Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Χωρίς επιστροφή


Το σκάνδαλο της Novartis -ή πιο σωστά η μέχρι στιγμής κουβέντα γύρω από το σκάνδαλο- μοιάζει να αποτελεί μια κάθετη τομή στον πολιτικό χώρο και χρόνο. Μια τομή που ανάλογα με τους χειρισμούς μπορεί να διαμορφώσει ένα τελείως νέο πολιτικό γίγνεσθαι.
Η υπόθεση Novartis μοιάζει να στοχοποιεί επωνύμως ένα μεγάλο κομμάτι του παλαιού κατεστημένου. Εδώ όμως η στοχοποίηση δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και ποινική, άρα έχει πολύ συγκεκριμένα διακυβεύματα. Η αντίδραση και η ένταση της αντίδρασης αυτής τόσο στη βουλή, όσο και σε διάφορες κινήσεις -όπως οι μηνύσεις του Αντώνη Σαμαρά- δείχνουν πως πια η σύγκρουση δεν μπορεί να έχει επιστροφή. Αυτό που έχει σημασία –και ίσως να είναι ακόμα ρευστό- είναι το αν η κλιμάκωση αυτή αφορά μόνο τα συγκεκριμένα πρόσωπα που παραπέμπονται, τα πολιτικά κόμματα στα οποία ανήκουν ή ακόμα και ευρύτερα ακροατήρια.

Ο συλλογισμός ξεκινά από το γεγονός πως τα δίδυμα Άδωνη – Σαμαρά και Βενιζέλου – Λοβέρδου επισκίασαν πλήρως τους αρχηγούς των κομμάτων από τα οποία προέρχονται. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να έχει και επιπτώσεις κατά τη διάρκεια της προανακριτικής επιτροπής, αλλά και στη συνέχεια. Τελικά τα δύο κόμματα ή θα ταυτιστούν πλήρως με τα δύο δίδυμα ή θα κρατήσουν ξεκάθαρες αποστάσεις. Μέση λύση δεν μοιάζει να υπάρχει. Και μία πλήρης ταύτιση δεν θα σημάνει ταυτόχρονα και την έμμεση στοχοποίηση του ίδιου του κόμματους που συντάσσεται και αυτού που εκπροσωπεί;
Η εκπεφρασμένη εκδικητικότητα, η υπόσχεση ρεβανσισμού, περιστατικά όπως ο προπηλακισμός του Δημήτρη Γάκη και της Άννας Βαγενά, η επιστροφή ενός εμφυλιοπολεμικού, χουλιγκάνικου λεξιλογίου με κονσερβοκούτια, Γράμμους και μονοκομματικά κράτη, η χρήση της εθνικοφροσύνης ως πολιτικού πασπαρτού, ακόμα και εκεί που δεν έχει καμία θέση (βλ. πχ την αναφορά του Σαμαρά στα Σκόπια στον λόγο του στη βουλή), η μόνιμη χρήση άμεσων απειλών με μπινελίκια και τσιρίδες, αυτά και άλλα τόσα δεν περιγράφουν απλώς μια ενοχική ή μια θιγμένη στάση. Περιγράφουν και μια μετατόπιση στην ίδια την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σωματοποιούν την αντίθεση και κλιμακώνουν την αντίδραση. Περιγράφουν μια εισβολή του μη-πολιτικού στον γκρίζο πολιτικό λόγο και ταυτόχρονα μια διεύρυνση του πεδίου αντιπαράθεσης, που είναι άγνωστο τι μπορεί να χωρέσει (προς το παρόν χωράει άνετα τραμπουκισμούς συνεργατών του Αντώνη Σαμαρά, άμεσες απειλές και υποσχέσεις εκδίκησης). Μέσα από όλες αυτές τις αντιδράσεις, οι φορείς τους στην πραγματικότητα εξαιρούν τους εαυτούς τους από τον κανόνα του παιχνιδιού και τους πολιτικούς όρους της αντιπαράθεσης. Προβάλουν τραμπούκικα ένα ανάστημα που προηγείται του πολιτικού, θέλοντας στην πραγματικότητα να αποφύγουν την κάθε αντιπαράθεση με πολιτικούς όρους. Και φυσικά συμβάλουν στην ίδια την απαξίωση των θεσμών και της πολιτικής, στην οποία το σκάνδαλο Novartis έτσι κι αλλιώς συμβάλλει τα μέγιστα.

Οι ενδείξεις, οι υπόνοιες, οι κοινοί τόποι σε κουβέντες γύρω από τη διαφθορά δεν αποτελούν αποδείξεις, αλλά δοξασίες. Αυτό που έχει πια σημασία είναι αν όντως υπάρχουν στοιχεία που να περιγράφουν ποινικές ευθύνες. Και αν τελικά τα στοιχεία αυτά θα βγουν στην επιφάνεια και θα παίξουν κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Γιατί υπάρχει μια ακόμη παράμετρος που ξεπερνά κατά πολύ το δίκαιο του αθώου. Αν δεχτούμε την υπόθεση πως στις πράξεις αυτές (κάποιοι θα έλεγαν στα πρόσωπα αυτά) δικάζεται το παλαιό κατεστημένο της χώρας, δεν σημαίνει ταυτόχρονα πως αμφισβητείται και η ισχύ του κατεστημένου αυτού. Η δύναμή του να ορίζει αποφάσεις, αθώους και ενόχους, το σωστό και το λάθος.  Αν δεν υπάρχουν και αν τελικά δεν υπάρξουν συγκεκριμένες αποδείξεις, δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιο θα είναι το πολιτικό σκηνικό που θα διαμορφωθεί την επόμενη μέρα. Το πώς η απαξίωση του συνόλου του πολιτικού κόσμου, η δυσθυμία που προκαλεί μια ολοκληρωτική αντιπαράθεση χωρίς συγκεκριμένα αποτελέσματα και η δεδομένη στοχοποίηση, από τη μία ή την άλλη πλευρά, θα καταγραφούν στους πολίτες της χώρας. Και, ταυτόχρονα, αν η πόλωση που βλέπουμε στα έδρανα της βουλής ή στα τηλεοπτικά πάνελ, δεν θα αποκτήσουν και την αποτύπωσή τους σε ευρύτερα στρώματα οπαδών ή συμφερόντων.
Αυτό που θέλω να πως τελικά είναι πως διχασμός χωρίς συγκεκριμένες αποδείξεις είναι μέγιστο πολιτικό σφάλμα. Μένει να δούμε. Αλλά έτσι κι αλλιώς, εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει πια επιστροφή.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: