το θέμα αλλά με βάση την αναγνωρισιμότητά τους, η οποία με τους όρους της σύγχρονης τηλεοπτικής δημοκρατίας, τους επιτρέπει να είναι ειδικοί για κάθε θέμα. Ηθοποιοί σχολιάζουν ποιητές και φιλοσόφους, πολιτικοί σχολιάζουν επιστήμονες σε μια κατάσταση ασύμμετρη και επισφαλή, που τελικά εξυπηρετεί την παραγωγή και όχι τα συμπεράσματα ή την ανάλυση. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η κακογουστιά του όλο εγχειρήματος, στην αντίθεση ανάμεσα στην τεχνοκρατία του μέσου (μέγεθος παραγωγής, καθαρότητα εικόνας, δημοσκοπικοί μέθοδοι κτλ )όπου η χρήση της τηλεοπτικής επιστήμης φτάνει στα άκρα της, με την παντελή έλλειψη της επιστήμης της ιστορίας, του κύριου εργαλείου αναζήτησης του παρελθόντος και της ταυτότητας. Το πλάνο και η σκηνοθεσία αντικαθιστούν την μέθοδο και την έρευνα.
Εξίσου προβληματικός με τον όρο ‘’ Μεγάλοι’’ είναι και ο δεύτερος όρος του τίτλου, ο όρος ‘’ Έλληνες’’. Του όλου εγχειρήματος προηγείται μια αυθαίρετη αποδοχή, η αποδοχή της τρισχιλιετούς συνέχειας και της αρραγούς ελληνικής ιστορίας. Αυτή η αποδοχή δεν διευκρινίζεται και παρουσιάζεται έτσι ως κοινή άποψη και μόνη αλήθεια, παρακάμπτοντας κάθε λεπτομέρεια, διαφωνία ή συζήτηση. Κριτήρια ελληνικότητας δεν τίθενται , με αποτέλεσμα οι επιλεχθέντες πολλές φορές να μην είναι Έλληνες (Μέγας Κωνσταντίνος, Όθωνας) ή ελληνικότητα τους να αμφισβητείται (Βασίλειος ο Β’ ο Βουλγαροκτόνος, αρβανίτες οπλαρχηγοί του ’21).
Με την έλλειψη λοιπόν, οποιουδήποτε κριτηρίου μεταφερόμαστε από την ιστορία, στη Δημόσια Ιστορία (Public History), την αντίληψη δηλαδή του οποιουδήποτε(μέσα ενημέρωσης, ατομικότητες, προκαταλήψεις κτλ.). Του οποιουδήποτε, πλην του πανεπιστημίου και των ιστορικών. Μια αντίληψη που δεν ζητά αποδείξεις αλλά προηγείται αυτών (ξορκίζοντας συχνά ότι δεν την αποδεικνύει). Όπως παρατηρεί ο Χάγκεν Φλάισερ, στο βιβλίο του ‘’Οι πόλεμοι της μνήμης’’, ‘’η Δημόσια ιστορία είναι ικανή να θεμελιώνει ή και να κλονίζει συλλογικές ταυτότητες, αφού δεν παράγεται μόνο για το συγκεκριμένο σύνολο, αλλά και μαζί με αυτό…. Το παρελθόν δεν παραμένει αμετάβλητο’’. Στους ‘’100 Μεγάλους Έλληνες’’, έχουμε την περίπτωση ενός παρελθόντος που αφορά περισσότερο στο παρόν και λιγότερο στον εαυτό του. Ένα υπερήφανο κατασκεύασμα, δημιουργημένο για να κολακεύει και να δικαιολογεί το στρεβλό του είδωλο. Η περιορισμένη έκταση της εκπομπής θα την έκανε ίσως ακίνδυνη, εάν δεν λειτουργούσε προσθετικά. Προσθετικά στην κοινή αντίληψη που πρόσφατα έκαιγε βιβλία ιστορίας, υπερήφανη για ένα παρελθόν που στην πραγματικότητα, επιμένει να αγνοεί πεισματικά.

(στην εφημερίδα εποχή)

1 σχόλιο:

costinho είπε...

Ψηφίζω Θωμά Τσαλαπάτη ως μεγαλύτερο Έλληνα.

Και σπουδαιότερο κάτοικο της Κυψέλης, μετά τον κύριο Μανιάτη ίσως.