Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Οι ίσκιοι τον Αύγουστο



…Ολα γυρεύουν να καούν.
Οπως το πεύκο καταμεσήμερα / κυριεμένο απ' το ρετσίνι / βιάζεται να γεννήσει φλόγα / και δε βαστά πια την παιδωμή -
φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν / τη στάχτη / και να τη σπείρουν. / Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά.
(Γ.Σ. «Θερινό ηλιοστάσι», από τα Τρία κρυφά ποιήματα)
Τον Αύγουστο οι ίσκιοι αποκτούνε νέο βάρος. Απλώνονται με μεγαλύτερη άνεση σε ευρύχωρες πόλεις, πετιούνται τυχαία σε μακρινούς προορισμούς παρθένους από ίσκιους. Περιπλανιούνται στους δρόμους σαν σιλουέτες χωρίς χαρακτηριστικά μόνο με σχήμα. Κάθετοι, αιχμηροί δεν παζαρεύουν πια τους εαυτούς τους. Είναι ρολόγια απόλυτα που αδιαφορούνε για τον χρόνο και μονίμως αποδημούνε για τον χώρο.
Γύρω το φως, η βιαιότητα του ήλιου, το έγκαυμα της ζωής. Ο ήλιος φωτογραφίζει τα πάντα χωρίς να εμφανίζει την εικόνα. Τη συντηρεί σε εκείνη τη δροσιά, μακριά από τον τόπο ή τον χρόνο. Και την υπενθυμίζει τυχαία μέσα σε ώρες μακρινές, όταν τα λεπτά στάζουν τυχαία. Κάτω από τόσο φως, κάθε αίσθηση γίνεται αφή. Και ο ίσκιος φυτρώνει ακριβώς εκεί. Ανέγγιχτος.
Τις νύχτες του Αυγούστου οι ίσκιοι δεν χάνονται. Γιορτάζουν τον απόλυτο θρίαμβό τους. Αφού τις νύχτες των διακοπών ή ακόμα και τις νύχτες μιας Αθήνας άδειας το σκοτάδι είναι ελαφρύ, εξαντλημένο, αραιό. Μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να διακρίνεις όσα συμβαίνουν μέσα του. Πιο πολύ ίσκιος είναι παρά σκοτάδι, πιο πολύ φως σε αναμονή παρά η απουσία του.
Και εσύ προχωράς, σαν όρθια παρένθεση στον ίσκιο, ενώ η ζέστη τυλίγεται πάνω σου χωρίς παύση, όμοια με πουκάμισο Κενταύρου στην εξαντλητική επιμονή της. Ενώ η ζωή τυλίγεται πάνω σου, ήρεμη σαν αναρριχητική σιωπή. Τώρα τινάζεις από τα ελάχιστα ρούχα του καλοκαιριού το αδιόρατο μαύρο που αφήνει ο ίσκιος σε ό,τι ακουμπά. Σαν αυριανά ίχνη πυρκαγιάς, σαν κάρβουνο που τρίφτηκε και ο αέρας έσπειρε σε κάθε άκρη της ζωής μας.
«Θα σου πάρουν τον ίσκιο των δέντρων, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της θάλασσας, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της καρδιάς, θα τον πάρουν
θα πάρουν τον ίσκιο σου…», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο «Ο άνθρωπος που του ’κλεψαν τον ίσκιο».
Στο θέατρο σκιών του Αυγούστου κάθε όριο της σκηνής είναι δυσδιάκριτο. Το κοινό μπερδεύεται με τους συντελεστές, οι φιγούρες με τις σκιές τους. Και μες στο καλοκαιρινό αυτό κομφούζιο κανείς δεν γνωρίζει το τέλος του έργου. Οι μισοί το περιμένουν να φανεί στον ορίζοντα και οι άλλοι μισοί ανησυχούν γιατί νομίζουν πως πέρασε και πως δεν το πήρανε χαμπάρι. Αυτοί οι δεύτεροι προχωρούν και μουρμουρίζουν: και τώρα; Πώς θα συνεχίσουμε τώρα χωρίς τέλος;
Κάθε σκιά είναι μια τρύπα σε εγρήγορση. Πάντοτε σε κίνηση, πάντοτε να αλλάζει θέση, μέγεθος, βάθος. Παγίδα και μόνιμη εκδοχή τελικού προορισμού. Πολιορκεί τα βήματά σου, τρομάζει την τροχιά σου, διεκδικεί τον χώρο που καταναλώνεις. Και πάντοτε συνομιλεί. Οχι με σένα. Αλλά με το μέσα σου σκοτάδι. Αυτό που κουβαλάς από εκεί από μικρός και καθημερινά παζαρεύεις την περιεκτικότητά του. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να μη θέλει και ο ίσκιος να σε καταπιεί;
Οι άνθρωποι κυνηγούνε τις σκιές, τις μαζεύουν με τις χοντρές τους χούφτες και τις απιθώνουν στα καλάθια. Τις καλλιεργούν σε θερμοκήπια με τεράστιες λάμπες που τυφλώνουν. Τις πουλούν με το κιλό στα θερινά τους παζάρια δίπλα στις παραλίες. Τις ταυτίζουν με την ξεκούραση ενώ γύρω η ζέστη ερημώνει.
Μα εγώ το ξέρω. Ο ίσκιος δεν είναι ύπνος. Είναι το βιαστικό μας αποτύπωμα πάνω σε ό,τι χάνεται. Χωρίς βάρος, χωρίς υπόσχεση. Τα παιδιά τρέχουν και τις ξεκολλούν απ' τα αντικείμενα. Τις τεντώνουν και τις στραγγίζουν. Τις κρύβουν ύστερα στις τσέπες, κάτω απ' την μπλούζα, πίσω απ' τον ύπνο των γονιών τους.
Τα παιδιά αυτά που έσπειραν τη στάχτη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: