Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Το τηλεοπτικό τουρλού της νοσταλγίας



«Τα όνειρα μου κόλαση, γαμώ την τηλεόραση»
Σύνθημα σε τοίχο και αφορμή για να γραφτεί το παρακάτω άρθρο

Καλοκαίρι σημαίνει διακοπή. Και μαζί καλοκαίρι σημαίνει επανάληψη. Ειδικά όταν πρόκειται για το ξεχασμένο τόπο της τηλεόρασης. Ανοιχτή στις μεταειδησεογραφικές ώρες. Αυτό το τίποτα, του άδειου χρόνου που δεν τον γεμίζει αλλά τον σκεπάζει ώστε να περπατήσεις ανώδυνα από πάνω του. Κάπου στο βάθος να παίζει σαν θερινό τζάκι με εξαντλημένες φλόγες, συνοδεύοντας την κούραση των στιγμών, τις μηχανικές κινήσεις, τη σιωπή ανάμεσά μας. Ειδικά φέτος, ως αποτέλεσμα της κρίσης των καναλιών, λίγες είναι οι νέες σειρές, ενώ οι επαναλήψεις αποτελούν μάλλον κανόνα. Σε όλη αυτή τη συνθήκη πρωταγωνιστεί το Mega το οποίο προβάλει αποκλειστικά επαναλήψεις. 
Ίσως το φαινόμενο αυτό να μοιάζει αδιάφορο. Η τηλεόραση ξεθώριασε εδώ και καιρό, ο καθημερινός της  πολλαπλός ρόλος εξασθένισε και οποιαδήποτε κοινό με ελάχιστες απαιτήσεις στράφηκε μαζικά στις ξένες σειρές, το διαδίκτυο κτλ. Η τηλεόραση σήμερα αποτελεί κατά κύριο λόγο συντροφιά των γηραιότερων, μια φωνή που παραμιλά κάπου στο βάθος ξορκίζοντας ενδεχόμενες μοναξιές, ένα μέσο γερασμένο που δεν παράγει απολύτως τίποτα και αυτό το τίποτα που παράγει ελάχιστη σημασία έχει. Και όμως αυτή η αποσπασματική επανάληψη που σε παραπέμπει σε σειρές που μπορεί να είδες σε παλαιότερες ηλικίες, σειρές που κάποτε υπήρχαν ως μαζική θέαση και συζήτηση και τώρα πωλούνται μεταχειρισμένες σε άγνωστες ώρες με τυχαίους αποδέκτες έχει κάποιο ενδιαφέρον. Γιατί η ιδιωτική τηλεόραση δεν υπήρξε απλώς παιδί μιας δεκαετίας αλλά και ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της. Όχι μόνο από την εμπλοκή τους στην διαμόρφωση της πολιτικής σφαίρας αλλά ταυτόχρονα στο πως κατάφερε να σφυρηλατήσει μια μαζική θέαση των πραγμάτων.
Σήμερα που όσοι ξέρουν να χειριστούν το ποντίκι του υπολογιστή τους έρχονται σε επαφή με έναν ωκεανό ξένων τηλεοπτικών παραδειγμάτων από τις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Σκανδιναβία και οπουδήποτε αλλού, η θέαση των σειρών αυτών σε κάνει να νοιώθεις πολύ άβολα. Σε κάθε αστοχία βλέπεις την ευκαιρία του μέσου που χαραμίστηκε πρόχειρα. Και εννοώ το σύνολο σχεδόν των εκφάνσεων. Από τη σκηνοθεσία και τον ρυθμό μέχρι τους διαλόγους και την –συχνά ανύπαρκτη- βασική ιστορία τους. Με τον ίδιο τρόπο που συνέβη και στα σκυλαδοπόπ τραγούδια της δεκαετίας (και μέχρι και σήμερα) τα σίριαλ ήταν μονοθεματικά, πάντοτε γύρω από τον έρωτα και τις παραλλαγές του με μια γενναία δόση καψούρας, μίρλας και σεξοκωμωδίας. Παραλλαγές δηλαδή στο ίδιο ανάθεμα. Σχεδόν πάντα χωρίς ίχνος προβληματισμού, στοιχειωδών κανόνων δραματουργίας ή κωμικού χρόνου.
Στον πυρήνα τους το σύνολο σχεδόν των ελληνικών σειρών μοιάζει με μια ατελείωτη υπενθύμιση ειρήνευσης. Τότε που οι συγκρούσεις μπορούσαν να είναι αποκλειστικά ατομικές και ποτέ δεν έφθαναν σε βάθος. Αισιόδοξοι, κατά βάση καλοί (εκτός φυσικά από τα ανθρωπόμορφα τέρατα) και κυρίως κοινότοποι οι ήρωες τους εμφανίζονται γερασμένοι μέσα στην ατελείωτη νιότη τους. Εντός μιας ατελείωτα απλοϊκής κατασκευής εύκολων προτύπων προς μίμηση και κατανάλωση. Που μέσα στην κοινοτοπία της η απλοϊκότητα  αυτή κατέληγε να αποτελεί κάτι το αυτονόητο και τελικά το αυτονόητο να αποτελεί ένα σκληρό δόγμα μιμήσεων και αποκλίσεων.
Αυτό που τελικά αντικρίζεις κάθε φορά που ανοίγεις την τηλεόρασή σου και πέφτεις πάνω σε κάποιο γερασμένο σίριαλ αποτελεί πάντοτε κωδικοποίηση μιας συνολικής αφήγησης: έναν ατελείωτο εφησυχασμό, μια καθησυχαστική ιστορία που λίγο πολύ σου εξηγεί πως το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να χωρίσεις ή κάποιος φίλος σου να τα φτιάξει με την μάνα σου (ή και τα δύο μαζί), πως η ζωή είναι ένα δεδομένο σύστημα κανόνων όπου το οποιοδήποτε διαφορετικό δεν έχει θέση, από την σεξουαλικότητα και την καταγωγή μέχρι τις στοιχειώδεις αξίες ή συμπεριφορές. Η κοινωνία στο σύνολό της είναι απλώς ένα σύνολο εξωτερικών πλάνων που οι ήρωες διασχίζουν ώστε να ενώσουν της κοινοτοπίες τους. Ως συμπλήρωμα στις life style εκπομπές, τα σίριαλ της περιόδου μοιάζουν εξίσου εκτός τόπου και χρόνου, κομμάτια μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, ενός στραβού κατασκευασμένου συναισθήματος που η κρίση έχωσε στον γύψο. Η επανάληψη αυτή δεν είναι νοσταλγία, είναι υπενθύμιση της αφέλειας ενός ασπρόμαυρου κυρίαρχου λόγου που δεν κατάφερε να περιγράψει ούτε τον εαυτό του. Ένα χασμουρητό μοιρασμένο σε πλάνα να σκεπάζει ότι παρήλθε.
(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: