Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Το φύλο εργασίας του Αρτέμη Σώρρα


Απ' όλους τους πολιτικούς γρίφους που προέκυψαν μέσα από τη διελκυστίνδα της κρίσης, αυτός του Αρτέμη Σώρρα και των συνελλήνων οπαδών του είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες. Ακριβώς γιατί κάποιος θα περίμενε πως το μέγεθος του απόλυτου παραλογισμού, της αρλουμπολογίας και της «ό,τι να 'ναι» αφήγησης θα ήταν αντιστρόφως ανάλογο της διάδοσής του. Οπως όμως όλοι ξέρουμε, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
Οι παρακάτω σκέψεις δεν λειτουργούν ως ερμηνευτικό εργαλείο της διάδοσης των απόψεων και της δικτύωσης της οργάνωσης, όσο ως μια περιγραφή που προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει διάφορα εξωτερικά χαρακτηριστικά του λόγου, του κομπογιαννιτισμού και της ταυτότητας της συγκεκριμένης πολιτικής πρότασης.
Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν λόγο που δανείζεται περιεχόμενο από τη μορφή του. Ακριβώς επειδή το περιεχόμενο του λόγου δεν σηματοδοτεί καμία νοηματοδότηση –με τον ηγέτη να είναι έτοιμος να υποσχεθεί κάθε υπόσχεση, όσο ανερμάτιστη, όσο ακραία και αν είναι αυτή– ο λόγος αποκτά νόημα μόνο από τον τρόπο της τοποθέτησής του: ειπωμένος με αυτοπεποίθηση, με ορμή και με απόλυτη βεβαιότητα αποτελεί ένα είδος λόγου που ζητά να δημιουργήσει μάζα πάνω στο ελάχιστο.
Πάνω στην έντασή του, πάνω στον βαθμό μηδέν της ομιλίας και του επιχειρήματος, πάνω στον γρυλισμό ενός άνευ όρων δικαίου του αδικημένου (λαού, οφειλέτη, Ελληνα, βάλτε εδώ ό,τι θέλετε).
Ο λόγος του Αρτέμη Σώρρα –και οποιουδήποτε αντίστοιχου– αποτελείται περισσότερο από σώμα παρά από λέξεις. Από μια ρώμη –όχι του σώματος, όσο της στάσης του σώματος– από ένα ύφος κουτσαβάκικης διατύπωσης και γνώσης που αποκτά όποιος (δήθεν) έχει κάθε μορφή δύναμης και δεν διστάζει να την επιδείξει.
Είναι όλα τα «εγώ θα σου πω», τα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» και «κάτσε να μαθαίνεις» που μολύνουν την ακοή μας από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας συμπυκνωμένα σε λεκτικούς μυς έτοιμους για κεφαλοκλείδωμα.
Ολος ο σεξισμός που συναντήσαμε σε κάποιο ταξί, όλη η αγριότητα του νεοπλουτισμού και της επίδειξης, όλα τα ενσαρκωμένα στερεότυπα τρόπων και πράξεων μιας ημιάγριας ζωής.
Ολα τα «ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο κρεβάτι του, αλλά εμένα ο γιος μου...», τα «τη βίασαν γιατί προκαλούσε με το ντύσιμό της» και τα «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά..».
Η μετάφραση της πολιτικής σε απλά σημεία όπως χρήμα, εντιμότητα, καταγωγή ακόμη και ο νέος ρόλος του φυγά-λαϊκού ήρωα συγκλίνει ακριβώς στην κωδικοποίηση αυτού του τίποτα σε μορφή μυών.
Ακόμα και αν δεν αναφέρεται σε αυτό η πολιτική τύπου Σώρρα είναι μια πολιτική φύλου. Είναι η προβολή της αρσενικής ταυτότητας όπως τη φαντασιώνεται ο αρσενικός που επιθυμεί η προβολή αυτής της αρσενικότητας να είναι ταυτόχρονα επίδειξη και απόδειξή της.
Ο αρχαϊκός τρόπος αντίληψης του κόσμου όπου κάθε τι επιστρέφει στα στοιχειώδη στοιχεία (όπως αυτός τα ορίζει). Είναι το επιχείρημα ως διεκδίκηση ανεξάρτητη του επιχειρήματος. Η άποψη ως επιβολή της άποψης.
Το ύφος όπως δικαιολογείται από το ίδιο το ύφος στην αυτάρκειά και στη θρασύτητά του. Είναι η κραυγή της αφέλειας ειπωμένη ως επιστροφή της απλότητας.
Το φύλο εργασίας του Αρτέμη Σώρρα είναι το αρσενικό. Οχι όμως ως ένα φύλο αντίστοιχο π.χ. του θηλυκού, αλλά ως επιθυμία εξάλειψης όλων των άλλων φύλων και ταυτοτήτων.
Είναι το φύλο του αυτονόητα ισχυρού, περιφερόμενο στους δρόμους, τα καφενεία και τα πανηγύρια. Το φύλο που θα επιβληθεί στις γυναίκες, στους ομοφυλόφιλους, στους μετανάστες, στους ξένους, στους ανάπηρους, στους αριστερόχειρες και σε οποιαδήποτε άλλη ταυτότητα επιθυμήσει.
Το φύλο εργασίας του Αρτέμη Σώρρα είναι η ισχύς χωρίς αποδείξεις στην αχαλίνωτη στυτική της επίδειξη. Είναι ο βιασμός της λογικής που επιθυμεί να γίνει βιασμός της πολιτικής και της κοινωνίας. Γιατί πιστεύει ότι μπορεί. Ακόμα και αν υστερεί σε φασισμό από τον αντίστοιχο της Χρυσής Αυγής (σε επίπεδο πρακτικής και επίπεδο αναφοράς), δεν απέχει σχεδόν καθόλου από αυτή.
Μόνο που αυτή τη φορά το μαχαίρι το κρατάει ένας κλόουν. Πρώτα σε παραξενεύει η όψη και μετά σε τρομάζει ο σκοπός του. Τα δύο όμως αποτελέσματα κάποια στιγμή θα συναντηθούν.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυρίες και κύριοι, ο Τζόσουα Οπενχάιμερ


Είναι φορές που η επαφή με τη μεγαλοφυΐα, όπως αυτή εκφράζεται σε μια χειρονομία, σε ένα έργο τέχνης, σε ένα επίτευγμα, σε αρπάζει ξαφνικά και σε τραντάζει, σε πλησιάζει σιωπηλά και σου επιτίθεται ως σοκ. Αυτό είναι το συναίσθημα που σε κυριεύει όταν έρχεσαι σε επαφή με τις ταινίες-ντοκιμαντέρ του Τζόσουα Οπενχάιμερ.
Το «Act of killing» και το «The look of silence» είναι δύο δίδυμα αυτοτελή ντοκιμαντέρ. Και τα δύο πραγματεύονται τις μαζικές δολοφονίες κομμουνιστών στην Ινδονησία την περίοδο 1965-1966.
Κατά τη διάρκεια των γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση του προέδρου Σοκάρνο και την εγκαθίδρυση της «Νέα Τάξης» του προέδρου Σουχάρτο, ο στρατός της Ινδονησίας σε συνεργασία με τοπικούς γκάνγκστερ και παραστρατιωτικές οργανώσεις σκότωσε 1.000.000 κομμουνιστές.
Επίσημος αριθμός των θυμάτων δεν υπάρχει, ενώ πολλοί κάνουν λόγο ακόμη και για 3.000.000 εκτελεσθέντες, ανάμεσά τους αριστεροί και άτομα κινεζικής καταγωγής. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδονησίας, το τρίτο μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα στον κόσμο μετά από αυτά της Σοβιετικής Ενωσης και της Κίνας εκείνη την περίοδο, έπαψε να υπάρχει.
Η σύγχρονη Ινδονησία γεννήθηκε μέσα από αυτή την προπατορική σφαγή. Οι σκιές των θυμάτων συνεχίζουν να πλανιούνται σιωπηλά στα νησιά της Ινδονησίας, μιλώντας βουβά για μια ιστορία για την οποία κανείς δεν μιλά.
Οι θύτες κουβαλούν ακόμα περήφανα το αίμα στην επιδερμίδα τους. Ο Οπενχάιμερ προσπαθεί να καταγράψει όχι το γεγονότα του παρελθόντος ως ρεπορτάζ αλλά την επίπτωσή τους και τον ρόλο τους στον σχηματισμό του παρόντος.
Στο «Act of killing» συναναστρέφεται τους δήμιους της εποχής εκείνης. Τους τοποθετεί μπροστά στην κάμερα και τους ζητά να αναπαραστήσουν τις πράξεις τους. Αυτοί περήφανα δέχονται. Δημιουργούν μόνοι τους κινηματογραφικές σκηνές βασανιστηρίων, αναπολούν τις εποχές που εκτελούσαν με ένα σύρμα τον ένα κομμουνιστή μετά τον άλλο, μιλούν για το καλό που προσέφεραν στην κοινωνία.
Τους βλέπουμε σε τηλεοπτικές εκπομπές να γιορτάζουν τον εαυτό τους ως εθνικό ήρωα, να χαμογελούν για τότε που έγδαραν ή παλούκωσαν κάποιον και τελικά να δημιουργούν ένα γκροτέσκο μείγμα κιτς αισθητικής και αποτρόπαιης πραγματικότητας.
Ο Οπενχάιμερ στην ταινία αυτή κινηματογραφεί το φαντασιακό των βασανιστών, τον τρόπο που βιώνουν αλλά και φαντάζονται το παρελθόν τους, την περηφάνια του αποτρόπαιου και την κραυγή του ανθρώπινου ζώου όταν ελεύθερο από ηθική πράττει με τη σφαγή ως κανόνα και μετρονόμο.
Η ταινία δεν ηθικολογεί· παρουσιάζει με άβολη ειλικρίνεια το μέγεθος του εγκλήματος, το ξεπέρασμα του ανθρώπινου ορίου ως μια τρομακτική παραδοχή που δεν μπορούμε να αποφύγουμε.
Το «Look of silence» συμπληρώνει το «Act of killing». Λιγότερο εντυπωσιακή από την πρώτη ταινία, απομακρύνεται από το γκροτέσκο και με πιο ελεγειακούς όρους παρουσιάζει την πλευρά των κληρονόμων της πληγής, των συγγενών των θυμάτων. Η ταινία καταγράφει ακριβώς τη σιωπή που ακολούθησε τα γεγονότα. Την απροθυμία των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν το παρελθόν, να εξετάσουν τι έγινε πραγματικά και να το αντιμετωπίσουν.
Ο ανώνυμος ήρωας-πρωταγωνιστής προσπαθεί να μάθει τα γεγονότα γύρω από την εκτέλεση του κομμουνιστή αδελφού του λίγο πριν ο ίδιος γεννηθεί. Ενα από τα συγκλονιστικά σημεία της ταινίας είναι το ίδιο το κίνητρο του ήρωα. Ο πρωταγωνιστής δεν πράττει ώστε να εκδικηθεί, δεν πράττει ώστε να δικάσει, πράττει για να βγάλει τα γεγονότα από τη σιωπή.
Η Ινδονησία ζει στον απόηχο της σφαγής κλείνοντας πεισματικά τα αυτιά της. Το «Look of silence» είναι ακριβώς ο θρυμματισμός του καθρέφτη της σιωπής.
Ο Οπενχάιμερ δεν κινηματογραφεί τα γεγονότα ως ρεπορτάζ· μας δείχνει ακριβώς τον ρόλο των γεγονότων στον σχηματισμό και τη διαμόρφωση της πραγματικότητας. Μας δίνει μια νέα πρόταση για το ντοκιμαντέρ διευρύνοντας τελικά τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Οι δύο αυτές ταινίες είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα, μια οριακή κατάθεση εκτελεσμένη στην εντέλεια, μια δύσκολη αναμέτρηση με τα ίδια τα όρια του ανθρώπου. Ενα ταξίδι στην ανθρώπινη νύχτα όπου ακόμα και ως απλός θεατής βγαίνεις αλλαγμένος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Η ακολουθία Μάντσεστερ-Λονδίνο-Τορίνο


Η πόλη βράζει και ο δρόμος λυγίζει. Το σκοτάδι βγαίνει μέσα από τη γη.
Βλασταίνει μαύρο ώς τους αστραγάλους σαν να χύθηκαν βαρέλια πίσσα σε κάθε γωνιά.
Βλασταίνει μαύρο κι ανεβαίνει, συνεχώς ανεβαίνει. Η πόλη μοιάζει μία αλλά δεν είναι.
Στο πλαίσιο της συγκυρίας, στο πλαίσιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής μητρόπολης ο φόβος τείνει παγκοσμιοποιημένος να εξισώσει ταυτότητες, παρελθόντα και ιστορίες, ευθύνες και αθωότητες.
Ο φόβος κυκλοφορεί μέσα από τα καλώδια της επικοινωνίας ενιαίος. Ως ένα τρεμάμενο Εμείς που αμφισβητείται.
Το ψευδές δίπολο της ελευθερίας και της ασφάλειας μοιράζεται περίπου στις ίδιες ποσότητες στα κέντρα και τις περιφέρειες.
Η ρητορική των κομμάτων από χώρα σε χώρα αρχίζει να μοιάζει, η εκμετάλλευση του φόβου και η καλλιέργεια της μισαλλοδοξίας αποκτούν χαρακτήρα κυρίαρχου πολιτικού εργαλείου. Το προσφυγικό γίνεται καταλύτης κάθε εξέλιξης, βασικός όρος εξωτερικής πολιτικής, διμερών σχέσεων, γεωπολιτικής.
Αν ψάξεις αντιστρόφως τις διεθνείς ειδήσεις, ανά δεκάδα συναντάς νέα για τρομοκρατικές επιθέσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου εκτός του «ιερού» δυτικού κόσμου.
Αίγυπτος, Λιβύη, Αφγανιστάν, Φιλιππίνες και ξανά Αφγανιστάν.
Συναγερμοί σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, ακυρώσεις εκδηλώσεων και συναθροίσεων, πληροφορίες για επιθέσεις, κόκκινοι συναγερμοί και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Η εξαίρεση ως καθημερινός κανόνας. Και ανάμεσα σε αυτά η καθημερινότητα που προσπαθεί να επιβιώσει, οι ελευθερίες, οι αξίες και τα δικαιώματα που πνίγονται κάτω από τη εκμετάλλευση των αφορμών.
Η Ευρώπη που ξημερώνει, η Δύση που ξημερώνει είναι ένας μαύρος τόπος, μια ξερή γη.
Ο φόβος και ο τρόμος ορίζουν το περπάτημα, τα σώματα στους δρόμους, τις συμπεριφορές και τις συνειδήσεις.
Σιγά σιγά οι πολίτες μοιάζουν εξαντλημένοι, έτοιμοι να παραχωρήσουν όλο και περισσότερα αναζητώντας λίγη από την παλιά κανονικότητα.
Το ζήτημα της τρομοκρατίας προκύπτει όλο και πιο σύνθετο ως προς τις αιτίες και τις ρίζες του.
Φαντάζομαι πως δεν είμαι ο μόνος που αδυνατεί να εξηγήσει το φαινόμενο ανατρέχοντας σε μια υπαρκτή πληγή του παρελθόντος.
Φταίει το παρελθόν της αποικιοκρατίας, φταίει η ταξική θέση που κατέχουν οι τρομοκράτες στις δυτικές κοινωνίες, φταίει η κρίση, φταίει ο πόλεμος στη Συρία.
Δεν μπορώ να αποδεχτώ ένα ευθύγραμμο σχήμα, μια ευθεία χάρακα που θα με οδηγήσει από ένα συμβάν στο αποτέλεσμα των τρομοκρατικών επιθέσεων.
Το παράδοξο που επιβεβαιώνεται είναι πως όσο πιο σύνθετο μοιάζει ένα πρόβλημα τόσο περισσότερο χώρο κερδίζουν οι υπεραπλουστευτικές απαντήσεις:
Φταίει ο πόλεμος των πολιτισμών, φταίει το Ισλάμ. Και αυτό το ψευδεπίγραφο «Εμείς» κερδίζει και αυτό έδαφος ως αντανάκλαση της υπεραπλουστευτικής απάντησης που προηγήθηκε.
Χωρίς διαφορές ταξικές, πολιτιστικές και πολιτικές. Μια ταυτότητα τυφλή, σαν αμυντική αντανάκλαση των τυφλών τρομοκρατικών χτυπημάτων.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η Ανατολή μοιάζει να περνά σε έναν νέο κύκλο γενικευμένης αστάθειας.
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Συρία, η τρομοκρατική επίθεση στο Ιράν, η ένταση ανάμεσα στα διάφορα αραβικά κράτη και το Κατάρ περιγράφουν τη διεύρυνση της αναταραχής.
Μια αναταραχή που αποδεικνύει πως οι παράμετροι που γεννούν τον ευρωπαϊκό πανικό τρώνε ακόμη το πρωινό τους και ετοιμάζονται για μια μεγάλη μέρα.
Η ακολουθία Μάντσεστερ-Λονδίνο-Τορίνο περιγράφει κομμάτια από ένα ευρωπαϊκό μέλλον που τείνει να επικρατήσει.
Το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μάντσεστερ, το γεγονός πως ένα χτύπημα μπορεί να γίνει όχι μόνο στην πρωτεύουσα ή στο κέντρο εξουσίας μιας πόλης αλλά σχεδόν παντού: ο φόβος οφείλει να μοιραστεί μεταξύ κέντρου και περιφέρειας σε ίσες ποσότητες.
Το τρομοκρατικό χτύπημα στο Λονδίνο, το γεγονός πως παρά τα μέτρα ασφαλείας, την καταστολή, τους κόκκινους συναγερμούς οι πόλεις και οι ζωές είναι διαμπερείς από κίνδυνο, διάτρητες από θάνατο: ο φόβος οφείλει να συντηρείται στην ίδια ένταση και κάθε λύση μοιάζει μάταιη.
Οι 1.400 τραυματίες από το ποδοπάτημα στο Τορίνο ύστερα από την έκρηξη βαρελότου το οποίο παρερμηνεύτηκε ως τρομοκρατική επίθεση περιγράφουν την έκταση, την ισχύ και την ενσάρκωση του φόβου στον καθένα μας.
Ουσιαστικά εδώ έχουμε μια τρομοκρατική επίθεση χωρίς τρομοκράτες, χωρίς τρομοκρατία.
Το συμβάν έχει σε τέτοιο βαθμό ενσωματωθεί με αποτέλεσμα ακόμη και η υπόνοιά του να είναι αρκετή ώστε να γεννήσει παρόμοια αποτελέσματα: ο φόβος οφείλει να είναι καθολικός.
Η πόλη βράζει και ο δρόμος λυγίζει. Το σκοτάδι βγαίνει μέσα από τη γη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Βγαίνοντας από την έρημο των ριάλιτι


Οταν οι τελευταίοι δέκα παίκτες του αγγλικού ριάλιτι Eden αποχώρησαν από τις τοποθεσίες των γυρισμάτων ανακάλυψαν πως όχι μόνο δεν ήταν διάσημοι αλλά πως το παιχνίδι στο οποίο συμμετείχαν είχε σταματήσει να προβάλλεται στην τηλεόραση τους τελευταίους εφτά μήνες.
Το Eden, το τηλεοπτικό ριάλιτι του αγγλικού Channel 4, πήρε 23 αγνώστους και τους πέταξε κάπου στα δυτικά Χάιλαντς της Σκοτίας. Οι 23 έπρεπε να χτίσουν μια κοινότητα από το μηδέν και να επιβιώσουν σε αυτήν για έναν χρόνο.
«Τι θα γινόταν άμα όλα μπορούσαν να ξεκινήσουν από την αρχή;» αναρωτιόταν το τρέιλερ της εκπομπής με τον βιβλικό τίτλο. Οπως φαίνεται, όχι και πολλά, αφού οι τηλεθεάσεις της εκπομπής έπεσαν σχεδόν από το ξεκίνημά της, με αποτέλεσμα το κανάλι να προβάλει μόλις τέσσερα επεισόδια. Ταυτόχρονα, περισσότεροι από τους μισούς παίκτες αποχώρησαν οικειοθελώς αφού δεν άντεξαν την πείνα, τη συμβίωση με τους υπολοίπους και τον ανταγωνισμό.
Το παράδοξο είναι πως, ακόμα και όταν η εκπομπή κόπηκε, οι διοργανωτές δεν ενημέρωσαν αυτούς που παρέμειναν αποσκοπώντας κάποια στιγμή να προβάλουν ίσως κάποια επεισόδια (κάτι το οποίο τελικά ούτε έγινε ούτε θα γίνει).
Ετσι, οι δέκα παίκτες πέρασαν 7 μήνες απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο μέσα στο κρύο και την πείνα χωρίς κανέναν λόγο. Αυτό που το κανάλι διαφήμιζε ως ένα «κοινωνικό πείραμα» αποδείχτηκε τελικά μια κολοσσιαία φάρσα και ένα σύμβολο για την ηλιθιότητα, την απανθρωπιά και τον κυνισμό των συγκεκριμένων παιχνιδιών.
Η αφαίρεση της γενεσιουργού αιτίας και της δικαιολογίας (δηλαδή της τηλεθέασης) για όλες τις δυσκολίες, τις εντάσεις και τον εξευτελισμό που ηθελημένα μπορούν να υφίστανται κάποιοι είναι αυτή που ορίζει την κλίμακα του παραλόγου. Και προφανώς όχι μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι αλλά για όλα παιχνίδια τέτοιου τύπου.
Οταν το αίτιο αποσπάται από το αιτιατό, τότε και οι δύο όροι απογυμνώνονται και κρίνονται ταυτόχρονα. Το μέγεθος της χαζομάρας και του κυνισμού είναι ευθέως ανάλογο της ματαιότητας και της αποκτήνωσης του κυνηγιού της δημοφιλίας. Μιας δημοφιλίας πρόσκαιρης σε μια έρημο νεκρών ιδανικών, εκμετάλλευσης και εξευτελισμού.
Μοιάζει ίσως ξεπερασμένο κάποιος να ασκεί κριτική στα ριάλιτι σήμερα τόσα χρόνια μετά την εμφάνισή τους. Η θέση τους μοιάζει να έχει εμπεδωθεί ως φτηνή κακή τροφή προς μαζική κατανάλωση. Ως προϊόντα που λίγοι θα υπερασπιστούν αλλά πολλοί θα καταναλώσουν. Και όμως υπάρχει μια βασική διαφορά από την εποχή των πρώτων ριάλιτι των 00's.
Τότε βρισκόμασταν μπροστά στον κυνισμό της ευημερίας σε μια περίοδο πλαστικών ευκαιριών και υποσχέσεων με ατελείωτο θετικό πρόσημο, όπου ο καθένας μπορούσε να κυνηγήσει το όνειρό του (ουφ) με οποιονδήποτε τρόπο έκρινε ορθό. Τουλάχιστον αυτά ευαγγελιζόταν ο κυρίαρχος λόγος.
Το να κλείνεσαι σε ένα σπίτι για 17 χρόνια, να αρμέγεις αγελάδες, ενώ ένα ολόκληρο έθνος σε παρακολουθεί με αγωνία, να τσιρίζεις ακατανόητα ή να τρως κατσαρίδες καταγραφόταν ως παράδοξη εκδοχή ενός νόμιμου κυνηγιού της ευημερίας.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα έχει μετατοπιστεί. Αυτό που μέχρι χθες ήταν εξευτελισμός σήμερα είναι καθαρή βαρβαρότητα. Από τον κυνισμό της ευημερίας περνούμε στον κυνισμό της επιβίωσης.
Σε μια συνθήκη που διδάσκει κάθε μέρα μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες πως ο καθένας μπορεί να κάνει το οτιδήποτε για να επιβιώσει. Πως οποιαδήποτε πράξη (αρκεί να είναι νόμιμη ή νομότυπη) είναι αποδεκτή εφόσον σου εξασφαλίζει αυτό που επιθυμείς. Πως η αξιοπρέπεια είναι ένα ρούχο που φοριέται αποκλειστικά από τους βολεμένους. Πως ο αυτοεξευτελισμός είναι και αυτός ένας νόμιμος τρόπος ύπαρξης.
Τα ριάλιτι στις μέρες μας δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσπάθεια αισθητικοποίησης (με γκλαμ όρους) της εξαθλίωσης. Και ο κυνισμός των πομπών και των δημιουργών τους ξεπερνά τα όρια του κακού γούστου. Φτάνει στα όρια της προσβολής της κοινωνίας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Ο εξόριστος θάνατος


Πώς πεθαίνει ένας άνθρωπος; Τι είναι αυτό που αφήνει πίσω; Τι σηματοδοτεί ο ίδιος ο θάνατος για ό,τι ήταν και ό,τι δεν ήταν;
Και ποια η στάση όλων εμάς απέναντι στον άνθρωπο και απέναντι στον θάνατο;
Ολες αυτές τις μέρες παρακολουθώ τα έντυπα, τις τηλεοράσεις, τη διαδικτυακή κουβέντα γύρω από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Τις αγιογραφίες, τους θρήνους των δημοσιογράφων, το στρογγύλεμα του βίου και της πολιτικής.
Τις μεγάλες κουβέντες, τις μεγάλες λέξεις (που έτσι κι αλλιώς χρησιμοποιούν, απλά τώρα νιώθουν πως είναι ταιριαστές). Και κυρίως την επιλογή των λέξεων.
Τη διακριτική (κραυγαλέα) απουσία της αποστασίας, της δολοφονίας του Τεμπονέρα, του ξεκινήματος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Και ενώ τα δύο πρώτα αποσιωπούνται (η δολοφονία Τεμπονέρα πλήρως), οι πολιτικές που ακολουθούνται περιγράφονται ως τομές, ως σύγκρουση με αντιλήψεις, ως πολιτικός ρεαλισμός.
«Ελεγε στον ελληνικό λαό την αλήθεια και όχι αυτά που αυτός ήθελε να ακούσει».
Το παρελθόν υπάρχει στο παρόν ως ευκαιρία προς αξιοποίηση.
Δίπλα στην αφήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ενσαρκώνει πλήρως τον λαϊκισμό, ο Μητσοτάκης υπάρχει ως ο ψυχρός προφήτης που ακριβώς επειδή δεν πρόλαβε να κυβερνήσει όσο έπρεπε φτάσαμε σήμερα σ' αυτά τα χάλια.
Ενώ στον πρώτο πιστώνεται καταστροφική δραστηριότητα, στον δεύτερο πιστώνεται καταστροφική αδράνεια (ή καλύτερα απουσία δράσης για την οποία ο ίδιος δεν ευθύνεται).
Και οι δύο αφηγήσεις περιγράφουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοαντιλήψεις (στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ έτσι φυσικά), οι οποίες φτάνουν μέχρι και σήμερα.
Δεν θέλω τόσο να γράψω ένα κείμενο πολιτικό για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Οι απόψεις και οι πράξεις είναι αρκετά νωπές, ο καθένας μπορεί να ανατρέξει σ' αυτές και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Αυτό που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι οι όροι με τους οποίους υπάρχει ο θάνατος στον δημόσιο λόγο.
Η χρήση του, οι όροι που επιβάλλει μέσα από τον πιο επιφανειακό ηθικισμό και τελικά η παράκαμψή του.
Στην περίπτωση του θανάτου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (και σε τόσες άλλες περιπτώσεις), ο θάνατος μοιάζει τελικά με επιβράβευση.
Με μια αφορμή για να ξεδιπλωθεί η ζωή, να αποθεωθούν οι πολιτικές και κυρίως να ποινικοποιηθεί, στο όνομα μιας ρευστής και ταυτόχρονα κοινά αποδεκτής ηθικής, η οποιαδήποτε κριτική.
Η χρήση της ηθικολογίας με αυτούς τους όρους είναι ουσιαστικά κοινός τόπος στον δημόσιο λόγο όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια.
Το γεγονός του θανάτου κάνει αυτή την ηθικολογία αδιαπέραστη και μονοκόμματη. Και έτσι βουβά καλείσαι να σταθείς μπροστά στα υμνολόγια, μπροστά στον λόγο αυτόν που μηρυκάζει μακάρια την κάθε σου σκέψη.
Γιατί αν υπάρχει μια λειτουργία του θανάτου προς όλους εμάς που μένουμε πίσω, αυτή είναι πως μας επιστρέφει τη ζωή σε όλη της την ειλικρίνεια.
Με τα λάθη, τα πάθη, τις αστοχίες και τη βρομιά. Εξω από την ηθική, έξω από τους καλούς τρόπους.
Ο θάνατος ως γεγονός είναι ταυτόχρονα κοινότοπο και μοναδικό, μας αφορά όλους και ταυτόχρονα μας αποκλείει, μας γεννά όλες τις σκέψεις από 'δώ και πέρα και ταυτόχρονα μας επιβάλλει να σιωπούμε.
Μέσα λοιπόν στον πουριτανισμό του κοινού τόπου επιβάλλεται ένας τεχνητός σεβασμός προς τον νεκρό, που είναι ταυτόχρονα ασέβεια προς τον ίδιο το θάνατο.
Ο θάνατος εξόριστος, λοιπόν, από τους τυμβωρύχους της ζωής. Ο άνθρωπος γυμνός από την ανθρωπίλα του.
Τελευταίες διαταγές μιας κουλτούρας που ό,τι δημιουργεί, από τη διατροφή ώς την εμφάνιση, από τις διασκεδάσεις μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις, έχει ως κύριο μέλημα την εξορία της φθοράς και του θανάτου. Διαθήκη ενός πολιτισμού που πεθαίνει.
Δεν είναι άλλωστε κάτι καινούργιο, ούτε φυσικά σηματοδοτείται από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Απλά τις μέρες αυτές έφτασε σε κύματα ξανά και ξανά μπροστά μας ως απαράβατη επιταγή.
Και μάλιστα με αφορμή τον θάνατο ενός ανθρώπου που ώς ένα βαθμό σηματοδοτεί και τον θάνατο μιας εποχής.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέη, όρχεις και αριστερά


«Τρελιάρα». Έτσι αποφάσισε να αποδώσει στα ελληνικά ο αρθρογράφος της Καθημερινής και συνεπής ακροδεξιός, Στέφανος Κασιμάτης, τον όρο Queer, σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Τι σημαίνει «οπτική του φύλου« και πώς διαχέεται;».Στο άρθρο του ο Κασιμάτης σκανδαλίζεται και κρίνει επιστημονική ημερίδα με τον τίτλο «New Queer Greece; Performance, Politics, Identity», η οποία οργανώθηκε στην Οξφόρδη.
Ο Κασιμάτης είναι γνωστός για τα φασιστικά του σχόλια, για τους διαφόρους χαρακτηρισμούς ανθρώπων με τους οποίους διαφωνεί πολιτικά σε σχέση με το ύφος τους, την εξωτερική τους εμφάνιση και άλλα όμορφα. Το συγκεκριμένο άρθρο δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς τη χονδροειδή καφρίλα, η οποία αρέσκεται να προσποιείται το χιουμοριστικό σχόλιο. Άρθρο ομοφοβικό, τόσο στον πυρήνα όσο και στη διατύπωσή του, το συγκεκριμένο πόνημα είναι άξιο να καταλογραφηθεί σε μια ανθολογία του συγκεκριμένου αρθρογράφου. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι τα όσα το άρθρο αποκαλύπτει για τον ίδιο τον αρθρογράφο. Το μοναδικό εκείνο συνδυασμό ταυτόχρονης βαθιάς αμορφωσιάς και αίσθησης πνευματικής υπεροχής. Ενώ, λοιπόν, ο υπέροχος ετούτος αρθρογράφος ομολογεί τη δομική στη σκέψη του άγνοια με τη φράση «σπουδές φύλου, Ντεριντά, μετα-αποικιοκρατία και άλλα παρόμοια», τσουβαλιάζοντας τομείς της σκέψης δομικούς, εδώ και δεκαετίες, στους όρους με τους οποίους συντάσσεται η κριτική, ο στοχασμός και η γραφή, ταυτόχρονα νοιώθει επάρκεια ώστε να κρίνει ένα τμήμα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (συγκεκριμένα το τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών) και να το κρίνει ως «μπακατέλα». Το δέος και η ταυτόχρονη περιφρόνηση του αρθρογράφου προς το Πανεπιστήμιο («όλα αυτά συμβαίνουν στην Οξφόρδη» μας ενημερώνει για να πολλαπλασιάσει τον αποτροπιασμό μας) περιγράφει και τη δική του σχέση με τη γνώση. Μιλώντας στο όνομα ενός κύρους το οποίο αντλεί από τη γνώση (την οποία όχι μόνο δεν κατέχει, αλλά διαφημίζει και την απουσία της) επιβάλει ως ορθές και αυτονόητες τις θέσεις τους. Στην πραγματικότητα, προσφέρει μια κολακεία (αυτοκολακεία) στην άγνοια και την επιβολή της σαν γνώση. Η επιβολή αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το ύφους του αρθρογράφου: αυτή τη συνειδητή απόσταση από το πολιτικά ορθό που βαφτίζει τον εαυτό της ασυμβίβαστο λόγο, ενώ στην πραγματικότητα είναι βλαχιά και πρωτογονισμός.

Το κείμενο έρχεται λίγες μέρες μετά την ανάρτηση του Πάνου Καμμένου με τις γραβάτες με τα χαζοχαρούμενου πέη και την υπουργικότατη αναπαραγωγή ανάρτησης του Νίκου Παπά όπου σχολίαζε την παραίτηση Ταγματάρχη από την ΕΡΤ με ένα εξ ίσου υπουργικότατο «στ’ αρχίδια μας». Σεξισμός, ματσισμός, βαρβατίλα, δικαιολογημένες κάθε φορά από την απελευθέρωση από την πολιτική ορθότητα ως μια χαριτωμενιά ανθρώπου που δεν διστάζει «να πει τα πράγματα με το όνομά τους». Στην εποχή που ένας μισογύνης με ρατσιστικό, ομοφοβικό και σεξιστικό λόγο κατέχει ρόλο πλανητάρχη, κάθε αντίστοιχη αηδία μοιάζει ικανή να δικαιολογηθεί.
Έχω την αίσθηση πως η σχέση της αριστεράς με την πολιτική ορθότητα ήταν πάντα θολή, αν όχι προβληματική. Ταυτισμένη με την αστική ευγένεια, η πολιτική ορθότητα έμοιαζε πάντοτε με υποκρισία, ως μια αξία φερμένη από τον αξιακό κώδικα του εχθρού. Πιο πρόσφατα, στον κόσμο του Facebook, του Twitter και του ατελείωτου σχολιασμού, η πολιτική ορθότητα ταυτίστηκε με το φασισμό της γλώσσας και της λογοκρισίας.
Ο χώρος εδώ δεν είναι αρκετός για να ανοίξουμε την κουβέντα υπέρ ή κατά της πολιτικής ορθότητας. Να γράψουμε για τους όρους και τις ανάγκες που τη γέννησαν, για την κριτική από τα αριστερά και από τα δεξιά της. Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε σε ένα απλό συμπέρασμα. Όταν ο μη πολιτικά ορθός λόγος (δεν θέλω να πω χυδαίος γιατί ακούγεται ηθικίστικο) εκφέρεται από ανθρώπους με εξουσία, τότε ο σεξισμός, η ομοφοβία ή ο ρατσιμός που ο λόγος αυτός εμπεριέχει, σημαίνει ακριβώς άσκηση, επιβολή και διατράνωση αυτής της εξουσίας χωρίς ηθικούς φραγμούς. Είναι η μεταφορά στη γλώσσα ενός αισθήματος υπεροχής και ταυτόχρονης απόλαυσης αυτής της υπεροχής στην πιο εξωστρεφή της φάση. Ένας υπουργικός λόγος όμοιος με άρθρο του Κασιμάτη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Ο Κάφκα στην Αθήνα


Στο σύμπαν του Κάφκα οι πρωταγωνιστές βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια συνθήκη που τους υπερβαίνει και τους επιβάλλεται.
Τίποτα δεν συνηγορεί σε αυτή τους την ενοχή. Κανένα παράπτωμα, κανένα έγκλημα.
Η ενοχή τους απλώνεται από ακριβώς αυτή τη γενεσιουργό έλλειψη.
Η απουσία εγκλήματος περιγράφει ακριβώς όλες τις πράξεις ως εγκληματικές. Και ακόμη περισσότερο. Η ίδια η ύπαρξη είναι ενοχοποιητικό στοιχείο.
Οι ήρωες του Κάφκα δεν νιώθουν ενοχή, τη βιώνουν. Ως μια συνθήκη έξω από αυτούς που τους ορίζει όλο και περισσότερο.
Ολόκληρος ο κόσμος γίνεται δικαστήριο και ταυτόχρονα ο κάθε συμπολίτης τους δικαστής.
Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αντικατασταθεί από τη γραφειοκρατία, η ανθρώπινη επαφή από ατελείωτους διαδρόμους και σκάλες που οδηγούν με αρχιτεκτονική ακρίβεια στο αδιέξοδο. Τα σώματα πειθαρχούνται.
Αλλοτε μεταμορφώνονται σε αποτρόπαια πλάσματα και άλλοτε καταδικάζονται με την ποινή να τρυπά (στην κυριολεξία) το δέρμα τους.
Η εξουσία στην πλήρη της άσκηση, στην αχαλίνωτη επίδειξή της είναι μονίμως το κεντρικό θέμα.
Μια εξουσία μεταφυσική, οντολογική, υπαρξιακή ή πολιτική. Ολες οι διαστάσεις της συναντιούνται στα θύματά της, τους ήρωες του Κάφκα.
Οι ανώνυμοι ήρωες της «Δίκης» και του «Πύργου» (ο Τζόζεφ Κ και ο Κ) έμειναν ανώνυμοι ίσως επειδή ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα αριστουργήματά του.
Και στις δύο περιπτώσεις το Κ. υπονοεί μια ταύτιση του συγγραφέα με τους πρωταγωνιστές.
Ασχετα όμως με τις προθέσεις του οι δύο ήρωες θα μείνουν στην Ιστορία της Δυτικής Λογοτεχνίας ως οι μεγάλοι ανώνυμοι.
Ως δύο περιπτώσεις ανθρώπων στις οποίες ο καθένας μπορεί να προβάλει τον εαυτό του. Περισσότερο καταστάσεις παρά χαρακτήρες οι ήρωες είναι αυστηρά κοινότοποι.
Ανθρωποι καταγεγραμμένοι εντός μιας αστικής διαδικασίας κουβαλούν ως φορείς την ενσάρκωση του τρόπου ζωής τους. Την ανωνυμία εντός του πλήθους του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Υπάλληλος τράπεζας ο ένας, τοπογράφος ο άλλος (πλασιέ ο επώνυμος Γκρέγκορ Σάμσα της «Μεταμόρφωσης»), εργάζονται και βιώνουν μια ζωή τακτοποιημένη με γεωμετρία τάφου.
Είναι δύο τυχαία πρόσωπα εντός ενός κοινού τόπου μακριά από τον χρονικό ή τοπικό προσδιορισμό. Ενός τόπου που θα μπορούσε άνετα να είναι και η Αθήνα της κρίσης.
Αυτόν ακριβώς τον κοινό τόπο ορίζουν οι δικαστικές αρχές με τις αποφάσεις τους για την Ηριάννα Β.Λ. και τον Τάσο Θεοφίλου.
Χωρίς μάρτυρες, με εξωφρενικά ελλιπή στοιχεία, χωρίς καμία απόδειξη δύο κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι (στοιχεία και για τις δύο περιπτώσεις μπορεί να βρει κανείς σε άρθρα της εφημερίδας).
Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται είναι: Για ποιον λόγο;
«Δεν γνωρίζω για τι πράγμα κατηγορούμαι, αλλά και γιατί κλήθηκα να απολογηθώ» λέει ο Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη», περιγράφοντας μέσω της δηλωμένης του άγνοιας το πλαίσιο το οποίο ορίζει η παράλογη διαδικασία.
Και στις δύο δικές μας περιπτώσεις η φράση αυτή θα μπορούσε να περιγράψει την ουσία των υποθέσεων.
Γιατί είναι εμφανές πως τόσο ο Θεοφίλου όσο και η Ηριάννα δικάζονται σε μια άλλη δίκη από αυτή που συμμετέχουν, με άλλες κατηγορίες και άλλες καταδικαστικές αποφάνσεις.
Στο πρόσωπο των δύο νέων ανθρώπων η δικαστική εξουσία επιλέγει δύο τυχαία θύματα, τα βαφτίζει αυθαίρετα ένοχα και τα καταδικάζει.
Με τον τρόπο αυτό καθιστά την τυχαιότητα αποδεικτικό στοιχείο ενοχής.
Αρα ουσιαστικά διατρανώνει πως δεν χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία ώστε να υπάρχει ενοχή, ώστε να υπάρχει καταδίκη. Αρκεί η ίδια η βούληση της δικαστικής εξουσίας.
Σε μια άσκηση ισχύος η δικαστική εξουσία αυθαιρετεί, εκδικείται και παραδειγματίζει με βάση τα δικά της πιστεύω.
Η αυθαιρεσία της είναι το πραγματικό της μέγεθος.
Οι δύο περιπτώσεις δεν περιγράφουν μόνο το μέγεθος και την ποιότητα της άσκησης εξουσίας.
Περιγράφουν και την απαξίωσή της, μια απαξίωση με κύριους υπευθύνους τους ίδιους τους φορείς της.
Σε μια περίοδο γενικευμένης φτωχοποίησης, απογοήτευσης και απελπισίας η δικαιολογημένη απαξίωση των θεσμών έρχεται να περιγράψει το συνολικό αδιέξοδο με τον πιο εμφατικό τρόπο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

AirBnb: ο διαμοιρασμός και η διάβρωση


«Πολλοί από τους φίλους μου νοικιάζουν το σπίτι τους μέσω AirBnb για ένα μήνα και το μήνα εκείνο φιλοξενούνται σε φίλους ή συγγενείς τους. Είναι ένας τρόπος για ένα επιπλέον εισόδημα». Αυτό μου έλεγε φίλη από το Παρίσι περιγράφοντας ένα νέο χαρακτηριστικό μιας αιώνιας πόλης. Προφανώς η ενοικίαση μέσω AirBnb δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το Παρίσι, αλλά ουσιαστικά κάθε δυτική πόλη (ή τόπο διακοπών). Πολλοί από μας είδαν αυτές τις ενοικιάσεις ως έναν νέο εύκολο τρόπο, ώστε να αποφύγεις τις υπέρογκες τιμές των ξενοδοχείων, να βιώσεις μια πόλη με τρόπο πιο αληθινό, μακριά από την αποστείρωση της ρεσεψιόν ή το άβολο των Hostels. Κάποιοι άλλοι ως τρόπο για κάποια έξτρα χρήματα, σε μια περίοδο που δεν αφήνει διεξόδους. Και όπως κάθε καινοτομία, υποδεχτήκαμε την AirBnb σαν ένα νέο μαγικό εργαλείο που μας απελευθερώνει από δυσκολίες, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την τεχνική μας εξοικείωση με τον υπέροχο νέο κόσμο. Και μέσα στη βιασύνη και τον ενθουσιασμό ξεχάσαμε να σκεφτούμε πως κάθε τι έρχεται συνήθως και με τις αρνητικές του επιπτώσεις.

H AirBnb (Airbedandbreakfast) είναι ιστοσελίδα καταχώρησης, εύρεσης και ενοικίασης καταλυμάτων. Η πλατφόρμα φέρνει σε επικοινωνία τον οικοδεσπότη με τον πελάτη, ενώ είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας της κράτησης. Ο καθένας είναι ελεύθερος να νοικιάσει το σπίτι του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παρουσιάζοντάς το σε ένα κοινό εκατομμυρίων χρηστών.
Η AirBnb εντάσσεται στην καινοτομία της οικονομίας του διαμοιρασμού. Μέσω του διαδικτύου και αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία, τους φόρους κτλ κάποιος μπορεί νοικιάσει παροχές, υπηρεσίες και αντικείμενα σε προσιτές τιμές κάτω από συγκεκριμένους όρους. Καταλύματα στην AirBnb, ερασιτέχνες ταξιτζήδες στην Uber, ποδήλατα στη Liquid, φαγητό από ερασιτέχνες μάγειρες στη Cookisto και πάει λέγοντας. Η οικονομία του διαμοιρασμού είναι ένας νέος κόσμος ορισμένος με βάση τις ανάγκες και τις δεξιότητες μιας νέας εποχής. Οι δυνατότητες της νέας τάσης μοιάζουν να μην εξαντλούνται και τα οφέλη είναι άλλωστε πολλά. Κοινωνικά, οικονομικά ακόμη και οικολογικά. Όπως όμως είπαμε κάθε τι έχει και τις επιπτώσεις του.

«Η Λισαβόνα ήταν το κοινό μυστικό της Ευρώπης. Μια πανέμορφη πόλη που μπορεί να μην ήταν τουριστικός προορισμός, όπως η Βαρκελώνη ή το Βερολίνο, αλλά μια πόλη που ήξερε να μαγεύει με τους όρους που η ίδια έθετε. Με τις γειτονιές, τους δρόμους και τα σπίτια της. Σήμερα η Λισαβόνα μοιάζει με διάδρομο χρηστών AirBnb. Πριν μερικούς μήνες παραπάνω από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας στην οποία μένω, ενοικιάστηκαν. Για ένα μήνα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα καθημερινά πάρτι. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει ξένη. Πρώτη φορά σκέφτομαι να μετακομίσω στην επαρχία». Αυτό μου έλεγε ένας πορτογάλος φίλος πριν μερικούς μήνες και το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως υπερβάλει. Τι έκταση, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει το φαινόμενο;
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, μόνο στο κέντρο της Αθήνας ο αριθμός των προς εκμίσθωση ακινήτων μέσω AirBnb ανέρχεται πλέον σε 5.127, πριν από 9 μήνες το μέγεθος ήταν κάπου στις 2.500 κατοικίες. Με λίγα λόγια το φαινόμενο αφορά και την Ελλάδα και μάλιστα με όρους κλιμάκωσης.
Δεν μου αρέσει να μεμψιμοιρώ (τουλάχιστον στα άρθρα μου), δεν είμαι τεχνοφοβικός, έχω χρησιμοποιήσει AirBnb και είμαι σίγουρος πως θα ξαναχρησιμοποιήσω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό που θέλω να καταθέσω είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με την διάβρωση που μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό ιστό μια τέτοια διαδικασία. Μια διαδικασία κατά την οποία τα σπίτια είναι δυνάμει ξενώνες, το ιδιωτικό εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε ενοικιαζόμενο και ο μόνιμος κάτοικος σε ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πώς αντιλαμβάνεσαι μια πόλη ή μια γειτονιά όταν απλά περνάς από αυτήν, όντας ένας αποσπασματικός κάτοικος; Τι θα σήμαινε για μια γειτονιά η πλειοψηφία των σπιτιών της να μετατρέπονταν σε πρόχειρα ξενοδοχεία; Γιατί αν για τις υπόλοιπες πλευρές της κριτικής που μπορεί να δέχεται η AirBnb (οικονομική, θεσμική, όροι ασφάλειας) μια σχετική ρύθμιση από την πλευρά του κράτους μοιάζει ικανή να απαντήσει, δεν έχω δει πουθενά έναν προβληματισμό που θα έρχεται ταυτόχρονα με τις ευκολίες, τον κοσμοπολιτισμό και τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει η AirBnb.
Οι πόλεις αλλάζουν με πολλαπλούς τρόπους και μεις καλούμαστε να απαντούμε στα ερωτήματα την ώρα που φυτρώνουν.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Αλήθεια, αφήγηση και πολιτική: εναλλακτική Iστορία και μετα-αλήθεια


Ο «Ανθρωπος στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Κ. Ντικ είναι ίσως το σημαντικότερο μυθιστόρημα εναλλακτικής Ιστορίας.
Διαδραματιζόμενο το 1962, το μυθιστόρημα μας περιγράφει μια Αμερική όπως αυτή προέκυψε από τη νίκη των δυνάμεων του Αξονα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ναζιστική Γερμανία κατέχει το ανατολικό μέρος των πρώην ΗΠΑ και οι Ιάπωνες το δυτικό.
Ο κόσμος του Ντικ σχηματίζεται με βάση αυτή την παραδοχή για να μας περιγράψει πολύ περισσότερα από μια υποθετική σύμβαση.
Η εναλλακτική Ιστορία χρησιμοποιεί το (εναλλακτικό) παρόν ώστε να κρίνει το (πραγματικό) παρόν.
Δημιουργεί μια μετατόπιση γεγονότων στο παρελθόν, περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα ως ένα ενδεχόμενο που αποφεύχθηκε και δημιουργεί ένα άλλο παρόν ειπωμένο με το βάρος του γεγονότος.
Η αφήγηση του άλλου παρόντος γίνεται παραβολή του δικού μας.
Οι ναζιστικές και ιαπωνικές πολιτικές περιγράφουν την πραγματική Αμερική του παρόντος τού Φίλιπ Κ. Ντικ.
Τον μακαρθισμό, τον υπερκαταναλωτισμό, το ολοκαύτωμα των γηγενών Αμερικανών και τη ρατσιστική πολιτική απέναντι στους Αφροαμερικανούς.
Η πραγματικότητα στην υπερθετική της υπερβολή τονίζει και κριτικάρει την αρνητική της τροπή.
Στα έργα εναλλακτικής Ιστορίας η αφήγηση παραποιεί ηθελημένα ώστε να διαφωτίσει την αλήθεια, ώστε να εστιάσει στην πραγματικότητα, ώστε να κάνει την αλήθεια πιο αληθινή.
Η αφήγηση γυρνά προς το παρελθόν ώστε χρησιμοποιώντας μια σειρά από εντυπωσιακές διαστρεβλώσεις να δημιουργήσει ένα φανταχτερό λογοτεχνικό επίτευγμα.
Τι γίνεται όμως όταν παρόμοιες τακτικές στρέφονται προς το παρόν για διαφορετικούς σκοπούς;
Η «μετα-αλήθεια» επιλέχθηκε ως η λέξη της χρονιάς για το 2016 από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Σύμφωνα με το λεξικό του Πανεπιστημίου, η «μετα-αλήθεια» ορίζεται ως μια κατάσταση κατά την οποία τα αντικειμενικά γεγονότα επηρεάζουν σε μικρότερο βαθμό τη διαμόρφωση της δημόσιας άποψης απ' όσο το συναίσθημα ή η προσωπική πίστη.
Ετσι, υποψήφιοι πρόεδροι, εφημερίδες, πολιτικοί ή δημοσιολόγοι μπορούν να χρησιμοποιούν ανύπαρκτα γεγονότα για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της άποψής τους, λανθασμένα επιστημονικά συμπεράσματα ώστε να θωρακίσουν μια ήδη αποδεκτή (από τους ίδιους και τους οπαδούς τους) δοξασία, ψευδή στοιχεία ώστε να δικαιολογήσουν τη στάση τους απέναντι στον θεό, τις γυναίκες ή την εξωτερική πολιτική.
Ο όρος εκτινάχθηκε από τη μαζική χρήση του κατά την καμπάνια υπέρ του Βrexit και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια των αμερικανικών εκλογών.
Ο όρος «μετα-αλήθεια» περιγράφει μια συνθήκη κατά την οποία κάποιος μπορεί να συνδυάσει το ψέμα με τη δύναμη (ή δεξιότητα) να το επιβάλει (ή να το χρησιμοποιήσει) ως αλήθεια.
Μέσα από το οικοσύστημα των σόσιαλ μίντια, τον θόρυβο της πληροφορίας, μέσα σε ένα περιβάλλον ορισμένο από επικοινωνιακά επιτελεία και διαφημιστές, πατώντας στο έδαφος της κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, ταυτίζοντας την πολιτική και τη δημοσιογραφία με τη μαζική εξαπάτηση.
Στα προϊόντα της μετα-αλήθειας η αφήγηση διαστρεβλώνει ηθελημένα ώστε να συσκοτίσει την αλήθεια, να απομακρύνει από την πραγματικότητα, ώστε να αποπλανήσει μέσω του ψέματος, της εύκολης συγκίνησης και της μικρο-επιστήμης της επικοινωνίας και του διαδικτύου.
Το ψέμα γίνεται εργαλείο διαμόρφωσης της αλήθειας.
Και επιπλέον η διάβρωση αυτή της πραγματικότητας έχει ως αποτέλεσμα όλες οι ειδήσεις οι οποίες καταγράφονται σε ένα περιβάλλον γενικευμένης μετα-αλήθειας να γίνονται και αυτές όμοιες, να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, να έχουν το ίδιο βάρος και την ίδια σημασία.
Γιατί η μετα-αλήθεια δεν αφορά μόνο τις ψευδείς ειδήσεις. Η ύπαρξή της κάνει μετα-αλήθεια ακόμη και την ίδια την αλήθεια.
Η μετα-αλήθεια είναι μια εναλλακτική Ιστορία όχι στην αφήγηση του παρελθόντος της αλλά στη διαμόρφωσή του.
Είναι η Ιστορία που γεννιέται διαστρεβλωμένη στο παρόν της.
Ολοι μας ζούμε σε μια αφήγηση παράλληλη της πραγματικής, σε ένα μυθιστόρημα της πεντάρας διαμορφωμένο από ασύντακτους συντάκτες και ισχυρούς της ανορθογραφίας.
Το γεγονός πορεύεται σε μια έρημο από καθρέφτες. Και μέσα στις πολλαπλές του αντανακλάσεις ξεχνά την υπόστασή του.
Στην έρημο αυτή προκύπτει και ένα χρέος: Σε μια εποχή αντικατοπτρισμών, είναι καθήκον των ανθρώπων της αφήγησης να διεκδικήσουν και να αναδείξουν την κυριολεξία, την απόδειξη και το γεγονός καθεαυτό.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Αυστηρά χωρίς θέμα



Η ώ­ρα, μια ώ­ρα Πα­ρα­σκευής και ας πού­με 18:26. Το μέιλ μου α­νοι­χτό, η διεύ­θυν­ση της Επο­χής συ­μπλη­ρω­μέ­νη στο ση­μείο της α­πο­στο­λής και το συ­νημ­μέ­νο να εκ­κρε­μεί. Στη θέ­ση αυ­τή κά­θε Πα­ρα­σκευή μπαί­νει το άρ­θρο αυ­τής ε­δώ της στή­λης, ώ­στε να φτά­σει στα γρα­φεία της ε­φη­με­ρί­δας. Μα το άρ­θρο δεν φεύ­γει. Όχι λό­γω τε­χνι­κού προ­βλή­μα­τος, αλ­λά ε­πει­δή το άρ­θρο δεν έ­χει α­κό­μη γρα­φτεί (για την α­κρί­βεια γρά­φε­ται την ώ­ρα αυ­τή που σας μι­λάω. Όχι την ώ­ρα βέ­βαια που δια­βά­ζε­ται αυ­τή τη γραμ­μή, αλ­λά την ώ­ρα που την γρά­φω. Μπέρ­δε­μα. Ας συ­νε­χί­σου­με. Εγώ του­λά­χι­στον. Εσείς μπο­ρεί­τε να στα­μα­τή­σε­τε το άρ­θρο ε­δώ α­πηυ­δι­σμέ­νοι α­πό την αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τά μου. No hard feelings). Γύ­ρω α­πό την ο­θό­νη πε­τα­ρί­ζουν σαν ι­πτά­με­να βλέ­φα­ρα τα θέ­μα­τα της ε­βδο­μά­δας. Το Εurogroup και οι κου­βέ­ντες για το χρέ­ος και ό, τι αυ­τό συ­νε­πά­γε­ται, οι βόμ­βες σε Μά­ντσε­στερ και σε Αθή­να, το τα­ξί­δι του Τρα­μπ στην Ευ­ρώ­πη, τα σκάν­δα­λα του Τρα­μπ στην Αμε­ρι­κή, ο πό­λε­μος στη Συ­ρία, η ε­πί­θε­ση στην Αί­γυ­πτο. Και μα­ζί μια σει­ρά α­πό θέ­μα­τα πιο προ­σω­πι­κά. Βι­βλία και ται­νίες, στί­χοι και α­στο­χίες, δε­σμοί σχέ­σεων και θερ­μο­κρα­σίες, γρα­φές και δια­γρα­φές, εμ­μο­νές και εν­δια­φέ­ρο­ντα. Τί­πο­τα α­πό αυ­τά, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει στη λευ­κή σε­λί­δα. Εί­ναι και αυ­τό μια ε­πι­λο­γή.
Η ε­λευ­θε­ρία που σου δί­νει το να γρά­φεις χω­ρίς θέ­μα εί­ναι εύ­κο­λο να σε ο­δη­γή­σει στην ε­σω­στρέ­φεια (κα­λή ώ­ρα ε­δώ). Να σε κά­νει να γρά­φεις για ό­σα την ί­δια στιγ­μή γρά­φεις, δια­χω­ρί­ζο­ντας τη δια­δρο­μή στο πα­ρόν σε δύο πα­ράλ­λη­λες δια­δρο­μές που μο­νί­μως συ­να­ντιού­νται. Τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει ο τίτ­λος «Αυ­στη­ρά χω­ρίς θέ­μα» (αυ­τός ντε που βρί­σκε­ται λί­γο πιο πά­νω). Μή­πως εί­ναι έ­να τρι­κ, α­πλά και μό­νο για να γρα­φτεί έ­να άρ­θρο; Μή­πως εί­ναι έ­να παι­χνί­δι με τις λέ­ξεις α­φού έ­να άρ­θρο χω­ρίς θέ­μα έ­χει κάλ­λι­στα ως θέ­μα του την έλ­λει­ψη θέ­μα­τος; Μή­πως εί­ναι α­πλά μια συγ­γρα­φι­κή πό­ζα, την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας της α­ξιο­λο­γεί (λαν­θα­σμέ­να) ως ε­ξαι­ρε­τι­κά χα­ρι­τω­μέ­νη και ται­ρια­στή με μια Κυ­ρια­κή πρωί; Η ε­λά­χι­στη κα­χυ­πο­ψία κα­θι­στά ό­λες αυ­τές τις υ­πο­θέ­σεις α­πο­δε­κτές. Αλλά ας μην εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι. Η γρα­φή και η α­νά­γνω­ση για να συ­νο­μι­λή­σουν προϋπο­θέ­τουν μια ε­λά­χι­στη ε­μπι­στο­σύ­νη. Λί­γο σαν κά­ποιος ά­γνω­στος να σε κρα­τά α­πό το χέ­ρι, ε­νώ ε­σύ κρέ­με­σαι πά­νω α­πό τον πιο ρη­χό γκρε­μό (μό­λις 20 ε­κα­το­στά). Κα­νείς δεν θα πά­θει τί­πο­τα α­πό την πτώ­ση, αλ­λά α­πό ε­δώ ψη­λά μπο­ρείς να δεις την Ακρό­πο­λη.
Αυ­τό που θέ­λω να πω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι πως η έλ­λει­ψη θέ­μα­τος το­πο­θε­τεί τη σιω­πή στο ε­πί­κε­ντρο του κει­μέ­νου. Όχι του συ­γκε­κρι­μέ­νου κει­μέ­νου, αλ­λά ό­λων των κει­μέ­νων. Δεν εί­μαι σί­γου­ρος αν έ­χει νό­η­μα να γρά­φεις, αν δεν αμ­φι­σβη­τείς κά­θε τό­σο το σύ­νο­λο των πα­ρα­μέ­τρων γύ­ρω α­πό έ­να κεί­με­νο. Την ι­κα­νό­τη­τά σου στη γρα­φή και την ι­κα­νό­τη­τά σου στην σκέ­ψη και την α­νά­λυ­ση. Το νό­η­μα που μπο­ρεί να έ­χει έ­να άρ­θρο ριγ­μέ­νο σε έ­ναν ω­κε­α­νό ε­πι­κοι­νω­νίας. Την ί­δια την ε­πι­κοι­νω­νία. Όχι για να εκ­μαιεύ­σεις ε­πι­βε­βαίω­ση, αλ­λά για να συ­νε­χί­σεις να γρά­φεις πα­ρό­λα αυ­τά. Αυ­τή εί­ναι η σιω­πή του κει­μέ­νου. Μια σιω­πή που δεν ταυ­τί­ζε­ται με την α­που­σία του (α­φού πά­ντο­τε έ­να άρ­θρο βρί­σκει τον τρό­πο να πα­ρα­γκω­νί­σει το κε­νό και να κα­τα­λά­βει τη θέ­ση σου).
Εί­ναι φο­ρές που οι λέ­ξεις σε μπου­χτί­ζουν. Όχι οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις, αλ­λά το σύ­νο­λο των λέ­ξεων. Και εί­ναι έ­να α­πό τα ε­λά­χι­στα μπου­χτί­σμα­τα που μπο­ρούν να σε ο­δη­γή­σουν στην ο­ντο­λο­γία. Για­τί συ­χνά η ε­πι­κοι­νω­νία μοιά­ζει με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρε­ξή­γη­ση, με έ­να α­τύ­χη­μα που δεν χρεια­ζό­ταν να συμ­βεί, με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρά­με­τρο που α­κό­μα και αν πε­ρι­γρά­φε­ται με α­πο­κλει­στι­κά θε­τι­κούς ό­ρους μπο­ρεί να ι­δω­θεί και σαν κα­τα­δί­κη. «Αρκε­τά ε­πι­κοι­νω­νή­σα­με! Αρκεί με τους ε­πι­κοι­νω­νού­ντες!», γρά­φει ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Valere Novarina «προ­σπα­θούν να μας ε­γκλω­βί­σουν σε έ­ναν ρό­λο ό­που δεν θα εί­μα­στε πα­ρά ε­πι­κοι­νω­νια­κά ζώα, ό­ντα υ­πό το βλέμ­μα των άλ­λων». Και κα­τα­λή­γει: «Πριν ε­πι­κοι­νω­νή­σει, ο άν­θρω­πος ο­φεί­λει να μι­λή­σει α­κό­μα πο­λύ στον ε­αυ­τό του».
«Η γλώσ­σα εί­ναι έ­νας ιός α­πό το διά­στη­μα», έ­γρα­φε κά­που ο Μπά­ροουζ. Οπλι­σμέ­νοι με γλώσ­σα προ­σπα­θού­με να ε­ξη­γή­σου­με το σύ­νο­λο των γύ­ρω φαι­νο­μέ­νων. Για την α­κρί­βεια η γλώσ­σα εί­ναι το μό­νο ερ­γα­λείο που δια­θέ­του­με για να κά­νου­με κά­τι τέ­τοιο. Κι ό­μως το ερ­γα­λείο μας εί­ναι πε­πε­ρα­σμέ­νο, ε­πι­βε­βαιώ­νει συ­νε­χώς τα ό­ριά του, α­πο­γο­η­τεύει συ­νε­χώς τις προσ­δο­κίες μας. Και ό­μως συ­νε­χί­ζου­με, συ­νε­χώς συ­νε­χί­ζου­με να α­πο­τε­λού­μα­στε α­πό λέ­ξεις. Με τρό­πο μά­ταιο και στην ου­σία του τρα­γι­κό.
Συ­νε­χί­ζου­με λοι­πό­ν; Η α­πά­ντη­ση σε ό­λα αυ­τά θα δο­θεί την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή. Όχι σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για αυ­τά. Αλλά σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για ο­τι­δή­πο­τε πέ­ρα α­πό αυ­τά.
Το κεί­με­νο γρά­φτη­κε, το μέιλ φεύ­γει και η σιω­πή εί­ναι το ο­ξυ­γό­νο της γρα­φής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Πράγματα που ξέρω για τα σύννεφα



Του Γιάννη Στίγκα*

Ο Κάρολος Μποντλέρ ρωτά τον Ξένο, στο ομώνυμο πεζοποίημά του, ποιον αγαπάει περισσότερο αυτός ο αινιγματικός άνθρωπος.
Ο Ξένος αρνείται διαδοχικά την αγάπη προς τους γονείς, τους φίλους, την πατρίδα, την ομορφιά και το χρυσάφι.
«-Ε ! λοιπόν, εσύ τι αγαπάς παράξενε ξένε;».
«-Αγαπώ τα σύννεφα…, τα σύννεφα που περνούν…, εκεί πέρα…, τα υπέροχα σύννεφα!»
Η παρουσία των νεφών στην καθημερινότητά μας έχει κάτι το συντριπτικό.
Ομοια με Ζέπελιν κάποιου μακρινού ολοκληρωτισμού εποπτεύουν το σύνολο της εξωτερικής μας δραστηριότητας.
Μονίμως ψιθυρίζουν μια απειλή. Κυρίως όταν μαζευτούν πολλά μαζί, όταν νιώσουν την ασφάλεια του πλήθους να επιβεβαιώνει την εκδικητική τους φύση. Τότε ξεσπούν σε άκριτες καταδίκες.
Φτύνοντας νερό και φωτιά προς οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους.
Η ματαιότητα του να τα βάλεις με τα σύννεφα προσδιόρισε τη σχέση των ανθρώπων μαζί τους ήδη από την πρώτη επαφή τους.
Ο άνθρωπος έμαθε να αγαπά τα σύννεφα ακριβώς γιατί δεν μπορούσε να τα δαμάσει.
Αφού στη συνέχεια εξάντλησε κάθε τι άλλο και κάθε τι άλλο δαμάστηκε, η σχέση μετατοπίστηκε.
Πια τα σύννεφα δεν απειλούν, αλλά περιφέρονται υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο τα όριά του.
Γιατί ακόμα και αν ο παλιός εκείνος φόβος έχει μεταμορφωθεί τώρα σε περιφρόνηση, ή έστω ενόχληση, τα σύννεφα πορεύονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο πάνω από τα κεφάλια μας.
Υπενθυμίζοντάς μας πως αυτά –τα τώρα αγαθά αλλά μέχρι χθες απειλητικά– δεν καταφέραμε να τα δαμάσουμε.
Πιο πολύ περιπλάνηση παρά ταξίδι, πιο πολύ απορία παρά σχήμα, τα σύννεφα συνεχώς μετακινούνται.
Δεν είναι όμως αυτά που αλλάζουν σχήμα. Το βλέμμα του θεατή αλλάζει.
Προβάλλει εκεί επιθυμίες και φόβους, εικόνες και μνήμες. Κάθε φορά το σύννεφο –ακόμα και αν δεν του μοιάζει καθόλου– παίρνει τη μορφή αυτού που το παρατηρεί.
Γι' αυτό άλλωστε και δύο παρατηρητές δεν συμπίπτουν ποτέ στο ίδιο συμπέρασμα για το τι απεικονίζει το όμοιο σύννεφο που απλώνεται μπροστά τους.
Η ρευστότητα των νεφών προσδιορίζει έναν αβέβαιο ορίζοντα. Ετσι το μακρινό γίνεται ταυτόχρονα και ασχημάτιστο, άγνωστο, ξένο.
Τα σύννεφα ορίζουν το φυσικό ως γρίφο, αυτό που μας περιβάλλει και βρισκόταν εδώ πριν από εμάς ως κάτι το άγνωστο, συχνά αδιαπέραστο.
Η φύση στο σύνολό της έχει σχήμα όμοιο με αυτό του σύννεφου.
Απεχθάνεται εξίσου τη γεωμετρία και σχετικοποιεί τη γεωγραφία.
Ακόμα και αν παραμένει σταθερή, ριζωμένη σε δέντρα και σε βουνά εκείνη ταξιδεύει. Και όλο αυτό χάρη στα σύννεφα.
Στην προσπάθειά του να οικειοποιηθεί τη μάζα και τον τρόπο των νεφών, ο άνθρωπος εφηύρε τα φουγάρα, τις εξατμίσεις, τα τσιγάρα.
Και δεν είναι τυχαίο το τίμημα που πληρώνει γι' αυτή τη διατάραξη της ισορροπίας.
Τα δύο πρώτα σοδομίζουνε τη φύση (τη φύση που στο σύνολό της έχει σχήμα όμοιο με αυτό του σύννεφου), το δε κάπνισμα σκοτώνει τους ανθρώπους.
Προσπαθώντας να επιτύχει κάτι πιο ανώδυνο ο άνθρωπος προσπάθησε να εντάξει τα σύννεφα στη γλώσσα μέσα από μια σειρά παρομοιώσεων και μεταφορών.
Αν και κοινότοπη σκέψη η συσχέτιση και η παρομοίωση των νεφών με τα πρόβατα δεν είναι λανθασμένη.
Οχι όμως ως προς το σχήμα ή την ομοιότητα των νεφών με την προβιά του προβάτου.
Αλλά κυρίως επειδή και τα δύο είδη απειλούνται από τα σαγόνια μιας αγέλης που καραδοκεί (ποια η αγέλη που παραφυλάει τα σύννεφα για να τους καταφέρει μια δαγκωματιά δεν θα το ομολογήσω. Η άλλη αγέλη είναι –φυσικά– αυτή των λύκων).
Παλιά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσανε τα σύννεφα για να γεμίζουν μαξιλάρια.
Σύντομα όμως έγινε γνωστό πως πολλοί άνθρωποι ήταν αλλεργικοί.
Ηταν συχνό εκείνοι οι λίγοι άτυχοι να ξυπνήσουν ξαφνικά σε μία πτώση από τα 3.000 μέτρα με τα μάτια τους να ανοίγουνε με μιας ανάμεσα στα σύννεφα.
Αυτά τα λίγα γνωρίζω για τα σύννεφα. Και ένα ακόμη.
Ο ποιητής απ' όσο ξέρω παραμένει –εφόσον εξακολουθήσει να πετυχαίνει τη σωστή λέξη– στεντόρειος ποιμένας των νεφών.

*γραμμένο μετά την ανάγνωση του ποιήματος "Σύννεφα" από το νέο του βιβλίο «Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι»

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Ο Στάθης Ψάλτης και ο θάνατος






Πριν από λίγες μέρες που τριγύριζα τους δρόμους με τον σκύλο μου έπεσα πάνω σε ακόμη ένα κλειστό βιντεοκλάμπ της ευρύτερης περιοχής της Κυψέλης.
Είναι περίεργο αλλά άδεια τα μαγαζιά μοιάζουν μικρότερα. Και τώρα που τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο στη σειρά, κάπως σαν η γειτονιά να μικραίνει, να σφίγγει.
Κι όμως ένα κλειστό βιντεοκλάμπ μάλλον δεν αντιστοιχεί με το κλείσιμο ενός οποιουδήποτε μαγαζιού. Δεν είναι η κρίση που τα ξεριζώνει.
Κάποτε θυμάμαι ήμουν γραμμένος σε 6 βιντεοκλάμπ στην ευρύτερη περιοχή. Το συγκεκριμένο ήταν το τελευταίο που έμενε ανοιχτό.
Νομίζω δεν πρόλαβα τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας. Ημουν αρκετά μικρός καθ' όλη τη διάρκεια των 80's.
Κάπου με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης τα βιντεοκλάμπ άρχισαν να πέφτουν.
Το ίντερνετ, οι γρήγορες συνδέσεις και το εύκολο κατέβασμα τα αποτελείωσαν.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά παρ' όλο που έχω περάσει άπειρες ώρες ψάχνοντας σε ράφια και προθήκες για ταινίες, καμία μελαγχολία δεν προκύπτει για το κλείσιμό τους.
Σε αντίθεση με τα βιβλιοπωλεία και τα δισκάδικα, το βιντεοκλάμπ έμενε μονίμως αποστειρωμένο από ενδιαφέρον (Σιλβέστρο στην οδό Κυψέλης, εξαιρώ εσένα).
Οι υπάλληλοι ήταν συνήθως οι ιδιοκτήτες τους ή παιδιά μικρής ηλικίας που έψαχναν ένα πρόχειρο εισόδημα.
Σπάνια πετύχαινες κουβέντες για ταινίες, ακόμη πιο σπάνια κάποια πρόταση που να αξίζει την προσοχή σου.
Μόνο έψαχνες σε ατελείωτες στοίβες μπας και πετύχεις κάτι να σε ενδιαφέρει.
Ποτέ δεν πετύχαινες το μεράκι (τι απαίσια λέξη, ω θεοί) ή έστω μια στοιχειώδη εξειδίκευση.
Τα βιντεοκλάμπ ήταν πάντοτε λιγότερο χώρος και περισσότερο διάδρομος υπηρεσιών.
Ασχετα με το τι έπαιρνες, δεν νοίκιαζες ταινίες, νοίκιαζες ώρες ψυχαγωγίας. Τα βιντεοκλάμπ, μια νοσταλγία φθαρμένη πριν συμβεί.
Την επόμενη μέρα διάβασα στο διαδίκτυο πως πέθανε ο Στάθης Ψάλτης. Θυμήθηκα πάλι το βιντεοκλάμπ που έκλεισε και μαζί τις πρώτες ενοικιάσεις με τα παιδιά της γειτονιάς.
Και αυτό το σφίξιμο που σου προκαλεί το χιούμορ των τηλεταινιών, η προχειρότητά τους, η οτινάναι αισθητική τους.
Τις ψευδείς νεανικές διαλέκτους τους, τον πούρο ηθικισμό τους, τις μούτες, τις φράσεις-σλόγκαν της δεκάρας, τα ατελείωτα υπονοούμενα.
Την κοινωνία ως ένα άθροισμα στερεοτύπων και κατασκευών (οι νέοι, τα καμάκια, οι ομοφυλόφιλοι, οι μονδέρνες γυναίκες, οι καμικάζι), τον πιο βαθύ συντηρητισμό ειπωμένο ως νεανική μοντερνιά, γραμμένη από αραχνιασμένους βαμπίρ σεναριογράφους.
Η επέλαση και η εμπορική κατοχύρωση της μη ιδεολογίας σε μια εποχή αναζήτησης, μοναξιάς και ριζοσπαστικοποίησης.
Κι όμως η είδηση για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη μού έφερε μια μελαγχολία.
Κάπως όταν μαθαίνεις κάτι κακό για έναν ξάδελφο που δεν κάνατε ποτέ παρέα (και ούτε ήθελες άλλωστε) αλλά τον πέτυχες σε ένα-δυο οικογενειακά τραπέζια, σε κάποιες διακοπές, κάποιες φορές στον δρόμο.
Σαν να κάνεις ζάπινγκ Κυριακή απόγευμα πετυχαίνοντας και πάλι την τηλεταινία που αποφεύγεις μια ζωή.
Και τόσες φορές την απέφυγες που σχεδόν σου έγινε οικεία.
Κι όμως μέσα στην αυτογελοιοποίηση της περσόνας του ο Στάθης Ψάλτης είχε μια αυθεντικότητα και ίσως να μην είμαι ο μόνος που δεν ντρέπεται που γέλασε με ένα απόλυτα χαζό αστείο.
Ο Στάθης Ψάλτης είναι ο χρόνος που περνά τυχαία. Χωρίς να τον εξετάζεις, χωρίς να σε ικανοποιεί, χωρίς να σου προσφέρει ή να του προσφέρεις.
Ενα σκόρπιο βλέμμα, μια άνευρη ρουτίνα, ένα αδιάφορο συναπάντημα στον δρόμο ή στην οθόνη της τηλεόρασης που λίγο μετά θα ξεχάσεις. Τυχαία, χωρίς να μπορείς να πεις αν είναι κούραση ή ξεκούραση.
Ενας χρόνος που απλώνεται ανάμεσα στις στιγμές που ενεργείς, ανάμεσα σε δυο δουλειές ή υποχρεώσεις.
Ενας χρόνος που μέσα στην εποχή της ανεργίας και της κρίσης καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας, επεκτείνεται σαν τα παρατημένα μαγαζιά και τα άδεια βιντεοκλάμπ.
Τώρα πια μαζί του περνά και μια ολόκληρη εποχή. Που ακόμα και αν πολλές φορές θες να την ξεχάσεις, εκείνη συνέβη και μαγκώνει μέσα της και κάτι από σένα.
Οι εποχές ξεφυλλίζουν τον εαυτό τους, τα μαγαζιά κλείνουν, ο χρόνος περνά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Ανατομία κόρης



«Καλοκαίρι στον Κήπο της Εδέμ. Η μαμά λιάζεται σε μια καρέκλα με ξεθωριασμένο πανί. Ξάφνου τη βλέπω να ξεκαρδίζεται σ’ ένα γάργαρο γέλιο. Φέρνει τα γόνατα κοντά στο πρόσωπο για να προστατευτεί. Ο μπαμπάς τη σημαδεύει με το ανοιχτό λάστιχο του ποτίσματος. Ο μπαμπάς ψιχαλίζει τη μαμά».
Μαρία Φακίνου, «Ανατομία κόρης»,
εκδόσεις Αντίποδες, 2017

Ηλικιακές τομές και «τομές μικρής κλίμακας», λόγος αποσπασματικός, σε σύντομα σπαράγματα. Το τραύμα της γέννησης και τα τραύματα του βιώματος. Η «Ανατομία κόρης» έχει τη δομή και την υφή ενός αντίστροφου ημερολογίου. Το βιβλίο δανείζεται την αποσπασματικότητα, την τυχαιότητα και τη μη δεδομένη ροή που έχει ο ημερολογιακός λόγος. Γραμμένο, όμως, σε παρελθοντικούς κυρίως χρόνους, αποκτά την απόχρωση ημερολογίου της ανάμνησης, ροή ενός ταυτόχρονου πλήθους εξομολογήσεων. Μοιάζει σαν κάποιος να έγραφε ξανά και ξανά τις ίδιες σελίδες ημερολογίου. Από την ημερομηνία του βιώματος και της καταγραφής του, να πέρασε στη λογοτεχνική αφαίρεση της διόρθωσης και της γλωσσικής μορφοποίησης, στη συνέχεια, αποστασιοποιημένος λόγω του χρόνου να προχώρησε στο σχολιασμό και τέλος να έδωσε μορφή στο σύνολο επιλέγοντας τα αποσπάσματα.
Μέσα από την επιλεκτική εστίαση της συγγραφέως, την αρχιτεκτονημένη παράθεσή τους και την ελλειπτικότητα στους χαρακτήρες, τα γεγονότα και τις αφηγήσεις το βιβλίο αποκτά μια υφή σχεδόν ονειρική. Και όταν μιλούμε για όνειρα, δεν εννοούμε φυσικά εύκολες καταστάσεις χωρίς κανόνες. Εννοούμε συνθήκες που μπορεί να είναι συχνά σκληρές, αν και αφηρημένες, γεγονότα που δεν είμαστε σίγουροι για το εάν έχουν όντως συμβεί ή κατοικούν στο κείμενο ως εγκιβωτισμοί συναισθημάτων και ασυνειδήτου, πρόσωπα αποσπασματικά και αφηρημένα, πιο πολύ αισθήσεις πάνω στο σώμα και τη γλώσσα του ονείρου, παρά άνθρωποι.
Φιλτραρισμένη μέσα από αυτό τον τρόπο αφήγησης, μας παρατίθεται η ιστορία: Ένα κορίτσι μεγαλώνει κάπου στη δεκαετία του ΄80 στην Ελλάδα. Γύρω της ο μικρόκοσμός της, ο πατέρας, η μάνα και ο αδερφός της. Και μαζί η σταδιακή συνείδηση του σώματος, η σχέση της με το φύλο και τους φίλους , η ταυτότητα όπως σταδιακά δομείται και αποδομείται μέσα από τη συγγραφική ανατομία. Μέσα στη ροή του βιβλίου περνούμε από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, από την υπόγεια σύγκρουση στη συμφιλίωση, από την καταγραφή των εμπειριών μαθητείας στην αξιολόγηση και στην ονειρική τακτοποίησή τους.

Το νέο βιβλίο της Μαρίας Φακίνου κουβαλά πολλά από τα χαρακτηριστικά του προηγούμενου βιβλίου της, της «Αρχής του κακού». Η αφαίρεση στα πρόσωπα και τα μέρη, η ακρίβεια και η απλότητα της αφήγησης, το παράλογο και το ξαφνικό συναντιούνται και στα δύο βιβλία. Η σκληρότητα υπάρχει και εδώ, αλλά είναι μια σκληρότητα απογυμνωμένη από το κοινωνικό, μια σκληρότητα της παιδικής ηλικίας. Στις αφηγήσεις συνήθως η παιδικότητα ταυτίζεται με την αθωότητα, γι΄ αυτό βιβλία που παρουσιάζουν παιδικούς χαρακτήρες αφιλτράριστους από την ηθική των μεγάλων, μας ξενίζουν. Στην πραγματικότητα, όμως, πετώντας με τον πιο καταφατικό τρόπο τον μανδύα της πιο χαζοχαρούμενης ηθικολογίας κερδίζουν –μέσω της ειλικρίνειάς τους- την προσοχή και την ταύτισή μας. Η παιδική ηλικία δεν είναι μόνο ανεμελιά, είναι και πεδίο μάχης, ένα πεδίο που μονίμως βαθαίνει, μέχρι να αποκρυσταλωθεί ως χαρακτήρας. Η ταυτόχρονη παρουσία μιας συχνά απλής παιδικής γλώσσας και μαζί αρχετύπων, όπως ο λύκος, ο κήπος της Εδέμ κτλ, σε συνδυασμό με εικόνες βίας και κυρίως σεξουαλικής αφύπνισης, δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που στην προσέγγισή του –αν αποφασίσουμε και εμείς να είμαστε ειλικρινείς- είναι τελικά οικείο.
Η ανατομία κόρης μοιάζει με την παράθεση ενός παρελθόντος από ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο. Από τη στιγμή, όμως, που αγνοούμε (σχεδόν εξ ολοκλήρου) τα χαρακτηριστικά αυτού του προσώπου στο παρόν, η αφήγηση της κόρης ανοίγει. Γίνεται μια εκδοχή της παιδικής ηλικίας ένα σπάραγμα κοινό και ατόφιο. Και αυτό το σημείο όπου όλοι συναντιόμαστε, αυτό το άβολο και ταυτόχρονα ειλικρινές σημείο, είναι κατά την άποψή μου το σημαντικότερο επίτευγμα του βιβλίου.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Το θέατρο της σφαγής


Στις δύο ταινίες του, The act of killing και The look of silence, ο κινηματογραφιστής Τζόσουα Οπενχάιμερ εξετάζει τα γεγονότα γύρω από τη σφαγή των κομμουνιστών στην Ινδονησία το 1965-66. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων που έριξαν από την εξουσία τον πρόεδρο Σουκάρνο εκτελέστηκαν περίπου 1.000.000 κομουνιστές (κάποιοι κάνουν λόγο για δύο ή ακόμη και τρία εκατομμύρια). Στα δύο αυτά ντοκιμαντέρ ο Οπενχάιμερ εξετάζει τους βασανιστές και τα θύματα της σφαγής. Βάζει μια κάμερα μπροστά στους δημίους και τους ζητά να αφηγηθούν τις πράξεις τους. Οι δήμιοι χαμογελούν. Δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να περιγράψουν, σχεδόν αναπολούν νοσταλγικά τις εποχές εκείνες, μοιράζονται μαζί μας τις εμπειρίες τους όπως κάποιος μεσήλικας θα περιέγραφε κάποιες διακοπές της νεότητάς του. Οι δήμιοι μας ενημερώνουν για τους τρόπους βασανισμού, για τα ευρήματα που τους βοήθησαν να σκοτώσουν με μεγαλύτερη άνεση, για την εμπειρία του να έχεις σκοτώσει πάνω από 1000 άτομα μόνος σου. «Πρέπει να πίνεις ανθρώπινο αίμα αν δεν θες να τρελαθείς» μας ενημερώνει ένας γερασμένος δολοφόνος. «το τι είναι νόμιμο το ορίζει πάντοτε ο νικητής. Και εγώ είμαι νικητής. Άρα είμαι και νόμιμος. Γάμα τη συνθήκη της Γενεύης. Εγώ  σου υπογράφω τη συνθήκη της Τζακάρτα». Οι βασανιστές μέχρι και σήμερα είναι ήρωες στη χώρα τους. Βγαίνουν σε τηλεοπτικές εκπομπές γίνονται δεκτοί από υπουργούς και στελέχη της πολιτικής ηγεσίας. Οι παραστρατιωτικές οργανώσεις που έδρασαν στην εποχή της αναταραχής είναι ακόμη ενεργές, έχουν ημικρατικό χαρακτήρα και ορίζονται σχεδόν ως θεσμοί στην Ινδονησία.
Ο Οπενχάιμερ καταφέρνει να αποτυπώσει το αισθητικό γκροτέσκο που αντιστοιχεί στον ηθικό σχετικισμό που δημιούργησε τη σφαγή στην Ινδονησία. Μέσα από τις δύο ταινίες του καταφέρνει χωρίς ίχνος ηθικολογίας να μας μεταδώσει το βάρος των γεγονότων μιας μακρινής εποχής σε μια μακρινή ήπειρο. Και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί για όλους μας είναι το εξής: Γιατί μας αφορούν αυτά τα γεγονότα που συνέβησαν κάπου παλιά και κάπου μακριά; Οι ταινίες είναι αφορμές (και αφορμή αυτού του άρθρου) για να αποτυπωθεί μια ανθρώπινη συμπεριφορά πολύ πέρα από τα όρια του ανθρώπινου. Το πώς άνθρωποι και κοινωνίες διαμορφώθηκαν μέσα από το θέατρο της σφαγής.
Και τελικά απαντώντας στην πρώτη ερώτηση φτάνουμε στο έσχατο, στο αμείλικτο ερώτημα: πως μια κοινωνία μετατρέπεται στην κοινωνία που απεικονίζει ο Οπενχάιμερ; Ποια είναι η απόσταση της δικής μας κοινωνία (και επίσης της κάθε κοινωνίας) από αυτή την κατάληξη; Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο –και ταυτόχρονα πιο προβληματικό- από το να ηθικολογήσεις βλέποντας τους ήρωες της ταινίας. Να τους ονομάσεις ανθρωπόμορφα τέρατα, αποβράσματα, κλινικές περιπτώσεις. Αυτό που έχει σημασία– και αποτελεί ταυτόχρονα αρχή προς κάθε μελλοντική αποφυγή- είναι να περιγράψεις με ειλικρίνεια τις συνθήκες που δημιούργησαν και διαμόρφωσαν τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Ο δρόμος του εκφασισμού και της αναβάθμισης του πολιτικού ρόλου των λούμπεν εγκληματικών συμμοριών είναι κάτι που πρέπει να φοβίζει και να ανησυχεί κάθε κοινωνία, ιδιαίτερα σε μεταιχμιακούς καιρούς σαν αυτούς που ζούμε. Γιατί πολλές φορές η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα αλλά ως μια προπαίδεια της σφαγής και του εγκλήματος.  Η Ινδονησία του χθες δεν ανήκει στο παρελθόν, ανήκει στο ενδεχόμενο μέλλον του κάθε φόβου μας.
Κάθε στιγμή κάπου στον κόσμο η ίδια η ανθρωπότητα δικάζεται. Στη μορφή ενός δικαστή, ενός δολοφόνου, ενός ήρωα. Συνήθως δεν μαθαίνουμε ποτέ τα γεγονότα, την έκβασή τους, τις λεπτομέρειές τους. Και όμως το αποτέλεσμα αυτής της καθημερινής δίκης μας επηρεάζει όλους, διαμορφώνει και το δικό μας γίγνεσθαι κάπου μακριά και συσσωρεύει τα ανθρώπινα φορτία που κρίνουν το παρόν μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Η πληγή και η μνήμη


Ο τριαντάχρονος Φερνάν Ιβτόν εκτελείται από τη γαλλική κυβέρνηση. Βρισκόμαστε στην Αλγερία του 1956. Ο Ιβτόν τοποθετεί μια βόμβα στο εργοστάσιο που δουλεύει με στόχο η βόμβα να μην σκοτώσει κανέναν, αλλά η έκρηξή της να λειτουργήσει συμβολικά υπέρ του αγώνα των αλγερινών για ανεξαρτησία. Η βόμβα δεν σκάει, ο Ιβτόν συλλαμβάνεται ανακρίνεται και οδηγείται στην εκτέλεση. Αριστερός, εργάτης ο Ιβτόν υπήρξε ο μόνος Pied-Noir (μαυροπόδαρος, δηλαδή χριστιανικής ή εβραϊκής καταγωγής κάτοικος της γαλλικής Αλγερίας) οπαδός του FLN που εκτελέστηκε από τις γαλλικές αρχές.
Γαλλία 2016. Ο Τζοζέφ Αντράς (γεννημένος το 1984) αρνείται το βραβείο Γκονγκούρ για τον καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Το βιβλίο του με τίτλο «Για τα πληγωμένα μας αδέρφια» αφηγείται την υπόθεση Ιβτόν. Την τοποθέτηση της βόμβας, τη σύλληψη και τον βασανισμό του, το δρόμο προς την εκτέλεση. Και μαζί τη ζωή του, τη σχέση του με τη γυναίκα του, όλα όσα έχασε από μια παράλογη, εγκληματική και εκδικητική δικαστική απόφαση.

Το «Για τα πληγωμένα μας αδέρφια» είναι ένα επείγον βιβλίο. Όχι μόνο λόγω της έντασης και της ορμής της γραφής του, όχι μόνο για τον τρόπο της εξιστόρησης και για τους όρους με τους οποίους πολιτικοποιεί το συναίσθημά σου, όταν βλέπεις πως ένας άντρας –και μαζί μνήμες, σχέσεις, όνειρα και ιδανικά- οδηγείται στον τάφο για να χορτάσει η δίψα των έξαλλων αποικιοκρατών. Αλλά κυρίως για τις επιλογές του ίδιου του βιβλίου.
Για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος από έναν νέο Γάλλο, ο οποίος δεν έζησε την αιματηρή υπόθεση της Αλγερίας. Για την επιλογή να βγάλει την ιστορία αυτή το 2016 εν μέσω ανόδου του ρατσισμού, κανονικοποίησης της ξενοφοβίας και της ισλαμοφοβίας. Γιατί η ίδια η υπόθεση Ιβτόν αποδεικνύει πως κανένας δεν ήταν αθώος σε σχέση με το παρελθόν της Γαλλίας. Γιατί ο Ιβτόν εκτελέστηκε από «προοδευτική» κυβέρνηση και μάλιστα ο υπουργός Δικαιοσύνης που υπέγραψε την εκτέλεσή του ήταν ο Φρανσουά Μιτεράν.
Το βιβλίο μάλιστα ξεκινά με ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Φρανσουά Μιτεράν και ο πόλεμος της Αλγερίας» των Στόρα και Μαλί. Το απόσπασμα μας ενημερώνει: « ο Ιβτόν παραμένει κάτι σαν καταραμένο όνομα.[..] Είναι να αναρωτιέσαι πώς μπόρεσε να το κάνει ο Μιτεράν. Πρέπει να είπα το όνομά του [του Ιβτον] δύο ή τρεις φορές μπροστά του, και πάντα του προκαλούσε τρομερή δυσφορία, που μετατρεπόταν σε ρέψιμο. […] Η κρατική σκοπιμότητα είναι αχώνευτο πράγμα.»

Ο Αντράς δεν προσπαθεί να κουνήσει ηθικά δάκτυλα μπροστά στο πρόσωπό μας. Δεν πέφτει σε εύκολα άλματα αιτίου- αιτιατού σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση στη Γαλλία. Δεν ηθικολογεί. Η μόνη ηθική είναι η ένταση της γραφής τους, ο τρόπος με τον οποίο τα γεγονότα γίνονται λέξεις, ο τρόπος με τον οποίο μια απλή ζωή, κεντρισμένη μοναχά από το αίσθημα του δικαίου, τσαλακώνεται και πετιέται στα άχρηστα. Το βάρος της ζωής και των γεγονότων τοποθετείται με την τεχνική του μοντάζ απέναντι στην ελαφρότητα και την ευκολία της καταδικαστικής απόφασης.
Τα γεγονότα καταγράφονται όπως συνέβησαν με την ένταση και τον παλμό του αυτόπτη μάρτυρα. Όχι ως παράθεση ντοκουμέντων αλλά ως ένα ρεπορτάζ συναισθημάτων, ως μια φλούδα πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας πολύ βολικής να ξεχαστεί ή να θαφτεί.
Η ταύτισή σου με το θύμα του γαλλικού κράτους γίνεται πολιτικό επιχείρημα. Για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Και εκείνο το «μας» και το «αδέλφια» πολιτική δήλωση που ξεπερνά σε σημασία τον οποιοδήποτε εύκολο συναισθηματισμό, ξεσκεπάζει την υποκρισία της Γαλλίας και της Ευρώπης και μιλά με όρους ξεκάθαρους πολύ περισσότερο για το τώρα παρά για το τότε.
Ο Τζοζέφ Αντράς γίνεται η φωνή της συνείδησης της Γαλλίας. Μιας Γαλλίας πληγωμένης από το παρελθόν και το παρόν τους όπου οι σκελετοί βγήκαν από τις ντουλάπες και χορεύουν στους δρόμους. Με τη στάση του και το παράδειγμά του καταφέρνει όμως πολλά περισσότερα. Σε μια Γαλλία που το πρότυπο του διανοούμενου κοκοβιού τηλεπερσόνας (τύπου Ανρί Λεβί) κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στν δημόσιο χώρο, περιπτώσεις σαν αυτές του Αντράς σώζουν τη θέση του διανοουμένου και του καλλιτέχνη στις σύγχρονες κοινωνίες. Μια θέση που αποδεικνύει πως η λέξη μπορεί να είναι μια υπόθεση επείγουσα όσο και η πράξη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Όλοι οι ξεριζωμένοι





Οι πλη­γές τα­ξι­δεύουν. Με­τα­δί­δο­νται α­πό γε­νιά σε γε­νιά, α­πλώ­νο­νται σαν βρα­δυ­φλε­γής ε­πι­δη­μία, χω­ρίς γνώ­ση της ύ­παρ­ξής τους, χω­ρίς να α­φή­νουν ση­μά­δια πί­σω. Κα­τοι­κούν μέ­σα μας σιω­πη­λές. Χω­ρίς να κραυ­γά­ζουν, χω­ρίς έ­στω να α­να­δεύο­νται. Τραύ­μα­τα συλ­λο­γι­κά, ε­μπει­ρίες ε­νός αιώ­να, τραύ­μα­τα πε­ρα­σμέ­να σε μια λή­θη που υ­πό­γεια υ­πεν­θυ­μί­ζουν πιο έ­ντο­να και α­πό μνή­μη.
Το ε­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­γρά­φει: «Ο Δρ. Χέν­ρυ Σέλ­γουιν, πρό­σφυ­γας α­πό τη Λι­θουα­νία, φτά­νει το 1899 στο Λον­δί­νο, ό­που χτί­ζει μια λα­μπρή κα­ριέ­ρα ως χει­ρουρ­γός, αλ­λά ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός, α­πο­μο­νώ­νε­ται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον κό­σμο, ο Πά­ουλ Μπε­ράι­τε­ρ, δη­μο­δι­δά­σκα­λος σε μια γερ­μα­νι­κή κω­μό­πο­λη, χά­νει τη θέ­ση του και την α­γα­πη­μέ­νη του υ­πό το να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς, ο Άμπροζ Άντελ­βα­ρ, με­τα­νά­στης των αρ­χών του 20ου αιώ­να στη Νέα Υόρ­κη, γί­νε­ται μπάτ­λερ στο σπί­τι ε­νός ε­βραίου τρα­πε­ζί­τη και ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό τη μο­να­δι­κή του ε­πί­σκε­ψη στη με­τα­πο­λε­μι­κή Γερ­μα­νία ει­σέρ­χε­ται σε ψυ­χια­τρι­κό ί­δρυ­μα και, τέ­λος, ο ζω­γρά­φος Μάξ Φέρ­μπε­ρ, που έ­χει φυ­γα­δευ­τεί το 1939 στην Αγγλία και ό­λο του το καλ­λι­τε­χνι­κό έρ­γο εί­ναι μια διαρ­κής πά­λη με τον ό­λε­θρο.»
Κα­λω­σήρ­θα­τε στον κό­σμο των «Ξε­ρι­ζω­μέ­νων». Κα­λω­σήρ­θα­τε στον κό­σμο του W.G. Sebald. Ο συγ­γρα­φέ­ας μάς κα­τα­θέ­τει τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, τέσ­σε­ρις υ­πο­θέ­σεις που δεν συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους. Κι ό­μως, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κε­ντρι­κό θέ­μα του βι­βλίου εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τή η αό­ρα­τη σύν­δε­ση των αν­θρώ­πων και των ι­στο­ριών. Ο συγ­γρα­φέ­ας κοι­τά σιω­πη­λός κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια. Σχε­δόν δεν πράτ­τει, υ­φί­στα­ται σε μια ε­νερ­γη­τι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα. Πα­ρα­τη­ρεί, α­κούει, κα­τα­γρά­φει. Ψά­χνει τις ι­στο­ρίες των τεσ­σά­ρων προ­σώ­πων. Χω­ρίς πο­τέ να μας λέει το για­τί, χω­ρίς πο­τέ να ε­ξη­γεί ή να α­πο­λο­γεί­ται. Η πλη­γή τους εί­ναι αυ­τό που δί­νει ε­νό­τη­τα. Η πλη­γή α­πό το διωγ­μό, το ξε­ρί­ζω­μα και την α­πώ­λεια. Και ταυ­τό­χρο­να η δρά­ση που δεν ει­πώ­νε­ται αλ­λά υ­πάρ­χει πα­ντού μπρο­στά στα μά­τια μας. Η συγ­γρα­φή του βι­βλίου α­πό τον Sebald. Δεν μα­θαί­νου­με πο­τέ για ποιον λό­γο ο ί­διος ψά­χνει, κα­τα­γρά­φει και με­τα­δί­δει τη ζωή των αν­θρώ­πων αυ­τών. Σαν η πραγ­μα­τι­κή ση­μα­σία να κρύ­βε­ται στη σιω­πή. Αυ­το­νό­η­τη και ταυ­τό­χρο­να α­διό­ρα­τη.

Δεν έ­χω δια­βά­σει πο­τέ μου βι­βλίο ό­που το συλ­λο­γι­κό και το α­το­μι­κό να υ­πάρ­χουν τό­σο αρ­μο­νι­κά. Ο ί­διος ο ρό­λος του αό­ρα­του συγ­γρα­φέα, αλ­λά και της δια­χεί­ρι­σης του ρό­λου του εί­ναι το βα­σι­κό ερ­γα­λείο που ο­ρί­ζει τη δο­σο­λο­γία. Από την μία η πα­ρου­σία του, ο ρό­λος του μάρ­τυ­ρα-κα­τα­γρα­φέα δί­νει στις ι­στο­ρίες την αί­σθη­ση του πραγ­μα­τι­κού, του ντο­κου­μέ­ντου. Της συμ­με­το­χής ε­νός ή­ρωα στο πα­γκό­σμιο βίω­μα. Η μη δια­τυ­πω­μέ­νη α­γω­νία του συγ­γρα­φέα πε­ρι­γρά­φει έ­να α­το­μι­κό βίω­μα. Ταυ­τό­χρο­να ό­μως —μέ­σα α­πό την έλ­λει­ψη συ­γκε­κρι­μέ­νων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών του προ­σώ­που που α­φη­γεί­ται— συν­δέει τις ι­στο­ρίες μ’ ε­μάς. Με τον τρό­πο του ο Sebald κα­τα­φέρ­νει κά­τι μο­να­δι­κό. Όχι να μας κά­νει να μά­θου­με ή να δια­βά­σου­με μια ι­στο­ρία. Κα­τα­φέρ­νει να μας κά­νει να συμ­με­τέ­χου­με στον ι­στο­ρι­κό χρό­νο. Να α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την πλη­γή και τον ξε­ρι­ζω­μό. Τον αν­θρώ­πι­νο μόχ­θο ως στοι­χείο συ­γκρό­τη­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τάς μας.
Οι «Ξε­ρι­ζω­μέ­νοι» (εκ­δό­σεις Άγρα, με­τά­φρα­ση Γιάν­νη Κα­λι­φα­τί­δη) α­πο­τε­λούν έ­να υ­βρί­διο προ­σω­πι­κής μαρ­τυ­ρίας, τα­ξι­διω­τι­κού, ι­στο­ρι­κής κα­τα­γρα­φής, μυ­θο­πλα­σίας. Χω­ρίς ε­ξάρ­σεις, χω­ρίς κο­ρυ­φώ­σεις κου­βα­λούν την η­ρε­μία που έ­χουν οι στιγ­μές με­τά τον κα­τα­κλυ­σμό. Σαν οι στιγ­μές, ό­μως, να κου­βα­λούν ό­λη τη ση­μα­σία και το μέ­γε­θος του κα­τα­κλυ­σμού που προ­η­γή­θη­κε. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, το βι­βλίο μάς μα­θαί­νει τον τρό­πο με τον ο­ποίο συ­νο­μι­λού­με με την ι­στο­ρία, με το χρό­νο, με την πλη­γή.
Για­τί οι πλη­γές εί­μα­στε ε­μείς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Ποια είναι η μνήμη που χάνουμε στην καταγραφή ;


«Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο»
(Τάσος Λειβαδίτης)

«Σιχαίνομαι τις φωτογραφικές μηχανές. Θέλω να θυμάμαι τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο, προτιμώ να θυμάμαι τα γεγονότα όχι υποχρεωτικά με τον τρόπο που συνέβησαν». Κάπως έτσι περιγράφει την σχέση του με τη μνήμη ο πρωταγωνιστής της «Χαμένης λεωφόρου», της ταινίας του David Lynch. Η μνήμη αυτή συγκεχυμένη και ταυτόχρονα ορατή διαμορφώνει την ιστορία που εξελίσσεται μπροστά μας στη συνέχεια της ταινίας. Ο πρωταγωνιστής είναι κάποιος άλλος, η ιστορία είναι μια άλλη ιστορία κι όμως ο ιδιοκτήτης της μνήμης είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Το να «θυμόμαστε τα πράγματα με τον δικό μας τρόπο», το να παρεμβαίνουμε, δηλαδή, στο παρελθόν έχει ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το παρόν, το πρόσωπο, τα όρια ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Το παρελθόν χύνεται μέσα στο μέλλον και όλα συμβαίνουν σε έναν χρόνο ταυτόσημο με τον χρόνο του ονείρου.
«Είναι πράγματα που θυμάμαι και που μπορεί να μην έγιναν ποτέ, καθώς όμως τα ξαναφέρνω στη μνήμη μου συμβαίνουν», λέει η Άννα, η πρωταγωνίστρια στους «Παλιούς καιρούς», το θεατρικό έργο του Χάρολντ Πίντερ. Η μνήμη μέσα στην ρευστότητά της παύει να λειτουργεί ως ντοκουμέντο, ως αποδεικτικό στοιχείο. Η ρευστότητα της επιβάλει κίνηση, μεταμόρφωση. Η μνήμη γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης, ένα τερέν όπου το παρόν παίζει τον εαυτό του με κίνδυνο να συντριβεί. Δύο άνθρωποι έρχονται σε αντιπαράθεση παλεύοντας να δώσουν σχήμα σε ένα παρελθόν, το οποίο με τη σειρά του θα δώσει σχήμα στο παρόν τους. Γιατί κανένα παρελθόν δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι ιστορία, δεν είναι καταγραφή. Το παρελθόν είναι η πορεία των ανθρώπων που εκβάλει κάθε στιγμή στο παρόν τους. Και όπως ο άνεμος που περνάει μέσα από κορμούς και κλαδιά δίνοντας στο δέντρο σχήμα, έτσι και η ατελείωτη ροή του παρελθόντος προς τη στιγμή που είναι τώρα και πάλι τώρα, δίνει σχήμα στο παρόν μας.
Και, όμως, αν δούμε όλο τον πολιτισμό από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από καταγραφές, από μνημεία μνήμης λαξευμένα σαν κυματοθράυστες του χρόνου. Ως μια αντίσταση στη λήθη, μάταιη και ταυτόχρονα θριαμβική στις πιο ευτυχείς εξάρσεις της. Εδώ στην Αθήνα ολόκληρη η πόλη θυμάται ταυτόχρονα. Παρελθόντα μακρινά που φυτρώνουν κολώνες μέσα από την άσφαλτο, χόρτα βυζαντινά να πνίγουν τα σύγχρονα πεζοδρόμια, συνθήματα στους τοίχους που βάφτηκαν και ξεβάφτηκαν. Στοιβαγμένες στρώσεις από διαφορετικά θυμάμαι σε μια πόλη καταδικασμένη σε ένα μόνιμο παρόν του παρελθόντος της.

Πόσο εύκολο είναι πια να ξεχάσουμε; Τι μας περισσεύει ενώ γύρω όλα καταγράφονται, ενώ όλα μπαίνουν σε φωτογραφίες κονσέρβες ανίκανες να σταθούν ως τεκμήρια αφού μέσα στον μεγάλο αριθμό και το θόρυβο η αναφορά τους χάνεται; Τι μένει πια να θυμηθείς, όταν κάθε τι καταγράφεται με άγχος, με ταχύτητα, ορισμένο από το καθήκον να εκτεθεί και στη συνέχεια το καθήκον να ξεχαστεί μέσα σε μια βιαστική καταλογράφηση;
Ζούμε στις ψηφιακές χωματερές της μνήμης. Εδώ όπου το βίωμα παίρνει υπόσταση μόνο από την απόδειξη του βιώματος. Κάθε πράξη μας μας προτρέπει να την παραδεχτούμε, αφού μια φωτογραφία κινητού συνηγορεί ως απόδειξη. Απαιτούμε από την πραγματικότητα φωτογένεια, συνεχώς απαιτούμε πόζες από τα τοπία, πόζες στριμωγμένες που δεν αφήνουν χώρο στην ανάσα, τον παλμό και τελικά την μνήμη. Η ρευστότητα του παρελθόντος περνάει στο παρόν. Βιώνουμε συγκεχυμένα, ώστε να καταφέρουμε να θυμηθούμε με ακρίβεια μέσα από μια φωτογραφία, ένα βίντεο πρόχειρο κοινοποιημένο στους αγνώστους.
Και, όμως, το παρελθόν συνεχίζει να τρέχει ρευστό κατά πάνω μας. Μας επιβάλει να ξεχνούμε. Με νέους τρόπους, με νέα δεκανίκια.
Σχεδόν τυφλοί περπατούμε το πλήθος της μνήμης. Ακόμα και σήμερα που χρειαζόμαστε χάρτες και πυξίδες για να χαθούμε μέσα της. Σήμερα το να ξεχνάς μοιάζει ο μόνος τρόπος για να καταφέρεις κάποια στιγμή να θυμηθείς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Quelle «Decadence»!


«Το Club Decadence επιστρέφει. Χωρίς τίτλους, όπως ιστορικό ή θρυλικό. Με ανασηκωμένα πουκάμισα ως ένα νέο κλαμπάκι, μπαράκι ή μπαρόκλαμπο (…)
Η πρώτη μας κίνηση είναι η επανακυκλοφορία των Decadence Times -ίσως και στα περίπτερα- με νέα διάθεση και πλάνα και η δημιουργία ιντερνετικού ραδιοσταθμού -που ήταν άλλωστε βασικός μας στόχος από το …1990!
Το De μαζί με τις πρώτες βραδιές ποίησης- σκηνοθετημένες από τον Στέλιο Λύτρα- για τον Μίλτο Σαχτούρη, Κική Δημουλά κ.α. εγκαινίασε το πρώτο -πρωτοποριακό για την εποχή του- bar theater, όπως και την Γκαλερί Decadence- βασικά για νέους καλλιτέχνες.
Η μουσική σκηνή του έκανε ελάχιστα live -σε κατανυκτική ατμόσφαιρα για νέα σχήματα, όπως οι Bocobolech, οι Ίρις, οι Gad, oι Mary and the Boy κ.α. ή το ελληνικό σχήμα των Mecano με τον Dirk Polak.
Δεν θα μιλήσουμε για το Cine Decadence, το πιο μικρό σινεμά του κόσμου- με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα προβολών -με …ψαρόσουπα! (…)
Όσοι θέλετε να συμμετέχετε στη νέα -εξ αρχής- πορεία, καταταγείτε. Δηλώστε συμμετοχή και προτάσεις στο decaclub@gmail.com
Aποκλείονται οι ξενέρωτοι, οι κρυόκωλοι, οι δήθεν, οι «καθώς πρέπει» και πάνω από όλα ο προαιώνιος εχθρός μας. Οι Φιρφιρίκοι!
Δεν ήρθαμε να ενώσουμε τον λαό, αλλά να τον διχάσουμε, χτυπώντας ανελέητα τον καθωσπρεπισμό, την παρακμή και τη βλακεία -όταν παίρνει την μορφή τέχνης (…)».
Ο τροπικός του οικείου
Με την ανακοίνωση αυτή μάθαμε -μέσω Facebook- πως το Decadence επιστρέφει κάπου εκεί στο Στρέφη, στη γωνία Βουλγαροκτόνου και Πουλχερίας, κάπου στο σβέρκο του λόφου. Χτισμένο λοξά στην ανηφόρα, κέντρο και ταυτόχρονα απόκεντρο, διατηρώντας τη συνομιλία του με την υπόλοιπη περιοχή, συντηρώντας ταυτόχρονα την απόστασή του απ όλα τα άλλα μαγαζιά. Έτσι φύτρωσε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 το κλαμπ, για να μεταμορφωθεί ξανά και ξανά στο ίδιο κλαμπ, να αλλάξει μορφές για να παραμείνει σταθερό. Ο χώρος ήταν το παλιό σπίτι του χουντικού αντιβασιλέα Ζωιτάκη και πώς σκέφτομαι πόσο ξεχωριστή απόλαυση σου δίνει να μεθάς και να χορεύεις, να φλερτάρεις ή απλά να χάνεις το χρόνο σου φωναχτά μέσα στο σαλόνι ενός πρώην χουντικού αντιβασιλέα.
Μιλώντας για το decadence πρέπει καταρχήν να προσδιορίσεις σε πια περίοδο πήγαινες, μιας και το μαγαζί άλλαξε πολλές φορές χέρια, διανύοντας το χρόνο, όμοιο, αλλά ταυτόχρονα διαφορετικό, ταξιδεύοντας σταθερό σε εμπειρίες θαμώνων, σε ατελείωτες νύχτες, σε μισογεμάτα ποτήρια. Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 λοιπόν…
Υπάρχουν πολλά στοιχεία που μπορεί κάποιος να παραθέσει. Ανεκδοτολογικές μαρτυρίες, θρυλικών μορφών της αθηναϊκής νύχτας, επώνυμους θαμώνες ελληνικής και ξένης κοπής, στοιχεία, τεκμήρια, παραθέματα. Αλλά εδώ δεν είναι αφιέρωμα free-press. Εδώ μιλάμε για εμάς. Για έναν πληθυντικό που συστέγασε τον ενικό του στο συγκεκριμένο μαγαζί, ζητώντας μονίμως να αλλάξει αριθμό. Για μια ηλικία που το είδος της μουσικής που άκουγες ήταν αρκετό για να πιάσεις φιλίες, να κοινωνικοποιηθείς και να ανήκεις. Γιατί πέρα από τη μυθολογία ενός χώρου, πέρα από τις ιστορίες των άλλων για αυτόν, αυτό που τελικά μένει, είναι τι αφήνεις εσύ εκεί (άρα και τι περιμένεις να ξανασυναντήσεις τώρα που ανοίγει). Υπήρξε μια περίοδος που για πολλούς από εμάς το Decadence υπήρξε ο τροπικός του οικείου, η γραμμή αυτή πάνω στο χάρτη που διανύεις για να βρεθείς σε πιο ενήλικους τρόπους. Διασκέδασης, κοινωνικοποίησης, ζωής. Για τη δική μου παρέα ήταν η πρώτη επίσημη έξοδος κάποια στιγμή σε κάποια από τις τελευταίες σχολικές χρονιές. Και μαζί κάποια πρωτοχρονιά, μια-δυο φορές που έφαγες πόρτα γιατί δεν είχες να πληρώσεις, κάποιες φορές που το βρήκες άδειο ή φίσκα, μια άλλη φορά που πέρασες όλη τη βραδιά στα σκαλάκια έξω συζητώντας, η πρώτη επαφή μιας σχέσης, ένα κορίτσι που δεν έμαθες ποτέ πώς το λένε, αλλά θυμάσαι ακόμη την όψη του. Γιατί ένα μέρος πρέπει να είναι ξεχωριστό για να σε κάνει να αισθανθείς ξεχωριστός. Έστω για λίγο.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Στε­ρεό­τυ­πα, κα­φρί­λες και ευ­ρω­παϊκό κε­κτη­μέ­νο



«Ας γί­νει κα­τα­νο­η­τό: Η α­νά­λη­ψη θέ­σεων “ι­σχύος” στο Eurogroup και στην τρόι­κα προϋπο­θέ­τει χα­μη­λό ε­πί­πε­δο ή­θους και τε­χνο­γνω­σίας», σχο­λία­σε ο Γιάν­νης Βα­ρου­φά­κης. «Ανα­ρω­τιέ­μαι πραγ­μα­τι­κά πώς έ­νας άν­θρω­πος με τέ­τοιες α­πό­ψεις μπο­ρεί α­κό­μη να θεω­ρεί­ται ι­κα­νός να εί­ναι πρό­ε­δρος του Γιού­ρο­γκρουπ», α­πά­ντη­σε ο ε­πι­κε­φα­λής της ο­μά­δας των Σο­σια­λι­στών στο Ευ­ρω­παϊκό Κοι­νο­βού­λιο, Τζιά­νι Πι­τέ­λα. Ο πορ­το­γά­λος υ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, Αου­γκού­στο Σά­ντος Σίλ­βα, α­πά­ντη­σε πως οι δη­λώ­σεις εί­ναι «α­πο­λύ­τως α­πα­ρά­δε­κτες», ε­κτι­μώ­ντας ό­τι «δεν εί­ναι σε θέ­ση να πα­ρα­μεί­νει ε­πι­κε­φα­λής του Eurogroup». Ο τέως πρω­θυ­πουρ­γός της Ιτα­λίας, Μ. Ρέ­ντσι, α­νέ­φε­ρε πως «αν θέ­λει να προ­σβά­λει την Ιτα­λία, να το κά­νει σε έ­να μπαρ κο­ντά στο σπί­τι του και ό­χι με το θε­σμι­κό του ρό­λο».
Ο λό­γος φυ­σι­κά για τις πρό­σφα­τες δη­λώ­σεις του προέ­δρου του Γιού­ρο­γκρου­π, Γε­ρούν Ντάι­σελ­μπλου­μ, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο: «Στη διάρ­κεια της κρί­σης στην ευ­ρω­ζώ­νη οι χώ­ρες του βορ­ρά έ­δει­ξαν αλ­λη­λεγ­γύη στις χώ­ρες που α­ντι­με­τώ­πι­ζαν κρί­ση. Εγώ, έ­νας σο­σιαλ­δη­μο­κρά­της, πι­στεύω ό­τι η αλ­λη­λεγ­γύη εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ση­μα­ντι­κή. Όμως αυ­τός που τη ζη­τά έ­χει και υ­πο­χρεώ­σεις. Δεν μπο­ρώ να σπα­τα­λάω ό­λα μου τα χρή­μα­τα για σνα­πς και γυ­ναί­κες και στη συ­νέ­χεια να ζη­τώ υ­πο­στή­ρι­ξη». Με­τά τη θύελ­λα α­ντι­δρά­σεων που ξε­σή­κω­σαν οι δη­λώ­σεις, ο Ντάι­σελ­μπλουμ κλή­θη­κε να α­να­κα­λέ­σει —κά­τι το ο­ποίο αρ­νή­θη­κε— ε­νώ μια μέ­ρα με­τά τε­λι­κά ζή­τη­σε συ­γνώ­μη «αν ο­ποιοσ­δή­πο­τε έ­νιω­σε προ­σβε­βλη­μέ­νος α­π’ ό­σα δή­λω­σα».
Οι δη­λώ­σεις του Ντάι­σελ­μπλουμ εί­ναι η χα­ρά του ση­μειο­λό­γου. Ρα­τσι­στι­κές, ο­ριε­ντα­λι­στι­κές και σε­ξι­στι­κές. Ει­πω­μέ­νες α­πό μια θλι­βε­ρή φι­γού­ρα, ε­νός ε­πι­κε­φα­λής ε­νός μη θε­σμι­κού ορ­γά­νου, που έ­χει α­ντι­κα­τα­στή­σει κά­θε θε­σμι­κή πρό­φα­ση δη­μο­κρα­τίας ε­ντός της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης, δο­τή υ­πό της ευ­λο­γίες του Σόι­μπλε. Ενός πο­λι­τι­κού που μό­λις εί­δε το κόμ­μα του να «πα­σο­κο­ποιεί­ται», με βά­ση την προ­σφι­λή, ευ­ρω­παϊκή έκ­φρα­ση, και να φτά­νει στην έ­βδο­μη θέ­ση στις πρό­σφα­τες ολ­λαν­δι­κές ε­κλο­γές.
Ο Ντάι­σελ­μπλου­μ, συν­δυά­ζο­ντας δύο ε­πι­κίν­δυ­να στε­ρεό­τυ­πα –αυ­τό του τε­μπέ­λη νό­τιου και αυ­τό της γυ­ναί­κας πόρ­νης- κα­τά­φε­ρε να α­να­δεί­ξει τη γε­λοιό­τη­τα και τη χυ­δαιό­τη­τα του πρώ­του στε­ρε­ο­τύ­που, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να να α­πο­δεί­ξει το πό­σο βα­θιά ρι­ζω­μέ­νο εί­ναι το δεύ­τε­ρο.

Ο βα­θιά ρι­ζω­μέ­νος σε­ξι­σμός

Μέ­σα στον πα­ρα­μορ­φω­τι­κό κα­θρέ­φτη των γε­ρούν­διων στε­ρε­ο­τύ­πων, τα κρά­τη της νό­τιας Ευ­ρώ­πης νοού­νται ως έ­να ε­νιαίο σύ­νο­λο αν­δρών, με κοι­νούς τρό­πους δια­σκέ­δα­σης και δια­βίω­σης, κρά­τη που τρώ­νε λε­φτά στην α­πό­λαυ­ση, κρά­τη διο­νυ­σια­κά με προ­σω­πι­κές α­πο­λαύ­σεις και βίους ε­κτός των ο­ρίων. Μέ­σα στη μπουρ­δου­κλω­μέ­νη του δια­τύ­πω­ση, και λό­γω της κε­κτη­μέ­νης βε­βαιό­τη­τας που του δί­νει η αέ­ναη ε­πα­νά­λη­ψή του, το σχό­λιο α­πο­κα­λύ­πτει τη γύ­μνια του.
Η ρα­τσι­στι­κή και ο­ριε­ντα­λι­στι­κή πλευ­ρά του σχο­λίου δεν α­πο­τε­λεί κά­τι το και­νού­ριο. Εί­ναι ο λό­γος που ξε­κί­νη­σε α­πό την αρ­χή της κρί­σης, ο λό­γος που υιο­θε­τή­θη­κε α­πό πολ­λούς και στη χώ­ρα μας, ώ­στε να δι­καιο­λο­γή­σει τα α­δι­καιο­λό­γη­τα. Τα μέ­τρα, την α­νερ­γία, την αιώ­νια λι­τό­τη­τα. Το νέο στοι­χείο εί­ναι η σύν­δε­ση του λό­γου αυ­τού με τον σε­ξι­σμό. Για­τί στον συν­δυα­σμό αυ­τών των δύο στοι­χείων, το σχό­λιο δεν εί­ναι α­πλά σε­ξι­στι­κό. Δεν εί­ναι ο κα­θη­με­ρι­νός σε­ξι­σμός ε­νός ά­ντρα που θεω­ρεί αυ­το­νό­η­τη τη χα­ζο­μά­ρα που εκ­στο­μί­ζει. Εί­ναι ο σε­ξι­σμός του ι­σχυ­ρού, που δεν μπαί­νει καν στον κό­πο να αμ­φι­βά­λει. Αυ­τού που νιώ­θει πως έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα να ο­ρί­ζει ταυ­τό­τη­τες, να μοι­ρά­ζει ρό­λους και ταυ­τό­χρο­να κα­τα­δί­κες. Η κου­στου­μα­ρι­σμέ­νη μα­τσί­λα, που ζέ­χνουν οι δη­λώ­σεις αυ­τές, γί­νε­ται πο­λι­τι­κό ε­πι­χεί­ρη­μα υ­πέρ της ε­πι­βο­λής της τι­μω­ρίας. Ως μια α­τσού­μπα­λη ε­πί­δει­ξη πυγ­μής α­πό έ­να πε­ρι­στα­σια­κά ι­σχυ­ρό αν­θρω­πά­κι.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Άρθρο χωρίς άποψη για το δυστύχημα στην Εθνική Οδό


Γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;
Μανώλης Αναγνωστάκης, ΥΓ.

Με αφορμή το δυστύχημα στην Αθηνών-Λαμίας, που στοίχισε τη ζωή μίας μητέρας, του παιδιού της, αλλά και του οδηγού και του συνοδηγού της Πόρσε ξεκίνησε ένας ατελείωτος αριθμός συζητήσεων με διαφορετικές κατευθύνσεις. Για την ταξικότητα του δυστυχήματος, για την οδική συμπεριφορά των Ελλήνων, για τα πραγματικά αίτια του συμβάντος και άλλα πολλά. Βασικός λόγος για όλες αυτές τις συζητήσεις ήταν η συνύπαρξη πολλών στοιχείων. Ο θάνατος μιας μητέρας και ενός παιδιού που απλά έτυχε να βρίσκονται στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, το γεγονός πως ο οδηγός ήταν γιος της αλυσίδας των «Jumbo» και επίσης το γεγονός πως το συμβάν καταγράφηκε σε κάμερα και ήταν ορατό από τον οποιονδήποτε.
Στην εποχή τη νομαδικής εξειδίκευσης
Είναι λογικό όσο πιο έντονο είναι ένα συμβάν τόσο περισσότερη κουβέντα να προκαλεί. Τα στοιχεία του συμβάντος έφεραν την ένταση στον υπερθετικό της βαθμό. Ξαφνικά όλοι ένιωσαν την ανάγκη να εκφραστούν για αυτό. Να πάρουν θέση, να βρίσουν, να σχολιάσουν, να αναπαράγουν ή απλώς να δηλώσουν παρόντες στη ροή μιας είδησης που έφτασε άμεσα σε όλους. Νομίζω πως μια τέτοια συνθήκη είναι απολύτως αναμενόμενη. Άλλωστε, τα μέσα δικτύωσης λειτουργούν εδώ και πολύ καιρό με παρόμοιο τρόπο. Μονοθεματικά και με ταχύτητα αλληλεπίδρασης σε καλούν να πάρεις θέση. Αλλιώς εξαιρείσαι της δημόσιας σφαίρας, γίνεσαι αόρατος και ανώνυμος. Ένας ιδιώτης της σιωπής η οποία ταυτίζεται με την αδιαφορία. Είναι όμως έτσι; Και όπως λέει και ο ποιητής, γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;
Δεν επιθυμώ ούτε να σνομπάρω, ούτε να κρίνω ως αρνητική κάποια άποψη, πόσο μάλλον την ανάγκη κάποιου να πάρει θέση απέναντι σε ένα συμβάν που τον αγγίζει. Αυτό που διεκδικώ είναι το ταυτόχρονα δικαίωμα κάποιου να μην τοποθετηθεί, ή τουλάχιστον να μην τοποθετείται για κάθε γεγονός που απασχολεί —ακόμη και πλειοψηφικά— τον δημόσιο λόγο.
Ζούμε στην εποχή τη νομαδικής εξειδίκευσης. Ανά περιόδους γινόμαστε ειδικοί στην οικονομία, τους σεισμούς, την ηθική, τα μπρόκολα, την αρχαιολογία, την λογοτεχνία. Ανάλογα με το θέμα που έρχεται κάθε φορά στην επιφάνεια. Οπλίζουμε το επιχείρημά μας με βιαστική γνώση και ιντερνετική τεκμηρίωση, το δημοσιεύουμε ώστε να αναμετρηθεί με άλλα επιχειρήματα. Περιμένοντας κάθε φορά την επόμενη περίπτωση που θα πρέπει να τοποθετηθούμε σε έναν ατελείωτο κύκλο ρητορικού άγχους. Η γνώση δεν συσσωρεύεται, μόνο λιμνάζει περιστασιακά σε διαδικτυακές λακκούβες μέχρι ο χρόνος να τη στεγνώσει.
«Η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση»

Τόσο συχνά άλλωστε οι λόγοι στέκουν ανεξάρτητα από το πραγματικό τους βάρος, παίρνουν διαστάσεις από την ένταση με την οποία ειπώνονται, από τη δημοφιλία αυτού που τους εκφέρει. Δεν αποζητούν γεγονότα και τεκμηρίωση, τους αρκεί η φωτογένεια αυτού που μοιάζει ορθό ή αληθές. Στις ταχύτητες με τις οποίες εκφέρεται και κινείται ο δημόσιος λόγος ελάχιστος χρόνος υπάρχει για τη λεπτομέρεια, την επαλήθευση ή την έρευνα. Άλλωστε ο στόχος μας δεν είναι η αλήθεια. Είναι ο τρόπος της και ο χώρος που αυτή καταλαμβάνει.
Η σιωπή μοιάζει κάποιες φορές με μια εναλλακτική λύση. Με την έκφραση μιας ανάγκης να αντιληφθείς τα μέτρα και τα όριά σου. Άλλωστε η γνώση δεν είναι θέμα ποσότητας είναι θέμα στάσης απέναντι στην ίδια την γνώση. Για να θυμηθούμε τον γνωστό στίχο του Τ.Σ. Έλλιοτ από τα «Χωρικά του βράχου»: Ποια είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Ποια είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφόρηση;». Πολλές φορές η απόσταση από την πληροφορία στη γνώση και από τη γνώση στη σοφία διανύεται μέσα από τη σιωπή. Αυτό που έχει σημασία είναι να αντιλαμβανόμαστε πότε ακριβώς πρέπει να σιωπούμε.

(στην εφημερίδα Εποχή)