Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Αντιγόνη χωρίς τάφο


Τη ζωή της πέρασε μέσα στην ορθοστασία της αναμονής. Ευθυτενής, μονίμως περιμένοντας τη στιγμή εκείνη να έρθει. Ακαμπτη, σαν άνθρωπος που δεν θέλει να ξοδέψει δυνάμεις σε πράξεις περιττές.
Χτίζοντας από την αρχή έναν σκοπό για μια γυναίκα, έναν στόχο για μια ζωή. Γυμνάζοντας το σώμα και το πνεύμα της με βάση όσα της επέβαλε ο προορισμός. Το χρέος. Κουρδισμένη από την επιλογή ενός Πρέπει. Ετοιμη να πράξει το καθήκον, κουβαλώντας τη δική μας δειλία, το δικό μας λίγο, την αδυναμία μας. Που ενώ ξέραμε τι είναι ορθό δεν θα μπορούσαμε να το σηκώσουμε.
Αυτή όμως καθηλωμένη στην αρετή της, ανάπηρη μέσα στην περηφάνια της, στη μελλοντική δόξα από τις πράξεις που τελικά δεν ήρθαν. Μια ηρωίδα πριν πράξει κάτι το ηρωικό. Αλαζονική μες στη λιτότητά της. Αθάνατη πριν απ' τον θάνατο. Ετοιμάζοντας την αυτοθυσία στο δικό μας όνομα σε μέλλοντες που δεν συντελέστηκαν.
Και ο σκοπός δεν έφτασε ποτέ. Οι μάχες έληξαν πριν δοθούν. Χωρίς σύγκρουση, χωρίς νεκρούς, χωρίς ηρωισμούς.
Με γραπτές διαπραγματεύσεις και συναντήσεις σε γραφεία. Κανένας στρατός δεν άπλωσε μπροστά στα τείχη των Θηβών. Η Ιστορία θυροκολλήθηκε.
Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Μια σύγκρουση που έμεινε να εκκρεμεί. Να γυρίζει τους δρόμους της πόλης. Σαν καχυποψία, σαν αδερφική αντιπάθεια. Λόγια κρυφά σε οικογενειακό τραπέζι. Χωρίς εξάρσεις. Χωρίς τάφους. Χωρίς ευκαιρίες για θυσίες και ηρωισμούς.
Ο Κρέοντας αποδείχθηκε ένας γραφειοκράτης. Ενας ακόμα που απλώς ήθελε να κάνει τη δουλειά του. Να είναι αποτελεσματικός χωρίς πολλές συγκρούσεις, διεκπεραιωτής της ερμηνείας του συμφέροντος. Δικό του. Δικό μας. Λίγο ασχοληθήκαμε. Θα φύγει και αυτός όπως οι προηγούμενοι και οι επόμενοι.
Και ο Αίμονας. Ενας ευνοημένος. Ενας υποστηρικτής της κανονικότητας του περάσματος του χρόνου. Ολα να πλέουν απάνεμα μέχρι τα γερατειά. Μια όρθια ενόχληση, να μουρμουρίζει και να παραπονιέται όπως κάποιος που ποτέ του δεν στερήθηκε. Και τελικά το μόνο που εκείνη κατάφερε ήταν αυτό. Μια απόρριψη εκείνου που όλοι αποδέχονταν, σαν να 'χε κληρονομικό δικαίωμα στην κατάφαση.
Και τώρα είναι σιωπή. Μονίμως ξαφνική σιωπή. Κοιτά απ' το παράθυρό της. Την πόλη να συνεχίζει την τυχαία πορεία της στον χρόνο. Μια τυχαία Θήβα στους αιώνες.
Την πόλη αυτή που αγνοεί τη θυσία που αυτή θα μπορούσε να της προσφέρει. Τη δύναμη που θα απελευθέρωνε όταν θα την καλούσε να πράξει το σωστό. Τον μύθο αυτόν που θα μάθαινε στις επόμενες γενιές το κουράγιο, την ηθική και την ακεραιότητα, την αγάπη. Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ και ν' αγαπιέμαι...
Μια Θήβα τυχαία που από άγνοια την καταδίκασε θνητή, μονίμως γερασμένη να γερνά. Αποχαιρετώντας ένα ένα τα πρόσωπα που φεύγαν. Χωρίς προδοσίες, με το καθήκον τους σιδερωμένο ώς το κολάρο σε πράξεις μικρές, υποχρεώσεις των ανθρώπων, αναμονή σε πρωινή ουρά μπροστά στο γκισέ. Περνούν και τώρα. Αποχαιρετισμοί από αρρώστια κακή ή γηρατειά. Τίποτα αιχμηρό. Καμία απόφαση. Περιβάλλον από βαμβάκι.
Η Ισμήνη, ο Αίμονας, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Σε μνήματα μέσα στην πόλη των Θηβών. Κάτω από λουλούδια σαπισμένα και καντήλια. Να γερνούν τώρα μέσα στη μνήμη. Ο Κρέοντας τελευταίος απ' όλους. Σαν να 'δινε μαζί της έναν αγώνα χρόνου. Εναν αγώνα σιωπηλό που κανείς δεν ομολογούσε. Κανείς δεν ενδιαφερόταν.
Τώρα όλο το ανθρώπινο τη συναντά. Και κάθε τι καθημερινό γίνεται αβάσταχτο. Οι μικροί συμβιβασμοί για να τελειώσει η μέρα, οι συνήθειες, οι τελετουργίες της ρουτίνας. Οι μικρές αδυναμίες, κυρίως αυτές. Και το σώμα, η μεγαλύτερη ανάμεσά τους. Το σώμα, μια υπόσχεση που δεν δόθηκε, αλλά κρατήθηκε.
Ολο το σώμα που πέρασε μέσα απ' τα δάχτυλά της και δεν το άγγιξε. Και ο σκοπός, ατόφιος να την απορρίπτει ακόμη. Να γελά μαζί της για τη γερασμένη της ηλικία, τις υποσχέσεις της που δεν συνάντησαν την εκπλήρωσή τους. Ο σκοπός να στέκει τώρα ευθυτενής μπροστά στην κυρτή της όψη.
Πώς πέρασαν όλα. Πώς πέρασαν όλα ανεξέταστα.
Και είναι το ανθρώπινο αυτό, η πιο μεγάλη καταδίκη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: