Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Το δεξί χέρι του θρήνου



Οταν έρχεσαι για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά περιδιαβαίνεις την επιφάνεια των πραγμάτων. Τη γλώσσα και τους κώδικες, την όψη και την αποτύπωσή. Καθώς εμβαθύνεις, επιστρέφεις σε αυτήν ακριβώς την επιφάνεια. Οχι γιατί δεν υπάρχει βάθος, αλλά γιατί όλα τα στοιχεία που χρειάζεσαι βρίσκονται ακριβώς εκεί.
Ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά πέρασε από τον κόσμο απότομα, με τη βιασύνη μιας άγουρης ιδιοφυΐας που ήθελε να τα πει όλα με τρόπο άμεσο. Πέθανε στα 27 του, το 1988, αφήνοντας πίσω χίλιους πίνακες και χίλιες ζωγραφιές.
Μέσα σε δύο χρόνια θα καταφέρει από άστεγος καλλιτέχνης να αναδειχτεί σε εκατομμυριούχο ζωγράφο, τοπόσημο των εικαστικών διαδρομών, ροκ σταρ της καλλιτεχνικής κοινότητας.
Ο Μπασκιά, πέρα από την απότομη επιτυχία, έπρεπε να διαχειριστεί μια σειρά από παράδοξες παραμέτρους. Μαζί με τον Keith Haring αποτέλεσε έναν από τους πρώτους καλλιτέχνες που ήρθαν κυριολεκτικά από τον δρόμο, έναν από τους πρώτους γκραφιτάδες και street artists που θα βρουν τη θέση τους στον καμβά και στις γκαλερί.
Ταυτόχρονα, ο Μπασκιά θα αποτελέσει τον πρώτο Αφροαμερικανό καλλιτέχνη που θα κάνει επιτυχία. Καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή τη διπλή, φυλετική και καλλιτεχνική, καταγωγή ως αντίφαση σε σχέση με την επιτυχία του.
Σε μια περίοδο που το γκραφίτι ακόμα ταξίδευε ως άγρια τέχνη στα τρένα της Νέας Υόρκης, σε μια περίοδο που κανένα ταξί δεν θα σταματούσε να πάρει έναν μαύρο στους δρόμους της Νέας Υόρκης, η ίδια η ύπαρξη του Μπασκιά αποτελούσε σκάνδαλο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένα μυστήριο που δεν είχε βρει την αποκωδικοποίησή του.
Οσοι τον αποθέωσαν, το έκαναν με τον ίδιο τρόπο που άλλοι τον απέρριψαν (ο κριτικός Robert Hughes τον είχε κάποτε αποκαλέσει «Eddie Murphy των εικαστικών»).
Η απότομη άνοδός του έφερε και την απότομη πτώση του, αφού όλα συνέβησαν μέσα σε μια θύελλα δημιουργίας, εκθέσεων και δημοσίων σχέσεων που δεν άφησε κανένα περιθώριο το έργο του να χωνευτεί (ακόμα και από τον ίδιο).
Μια από τις τελευταίες του εκθέσεις, στην οποία εξέθεσε έργα μαζί με τον Αντι Γουόρχολ, στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία.
Ο Μπασκιά, ο οποίος είχε βουτήξει ήδη από καιρό στον κόσμο των σκληρών ναρκωτικών, προσπαθώντας να βρει εκεί κάποιο δεκανίκι για τις συνεχόμενες δημιουργικές απαιτήσεις που του επέβαλλαν, βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στην αυτοκαταστροφή.
Πέθανε 27 χρόνων από υπερβολική δόση ηρωίνης στο στούντιό του στο Μανχάταν. Και σύντομα ξεχάστηκε.
Για να αναδυθεί ξανά την πρώτη δεκαετία του 2000, με τους πίνακές του να σημειώνουν ρεκόρ τιμών στις δημοπρασίες. Μα τελικά όλα αυτά έχουν μικρή σημασία.
Αυτό που έχει σημασία είναι το έργο που αφήνει κάποιος πίσω του. Το έργο του Μπασκιά θέτει σε συνομιλία τα έργα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού του Πόλοκ, με την ποπ αρτ του Αντι Γουόρχολ, δημιουργώντας τελικά έναν κώδικα που ξεφεύγει από τον ίσκιο και των δύο προκατόχων. Και σε αυτό ίσως να συνέβαλε η διπλή καταγωγή που περιγράψαμε παραπάνω.
Από τη μία οι πίνακές του κουβαλούν την αμεσότητα του δρόμου και την ποικιλία του τυχαίου. Από την άλλη, τη συνείδηση του τι σημαίνει να είσαι μαύρος στη σύγχρονη Αμερική – συνείδηση φυλετική, ταξική, ιστορική και αισθητική.
Επιστρέφοντας το υποκείμενο πίσω στην αθωότητα του θύματος, εκεί όπου τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Οχι μέσα από την αφέλεια του ακατέργαστου δημιουργού, αλλά μέσα από τις επείγουσες επιλογές που μας οδηγούν στο στοιχειώδες.
Η αγριότητα των γραμμών και η παιδικότητα των μορφών, αυτή η ταυτόχρονη συνύπαρξη με τα απαραίτητα, μαζί με την ποίηση των σκόρπιων ή των επαναλαμβανόμενων λέξεων, οι απειλητικές ή τσακισμένες μορφές, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία της τέχνης του, έρχονται να μας μιλήσουν για την αμεσότητα της τέχνης των δρόμων και την ανάγκη η τέχνη να μιλήσει και να υπερπηδήσει την όποια αδικία.
Αν ασχολούμαστε σήμερα με την απότομη δημιουργία του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά -αν γράφω κι εγώ σήμερα γι' αυτήν– αυτό συμβαίνει γιατί μια απλή θέαση των έργων του μάς επιστρέφει άμεσα στην επείγουσα ανάγκη της τέχνης και στην αγωνιώδη αποτύπωση της ανάγκης αυτής.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: