Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Το νόμιμο και το ηθικό


Η πρόσφατη υπόθεση του επιδόματος της Ράνιας Αντωνοπούλου έφερε και πάλι τις δύο λέξεις του τίτλου μας στο προσκήνιο, ως δυο λέξεις με αμφίβολη σχέση μέσα στο νόημά τους. Η προβληματική διαχείριση της υπόθεσης από την κυβέρνηση σε επικοινωνιακό επίπεδο —και μάλιστα λίγες μέρες μετά την κουβέντα στη βουλή για το σκάνδαλο Novartis— και η ακολουθία των πολιτικών εξελίξεων που έφερε μέχρι το διορθωτικό ανασχηματισμό, ορίζουν τη σημασία των φορτίων του νόμιμου και του ηθικού στη δημόσια σφαίρα και την πολιτική ζωή. Γιατί, αν τελικά μια νόμιμη, αλλά καθόλου ηθική στάση από έναν υπουργό μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις τέτοιου μεγέθους, καλούμαστε εκ των πραγμάτων να επαναπροσδιορίσουμε όχι τόσο τη νοηματοδότηση των λέξεων όσο τους όρους με τους οποίους αυτές υπάρχουν στην πολιτική σφαίρα.
Όταν η φράση αυτή εκστομίστηκε από τον Γιώργο Βουλγαράκη, εν μέσω σκανδάλων βατοπεδινών, είχε ως στόχο να περιγράψει την αθωότητά του. Στην πραγματικότητα, στη δεδομένη συγκυρία η υπόγεια διατύπωση της φράσης ήταν πως «ξέρω πως όλα αυτά μπορεί να είναι ανήθικα, αλλά τουλάχιστον είναι νόμιμα». Η φράση στη δεδομένη συγκυρία που διατυπώθηκε ήταν τόσο άστοχη, ώστε τελικά να μείνει παροιμιώδης (κάπως σαν το «λεφτά υπάρχουν» και το «μαζί τα φάγαμε»)· είχε όμως μία ακόμη επίπτωση: την καταγραφή του διαζυγίου της νομιμότητας και της ηθικής στο δημόσιο λόγο. Γιατί, αν θυμάστε την περίοδο εκείνη της διακυβέρνησης, το κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε κερδίσει τις εκλογές με βασικό σύνθημα την κάθαρση μετά το εκσυγχρονιστικό πάρτι της περιόδου Σημίτη. Η δεδομένη περίοδος στην οποία εκστομίστηκε η φράση ουσιαστικά σήμαινε την είσοδο της καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας στην πινακοθήκη των μεγάλων σκανδάλων και σήμανε την πτώση της.

Ο κοινός τόπος για τη μη ηθική ακεραιότητα των πολιτικών σε συνδυασμό με την απόγνωση των ετών της κρίσης, ενισχυμένη στη συνέχεια από την απογοήτευση της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δημιούργησε μια αίσθηση απόλυτης αντίθεσης ανάμεσα στους όρους της πρότασης. Πια, η κοινή αίσθηση είναι πως η νομιμότητα είναι το αντίθετο της ηθικής. Η παρανομία καταγράφεται ως μια όχι ακριβώς επιλήψιμη στάση (σε μια περίοδο ακραίων μέτρων και όλο και μεγαλύτερης πίεσης των πολιτών) και πως η επίκληση της νομιμότητας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα ώστε να κουκουλωθεί η ανηθικότητα του βίου του πολιτικού και των συνεργατών του. Σε αυτό, προφανώς, παίζει ρόλο και η απόλυτη απαξίωση της δικαστικής εξουσίας (ίσως μεγαλύτερη και από την πολιτική), η οποία ορίζει τη νομιμότητα ως μια χρήσιμη ομπρέλα ανηθικότητας.
Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα απογοήτευσης και συχνά απελπισίας, πολιτικού αμοραλισμού εκ μέρους των ισχυρών και λαϊκίστικης απαξίωσης το σύνολο των θεσμών ορίζεται ως μια εξουσιαστική δύναμη που κατοχυρώνει μια παράλληλη ηθική που παρακάμπτει την τρέχουσα ηθική. Η νομιμότητα παίρνει την μορφή πράξεως επιβολής, την λειτουργία μιαw δύναμης της αριστοκρατίας να επιβάλει την ισχύ της με υπερβατικά επιχειρήματα που γεννούν ηθική από μόνα τους.

Όλο αυτό το εν μέρει δίκαιο και εν μέρει άδικο συνονθύλευμα περιγράφει μια μεγάλη απαξίωση. Και η απαξίωση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί με επικοινωνιακά φιάσκα ή με μια συζήτηση γύρω από το νόμιμο και το ηθικό σε φιλοσοφική βάση. Δεν γιατρεύεται με παραιτήσεις υπουργών (οι οποίες σωστά έγιναν), δεν την ενδιαφέρει σε καμία περίπτωση το παρωχημένο «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς». Η απαξίωση μπορεί να διορθωθεί μόνο με συγκεκριμένες πράξεις και ακόμα περισσότερο με συγκεκριμένους νόμους. Όπως η αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Όχι με κοινοβουλευτικούς ρητορικούς μαξιμαλισμούς, αλλά με καθημερινές πρακτικές και συγκεκριμένες αποφάσεις. Γιατί πια η απαξίωση δεν αφορά ποτέ ένα πολιτικό πρόσωπο ή ένα κόμμα, αλλά προστίθεται στην ίδια την απαξίωση του συνόλου του πολιτικού συστήματος. Και φαντάζομαι πως όλοι μπορούμε να φανταστούμε που οδηγεί αυτή η απαξίωση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: