Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Υπερσυντηρητισμός, εθνικισμός και μύθοι της βεβαιότητας



Από βλακεία
 
Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ! Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Γιώργος Σεφέρης, από
το Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄
Το υπερσυντηρητικό σκεπτικό του ΣτΕ για την υπουργική απόφαση του Νίκου Φίλη σχετικά με τη διδασκαλία των Θρησκευτικών έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από φαινόμενα ακραίου θεσμικού συντηρητισμού και ενδείξεων επιστροφής σε έναν αρτηριοσκληρωτικό λόγο, ο οποίος έρχεται να συναντηθεί και να κουμπώσει με την νέα έξαρση του εθνικισμού, όπως την παρατηρούμε την τελευταία περίοδο. Ένα λόγο που διεκδικεί να γίνει επίσημη αφήγηση και μάλιστα με όρους μοναδικής αποδεκτής και αυτονόητης στάσης. Μετά την αθώωση του φασίστα (κατά δική του δήλωση) Αμβρόσιου, η ελληνική δικαιοσύνη έρχεται να προσθέσει άλλο ένα μνημείο σκαλισμένο από πηχτό σκοτάδι στο ενεργητικό της. Όχι μόνο μέσα από την απόφασή της, αλλά και μέσα από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το οποίο θεωρεί ότι το νέο μάθημα των θρησκευτικών θα «κλόνιζε τη θρησκευτική χριστιανική συνείδηση» και θα αλλοίωνε τον ορθόδοξο χαρακτήρα του κράτους. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τους συμβούλους Επικρατείας, το πρόγραμμα σπουδών παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις ως προς το περιεχόμενο της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας, καθώς δεν γίνεται αναφορά στην Αγία, Ομοούσιο και Αδιαίρετο Τριάδα, την οποία επικαλούνται στην επικεφαλίδα τους όλα τα ελληνικά Συντάγματα, και στη Γ΄ τάξη του Δημοτικού ο Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως ξένος, ως προσδοκώμενος Μεσσίας, ως δάσκαλος που όλοι θαυμάζουν, ως αγαπημένος φίλος, όχι όμως ως Σωτήρας του κόσμου. Ενώ ταυτόχρονα ««φαλκιδεύεται ο επιβαλλόμενος από τη συνταγματική διάταξη σκοπός της ανάπτυξης, δηλαδή της Ορθόδοξης Χριστιανικής συνείδησης των μαθητών στα ανήκοντα στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού».

Στις κρίσιμες εποχές που αναδεικνύουν την επείγουσα σημασία της ανεκτικότητας, της συνύπαρξης και της αλληλεγγύης το ΣτΕ κατοχυρώνει θεσμικά την μισαλλοδοξία και τον σκοταδισμό. Η απόφαση έρχεται στην πραγματικότητα να χαϊδέψει τα υπερσυντηρητικά χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται συστηματικά τον τελευταίο καιρό ως ρυθμιστές της καθημερινότητάς μας. Οι παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από θέατρα που το περιεχόμενό τους εξόργισαν άποιον χριστιανοταλιμπάν (με τα κρούσματα ολοένα και να πολλαπλασιάζονται) και το γκρέμισμα του αγάλματος Fylax από υπερσυντηρητικούς (χρυσαυγίτες το έριξαν, βέβαια, εκφράζοντας, όμως, του χριστού την πίστη την αγία). Η επιστροφή της ΝΔ σε ένα εθνικιστικό λόγο λαϊκής δεξιάς και μιας πολιτικής κατεύθυνσης που θυμίζει περισσότερο ΛΑΟΣ πριν μπει στη βουλή και την απόφαση του «Κινήματος Αλλαγής» να αφαιρέσει από τη διακήρυξη του συνεδρίου του τη θέση για σαφή διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας. Ακόμη περισσότερο τα «αν θέλετε κύριε Ιερώνυμε, εγώ ρίχνω την κυβέρνηση» του Καμένου και την αποδοχή της στάσης αυτής από τους αριστερούς ετέρους της κυβέρνησης. Τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό με όλη την αισθητική τους και την εκκίνηση ενός ακραίου εθνικιστικού λόγου κατά πάντων εντός και εκτός της χώρας. Ο συνδυασμός του λόγου αυτού με μια κανονικοποίηση του διαλόγου γύρω από τον πόλεμο με την Τουρκία σε ημερήσια διάταξη. Αυτά και άλλα τόσα, που στρέφουν το καρουδότσουφλο της χώρας προς μια κατεύθυνση «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών» μνημονιακής κοπής. Φτώχεια, απογοήτευση και εθνική μπαρούφα. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο κέντρο, με κάθε εξουσία να προσπαθεί να κολακέψει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όχι να τα εγκολπώσει, αλλά να εγκολπωθεί σε αυτά. Η εκκλησία, η δικαιοσύνη, η ακροδεξιά στις διάφορες εκδοχές της και μαζί διάφοροι πολιτικοί χώροι και λοιποί καιροσκόποι.

Σε εποχές βαθιάς κοινωνικής καθίζησης, ο καθένας στρέφεται σε μύθους της βεβαιότητας, σε μύθους συγκρότησης που θα του επιτρέψουν και πάλι να ανήκει. Σε μια ομάδα, σε ένα οριακά μεταφυσικό σύνολο ομογενοποιημένων μονάδων με κοινές επιθυμίες και κοινούς εχθρούς, με κοινά επιφωνήματα και κοινό ορίζοντα. Από τα οπαδικά ταρατατζούμ των γηπέδων μέχρι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και την γοητεία που ασκεί σε ένα κομμάτι της κοινωνίας μας ο φασισμός μέχρι το συμπαγή εθνικιστικό λόγο, όπως εκφράζεται από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και από βουλευτές και πολιτικούς χώρους όλου του φάσματος της πολιτικής. Ο εθνικισμός επιστρέφει σαν φάντασμα, αγκαλιά με τον συντηρητισμό και την άκριτη προσήλωση στις επιταγές μιας ξεχειλωμένης και κάλπικα διατυπωμένης παράδοσης. Όλα αυτά μοιάζουν να γιγαντώνονται και να ζητούν να συναντηθούν σε μια κοινή έκφραση. Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό, ας θυμόμαστε καθημερινά το ρητό του Φρήντριχ Ντύρενματ ως καμπανάκι για τις εκδοχές του μέλλοντός μας: «Ένα κράτος αρχίζει να αυτοαποκαλείται πατρίδα όταν ετοιμάζεται να διαπράξει φόνους»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: