Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μα­κε­δο­νία και ο φό­βος



ΜΟΥ­ΓΚΟ
Η μά­να μου δεν ξέ­ρει ελ­λη­νι­κά, κα­μιά
γλώσ­σα του κό­σμου δεν μι­λεί
Μάρ­κος Μέ­σκος, Μαυ­ρο­βού­νι

Eνας φό­βος πλα­νά­ται πά­νω α­πό την τρι­σχι­λιε­τή μας βε­βαιό­τη­τα, ο φό­βος της α­πώ­λειας της Μα­κε­δο­νίας. Και ό­ταν μι­λού­με για α­πώ­λεια, φυ­σι­κά μι­λού­με για κά­τι γε­νι­κό. Όχι α­κρι­βώς για ε­θνι­κά ε­δά­φη, ό­χι α­κρι­βώς για πό­λεις και χω­ρά­φια. Μι­λού­με για την α­πώ­λεια μιας υ­περ­βα­τι­κής κα­τά­φα­σης που συ­νη­γο­ρεί υ­πέρ του τί­πο­τα και υ­πέρ των πά­ντων ταυ­τό­χρο­να.
Έχει πο­λύ εν­δια­φέ­ρον να προ­σπα­θή­σεις να ε­ξη­γή­σεις το μα­κε­δο­νι­κό ζή­τη­μα σε κά­ποιον ξέ­νο φί­λο. Κά­ποιον κα­λο­προ­αί­ρε­το που προ­σπα­θεί να κα­τα­λά­βει. Ώρες με­τά, ο διά­λο­γος θα γυ­ρί­σει ε­κεί που ξε­κί­νη­σε, σε έ­να «δεν κα­τα­λα­βαί­νω» γε­μά­το α­πελ­πι­σία. Για­τί για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους που κοι­τούν τον χάρ­τη ό­ταν α­κούν για το μα­κε­δο­νι­κό ζή­τη­μα, η ε­ντύ­πω­ση που έ­χουν προ­κύ­πτει λο­γι­κά. Το με­γα­λύ­τε­ρο κρά­τος λο­γι­κά διεκ­δι­κεί ε­δά­φη α­πό το μι­κρό και το μι­κρό προ­σπα­θεί να α­μυν­θεί μέ­σα α­πό διε­θνείς νό­μους, ε­λισ­σό­με­νο α­νά­με­σα σε δια­φο­ρε­τι­κά διε­θνή συμ­φέ­ρο­ντα. Κα­νέ­νας α­κρο­α­τής δεν μπο­ρεί να α­ντι­λη­φθεί πιο εί­ναι το α­ντί­στρο­φο δια­κύ­βευ­μα, ποιος ο πραγ­μα­τι­κός λό­γος α­νη­συ­χίας και α­ντι­πα­ρά­θε­σης. Αλλά αν το σκε­φτού­με λί­γο πιο ει­λι­κρι­νά, θα θέ­σου­με στους ε­αυ­τούς μας και ε­μείς –έ­μπει­ροι μα­κε­δο­νο­λό­γοι σπου­δαγ­μέ­νοι α­πό τα τη­λε­ο­πτι­κά πά­νελ δε­κα­ε­τιώ­ν- το ί­διο ε­ρώ­τη­μα: ποιος εί­ναι ο φό­βος αυ­τός που βα­φτί­ζε­ται υ­πε­ρη­φά­νεια, ποιος ο φό­βος αυ­τός που κα­τα­σκευά­ζει έ­να πα­ρελ­θόν, ποιος ο φό­βος αυ­τός που κι­νη­το­ποιεί τα ε­θνι­κι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τό­σων πολ­λών για έ­να α­σή­μα­ντο (α­πό ά­πο­ψη ι­σχύος του «α­ντι­πά­λου»)αί­τη­μα;
Υπάρ­χει έ­νας φό­βος σκο­τα­δι­στι­κός και κα­κο­μοί­ρι­κος ό­ταν εν­σαρ­κώ­νε­ται. Από έ­ξαλ­λους πα­πά­δες και σκο­νι­σμέ­νους ε­θνι­κό­φρο­νες, α­πό φα­σί­στες ο­πα­δούς και ο­πα­δούς του φα­σι­σμού, έ­νας φό­βος α­νε­στραμ­μέ­νος που εκ­φρά­ζε­ται με παρ­δα­λές φο­ρε­σιές, α­νι­στό­ρη­τες ι­στο­ρι­κές διεκ­δι­κή­σεις, στο πε­ρι­θώ­ριο μιας φα­να­τι­κής πα­ρά­τας. Υπάρ­χει έ­νας φό­βος και μια α­γω­νία που δεν ξέ­ρω μέ­σα σε πό­σα στή­θη χτυ­πά (σί­γου­ρα ό­χι στο δι­κό μου), αλ­λά έ­χει την ει­λι­κρί­νεια και το στρα­βό σου­λού­πι της εμ­μο­νής. Ο φό­βος αυ­τός πως θα μας τα πά­ρουν (ποια; Κα­νείς δεν ξέ­ρει) ποια α­λή­θεια κου­βα­λά;

Η ό­λη συ­ζή­τη­ση για το Μα­κε­δο­νι­κό για να έ­χει έ­να υ­πό­βα­θρο α­ντι­πα­ρά­θε­σης, έ­πρε­πε να εν­δυ­θεί με γεω­πο­λι­τι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα, με κου­βέ­ντες ι­στο­ρι­κής α­κρί­βειας, να πά­ει πί­σω στους μα­κε­δο­νι­κούς πο­λέ­μους και α­κό­μα πιο πί­σω στους αρ­χαίους Μα­κε­δό­νες. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε η α­ντί­στοι­χη στά­ση των ε­θνι­κι­σμών και στις δύο πλευ­ρές των συ­νό­ρων. Αυ­τό, ό­μως, α­πο­τε­λεί την ε­πι­φά­νεια της ό­λης δια­δι­κα­σίας. Κά­τι σκο­τει­νό κο­λυ­μπά κά­τω α­πό τον πά­γο, κά­τι ά­μορ­φο χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και η καρ­διά χτυ­πά­ει ε­κεί κά­τω.
Εί­ναι ο φό­βος που προ­κύ­πτει α­πό τη δι­κή μας α­νε­πάρ­κεια (ας μην πα­ρε­ξη­γη­θεί αυ­τό το «μας». Δια­χω­ρί­ζει α­πλώς χο­ντρι­κά τις δύο μπά­ντες). Για­τί ό­σο και αν φου­σκώ­νου­με σαν διά­νοι, ξέ­ρου­με τι κε­νός λό­γος εί­ναι. Προ­κύ­πτει α­πό τη συ­ντρι­πτι­κή α­νά­γνω­ση του πα­ρό­ντος υ­πό το φως του πα­ρελ­θό­ντος. Από αυ­τή την έν­δο­ξη κα­τα­σκευή, που δεν έ­χει άλ­λο α­πο­τέ­λε­σμα α­πό το να α­πο­νευ­ρώ­νει κά­θε συν­θή­κη στο πα­ρόν. Από ό­λες τις αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές ο­νει­ρο­φα­ντα­σίες, η ι­στο­ρία του Με­γά­λου Αλε­ξάν­δρου α­πο­τε­λεί άλ­λω­στε την πιο χο­ντρο­κομ­μέ­νη. Μια ι­στο­ρία που δεν μι­λά­ει για πο­λι­τι­στι­κά ε­πι­τεύγ­μα­τα, για στοι­χεία που μέ­χρι σή­με­ρα έ­χου­νε πα­ρόν, δεν μι­λά­ει καν για έ­να έν­δο­ξο κα­τόρ­θω­μα α­πέ­να­ντι σε έ­ναν κα­τα­κτη­τή εχ­θρό που ήρ­θε στη χερ­σό­νη­σο για να ε­πι­βά­λει. Μι­λά­ει για το μό­νο που ε­ξα­πλώ­θη­κε, για έ­ναν η­μί­θεο υ­πε­ρή­ρωα που κέρ­δι­σε πο­λέ­μους, που ε­πέ­βα­λε και κα­τέ­κτη­σε. Για κά­ποιον νι­κη­τή που κέρ­δι­σε τα πά­ντα και ύ­στε­ρα πέ­θα­νε. Ο μυ­θο­λο­γι­κός Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος (και ό­χι ο άλ­λος, ο κά­τοι­κος της ι­στο­ρίας) α­πο­τε­λεί την υ­περ­θε­τι­κή ε­πι­βε­βαίω­ση της κά­θε ο­νει­ρο­φα­ντα­σίας, την πιο τρα­νή α­πό­δει­ξη ό­τι η Ελλά­δα εί­ναι το κέ­ντρο του κό­σμου. Μια ε­πι­βε­βαίω­ση δύ­να­μης, με­γα­λείου και κλη­ρο­νο­μιάς για ό­ποιον θέ­λει να συ­γκι­νη­θεί μα­ζί του. Εί­ναι το ε­θνι­κό με­γα­λείο στη μι­λι­τα­ρι­στι­κή του εκ­δο­χή, στο μύ­θο της ε­πι­βο­λής και της α­παί­τη­σης. Και ταυ­τό­χρο­να, στην α­ντι­στρο­φή του, εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη α­φή­γη­ση της σύγ­χρο­νής μας α­νε­πάρ­κειας.
Κα­νέ­νας ε­θνι­κι­σμός και κα­μία πα­τριω­τι­κή έ­ξαρ­ση δεν μας γεν­νούν συ­μπά­θεια. Υπάρ­χει, ό­μως, στο βά­θος μία λύ­πη. Λύ­πη για ό­λες τις α­νε­πάρ­κειες που κω­δι­κο­ποιού­νται, α­ντι­στρέ­φο­νται και γί­νο­νται ση­μαία στο πα­νη­γύ­ρι των κραυ­γών. Για ό­λο το λί­γο που χά­νε­ται πα­ρι­στά­νο­ντας το πο­λύ. Για ό­λη την α­νε­πάρ­κεια που θα μας συ­ντρο­φεύει επ’ ά­πει­ρον ντυ­μέ­νη με κου­ρέ­λια με­γα­λείου.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: