Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

΄΄Ολα τα ρολόγια της πόλης ή ο γέρος και η φωτοτυπία" (τελευταίο μέρος)


Φως δεξιά. Ένα κορίτσι παχυλό. Πίσω της ένας τάφος. Όρθια. Φορά κόκκινο μπερέ. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά σαν γραβάτα. Κοιτάει πέρα.


(Φωτίζει η σκηνή. Αριστερά στον τάφο ο Κλαύδιος καθιστός. Παιδί της μαμάς. Γυαλιά. Δίπλα του καρότσι παιδικό, κρατά κούκλα του σεξ σαν μπαλόνι.)

Bonnie: (κρατάει ένα πιπάκι για τσιγάρα) Αν είναι κάτι που σιχαίνομαι είναι οι ιμπρεσιονιστές. Μόνο πέρυσι σκότωσα 10 απ’ αυτούς.

Κλαύδιος: Οι ιμπρεσιονιστές... ναι

Bonnie: Με τα νούφαρά τους και τα πράσινά τους. Με φοβίζουν. Παλιά... όπου τους βρίσκαμε τους σκοτώναμε.

Κλαύδιος: Μμμμμ...

Bonnie: Παλιά. Ήταν όμορφα να ζεις παλιά. Πυροβολούσαμε, τι εποχή! Και κλέβαμε, τι εποχή! Η αστυνομία μας κυνηγούσε και ο ουρανός καιγόταν. Ήμαστε νέοι, ήμαστε όμορφοι με τις φλέβες μας γεμάτες αίμα. Πίναμε, κάναμε έρωτα, αγοράζαμε ρουκέτες και τις μοιράζαμε δεξιά-αριστερά. Αλλάζαμε τα ξενοδοχεία σαν τα πουκάμισα, πάντα φθηνά ξενοδοχεία. Ο κόσμος μας αγαπούσε, μας έκρυβε, μας βοηθούσε. Κυρίως τα παιδιά. Ήταν έντονα, ήταν όμορφα και μια μέρα έτσι ξαφνικά, απότομα άλλαξαν. (Ήχος από τρένα και πυρκαγιά). Άρχισε να φοβάται. τον καταλάβαινα, φοβόταν, γινόταν αργός, διστακτικός. Έψαχνε τα δωμάτια, κάτω απ’τα κρεβάτια. Παγίδευε τις πόρτες και μια νύχτα δίπλα στη φωτιά, μου είπε για όλους τους φόβους του.

Κλαύδιος: Φοβόταν. Τι φοβόταν;

Bonnie: Φοβόταν.

Κλαύδιος: Τι φοβόταν;

Bonnie: Τους Μορμόνους.

Κλαύδιος: Τους ποιους;




Bonnie: Τους Μορμόνους. Ένας Μορμόνος είχε σκοτώσει την μάνα του όταν ήταν μικρός. Από τότε στοιχειώνουνε τα όνειρά του. Έμαθε τα πάντα για αυτούς, για να τους αντιμετωπίσει. Το πώς να τους αναγνωρίζει, το πώς να τους ξεσκεπάζει, το πώς να τους σκοτώνει. Έμαθα πολλά για τους Μορμόνους δίπλα του. Το ξέρεις πως οι ενήλικες Μορμόνοι έχουν στο κεφάλι τους ένα κέρατο έως και 3 εκατοστά; Ζούνε κάτω από την γη και αλλάζουν μορφές. Τα φθινόπωρα κλέβουν τα παπούτσια των ανθρώπων και τα στοιβάζουν σε ειδικούς χώρους στις σπηλιές τους. Ήταν φθινόπωρο όταν μου επιτέθηκε. (Παύση) είπε πως είμαι μια από αυτούς και ότι πήρα την θέση της μόνης αληθινής του αγάπης , για να του τη φέρω. Παλέψαμε... και όταν κατάλαβε το λάθος του ήταν πλέον αργά. (Προτείνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς το κοινό) Έχω μύξες;

Κλαύδιος: Μπα. Ήθελα να σε ρωτήσω για την γραβάτα σου...

Bonnie: Αυτό; Αυτό, χα! Αυτό είναι το μόνο που μου έμεινε από αυτόν. ένα πρωινό τον περίμενα στο αμάξι. Έπρεπε να ληστέψουμε 3 τράπεζες και είχαμε ξεχάσει να βάλουμε ξυπνητήρι. Αργούσε να κατέβει και έτσι ανέβηκα να δω τι κάνει. Το μόνο που θυμάμαι από εκείνο το πρωί είναι το γράμμα. Ένα γράμμα γραμμένο με αίμα.

Κλαύδιος: Τι έγραφε;

Bonnie: Καθίκια, δεν θα κλέψετε τα δικά μου παπούτσια. (Παύση, σαν να βγαίνει από όνειρο). Έτσι και εγώ ήρθα εδώ να κρεμαστώ.

Κλαύδιος: Α, συγνώμη να σε αφήσω τότε.

Bonnie: Όχι, όχι δεν πειράζει μπορώ να περιμένω.

Κλαύδιος: Σίγουρα;

Bonnie: Γλυκέ μου... ο θάνατος είναι ο μόνος εραστής που όσο και αν ον στήσεις αυτός θα περιμένει (ξανά απότομα σαν σε όνειρο) κρατάει ένα μπουκέτο μαραμένα λουλούδια και τα παπούτσια του είναι γεμάτα άμμο (βγαίνοντας απότομα από όνειρο κοιτάει την κούκλα) Όμορφη κούκλα, έχει τα μάτια σου. Νομίζω.

Κλαύδιος: Ναι , είναι όμορφη αλλά δύσκολη να την κουμαντάρεις.

Bonnie: Δηλαδή;

Κλαύδιος: Δεν μπορώ να τη φουσκώσω μόνος μου. Έχω άσθμα. Έτσι κάθε φορά που είναι ανάγκη, πάω στο βενζινάδικο. Στο δρόμο με κοροϊδεύουν. Μου λένε να κόψω τα νύχια μου.


Bonnie: Και το καρότσι. Πολύ ωραίο πράμα τα μωρά. Σε κάποιους αρέσουν τα κορίτσια, σε κάποιους τα αγόρια. Εγώ πάλι προτιμώ τα καρότσια.

Κλαύδιος: Δεν έχει μωρό, άδειο είναι... Παλιά έβαζα εκεί τον βαλσαμωμένο σκύλο μου, την Γεωργία Σάνδη, αλλά ύστερα βράχηκε και χάλασε. Έτσι τώρα είναι άδειο.

Bonnie: Τι γλυκό... Αλήθεια, δε μου είπες, τι κάνεις εδώ;

Κλαύδιος: Ήρθα να βρω έναν τάφο για τη μαμά μου.

Bonnie: Δεν ήξερα, συγγνώμη, λυπάμαι.

Κλαύδιος: Μην λυπάσαι. Δεν πέθανε, εκεί κάτω είναι.

Bonnie: Αυτή είναι η μαμά σου; Πιο πολύ με τον μπαμπά σου μοιάζει. Μήπως είναι μορμόνος;

Κλαύδιος: Όχι, απλά έχει λόξιγκα. Το παθαίνει όταν κουράζεται. Βλέπεις, είναι το 3ο νεκροταφείο που επισκεπτόμαστε σήμερα.

Bonnie: Γιατί, τα άλλα ήταν ρεζερβέ;

Κλαύδιος: Όχι, απλά δεν είχαν θολωτούς τάφους. Βλέπεις, η μαμά ψάχνει έναν τάφο αρκετά μεγάλο, ώστε να ταφούμε όλοι μαζί. Αυτή, εγώ και το πιάνο της. Δύσκολα μπορεί να αποχωριστεί το πιάνο της. Την καταλαβαίνω, είχα κι εγώ κάποτε ένα βιολί.

Bonnie: (χωρίς να τον προσέχει) Σίγουρα, πολύ όμορφο καρότσι. Κάποτε είχα κι εγώ μια αναπηρική πολυθρόνα. Αν τη βρω μπορούμε να κάνουμε κόντρες.

Κλαύδιος: Ο θείος Πάκης ήταν βιολιτζής. Αλλά μια μέρα ένα τρένο του έλιωσε το κεφάλι. Δεν χρειαζόταν πια το βιολί. Ήμουν πέντε χρονών και έτσι το πήρα εγώ. Αγαπούσα τον θείο μου τον Πάκη και στην κηδεία του έπαιξα έναν σκοπό, μελαγχολικό. Μεγάλη επιτυχία. Τόσο μεγάλη που ο πατέρας μου, χασάπης ήταν, τα επόμενα χρόνια με γύριζε από χωριό σε χωριό. Από πανηγύρι σε πανηγύρι. Συνήθως εμφανιζόμουν με μια αρκούδα, την Σάντρα και η μαμά φοβόταν. Βγάζαμε αρκετά λεφτά αλλά η μαμά φοβόταν, βλέπεις ήταν και καλλιεργημένη, εξού και το πιάνο. Είπε λοιπόν στον θείο Πάκη, απ’ το δικό της σόι, απλή συνωνυμία με τον εκλιπόντα, να με ακούσει. Βλέπεις δούλευε σε ένα ωδείο. Με άκουσε. Και την επόμενη μέρα μου έκλεισε ένα κονσέρτο στην όπερα του Σίδνεϋ. Έτσι από βιολιτζής έγινα βιολιστής.

Bonnie: Ήξερα κάποτε έναν κουρδιστή άρπας...




Κλαύδιος: Το καλοκαίρι του ’97... δύσκολη εποχή για βιολιστές. Αντίθετα οι βιολιτζήδες τα πήγαιναν μια χαρά. Αναγκάστηκα να πιάσω δουλειά στο χασάπικο του πατέρα μου. Ήθελα να αγοράσω ένα κοστούμι, δεν έμελλε όμως να το φορέσω.

Bonnie: Τι; Τι έγινε;

Κλαύδιος: η μηχανή του κιμά, μου έφαγε δυο δάχτυλα. Τώρα έχουν ξαναφυτρώσει, αλλά η καριέρα μου καταστράφηκε.

Bonnie: Καημενούλη...

Κλαύδιος: Η κυρία που έφαγε τον κιμά, έμεινε έγκυος και μας έκανε μήνυση. Δύσκολες εποχές. Μετά το ατύχημα με έπιασε μια ελαφρά μελαγχολία. Δεν είχα καθόλου κέφι κι έτσι αποφάσισα να κάνω ψυχανάλυση στον εαυτό μου.

Bonnie: Χι! Ωραίο αυτό, δεν το έχω ξανακούσει.

Κλαύδιος: Καθόμουν ξαπλωμένος στον καναπέ και μίλαγα δυνατά για την παιδική μου ηλικία και άλλα τέτοια. Κάπου είχα διαβάσει για την ψυχανάλυση και μια και οι γονείς μου δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν, αποφάσισα να την κάνω μόνος μου. Μια μέρα η μάνα μου με έπιασε στα πράσα. Άρχισε να ουρλιάζει, να σπάει πράγματα, της ήρθε περίοδος 10 μέρες νωρίτερα. Αποφάσισαν πως χρειαζόμουν δραστικά μέτρα. Έτσι με έστειλαν σε έναν ψυχολόγο παίρνοντας δάνειο, ή κάτι τέτοιο. Μετά από έναν χρόνο τακτικές συνεδρίες, ο ψυχολόγος αποφάνθηκε, ότι μάλλον έφταιγε το ατύχημα. Η δημιουργικότητά μου, είπε, είχε ευνουχιστεί. Έπρεπε να βρω κάπου να τη διοχετεύσω, και βρήκα. Ανακάλυψα τον...

Bonnie: Ναι;;

Κλαύδιος: Τον αυνανισμό.

Bonnie: Γιου- χου!!!

Κλαύδιος: Και τόσο έντονα προσηλώθηκα... και τόσο έντονα διοχέτευσα... που απέτυχα σε κάθε είδους εξετάσεις, μένοντας εκτός πανεπιστημίου, εκτός επαγγέλματος. Η μητέρα μου έλεγε πως θα τυφλωθώ, αλλά δεν τυφλώθηκα. Κάθε φορά που αυνανίζεσαι, ο Θεός σκοτώνει ένα γατάκι, μου είπε. Δε με ένοιαζε για τα γατάκια. Απλώς καταδικάστηκα να μένω μόνιμα ανεπάγγελτος.

Bonnie: Και ο μπαμπάς σου;





Κλαύδιος: Ο μπαμπάς μου πέθανε. Το χασάπικο έκλεισε. Μείναμε χωρίς εισόδημα και αρχίσαμε να ψάχνουμε τάφους.

Bonnie: Πώς πέθανε ο πατέρας σου;

Κλαύδιος: Του πάτησε το κεφάλι ένα τρένο. Το ίδιο τρένο που πάτησε το κεφάλι του θείου μου και τόσα άλλα αθώα οικογενειακά κεφάλια. (Παύση)

Bonnie: Καταραμένα τρένα!

Κλαύδιος: Αυτό λέω όλη μου την ζωή, μια μέρα όμως αποφάσισα να απελευθερωθώ από την κατάρα. Πήρα ένα κατσαβίδι και σκότωσα τον σταθμάρχη.

Bonnie: Ω, Κλαύδιε, αυτό είναι υπέροχο. Και εγώ κάποτε σκότωσα έναν σταθμάρχη με κατσαβίδι.

Κλαύδιος: Ω, Bonnie, δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

Bonnie: Ω, Κλαύδιε, η μοίρα μας έφερε εδώ για να συναντηθούμε. Όλα θα πάνε καλά και θα σε προστατεύω εγώ από τα τρένα.

Κλαύδιος: Ω, Bonnie, και εγώ από τους Μορμόνους.

Bonnie: Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει.

Κλαύδιος: Μέχρι ο θάνατος, Bonnie, μέχρι ο θάνατος!

(Η Bonnie του πιάνει το χέρι. Η κούκλα του φεύγει και ανέρχεται στους ουρανούς.)
(από την παράσαση στο booze cooperativa)

Δεν υπάρχουν σχόλια: