Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Banksy: η φθορά ως έργο τέχνης



Το σφυρί του οίκου Sotheby' s πέφτει. Το έργο πουλήθηκε έναντι 1,3 εκατ. ευρώ. Χαρές και αγκαλιές στο χρηματιστήριο της τέχνης. «Το κορίτσι με το μπαλόνι», έργο του street artist Banksy, αντίκριζε το πλήθος κρεμασμένο. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ένας ηλεκτρονικός ήχος καλεί τα βλέμματα να δουν τι συμβαίνει. Το εσωτερικό του πίνακα κατεβαίνει έξω από την κορνίζα διαλυμένο σε κομματάκια. Ο Banksy, όπως θα εξηγήσει δύο μέρες μετά μέσα από βίντεό του στο Instagram, είχε τοποθετήσει έναν καταστροφέα εγγράφων μέσα στην κορνίζα του έργου. «Η επιθυμία για καταστροφή είναι επίσης μια δημιουργική επιθυμία», γράφει στη λεζάντα που συνοδεύει την ανάρτησή του, επικαλούμενος ρήση του Πικάσο. Και το έργο του 1,3 εκατομμυρίου αποτελεί παρελθόν.
Φυσικά αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Banksy εκμεταλλεύεται τη συγκεκριμένη και κατεστημένη δομή του καλλιτεχνικού κόσμου ώστε να παραγάγει ένα συμβάν. Η συνομιλία του με τη «σοβαρή τέχνη» και τους θεσμούς της ήταν πάντοτε στο επίκεντρο του έργου του. Από τις φορές που έμπαινε σε μουσεία και τοποθετούσε πίνακές του ανάμεσα σε άλλους, κατεστημένους πίνακες (και τους άφηνε εκεί για μέρες μέχρι τελικά κάποιος να αντιληφθεί την προσθήκη), μέχρι τις δύο πρόσφατες τοιχογραφίες έξω από αναδρομική έκθεση του Jean-Michel Basquiat στο Λονδίνο.
Η καταστροφή, η σάτιρα και η επιθετική συνομιλία με το παρελθόν της τέχνης δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπήρξε βασικός δημιουργικός άξονας του ντανταϊσμού, ισάξιο κομμάτι εντός του μοντερνισμού, ένας τρόπος θέασης του παρελθόντος και οικοδόμησης του παρόντος της τέχνης. Από το μουστάκι στη Μόνα Λίζα του έργου L.H.O.O.Q. του Marchel Duchamp μέχρι τη βάνδαλη κορνίζα του Banksy, το παιχνίδι εισέρχεται στο πεδίο της τέχνης, την απογυμνώνει από τη σοβαροφάνειά και τον επιβεβλημένο συντηρητισμό των συλλεκτών, των μουσείων και των οίκων και την επιστρέφει πίσω γυμνή. Ως ένα υποχρεωτικό παρόν, έκθετο στον ανθρώπινο παλμό και την αγωνία.
Με την κίνησή του ο Banksy δεν εξέθεσε το έργο αλλά τη μοίρα του, τον κώδικα του συλλέκτη ως ματαιοδοξία πέρα από τον χρόνο και ταυτόχρονα τη ματαιότητα της ιδιοκτησίας της τέχνης. Η κίνηση αποκτά μεγάλο σημειολογικό ενδιαφέρον πέρα από το στοιχείο της φάρσας ή του βανδαλισμού.
Από την αρχή της καριέρας του ο Banksy έπαιζε με τον χώρο. Τα έργα του υπήρχαν μέσα στην πόλη συνομιλώντας με τους ανθρώπους και το περιβάλλον, την αρχιτεκτονική και τη μικροκλίμακα της αστικής γεωγραφίας. Τα έργα απέκτησαν τη σημασία τους γιατί βρίσκονταν εκεί που βρίσκονταν. Σε μια γειτονιά του Λονδίνου ή στη Λωρίδα της Γάζας.
Τώρα, ο Banksy περνάει στον χρόνο. Η κίνησή του ήταν η έκθεση της συμπυκνωμένης φθοράς του έργου τέχνης. Και άσχετα με την πρόθεση του καλλιτέχνη, η κίνηση θέτει ακόμη ένα ερώτημα: Πότε τελικά τελειώνει ένα έργο τέχνης; Με την τελευταία πινελιά του καλλιτέχνη; Με την υλική καταστροφή του; Ή μήπως με το πέρασμά του στις συλλογές και στα μουσεία;
Μπορούμε να απαντήσουμε πως ένα έργο τέχνης δεν τελειώνει ποτέ ή τελειώνει τη στιγμή που αρχίζει, με τη συνέχειά του να μεγεθύνει, να απλώνει και να διαπραγματεύεται αυτό που ήδη υπάρχει. Στην πρώτη φράση, στον πρώτο στίχο, στην πρώτη πινελιά.
Οπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, δεν υπάρχουν έργα που τελείωσαν πραγματικά, γιατί δεν μπορείς να τελειώσεις ένα έργο τέχνης. Μπορείς απλά να το εγκαταλείψεις. Και όπως απέδειξε ο Banksy, να το νοηματοδοτήσεις ξανά από την αρχή.
Το «Κορίτσι με το μπαλόνι» δημιουργήθηκε το 2002 ως στένσιλ σε έναν τοίχο του ανατολικού Λονδίνου. Η τοιχογραφία σύντομα αφαιρέθηκε και πουλήθηκε σε δημοπρασία.
Ο Banksy χρησιμοποίησε την εικόνα σε παραλλαγές το 2014 ώστε να τοποθετηθεί υπέρ των προσφύγων από τη Συρία (το κορίτσι απεικονιζόταν ως μικρή πρόσφυγας από τη Συρία). Το σχέδιο πουλήθηκε και ξαναπουλήθηκε, έγινε τατουάζ διασήμων, πολλαπλό σύμβολο διαφορετικών αναγνώσεων και αγαπημένο σχέδιο ολόκληρης της Αγγλίας.
Μετά το περιστατικό, απέκτησε ακόμη ένα συμβολικό φορτίο, συνεχίζοντας το ταξίδι των νοηματοδοτήσεων.
Ενα εικαστικό συμβάν που έγινε «έργο τέχνης» ώστε να πωληθεί και τώρα ξαναγίνεται συμβάν. Ενα ταξίδι που αφήνει την τέχνη ανοιχτή στο απροσδόκητο και αποδεικνύει την επείγουσα σημασία της ζωντάνιας της.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Πεθαίνοντας στην Αθήνα


Ενώ οι έρευνες γύρω από τις συνθήκες δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου προχωρούν, περισσότερα στοιχεία βγαίνουν στην επιφάνεια περιγράφοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια τους όρους του γεγονότος.
Το θύμα δεν προσπάθησε να κλέψει, δεν κρατούσε μαχαίρι, δεν αποτελούσε κίνδυνο για κανέναν. Δεν είχε ανάγκη από χρήματα, δακτυλικά αποτυπώματα δεν βρέθηκαν στα μέσα δωμάτια του «κοσμηματοπωλείου» ή στην ταμειακή μηχανή, ενώ πρόσφατο βίντεο αποδεικνύει πως ο Ζακ Κωστόπουλος πριν εκτελεστεί από τη μάζα του λιντσαρίσματος ζητούσε βοήθεια.
Σε αντίθεση με όσα μετέδωσαν πολλά μέσα ενημέρωσης, η αστυνομία και λοιποί οπαδοί της τάξης και της ασφάλειας, ο Ζακ Κωστόπουλος δεν είχε σκοπό να βλάψει κανέναν.
Η έγνοια του ήταν πως κάποιος ήθελε να βλάψει αυτόν τον ίδιο. Και το πλήθος όχι μόνο δεν τον βοήθησε σε αυτή του την έκκληση αλλά τελικά συνηγόρησε υπέρ και πήρε τη θέση αυτών που ήθελαν να τον βλάψουν. Αφού λοιπόν πια αποδεικνύεται πως δεν υπήρξε το έγκλημα της κλοπής, για ποιο έγκλημα δικάστηκε και καταδικάστηκε από τους αυτόκλητους εκτελεστές ο Ζακ Κωστόπουλος; Μα είναι προφανές.
Το έγκλημά του ήταν η ίδια του η ταυτότητα. Το να είσαι γκέι, να είσαι οροθετικός και ταυτόχρονα να μην κρύβεσαι. Να είσαι αυτό που είσαι και να διεκδικείς τη θέση σου δίπλα στους «κανονικούς» ανθρώπους. Να είσαι διαφορετικός και να υπάρχεις.
Ισως να φαίνεται πολύ νωρίς για να εξαγάγουμε ψύχραιμα συμπεράσματα που ξεπερνούν το γεγονός της δολοφονίας καθ’ εαυτό. Ισως το πιο εύκολο που μπορούμε είναι να πούμε πως ζούμε σε μια άγρια κοινωνία με ένα κομμάτι της βυθισμένο στην ηθική εξαχρείωση, να στρέψουμε την οργή μας απέναντι στους ομοφοβικούς, τους ρατσιστές ή ακόμα και αυτούς που διαστρέβλωσαν τους όρους του γεγονότος προς καθησυχασμό της φιλήσυχης μάζας.
Ο αποτροπιασμός από το γεγονός, η κτηνωδία και η απεικόνισή της δικαιολογούν απόλυτα κάθε τέτοια αντίδραση. Ταυτόχρονα όμως ας γνωρίζουμε πως κάποια στιγμή θα αναρωτηθούμε: τι σημαίνει και τι σηματοδοτεί η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.
Κάθε δολοφονία, με το πέρας του καιρού, φεύγει από τη σφαίρα του θρήνου, της οργής, ακόμα και του ίδιου του γεγονότος και μπαίνει σε αυτή της ιστορίας. Συμπυκνώνει, περιγράφει με τρόπο σαφή, σημεία, τάσεις και γεγονότα πέρα από αυτή την ίδια. Η δολοφονία παραμένει για την κοινωνία μας στιγμή του σοκ (εκτός βέβαια αν είναι δολοφονία μετανάστη. Εκεί η κοινωνία μας λυπάται αλλά δεν σοκάρεται).
Η δολοφονία δεν μπορεί να ενταχθεί και να αποτελεί κομμάτι μιας κανονικότητας, αλλά αντίθετα λειτουργεί ως ηθικό όριο που (προς το παρόν τουλάχιστον) κάποιος δεν μπορεί να υπερβεί χωρίς συνέπειες (και δεν εννοούμε εδώ νομικές συνέπειες).
Τα πρόσφατα χρόνια, οι δολοφονίες που ζήσαμε σηματοδότησαν μια σειρά από εξελίξεις, συμπύκνωσαν τρόπους, τάσεις και ρήγματα. Γυρνώντας στο πρόσφατο παρελθόν βλέπουμε στα περιστατικά αυτά ολόκληρη την εποχή που τα γέννησε και αυτά που τη διαδέχθηκαν.
Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008 ήρθε να συμπυκνώσει όλο το ψέμα της ευημερίας της ελληνικής οικονομίας τις δεκαετίες που προηγήθηκαν. Περιέγραψε με τον πιο εμφατικό τρόπο το τέλος μιας κοινωνίας ηθικά μετέωρης και την αρχή μιας νέας σελίδας, ενός άγνωστου προορισμού που αργότερα θα ονομαζόταν κρίση. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους χρυσαυγίτες το 2013 περιέγραψε τη διάβρωση και την ανοχή της κοινωνίας από την αρρώστια του ναζισμού. Οι «αγανακτισμένες» αντιδράσεις απέναντι στους μετανάστες, η άνοδος του εθνικισμού και η συνολική συντηρητικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας μπορούν να ιδωθούν μέσα σε αυτό το περιστατικό.
Υπό αυτό το πρίσμα η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου περιγράφει ως ενδεχόμενο την επέλαση μιας νέας βαρβαρότητας. Οι συνθήκες της δολοφονίας, το γεγονός πως συνέβη μέρα μεσημέρι μπροστά στα μάτια του κόσμου με δράστες «φιλήσυχους πολίτες» (κάποιοι λένε κλεπταποδόχους αλλά δεν τους γνωρίζω αυτούς τους κάποιους) με τις ευλογίες καναλιών που έστηναν ντιμπέιτ για την ορθότητα της δολοφονίας και μια αστυνομία που απαντά «όποιος γουστάρει» περιγράφουν τις αρένες ενός μέλλοντος με το οποίο συνορεύουμε.
Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ίσως να ήταν το πρώτο βήμα μας μέσα στην αρένα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Η δίκη του Μπρετ Κάβανο (και γιατί σε αφορά)


Περισσότεροι από 300 άνθρωποι συνελήφθησαν την περασμένη Πέμπτη έξω απ’ το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ουάσιγκτον, καθώς διαδήλωναν κατά της υποψηφιότητας του Μπρετ Κάβανο. Αφορμή αποτέλεσε η κατάθεση της αναφοράς του FBI για τις καταγγελίες περί σεξουαλικών επιθέσεων εις βάρος του υποψήφιου για το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Οι Ρεπουμπλικάνοι αφήνουν να διαρρεύσει ότι η αναφορά δεν έχει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο εις βάρος του, ενώ οι Δημοκρατικοί καταγγέλλουν παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου. Με λίγα λόγια και απ’ όσο φαίνεται, ο Μπρετ Κάβανο θα κριθεί αθώος και τελικά θα γίνει ισόβιο μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Η διαδήλωση ήταν απλώς η κορύφωση των διαμαρτυριών που λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες εβδομάδες.
Ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα και ας δούμε γιατί η υπόθεση μας αφορά.
Η 51χρονη Κριστίν Μπλέιζι Φορντ, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πάλο Αλτο στην Καλιφόρνια, κατηγορεί τον 53χρονο Κάβανο ότι της επιτέθηκε σεξουαλικά σε μια σχολική γιορτή όταν εκείνος ήταν 17 χρόνων. Ο Κάβανο είναι ένας υπερσυντηρητικός δικαστής σε θέματα θρησκείας, οικογένειας, αναπαραγωγικών δικαιωμάτων και προστασίας του περιβάλλοντος. Ο διορισμός του εκλεκτού του Ντόναλντ Τραμπ θα αλλάξει τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο προς τα δεξιά.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Κάβανο εμφανίστηκε να κλαψουρίζει χωρίς επιχειρήματα, να λέει ιστορίες από τα χρόνια του στο σχολείο χωρίς ουσία, να θυμώνει και να προσβάλει, να κάνει λόγο για μια μεγάλη πολιτική συνωμοσία εναντίον του, ενώ οι αποδείξεις που κατέθεσε, περιορίστηκαν σε ένα χειρόγραφο ημερολόγιο, το οποίο δεν περιείχε το πάρτι στο οποίο αποπειράθηκε να βιάσει την Κριστίν Μπλέιζι Φορντ. Ταυτόχρονα, δεν κατάφερε να αρνηθεί πως εκείνη την εποχή έπινε μέχρι να λιποθυμήσει, ενώ επανειλημμένα αρνήθηκε έρευνα από την αστυνομία. Να σημειώσουμε εδώ πως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας άλλες δύο γυναίκες κατέθεσαν παρόμοιες συμπεριφορές του Κάβανο σε παρόμοια περιστατικά.

Απέναντι σε αυτή την παρωδία ανθρώπου, στάθηκε η κατάθεση της Κριστίν Μπλέιζι Φορντ, μια βαθειά συγκινητική επίδειξη κουράγιου, ειλικρίνειας και υπέρβασης του φόβου για το καλό της ίδιας της κοινωνίας. «Είμαι εδώ όχι επειδή το θέλω -είμαι τρομοκρατημένη- αλλά επειδή πιστεύω πως είναι το καθήκον μου ως πολίτης να σας πω τι έγινε». Στη συνέχεια περιέγραψε τα γεγονότα που την στοίχειωσαν όλη την υπόλοιπη ενήλικη ζωή της. Η Φορντ τόνισε πως προχώρησε στις καταθέσεις και στην έκθεση του τραύματός της, παρ’ όλο που γνώριζε πως δύσκολα θα άλλαζαν την απόφαση του δικαστηρίου και τις επιπτώσεις που θα είχε κάτι τέτοιο στη ζωή της. Κάτι που μετατρέπει τη στάση της σε ένα μνημείο θάρρους.

Το παράδοξο είναι πως λίγο-πολύ ακόμα και αυτοί που υποστηρίζουν τον Κάβανο, δεν αρνούνται την ειλικρίνεια στην κατάθεση της Κριστίν Μπλέιζι Φορντ. Και αυτό που υπονοείται, είναι πως ακόμα και αν την πιστεύουν, ουσιαστικά δεν ενδιαφέρονται για την κατάθεσή της. Και εδώ φτάνουμε στο σημείο όπου η υπόθεση αφορά όλους μας.

Η επιμονή των Ρεπουμπλικάνων και του προέδρου Τραμπ -ακριβώς αφού όλα αυτά τα στοιχεία έχουν εκτεθεί και ακριβώς όταν το κοινό ήρθε σε επαφή με τη λεπτομέρεια των περιστατικών και τη συμπεριφορά του δικαστή απέναντι στις γυναίκες- δεν έχουν να κάνουν με τον ίδιο το δικαστή. Στην πραγματικότητα απευθύνονται στις ίδιες τις γυναίκες. Ας μην ξεχνάμε πως ο σεξισμός και ο μισογυνισμός είναι χαρακτηρισμοί που ακολουθούσαν τον Τραμπ ήδη από την προεκλογική περίοδο. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους κατηγορίες για ροζ σκάνδαλα ενάντια στον Τραμπ. «Έχουν φερθεί πολύ σκληρά στον Κάβανο, νομίζω πως είναι πολύ άδικο», είπε ο πρόεδρος, παρουσιάζοντάς τον ως το θύμα της υπόθεσης, προσθέτοντας «μου είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ πως συνέβη το οτιδήποτε». Ενώ δεν παρέλειψε να ειρωνευτεί την Κριστίν Μπλέιζι Φορντ, κοροϊδεύοντας τα όσα είπε, ακόμα και τη φωνή της.

Η ηθελημένη και συστηματική θεσμική αδιαφορία για τις σεξουαλικές κακοποιήσεις του Κάβανο δίνει ένα μήνυμα προς τις γυναίκες όλου του κόσμου. Περιγράφει τον κόσμο της δικαιοσύνης ως δικαιοσύνη αποκλειστικά των αντρών, που μπορούν να πράττουν με βάση την προσωπική τους βούληση και περιγράφει λίγο-πολύ τη γυναίκα ως ιδιοκτησία. Αποδυναμώνει την εγκληματικότητα του βιασμού στο δημόσιο λόγο, αφού την αντιμετωπίζει ως πταίσμα, ακόμα και για τις θέσεις αυτές που έχουν ως προϋπόθεση την απόλυτη ηθική (πόσο μάλλον ποινική) ακεραιότητα. Κωδικοποιεί τέλος τον ματσισμό και τον σεξισμό, όχι πια ως αποδεκτό πταίσμα, αλλά ως κυρίαρχη ιδεολογία με τις ευλογίες του πλανητάρχη και της συμμορίας του.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη


Γιατί τι άλλο είναι τα μέσα δικτύωσης από έναν καθρέφτη; Έναν καθρέφτη παραμορφωτικό, που στην πραγματικότητα δίνει μορφή σιγά σιγά σε ό, τι απεικονίζει. Μι περιγραφή των μέσων αυτών όπου η χρήση και η δομή τους ταυτίζονται είναι αρκετά συχνή. Για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης η εκτεταμένη και επιτυχής χρήση του twitter και του facebook έκαναν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να περιγραφούν ως εργαλεία απελευθέρωσης, ως προοδευτικά μέσα απέναντι στα ελεγχόμενα από πολιτικά και οικονομικά κέντρα παραδοσιακά μέσα όπως η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φάνηκε να μπορούν να διευρύνουν την ίδια τη δημοκρατία και την συμμετοχή σε περιπτώσεις όπου ο κυρίαρχος λόγος και η κυρίαρχη εξουσία καταπιέζουν και φιμώνουν.
Αντιστρόφως η επέλαση της κουλτούρας και της χρήσης των fake news στο brexit και στις αμερικανικές εκλογές του 2016 ανέδειξαν μια τελείως διαφορετική διάσταση και χρήση που γέννησε τελείως διαφορετικά αποτελέσματα. Η αμφισβήτηση της ίδιας της έννοιας της πληροφορίας μέσα από τη διάδοση και τη χρήση ψευδών πληροφοριών, η δημιουργία ενός πλαισίου όπου κάθε γεγονός είναι εξίσου υπαρκτό ή ανύπαρκτο ανάλογα όχι με το αν συνέβη αλλά με το πως χρησιμοποιήθηκε και διαδόθηκε, ενός πλαισίου όπου κάθε κρίση είναι στην πραγματικότητα αδύνατη αφού τα θεμέλιά της είναι αμφισβητούμενα, συρρίκνωσε την ίδια τη δημοκρατία και αλλάζει τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης σε κάθε μελλοντικό πολιτικό γεγονός στον πλανήτη.
Μέσα από τα δύο αυτά αντιθετικά παραδείγματα γίνονται ορατές οι δυνατότητες, οι κίνδυνοι και τα πολλά πρόσωπα των μέσων που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια σφαίρα και στην πραγματικότητα την ίδια την πραγματικότητα. Οι αποκαλύψεις, οι δίκες και οι απολογίες που συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο γύρω από μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα σκάνδαλα σε σχέση με παρεμβολές σε μεγάλα γεγονότα, την διαμόρφωση πολιτικών τάσεων και την υποκλοπή προσωπικών δεδομένων δείχνουν ακριβώς πόσο ρευστό είναι το κανονιστικό πλαίσιο που περιορίζει την απόλυτη ελευθερία των μέσων και σε μεγάλο βαθμό πόσο ρευστή είναι η ίδια τους η φύση.
Μπορούμε μέσα σε αυτό το τόσο ρευστό πλαίσιο να εξάγουμε συμπεράσματα για το φαινόμενο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης; σε σχέση με το πως επηρεάζουν την καθημερινότητά μας και ταυτόχρονα τον δημόσιο λόγο και την κοινή αντίληψη εντός των οποίων κινούμαστε; υπάρχουν στοιχεία που προκύπτουν από την ίδια τη δομή των μέσων ή μιλάμε για ένα τελείως ρευστό φαινόμενο υπό συνεχή αναδιαμόρφωση;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα που μόνο εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε. Είναι ερωτήματα που και οι ίδιες οι πλατφόρμες καλούνται να απαντήσουν. Γιατί πολύ σύντομα έγινε εμφανές πως η απόλυτη ελευθερία στην έκφραση που ευαγγελίζονταν μέσα όπως το twitter, στην πραγματικότητα δεν ταυτιζόταν με την ουδετερότητα του μέσου. Το συγκεκριμένο μέσο σε άπειρες περιπτώσεις μέσω ακριβώς της ουδετερότητας του έγινε εκκολαπτήριο λόγου μίσους. Όταν χιλιάδες ρατσιστικά, ομοφοβικά, ρατσιστικά σχόλια πλημμύρισαν τις αναρτήσεις του οι χρήστες άρχισαν να απομακρύνονται. Όταν στη συνέχεια η εταιρεία άρχισε να βάζει περιορισμούς ακριβώς σε αυτή τη βάση άρχισε να μειώνει σταδιακά τα ποσοστά ελευθερίας που προσέφερε. Και κανείς δεν ξέρει που τελειώνει αυτό το ψαλίδισμα. Και αυτό είναι μονάχα ένα παράδειγμα της ρευστότητας του θαυμαστού νέου κόσμου στον οποίο ζούμε.
Αυτό όμως που πρέπει να καταλάβουμε είναι πως όλα αυτά δεν είναι τεχνικά προβλήματα σε μια σελίδα που δεν μας ικανοποιεί ή δεν μας ενδιαφέρει. Είναι προβλήματα της ίδιας της δημόσιας ρητορικής, της αντιπαράθεσης και της επιχειρηματολογίας. Το βασικό πρόβλημα είναι πως δεν μπορείς να θέτεις κανόνες όταν δεν έχεις συγκεκριμένους σκοπούς για τους κανόνες αυτούς. Μια παραδοσιακή εφημερίδα για παράδειγμα έχει ως σκοπό να ενημερώσει, να επηρεάσει και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει ένα συγκεκριμένο (μικρότερο ή μεγαλύτερο) κοινό ελεγχόμενη από την μία από την ορθότητα της παρουσίασης των γεγονότων και από την άλλη τους οικονομικούς της δείκτες.
Αντίθετα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν έχουν σκοπό είναι τα ίδια ένας σκοπός. Ιδιωτικές εταιρίες που προσπαθούν να σε πείσουν να τις χρησιμοποιείς και να τις παρακολουθείς. Και μέσα σε αυτή την πρόθεση κανένας κανόνας δεν μπορεί να σταθεί. Εταιρίες με βασικό προιόν τον δικό μας δημόσιο λόγο. Ελεγχόμενες από μια τελείως αίολη αίσθηση του κοινά αποδεκτού από την μία και από την άλλη από τη δική τους επιθυμία για κέρδος. 

(δεύτερο μέρος) 


Ο πα­ρα­μορ­φω­τι­κός κα­θρέ­φτης των μέ­σω κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης δί­νει μορ­φή σε ό,τι α­πει­κο­νί­ζει. Μέ­σα στο ρευ­στό τους πλαί­σιο α­να­ρω­τιό­μα­στε αν μπο­ρού­με να ε­ξά­γου­με συ­μπε­ρά­σμα­τα. Όχι τό­σο α­πό τη χρή­ση των μέ­σων, τις εκ­δο­χές τους μέ­σα στην πρό­σφα­τη ι­στο­ρία των γε­γο­νό­των, ό­σο α­πό την ί­δια τους τη δο­μή. Για­τί τα τε­λευ­ταία χρό­νια εί­ναι πιο εμ­φα­νές α­πό πο­τέ. Τα προ­βλή­μα­τα που προ­κύ­πτουν α­πό τους ό­ρους διά­χυ­σης της πλη­ρο­φο­ρίας, α­πό το θό­ρυ­βο που α­ντι­στοι­χεί στη σιω­πή και α­πό τη σιω­πή που α­ντι­στοι­χεί στη φί­μω­ση, η ι­σχύ του ψεύ­τι­κου που ξε­περ­νά την ι­σχύ του α­λη­θι­νού, το α­λη­θι­νό να χά­νει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά του, ε­νώ το ψεύ­τι­κο μο­νο­πω­λεί το χώ­ρο, δεν εί­ναι μό­νο ζη­τή­μα­τα πο­λι­τι­σμού και ε­πι­κοι­νω­νίας εί­ναι πά­νω απ’ ό­λα ζη­τή­μα­τα δη­μο­κρα­τίας.
Τα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης εί­ναι κομ­μά­τι της δια­με­σο­λα­βη­μέ­νης μας ε­πι­κοι­νω­νίας, αρ­τη­ρία μας με έ­ναν έ­ξω κό­σμο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, πολ­λα­πλα­σια­σμός μας προς τη συμ­φω­νία του κό­σμου με τις α­πό­ψεις και τις ο­ρά­σεις μας. Και ε­νώ τα μέ­σα εί­ναι έ­τσι δο­μη­μέ­να ώ­στε να δη­μιουρ­γούν μια αί­σθη­ση δια­χω­ρι­σμού, ό­που μες στη σιω­πή της ο­θό­νης βρι­σκό­μα­στε α­πό τη μια με­ριά ε­μείς και α­πό την άλ­λη ο κό­σμος, πρό­σφα­τες πο­λι­τι­κές έ­ρευ­νες και μα­ζι­κά γε­γο­νό­τα α­πο­δει­κνύουν πως μια σει­ρά α­πό πα­ρεμ­βά­σεις ο­ρί­ζουν την πραγ­μα­τι­κή χρή­ση των μέ­σων. Εται­ρείες που κλέ­βουν δε­δο­μέ­να, πα­ρεμ­βά­σεις α­πό χά­κε­ρς και τρο­λς που στρέ­φουν τις α­πό­ψεις του κοι­νού με βά­ση το πο­λι­τι­κό συμ­φέ­ρον, ε­πέ­λα­ση α­κρο­δε­ξιού θα­νά­του της λο­γι­κής και θεω­ριών συ­νω­μο­σίας, μια μα­ση­μέ­νη α­ντα­νά­κλα­ση ε­νός κό­σμου που δεν χορ­ταί­νει το εί­δω­λό του, α­κό­μα και αν αυ­τό τε­λι­κά έ­πα­ψε να τον α­πει­κο­νί­ζει. Σκου­πι­δα­ριό ει­κό­νας και πλη­ρο­φο­ρίας, νε­κρο­το­μείο του δη­μο­σίου λό­γου.
Η ί­δια η δο­μή των μέ­σων κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης α­να­δει­κνύε­ται στους ό­ρους δια­λό­γου που ε­πι­κρα­τούν κα­τά την πε­ρίο­δο ε­νός έ­ντο­νου κοι­νω­νι­κού ζη­τή­μα­τος. Οι ό­ροι δια­λό­γου α­παι­τούν να πά­ρεις θέ­ση. Αλλιώς κα­νείς δεν θα α­σχο­λη­θεί με ό­σα γρά­φεις ή ό­σα λες. Όσο πιο φα­να­τι­κά κα­τα­γρά­ψεις τη θέ­ση σου, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη θα εί­ναι και η διά­δο­σή της. Οι ό­ροι με τους ο­ποίους γρά­φεις, ο­ρί­ζο­νται και αυ­τοί με τον ί­διο τρό­πο. Σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη έ­ρευ­να του Jay Van Bevel, κα­θη­γη­τή του NYU, η χρή­ση λέ­ξεων με έ­ντο­νο η­θι­κό-συ­ναι­σθη­μα­τι­κό φορ­τίο έ­χουν τρο­μα­κτι­κά με­γα­λύ­τε­ρη α­ντα­πο­δο­τι­κό­τη­τα και θεά­σεις α­πό έ­ναν ου­δέ­τε­ρο και ψύ­χραι­μο λό­γο. Ο λό­γος αυ­τός στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πε­ρι­γρά­φει την α­νά­γκη του να α­νή­κεις σε μια ο­μά­δα. Για την α­κρί­βεια α­πο­τε­λεί έ­να λό­γο που εί­ναι τό­σο δή­λω­ση, ό­σο και ταυ­τό­χρο­νη προά­σπι­ση του χώ­ρου που κα­τα­λαμ­βά­νει η ο­μά­δα αυ­τή.
Η ορ­γά­νω­σή μας στο δί­πο­λο του φί­λου και του εχ­θρού εί­ναι πα­λαιά ό­σο οι αν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νίες, ό­σο η α­νά­γκη να α­νή­κεις σε μια ο­μά­δα και να χά­νε­σαι μέ­σα της. Συμ­βαί­νει με τις πο­λι­τι­κές στρα­τεύ­σεις, την ο­πα­δο­ποίη­ση και πολ­λά άλ­λα. Η βα­σι­κή δια­φο­ρά που υ­πάρ­χει στην ο­μα­δο­ποίη­ση στην ε­πο­χή και στο χώ­ρο του δια­δι­κτύου εί­ναι αυ­τή η ταυ­τό­χρο­νη πα­ρου­σία και α­που­σία μας. Ο στε­ντό­ρειος τρό­πος που υ­πε­ρα­σπι­ζό­μα­στε τις α­πό­ψεις και τις ε­ντά­ξεις μας και ό,τι αυ­τό συ­νε­πά­γε­ται (λό­γος μί­σους α­πέ­να­ντι στους α­ντι­πά­λους, ε­πι­θε­τι­κό­τη­τα, δο­λο­φο­νία χα­ρα­κτή­ρων κτλ) και η ταυ­τό­χρο­νη έλ­λει­ψη των κοι­νω­νι­κών συμ­βά­σεων που ο­ρί­ζει η ζωή στον έ­ξω κό­σμο. Η ευ­γέ­νεια, η α­νά­γκη για συ­νύ­παρ­ξη α­κό­μα και μέ­σω ε­νός μί­νι­μουμ συμ­φω­νίας, τα ό­ρια του άλ­λου και ο τρό­πος με τον ο­ποίο αυ­τός τα κά­νει εμ­φα­νή, ε­δώ ε­κλεί­πουν. Ταυ­τό­χρο­να, τα μέ­σα δι­κτύω­σης εί­ναι σχε­δια­σμέ­να με τέ­τοιο τρό­πο ώ­στε να πολ­λα­πλα­σιά­ζουν τη συμ­φω­νία μας, να μας προ­τεί­νουν σε­λί­δες με τις ο­ποίες θα συμ­φω­νού­με, θέ­μα­τα που θα βρί­σκα­με εν­δια­φέ­ρο­ντα, αν­θρώ­πους που θα πολ­λα­πλα­σιά­σουν τον ε­αυ­τό μας και τη φω­νή μας. Με τον τρό­πο αυ­τό πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται και οι βε­βαιό­τη­τές μας, το βύ­θι­σμά μας σε ό­λα αυ­τά στα ο­ποία α­νή­κου­με, ο φα­να­τι­σμός για το δί­κιο μας.
Και αν ό­λα αυ­τά μοιά­ζουν πε­ρί­που α­πο­δε­κτά σε έ­να πα­ράλ­λη­λο κό­σμο της ο­θό­νης, τι γί­νε­ται ό­ταν ο κό­σμος αυ­τός κυ­ριαρ­χεί στην ε­πι­κοι­νω­νία μας; Όταν οι ό­ροι τους ο­ποίους το μέ­σο ε­πι­βά­λει, ε­πε­κτεί­νο­νται και ε­κτός του μέ­σου; Για­τί ας μην το ξε­χνά­με. Τα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης εί­ναι προϊό­ντα. Με ε­πι­θυ­μία και στό­χο να μας κρα­τή­σουν για ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο μέ­σα τους, ό­σο γί­νε­ται πιο ε­νερ­γούς και πιο δρα­στή­ριους. Εντός τους εί­μα­στε και ε­μείς κομ­μά­τι του προϊό­ντος. Κα­τα­να­λω­τές και κα­τα­να­λώ­σι­μοι ε­ξί­σου.
Ο κό­σμος αλ­λά­ζει. Το ί­διο και οι ό­ροι και τα ό­ρια της πο­λι­τι­κής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Η δολοφονική προέκταση της μάζας



Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, πολλά πράγματα μένουν θολά στην υπόθεση γύρω από τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Αυτό που υπάρχει, αυτό που υπήρχε ακόμα και πριν γίνει γνωστή η ταυτότητα του θύματος, είναι το αρχικό βίντεο και αυτά που το ακολούθησαν.
Ενας άνθρωπος εμφανώς εξαντλημένος που προσπαθεί να ξεφύγει, δύο όρθια σκουπίδια που τον κλοτσούν με μανία σε κοινή θέα χωρίς να απειλούνται, φωνές που μαρτυρούν ένα συγκεντρωμένο πλήθος, αστυνομικοί που χτυπούν έναν αιμόφυρτο άντρα σε κρίσιμη κατάσταση, η επιβεβαίωση του θανάτου του λίγο μετά.
Το βίντεο και η ταυτότητα του θύματος, σε συνδυασμό με τη (για μία ακόμη φορά) άθλια κάλυψη του γεγονότος από τα κανάλια, έδωσαν στο γεγονός τη διάσταση που όντως θα έπρεπε να έχει κάθε αντίστοιχο περιστατικό.
Σε σχέση με την αθλιότητα της αυτοδικίας, την απανθρωπιά της αδιαφορίας και τη βουβή συγκατάθεση σε εγκληματικές πράξεις. Σε σχέση με τα όρια που θέτει ένα κομμάτι της κοινωνίας και τη στάση του απέναντι στα περιθώρια που αυτή η ίδια ορίζει.
Νομίζω πως είναι λάθος κάποιος να κατηγορεί την κοινωνία γενικά για τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου. Σαν αυτή η κοινωνία να είναι κάτι το ενιαίο, με ενιαία χαρακτηριστικά, απόψεις, αντιδράσεις. Χωρίς αποκλείσεις, περιθώρια και μετατοπίσεις (άρα χωρίς περιθώριο για μια αυριανή κοινωνία καλύτερη από αυτό το αίσχος).
Ταυτόχρονα είναι εγκληματικά αφελές να πιστεύουμε πως τα γεγονότα συνέβησαν από δύο μεμονωμένους τραμπούκους. Από δύο μονάδες που έπραξαν καθ’ υπερβολή, διεκδικώντας το δικαίωμα της προσωπικής ιδιοκτησίας και την ασφάλεια της περιουσίας τους.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση πιστεύω πως η εναλλαγή ανάμεσα στον ενικό και τον πληθυντικό στην ανάλυση των γεγονότων φωτίζει όλη την υπόθεση στην κοινωνική της διάσταση. Γιατί μεμονωμένο, το άτομο (ή έστω τα δύο άτομα) αποτελεί εκφραστή του εαυτού του και όσων αντιπροσωπεύει. Υπάρχει όμως μια προέκταση της πράξης. Μια προέκταση στους γύρω ανθρώπους και μέσω του βίντεο σε όλους μας.
Το λιντσάρισμα προϋποθέτει όχλο, έχει ανάγκη από τα τυφλά ελατήρια της μάζας, την αίσθηση πως οι κινήσεις σου δεν γίνονται ακριβώς από εσένα, αλλά από τη βουβή μάζα που εκπροσωπούν τα ματωμένα σου χέρια. Και ακόμα περισσότερο από την προέκταση των πράξεων και των απόψεων που εκείνη τη στιγμή ενσαρκώνουν τα χτυπήματά σου μέσω της συμφωνίας των θεατών και των παρευρισκόμενων.
Η μάζα του λιντσαρίσματος δεν έχει όλη τον ρόλο του εκτελεστή. Η πλειονότητά της βρίσκεται εκεί για να επιβεβαιώσει. Είτε με τη συγκατάθεση είτε με τη σιωπή της. Χωρίς αυτή ίσως να μην υπήρχε ξυλοδαρμός.
Είναι εκεί για να ξορκίσει τις ενοχές, για να ορίσει τις πράξεις ως κανονικές. Οπως τα εκτελεστικά αποσπάσματα μοιράζονται την ευθύνη για τις σφαίρες τους πάνω στον εκτελεσμένο.
Ο άθλιος τρόπος που το γεγονός καλύφθηκε και περιγράφηκε, τα αιμοσταγή γκάλοπ της Στεφανίδου, του καναλιού του Καρατζαφέρη και άλλων όρνιων στρέφονται ακριβώς προς αυτή τη δολοφονική προέκταση της μάζας. Υπέρ αυτών των θεατών των βίντεο που ταυτίστηκαν με τη μάζα που παρακολουθούσε. Των θεατών αυτών με τα χαρακτηριστικά της μάζας που συνηγορούν από απόσταση. Μακριά από το αγριεμένο πλήθος, την ασφάλεια του όχλου, την κατάφαση της μάζας.
Ο θεατής μένει μόνος με την αγριότητα της άποψής του να προβάλλεται μπροστά στα μάτια του στο άψυχο σώμα ενός 30χρονου. Θεατής της δικής του κτηνωδίας. Τον θεατή αυτό τα ρεπορτάζ και τα γκάλοπ τον καθησυχάζουν, κανονικοποιούν τα ένστικτα και την απανθρωπιά του, σχετικοποιούν την αγριότητά του. Το μεμονωμένο άτομο γίνεται και εδώ πλήθος. Και ουσιαστικά μέσα από τη δολοφονική προέκταση τον καλούν (αυτόν, άνθρωπο και πλήθος μαζί) σε αυριανά «αναγκαία» λιντσαρίσματα.
Ασχετα με το τι θα γίνει με τον «κοσμηματοπώλη» και τον σύντροφό του στο λιντσάρισμα, αυτοί θα είναι πάντοτε εκεί έξω. Να κράζουν τους γκέι, να φτύνουν τα πρεζάκια, να βαφτίζουν την αυτοδικία νόμιμη άμυνα και τις κλοτσιές στο κεφάλι του πεσμένου αντρίλα. Εκεί έξω θα είμαστε και εμείς.
Και η απόφαση για τη δική μας στάση απέναντι σε όλα αυτά πρέπει να παρθεί ακριβώς τώρα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Ο όρθιος θρήνος








Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(είταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!
[...]
Κατεβάζω στα μάτια τη μάβρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φέβγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.


Κώστα Βάρναλη, «Η Μάνα του Χριστού» (απόσπασμα)


Η εικόνα της μάνας που θρηνεί το πρόωρα χαμένο παιδί είναι μια εικόνα σπαρακτική. Αποτυπώνει τη χειρότερη εμπειρία που μπορεί να περάσει ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ολη την απώλεια, τη συντριβή, ως ενδεχόμενα για τον καθένα από εμάς.

Μέσα από την εικόνα αυτή ο θάνατος και η ζωή, οι αξίες και το μέτρο, αλλάζουν υπόσταση. Παύουν να είναι κάτι που στέκει μακριά, θολό και θεωρητικό, εξόριστο σε κάποια ενδεχόμενα.
Η εικόνα της μάνας που θρηνεί κάνει ό,τι αξίζει σε αυτή τη ζωή επείγον.

Η επέτειος των πέντε χρόνων από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα δεν αποτέλεσε μόνο την υπενθύμιση ενός εγκλήματος. Δεν αποτέλεσε επίσης μόνο μία προειδοποίηση για το γεγονός πως οι δολοφόνοι κυκλοφορούν έξω ελεύθεροι, πως αυτοί που τους ψήφισαν και αυτοί που θα τους ξαναψηφίσουν μένουν στα διπλανά μας σπίτια, περπατούν τους ίδιους δρόμους με εμάς, καταναλώνουν κομμάτια της κοινής ζωής μας.
Στη φετινή επέτειο κυριάρχησε η εικόνα της μάνας του δολοφονημένου. Γιατί μπορεί η Μάγδα Φύσσα να δίνει έναν αγώνα καθημερινά στα δικαστήρια, να έχει γίνει σύμβολο για μια ολόκληρη κοινωνία, αλλά η εικόνα της να φιλάει το άγαλμα του γιου της στο σημείο της δολοφονίας του και στη συνέχεια η εικόνα της με όρθιο ανάστημα στην κεφαλή της πορείας είναι εικόνες που θα μείνουν χαραγμένες στην ιστορία αυτού του τόπου.

Ακόμα περισσότερο είναι εικόνες που θα μείνουν χαραγμένες στη συνείδησή του. Γιατί μέσα από τις εικόνες αυτές ό,τι είναι ανθρώπινο σε μια κοινωνία στέκει απέναντι στον ναζισμό. Ο,τι μας κάνει να ανατριχιάζουμε στην εικόνα μιας μάνας που έχασε το παιδί της, ό,τι μας κάνει να συμπονούμε και να σφίγγουμε τα χέρια, ό,τι μας κάνει να χαμογελούμε και να δακρύζουμε, στέκει απέναντι. Και στέκει όρθιο.
Δείχνει τους δολοφόνους, χωρίς να φοβάται, χωρίς να λυγίζει, και αποδεικνύει το υλικό τους. Θρηνεί, μα δεν σκύβει.
Η εικόνα της Πιετά, η πιο αρχετυπική εικόνα και ενσάρκωση του θρήνου, θέλει τη μάνα καθιστή με τα χέρια ανοιχτά, το σώμα να περιγράφει την εξάντληση από τον πόνο, τη λύπη μαζί με την παραίτηση σε μια στιγμή που κάθε τι μοιάζει μάταιο.
Η στάση του σώματος υποδεικνύει πως όλα χάθηκαν, πως μετά τον θάνατο του παιδιού τίποτα δεν έχει σημασία.
Στην ανοιχτή αγκαλιά της κρατάει το σώμα του παιδιού, αλλά από τα χέρια της γλιστράει ολόκληρος ο κόσμος.
Και όμως, εδώ είμαστε μπροστά σε μια αλλιώτικη Πιετά, σε έναν θρήνο διαφορετικό. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια μάνα όρθια, που δεν ξεχνάει τον θρήνο της.
Αλλά μαζί τον μετατρέπει σε οργή και αίτημα δικαιοσύνης. Σε ένα αίτημα που ξεπερνάει και την ίδια και τον θρήνο και συνομιλεί με τον πυρήνα της κοινωνίας.
Γιατί η Μάγδα Φύσσα όρθια στον δρόμο είναι η δικαιοσύνη. Είναι η αλληλεγγύη. Είναι ό,τι ανθρώπινο έχει μείνει σε έναν κόσμο που νοσεί.
Ενας όρθιος θρήνος που κρατάει όρθια μια μολυσμένη κοινωνία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια



[το θεατρικό αυτό έργο  ξεκίνησε αρχικά ως άρθρο. Στη συνέχεια κατέληξε να αποκτήσει μορφή θεατρικού κειμένου. Εξετάζοντας θέματα γύρω από τη μνήμη, την απώλειά της, την ύπαρξή της στην εποχή της απόλυτης καταγραφής, τη σημασία της στη δημιουργία και την αλλοίωση της ταυτότητας, την πολιτική και τη χρήση της, τα τραύματα που κρύβει και αναδεικνύει.
Ανέβηκε σε μορφή αναλογίου στο Maison de la poesie στο Παρίσι σε μετάφραση της Κλειούς Μαυροειδάκου και σκηνοθεσία Laurence Campet. Το ερχόμενο Σάββατο (22/9) το έργο θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μορφή αναλογίου στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν-Φρυνίχου στις 20:30 στο πλαίσιο του Analogio Festival 2018]

Απόσπασμα:
(εικόνες μιλιταριστικού παρελθόντος. Παρελάσεις. Στρατιωτικά αντικείμενα και στρατιωτικές ενδυμασίες του παρελθόντος. Λεπτομέρειες, πλήθος. Παλιές φωτογραφίες. Φθαρμένος πόλεμος, ξεθυμασμένες κατακτήσεις.)
Η γυναίκα:
Το δέρμα του. Το χρώμα του. Το φύλο της επιθυμίας του.
Και εκείνος είπε: Τα αντικείμενα θυμούνται. Όλα τα αντικείμενα θυμούνται. Τα αντικείμενα μας πολεμούν.
Και εκείνος είπε: και μεις οφείλουμε να θυμόμαστε κάθε τι που μας πολέμησε.
Και εκείνος είπε: θυμόμαστε θα πει συνεχίζουμε. Και συγκροτούμε αυτό που μας συγκροτεί. Συναντούμε στο μέλλον το σημείο εκκίνησης μας.
Και εκείνος είπε: Η μνήμη είναι δύναμη και η δύναμη ένας τρόπος να κάνεις τους άλλους να θυμούνται. Να επιβάλλεσαι στην καταγωγή των γεγονότων ώστε να χειρίζεσαι τα γεγονότα. Να επιβάλλεσαι στις μορφές που προηγήθηκαν μέχρι να φτάσεις στην τώρα μορφή. Να επιβάλλεσαι στην κάθε διαδρομή ώστε να ελέγξεις το σημείο τερματισμού.
Και κείνος είπε: το νόημα είναι το νόημα αυτών που θυμάμαι. Το χρώμα αυτό που συναντώ μέσα στο δικό μου χρώμα. Αυτή η σημασία είναι ο πυρήνας μας.
Και κείνος είπε: Η φυλή μας είναι η μνήμη μας και η δύναμη μόνιμος απόγονός μας. Και μεις οφείλουμε να δίνουμε σε κάθε τι που έπεται το σχήμα αυτού που προηγείται. Η κίνηση απλώς επιβεβαιώνει τη σταθερότητά μας.
Και κείνος είπε: ορίζω τη μνήμη του σήμερα πάει να πει δίνω σχήμα στη μνήμη του αύριο. Κυριολεκτώ μονίμως πέρα από τα νοήματα. Γιατί τα νοήματα μου ανήκουν.
Και κείνος είπε: οφείλουμε διαρκώς να καταγράφουμε. Διαρκώς να συντηρούμε. Διαρκώς να ασκούμε τη δύναμη αυτή που μας επιτρέπει να μην εξαρτόμαστε από λέξεις ή από ανθρώπους. Οι λέξεις μας εμποδίζουνε να θυμηθούμε και οι άνθρωποι διαμορφώνουν τα γεγονότα μόνο αφού τα βιώσουν. Εμείς, οφείλουμε διαρκώς να καταγράφουμε ώστε να εξασφαλίσουμε πως μια μέρα τίποτα δεν θα είναι δυνατόν να ξεχαστεί.
Και κείνος είπε: όποιος ελέγχει τις πηγές ελέγχει και τα ποτάμια. Εμείς θα ορίσουμε τις ροές. Γιατί μόνο εμείς θυμόμαστε από πού ξεκίνησαν όλα.
Και εκείνος είπε: το να διοικούμε είναι το μόνο που γνωρίζουμε, το μόνο που θυμόμαστε. Και όσο θυμόμαστε θα συνεχίζουμε. Και όσο θυμόμαστε θα διοικούμε.
Και κείνος είπε
Με τη λευκή φωνή και το λευκό του δέρμα
Και κείνος είπε
Με μια μνήμη αντρική. Με την μνήμη να έχει το χρώμα, το φύλο, την όψη του
Και κείνος είπε
Με φωνή που κατέκτησε και με φωνή που επέβαλε.
Και κείνος είπε
Με τη φωνή του ρίζα όλων των πραγμάτων που ακούγονται
Είπε.
Είπε.
Εκείνος είπε.



Συντελεστές
Συγγραφέας : Θωμάς Τσαλαπάτης
Σκηνοθέτης : Νικόλ Δημητρακοπούλου
Ερμηνεία : Αμαλία Καβάλη, Κίττυ Παϊταζόγλου, Λουκία Πιστιόλα
Σκηνοθεσία Εικόνας: Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος
Φωτιστικός Σχεδιασμός : Νίκος Βλασσόπουλος
Μουσική – Ηχητικός Σχεδιασμός: Μανόλης Μανουσάκης
Βοηθός Σκηνοθέτη : Άλκηστης Νικολαΐδη
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Αντιγόνη χωρίς τάφο


Τη ζωή της πέρασε μέσα στην ορθοστασία της αναμονής. Ευθυτενής, μονίμως περιμένοντας τη στιγμή εκείνη να έρθει. Ακαμπτη, σαν άνθρωπος που δεν θέλει να ξοδέψει δυνάμεις σε πράξεις περιττές.
Χτίζοντας από την αρχή έναν σκοπό για μια γυναίκα, έναν στόχο για μια ζωή. Γυμνάζοντας το σώμα και το πνεύμα της με βάση όσα της επέβαλε ο προορισμός. Το χρέος. Κουρδισμένη από την επιλογή ενός Πρέπει. Ετοιμη να πράξει το καθήκον, κουβαλώντας τη δική μας δειλία, το δικό μας λίγο, την αδυναμία μας. Που ενώ ξέραμε τι είναι ορθό δεν θα μπορούσαμε να το σηκώσουμε.
Αυτή όμως καθηλωμένη στην αρετή της, ανάπηρη μέσα στην περηφάνια της, στη μελλοντική δόξα από τις πράξεις που τελικά δεν ήρθαν. Μια ηρωίδα πριν πράξει κάτι το ηρωικό. Αλαζονική μες στη λιτότητά της. Αθάνατη πριν απ' τον θάνατο. Ετοιμάζοντας την αυτοθυσία στο δικό μας όνομα σε μέλλοντες που δεν συντελέστηκαν.
Και ο σκοπός δεν έφτασε ποτέ. Οι μάχες έληξαν πριν δοθούν. Χωρίς σύγκρουση, χωρίς νεκρούς, χωρίς ηρωισμούς.
Με γραπτές διαπραγματεύσεις και συναντήσεις σε γραφεία. Κανένας στρατός δεν άπλωσε μπροστά στα τείχη των Θηβών. Η Ιστορία θυροκολλήθηκε.
Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Μια σύγκρουση που έμεινε να εκκρεμεί. Να γυρίζει τους δρόμους της πόλης. Σαν καχυποψία, σαν αδερφική αντιπάθεια. Λόγια κρυφά σε οικογενειακό τραπέζι. Χωρίς εξάρσεις. Χωρίς τάφους. Χωρίς ευκαιρίες για θυσίες και ηρωισμούς.
Ο Κρέοντας αποδείχθηκε ένας γραφειοκράτης. Ενας ακόμα που απλώς ήθελε να κάνει τη δουλειά του. Να είναι αποτελεσματικός χωρίς πολλές συγκρούσεις, διεκπεραιωτής της ερμηνείας του συμφέροντος. Δικό του. Δικό μας. Λίγο ασχοληθήκαμε. Θα φύγει και αυτός όπως οι προηγούμενοι και οι επόμενοι.
Και ο Αίμονας. Ενας ευνοημένος. Ενας υποστηρικτής της κανονικότητας του περάσματος του χρόνου. Ολα να πλέουν απάνεμα μέχρι τα γερατειά. Μια όρθια ενόχληση, να μουρμουρίζει και να παραπονιέται όπως κάποιος που ποτέ του δεν στερήθηκε. Και τελικά το μόνο που εκείνη κατάφερε ήταν αυτό. Μια απόρριψη εκείνου που όλοι αποδέχονταν, σαν να 'χε κληρονομικό δικαίωμα στην κατάφαση.
Και τώρα είναι σιωπή. Μονίμως ξαφνική σιωπή. Κοιτά απ' το παράθυρό της. Την πόλη να συνεχίζει την τυχαία πορεία της στον χρόνο. Μια τυχαία Θήβα στους αιώνες.
Την πόλη αυτή που αγνοεί τη θυσία που αυτή θα μπορούσε να της προσφέρει. Τη δύναμη που θα απελευθέρωνε όταν θα την καλούσε να πράξει το σωστό. Τον μύθο αυτόν που θα μάθαινε στις επόμενες γενιές το κουράγιο, την ηθική και την ακεραιότητα, την αγάπη. Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ και ν' αγαπιέμαι...
Μια Θήβα τυχαία που από άγνοια την καταδίκασε θνητή, μονίμως γερασμένη να γερνά. Αποχαιρετώντας ένα ένα τα πρόσωπα που φεύγαν. Χωρίς προδοσίες, με το καθήκον τους σιδερωμένο ώς το κολάρο σε πράξεις μικρές, υποχρεώσεις των ανθρώπων, αναμονή σε πρωινή ουρά μπροστά στο γκισέ. Περνούν και τώρα. Αποχαιρετισμοί από αρρώστια κακή ή γηρατειά. Τίποτα αιχμηρό. Καμία απόφαση. Περιβάλλον από βαμβάκι.
Η Ισμήνη, ο Αίμονας, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Σε μνήματα μέσα στην πόλη των Θηβών. Κάτω από λουλούδια σαπισμένα και καντήλια. Να γερνούν τώρα μέσα στη μνήμη. Ο Κρέοντας τελευταίος απ' όλους. Σαν να 'δινε μαζί της έναν αγώνα χρόνου. Εναν αγώνα σιωπηλό που κανείς δεν ομολογούσε. Κανείς δεν ενδιαφερόταν.
Τώρα όλο το ανθρώπινο τη συναντά. Και κάθε τι καθημερινό γίνεται αβάσταχτο. Οι μικροί συμβιβασμοί για να τελειώσει η μέρα, οι συνήθειες, οι τελετουργίες της ρουτίνας. Οι μικρές αδυναμίες, κυρίως αυτές. Και το σώμα, η μεγαλύτερη ανάμεσά τους. Το σώμα, μια υπόσχεση που δεν δόθηκε, αλλά κρατήθηκε.
Ολο το σώμα που πέρασε μέσα απ' τα δάχτυλά της και δεν το άγγιξε. Και ο σκοπός, ατόφιος να την απορρίπτει ακόμη. Να γελά μαζί της για τη γερασμένη της ηλικία, τις υποσχέσεις της που δεν συνάντησαν την εκπλήρωσή τους. Ο σκοπός να στέκει τώρα ευθυτενής μπροστά στην κυρτή της όψη.
Πώς πέρασαν όλα. Πώς πέρασαν όλα ανεξέταστα.
Και είναι το ανθρώπινο αυτό, η πιο μεγάλη καταδίκη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Ένας ποιητής, ένα ποίημα: μνήμη Γιάννη Κοντού



Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο

Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω –τα άλλα είναι ψέματα. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δεν δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.
Γιάννης Κοντός, «Ανωνύμου μοναχού», 1985


Στέκουν όλα εκεί τα χαρακτηριστικά της ποιητικής του Γιάννη Κοντού και τα ποιήματά του, ο Γιάννης που δεν θέλει ούτε λιοντάρια ούτε ανθρώπους και το κλουβί των λιονταριών που συναντάς τυχαία ενώ πήγαινες στην τουαλέτα. Εδώ τα νύχια, η πόλη, οι δολοφόνοι, το αίμα και το χρώμα. Η επιθυμία για πτήση ακόμα και αν σέρνεσαι με την κοιλιά στο χώμα. Η ήπια προφορικότητα ακόμα και αν ειπώνεται από το στόμα ενός δράκου. Εδώ ο Γιάννης Κοντός και εδώ η ποίηση που γέννησε την ποίησή του.
Η παραμυθιακή διάσταση και η θυμοσοφία –χαρακτηριστικά τόσο κοινά σε τόσα ποιήματά του- θα δανειστούν την οικεία εικόνα του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει το δράκο. Η αντίθεση του Κοντού στην κυρίαρχη τάξη και αντίληψη θα πάρει τη μορφή της βεβαιότητας όλων των αγιογραφιών. Θα μπορούσαν να είναι κρατικά έγγραφα, δικτατορικές επιταγές και δημοκρατικές προστακτικές όλων των διευθυντών (που ο ποιητής έχει παιδικό όνειρο να εκτελέσει). Ο Άγιος Γεώργιος έχει στο ποίημα το μεγαλείο ενός φτερωτού δημοσίου υπαλλήλου που σκορπάει τον θάνατο. Ο μελαγχολικός σαρκασμός του ποιητή ενσαρκώνεται (για άλλη μια φορά σε πρώτο ενικό πρόσωπο) στην αποκατάσταση της αλήθειας από τον ίδιο το δράκο ενώ πεθαίνει. Η εξωστρέφεια των μορφών πίσω από την οποία κρύβεται ο ποιητής και οτιδήποτε προσωπικό, εδώ έχει τη μορφή ενός παρεξηγημένου τέρατος.
Ο ανθρωπομορφισμός του προφορικού δράκου θα μιλήσει για τα δικά μας σώματα. Τα λέπια μας που λάμπουν, την πρησμένη μας κοιλιά, τα άχρηστα φτερά μας. Το δικό μας σώμα απειλεί ο άγιος με τις βεβαιότητες του. Και μαζί το χορτάρι του φεγγαριού, τα αυγά της πολιτείας, το σούρσιμο που μετατοπίζει τη θάλασσα προς το βουνό. Την ίδια την ποίηση, ενώ τα μήλα πέφτουν στα πόδια του, ενώ εκείνος στρέφει τα μάτια προς τον ουρανό.
Ο ποιητής σκηνοθετεί με τρόπο εικαστικό. Δημιουργεί αποστάσεις ανάμεσα στα σώματα για να τις εκμηδενίσει την κατάλληλη στιγμή, στύβει χρώμα μέσα από τις λέξεις βάφοντας τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων. Και ορίζει την αρχιτεκτονική του καταληκτικού στίχου που κάνει το ποίημα να αρχίζει και πάλι από την αρχή αυτή τη φορά με την ένταση του ερωτήματος: τι είδε ο δράκος μόλις έκλεισε τα μάτια; Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ερώτηση και για ολόκληρη την ποίηση του Γιάννη Κοντού.
Μια ποίηση που μίλησε για το παράλογο και το άδικο, μέσα από μια ατελείωτη ευρηματικότητα και ένα σφιχτό στίχο, μέσα από απροσδόκητα τινάγματα και μια αστείρευτη εικονοποιία εξωτερικών μορφών και εσωτερικών χώρων. Για το βίωμα και τα γεγονότα, τον άνθρωπο και την εποχή. Για την ανθρώπινη οδύνη που τελικά απορρίπτει τον άγιο και εξυψώνει το δράκο μέχρι την αγιοσύνη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Μαύρο φως


Μέρες μετά βλέπεις όσα μένουν πίσω. Η φωτιά φτάνει στο λόφο λίγα μέτρα πάνω απ’ το λιμάνι της Ραφήνας σαν δίψα που τρέχει προς τη θάλασσα να σβήσει τον εαυτό της. Η μυρωδιά είναι βαριά, η στάχτη ακόμα γυρίζει στην ατμόσφαιρα, αποκαΐδια, κομμάτι από κάτι πέρα μακριά, ελικόπτερα περνούν ίσα πάνω από το έδαφος. Εδώ ο ορίζοντας είναι χαμηλός σαν το τοπίο να τον κουβαλά στους ώμους του και τα πόδια του να λυγίζουν. Στο πλοίο κοιτάς τη ρημαγμένη γη, τη ρημαγμένη θάλασσα. Προσπαθείς να καταλάβεις όσα έγιναν λίγες μόνο μέρες πριν. Ξέρεις πως ποτέ δεν θα ξανακοιτάξεις τα μέρη αυτά με τον ίδιο τρόπο. Και ακόμα περισσότερο ξέρεις πως και αυτά δεν θα σε κοιτάξουν με τον ίδιο τρόπο. Ο αέρας, μαζί με τη στάχτη κουβαλά και την ενοχή. Πέρα από τη λογική, πέρα από το αίτιο και το αιτιατό. Κάτι πλήγωσες και κάτι σε πληγώνει.
Καθώς απομακρύνεσαι βλέπεις το μαύρο να απλώνει κατά μήκος, να συνθέτει τη δική του φονική γεωγραφία. Το μαύρο ορειβατεί στην εκπνοή του βράχου. Εκείνο το μαύρο, μαύρο τα αχινού σε κοπάδι. Λίγο πιο δίπλα ένα εκκλησάκι, δυο τρία σπίτια σκόρπια βουτηγμένα στο λευκό σαν να προμηνύουν το πέλαγος, το ταξίδι, το φευγιό. Και λίγο πιο πέρα ένα τοπίο όμοιο με αυτό που καταστράφηκε, δέντρα πυκνά και χαμηλά λίγα σπίτια ανάμεσα, ξαφνικά περισσότερα, ξαφνικά πάλι δάσος. Τα πεύκα, το «καταραμένο δέντρο» για τους Ρωμαίους, οι οποίοι το απαγόρευαν στις κατοικημένες περιοχές. Εδώ πάλι, τη δεκαετία του ’60 υπήρξε συντονισμένη φύτευση πεύκων σε όλη τη χώρα. Στέκουν εκεί, μέσα στον εύφλεκτο ίσκιο τους, μελλοντικοί εμπρηστικοί μηχανισμοί καραδοκώντας. Λίγο πιο πέρα εκείνο το ξαφνικό τίποτα που ήρθε να ρυμοτομήσει.
Εδώ είναι σαν το φως να εγκαταστάθηκε. Είναι το φως αυτό στην πύκνωσή του, το φως που όταν το στύβεις βγάζει πυκνό σκοτάδι και όταν το αλέθεις σου χαρίζει στάχτη.
Το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορεί να συμβεί σήμερα, τις μέρες που ακολουθούν τη μεγάλη καταστροφή και τη μεγάλη απώλεια, είναι να παραχωρηθεί η όλη συνθήκη στο παράλογο. Στον κακό καιρό, στην τύχη και στη μοίρα. Δεν υπάρχει τυχαίο στις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι ίδιες αποτελούν μια οργάνωση εξάλειψης του τυχαίου. Δεν υπάρχει συλλογική τύχη τόσων πολλών ανθρώπων. Τα γεγονότα αφορούν τους πολλούς. Μπορεί οι παράγοντες να είναι πολλοί και σύνθετοι, μπορεί τα αποτελέσματα να είναι δημιούργημα πολλών επιλογών σε διαφορετικούς χρόνους που συναντήθηκαν ξαφνικά προς μια πορεία καταστροφής. Οι ευθύνες είναι πολλές και ορατές. Ξεκινούν από το σήμερα και πηγαίνουν προς τα πίσω. Ξεκινούν από τη διαχείριση της στιγμής και φτάνουν μέχρι την πρόσφατη ιστορία. Και οι άμεσοι ή έμμεσοι ένοχοι είναι ορατοί. Αυτό που απαιτείται είναι μια έντιμη και ειλικρινής κουβέντα για όλα όσα συνέβησαν, για όλες τις ενδείξεις και τα στοιχεία. Για την πολιτική ευθύνη, για την ευθύνη του κράτους, για την ευθύνη της κοινωνίας. Κυρίως μια κουβέντα για το πώς θα εξαλειφθούν όλες αυτές οι καταστροφές στο μέλλον, ποιος θα είναι ο ριζικός σχεδιασμός που θα τις αποτρέψει. Μια κουβέντα που είμαστε όλοι σίγουροι πως δεν θα γίνει.
Υπάρχει κάτι που σκάβει τη μιλιά μέχρι την ανάσα σε τραγωδίες τέτοιας έκτασης. Ένα τράνταγμα στα θεμέλια, ένα μούδιασμα ακινησίας που σε ξεπερνούν και σε πετούν στη σιωπή. Αυτά στους ανθρώπους. Οι κοινωνίες όμως δεν σιωπούν, δεν παύουν. Η άμεση αλληλεγγύη και η αυταπάρνηση που επιδείχθηκε σε τέτοια κλίμακα τις επόμενες μέρες από πολίτες, είναι το μόνο πράγμα που σε κάνει να συνεχίζεις. Το μόνο πράγμα σε μια βαθιά άρρωστη κοινωνία με ένα ξεχαρβαλωμένο κράτος που σχεδόν πάντα στέκει κατώτερο των περιστάσεων. Το ζήτημα είναι πώς αυτή η αλληλεγγύη θα γίνει από ένστικτο και αντανακλαστικό πολιτική. Μια πολιτική που δεν θα περιορίζεται στην έκτακτη ανάγκη αλλά θα ταυτίζεται με τις ανάγκες των ίδιων των ανθρώπων. Όλα τα άλλα είναι σιωπή.
Το τοπίο απομακρύνεται μαζί με το πλοίο. Ο χώρος προχωρά. Ο χρόνος όμως παραμένει σταθερός στην ίδια ημερομηνία. Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σιδερένιοι άνθρωποι, χάρτινοι ήρωες


Η ται­νία Avengers: Infinity War, που αυ­τή τη στι­γ­μή παί­ζε­ται στους κι­νη­μα­το­γρά­φους, α­πο­τε­λεί ή­δη μια α­πό τις ε­πι­τυ­χη­μέ­νες ται­νίες ό­λων των ε­πο­χών, κά­νο­ντας ρε­κόρ ει­σ­πρά­ξεων στο ά­νοι­γ­μά της. Η ται­νία συ­γκε­ντρώ­νει με­ρι­κές δε­κά­δες σού­περ ή­ρωες, που ε­μ­φα­νί­στη­καν στις προ­η­γού­με­νες 18 ται­νίες της σει­ράς που ε­ντά­σ­σε­ται στο Marvel Cinematic Universe. Η ται­νία συ­γκε­φα­λαιώ­νει ό­λες τις προ­η­γού­με­νες με πε­τυ­χη­μέ­νο τρό­πο (ό­πως πε­ρι­γρά­φουν ό­λοι οι κρι­τι­κοί) και δια­χει­ρί­ζε­ται σω­στά το α­τε­λείω­το πα­νη­γύ­ρι των υ­πε­ρά­ν­θρω­πων. Το francise των ται­νιών της Marvel α­πο­τε­λεί την πιο πε­τυ­χη­μέ­νη σει­ρά ται­νιών ό­λων των ε­πο­χών (με υ­πε­ρ­δι­πλά­σια κέ­ρ­δη α­πό το δεύ­τε­ρο της λί­στας, το Star Wars). Η ε­ρώ­τη­ση που προ­κύ­πτει εί­ναι: «Τι τους χρεια­ζό­μα­στε τό­σους υ­πε­ρή­ρωες;»
Το α­ρ­χέ­τυ­πο του υ­πε­ρά­ν­θρω­που πλη­σιά­ζει την η­λι­κία του ε­νός αιώ­να. Παί­ρ­νο­ντας τη σκυ­τά­λη α­πό τους ή­ρωες των πα­ρα­μυ­θιών, οι πρώ­τοι μα­ζι­κοί ή­ρωες υ­πή­ρ­ξαν κα­νο­νι­κοί ά­ν­θρω­ποι με ο­ξυ­μέ­νη κά­ποια ι­κα­νό­τη­τα. Μέ­σα στις πρώι­μες αυ­τές πι­να­κο­θή­κες ξε­χω­ρί­ζει ως μα­κράν πιο πε­τυ­χη­μέ­νος ο Σέ­ρ­λοκ Χο­λ­μς, με μό­νη του δύ­να­μη την ι­κα­νό­τη­τά του να λύ­νει γρί­φους και αι­νί­γ­μα­τα. Οι ή­ρωες με τις υ­πε­ρά­ν­θρω­πες δυ­νά­μεις δη­μιου­ρ­γή­θη­καν και κα­το­χυ­ρώ­θη­καν στη λε­γό­με­νη «χρυ­σή ε­πο­χή» των κό­μι­ξ, δη­λα­δή στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘30 μέ­χρι και το 1950. Πο­λ­λοί α­πό του ή­ρωες που κυ­κλο­φο­ρούν στις ται­νίες των τε­λευ­ταίων ε­τών, ό­πως ο Superman, ο Bat­man, ο Captain Ame­ri­ca και η Wonder Wo­man, γε­ν­νή­θη­καν και με­σου­ρά­νη­σαν α­κρι­βώς ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο. Κα­τά την «α­ρ­γυ­ρή πε­ρίο­δο» (μέ­χρι το 1970) των κό­μι­κς οι υ­πε­ρή­ρωες ά­ρ­χι­σαν ή­δη να πα­ρα­κ­μά­ζουν (πα­ρό­λο που πα­ρέ­μει­ναν κυ­ρία­ρ­χοι των κό­μι­κς), ε­νώ κα­τά την χά­λ­κι­νη πε­ρίο­δο (μέ­χρι το 1985) οι ή­ρωες αυ­τοί θα α­πο­κτή­σουν πιο α­ν­θρώ­πι­να και πιο σκλη­ρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σε πλο­κές που θα πε­ρι­λά­βουν το ρα­τσι­σμό, τα να­ρ­κω­τι­κά, τον α­λ­κοο­λι­σμό, την οι­κο­λο­γι­κή κα­τα­στρο­φή κ.ά. Η ση­με­ρι­νή πε­ρίο­δος, η μο­ντέ­ρ­να ε­πο­χή των κό­μι­κς, εί­ναι σύ­ν­θε­τη και πο­λυε­πί­πε­δη με ε­πα­να­σχε­δια­σμό πα­λαιο­τέ­ρων η­ρώων, λο­γο­τε­χνι­κές α­ξιώ­σεις, τε­λείως α­πο­μα­κρυ­σμέ­νη α­πό τη μο­νο­κό­μ­μα­τη θε­τι­κό­τη­τα των πρώ­των χά­ρ­τι­νων η­ρώων. Προς τι, λοι­πόν, αυ­τή η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ε­πι­στρο­φή στην α­πλοϊκό­τη­τα μιας πε­ρα­σμέ­νης πε­ριό­δου;

Οι σού­περ ή­ρωες εί­ναι η δι­σ­διά­στα­τη ε­κ­δο­χή της πρα­γ­μα­τι­κό­τη­τάς μας. Η τρί­τη διά­στα­ση που πε­ρι­σ­σεύει στον κό­σμο τους, εί­ναι το δι­κό μας βλέ­μ­μα, η προ­σ­δο­κία και η α­πο­γοή­τευ­σή μας.
Ο υ­πε­ρά­ν­θρω­πος α­πο­τε­λεί την ε­πι­στρο­φή της α­πλό­τη­τας σε έ­να σύ­ν­θε­το κό­σμο, μια α­πό­λυ­τη κα­τά­στα­ση μέ­σα σε έ­να σύ­ν­θε­το σχε­τι­κι­σμό, που φέ­ρ­νει και πά­λι την ε­πι­λο­γή α­νά­με­σα στο κα­λό και στο κα­κό στο προ­σκή­νιο με η­θε­λη­μέ­να μα­νι­χαϊστι­κούς ό­ρους. Μια α­δρή γρα­μ­μή πά­νω σε έ­να ψη­φι­δω­τό χά­ος. Ο σού­περ ή­ρωας εί­ναι η προέ­κτα­σή μας, η προ­σ­δο­κία ως πρα­γ­μα­τι­κό­τη­τα, το α­πί­θα­νο ως πι­θα­νό, η ε­πι­θυ­μία ως συ­μ­βάν και ο φό­βος ως κά­τι που πά­ντο­τε μπο­ρεί να λυ­θεί. Άλλω­στε, δεν ταυ­τι­ζό­μα­στε πο­τέ με τον ή­ρωα, α­λ­λά με αυ­τόν που βρί­σκε­ται πί­σω α­πό αυ­τόν, με την α­ν­θρώ­πι­νη φι­γού­ρα που βρί­σκε­ται πί­σω α­πό κά­θε μπά­τμαν και σπάι­ντε­ρ­μαν (γι’ αυ­τό ο Σού­πε­ρ­μαν εί­ναι ά­κρως α­ντι­πα­θη­τι­κός). Τον α­τε­λή αυ­τόν χα­ρα­κτή­ρα με τα προ­βλή­μα­τα και τους φό­βους, έ­ναν ό­μοιο με ε­μάς. Ο ή­ρωας δεν α­πο­τε­λεί τί­πο­τα ά­λ­λο α­πό την ε­ν­σά­ρ­κω­ση της λύ­σης που δί­νει στα κοι­νά μας προ­βλή­μα­τα.
Δεν εί­ναι τυ­χαίο πως το εί­δος προέ­κυ­ψε α­νά­με­σα στο 1938 (με τη γέ­ν­νη­ση του Σού­πε­ρ­μαν) και το 1941. Σε μια πε­ρίο­δο ό­που ο πό­λε­μος ή­ταν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και η έ­κτα­σή του εί­χε την έ­κτα­ση του πλα­νή­τη. Σε έ­ναν πό­λε­μο ό­που για πρώ­τη φο­ρά τα ό­πλα ξε­πε­ρ­νού­σαν την α­ν­θρώ­πι­νη κλί­μα­κα και μπο­ρού­σαν να ε­ξα­φα­νί­σουν ο­λό­κλη­ρες πό­λεις. Ο ί­διος ο ά­ν­θρω­πος ως φα­ντα­σια­κή κλί­μα­κα ξε­πε­ρά­στη­κε. Οι ε­ν­σα­ρ­κω­τές των πα­ρά­δο­ξων δυ­νά­μεων θα κου­βα­λή­σουν μέ­σα τους την κλί­μα­κα της ε­πο­χής τους. Τό­τε που μια α­πλή κί­νη­ση μπο­ρού­σε να σβή­σει τα πά­ντα.
Η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή έ­κρη­ξη του υ­πε­ρη­ρωι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου εί­ναι ο­μο­λο­γία της ε­πο­χής μας. Των ο­ρίων, των φό­βων και α­διε­ξό­δων της. Μια με­τα­τρο­πή της α­βε­βαιό­τη­τας σε πε­ρι­πέ­τεια και θέ­α­μα, με σκο­πό να διε­ρευ­νη­θεί, να ο­μο­λο­γη­θεί και να ξο­ρ­κι­στεί. Όπως για αιώ­νες συ­νέ­βαι­νε στα πα­ρα­μύ­θια, οι σύ­μ­μα­χοι και οι ε­χθροί μας μάς ξε­πε­ρ­νούν με τις μπέ­ρ­τες και την ε­ν­σα­ρ­κω­μέ­νη υ­πε­ρ­βο­λή τους, με τις δυ­νά­μεις και τα σύ­μ­βο­λά τους, με τα τρω­τά ση­μεία και τη λου­στρα­ρι­σμέ­νη τε­λειό­τη­τα τους, ε­κ­προ­σω­πώ­ντας μας σε έ­να φα­ντα­σια­κό πό­λε­μο που έ­χει ή­δη κη­ρυ­χτεί.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το νόμιμο και το ηθικό


Η πρόσφατη υπόθεση του επιδόματος της Ράνιας Αντωνοπούλου έφερε και πάλι τις δύο λέξεις του τίτλου μας στο προσκήνιο, ως δυο λέξεις με αμφίβολη σχέση μέσα στο νόημά τους. Η προβληματική διαχείριση της υπόθεσης από την κυβέρνηση σε επικοινωνιακό επίπεδο —και μάλιστα λίγες μέρες μετά την κουβέντα στη βουλή για το σκάνδαλο Novartis— και η ακολουθία των πολιτικών εξελίξεων που έφερε μέχρι το διορθωτικό ανασχηματισμό, ορίζουν τη σημασία των φορτίων του νόμιμου και του ηθικού στη δημόσια σφαίρα και την πολιτική ζωή. Γιατί, αν τελικά μια νόμιμη, αλλά καθόλου ηθική στάση από έναν υπουργό μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις τέτοιου μεγέθους, καλούμαστε εκ των πραγμάτων να επαναπροσδιορίσουμε όχι τόσο τη νοηματοδότηση των λέξεων όσο τους όρους με τους οποίους αυτές υπάρχουν στην πολιτική σφαίρα.
Όταν η φράση αυτή εκστομίστηκε από τον Γιώργο Βουλγαράκη, εν μέσω σκανδάλων βατοπεδινών, είχε ως στόχο να περιγράψει την αθωότητά του. Στην πραγματικότητα, στη δεδομένη συγκυρία η υπόγεια διατύπωση της φράσης ήταν πως «ξέρω πως όλα αυτά μπορεί να είναι ανήθικα, αλλά τουλάχιστον είναι νόμιμα». Η φράση στη δεδομένη συγκυρία που διατυπώθηκε ήταν τόσο άστοχη, ώστε τελικά να μείνει παροιμιώδης (κάπως σαν το «λεφτά υπάρχουν» και το «μαζί τα φάγαμε»)· είχε όμως μία ακόμη επίπτωση: την καταγραφή του διαζυγίου της νομιμότητας και της ηθικής στο δημόσιο λόγο. Γιατί, αν θυμάστε την περίοδο εκείνη της διακυβέρνησης, το κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε κερδίσει τις εκλογές με βασικό σύνθημα την κάθαρση μετά το εκσυγχρονιστικό πάρτι της περιόδου Σημίτη. Η δεδομένη περίοδος στην οποία εκστομίστηκε η φράση ουσιαστικά σήμαινε την είσοδο της καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας στην πινακοθήκη των μεγάλων σκανδάλων και σήμανε την πτώση της.

Ο κοινός τόπος για τη μη ηθική ακεραιότητα των πολιτικών σε συνδυασμό με την απόγνωση των ετών της κρίσης, ενισχυμένη στη συνέχεια από την απογοήτευση της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δημιούργησε μια αίσθηση απόλυτης αντίθεσης ανάμεσα στους όρους της πρότασης. Πια, η κοινή αίσθηση είναι πως η νομιμότητα είναι το αντίθετο της ηθικής. Η παρανομία καταγράφεται ως μια όχι ακριβώς επιλήψιμη στάση (σε μια περίοδο ακραίων μέτρων και όλο και μεγαλύτερης πίεσης των πολιτών) και πως η επίκληση της νομιμότητας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα ώστε να κουκουλωθεί η ανηθικότητα του βίου του πολιτικού και των συνεργατών του. Σε αυτό, προφανώς, παίζει ρόλο και η απόλυτη απαξίωση της δικαστικής εξουσίας (ίσως μεγαλύτερη και από την πολιτική), η οποία ορίζει τη νομιμότητα ως μια χρήσιμη ομπρέλα ανηθικότητας.
Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα απογοήτευσης και συχνά απελπισίας, πολιτικού αμοραλισμού εκ μέρους των ισχυρών και λαϊκίστικης απαξίωσης το σύνολο των θεσμών ορίζεται ως μια εξουσιαστική δύναμη που κατοχυρώνει μια παράλληλη ηθική που παρακάμπτει την τρέχουσα ηθική. Η νομιμότητα παίρνει την μορφή πράξεως επιβολής, την λειτουργία μιαw δύναμης της αριστοκρατίας να επιβάλει την ισχύ της με υπερβατικά επιχειρήματα που γεννούν ηθική από μόνα τους.

Όλο αυτό το εν μέρει δίκαιο και εν μέρει άδικο συνονθύλευμα περιγράφει μια μεγάλη απαξίωση. Και η απαξίωση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί με επικοινωνιακά φιάσκα ή με μια συζήτηση γύρω από το νόμιμο και το ηθικό σε φιλοσοφική βάση. Δεν γιατρεύεται με παραιτήσεις υπουργών (οι οποίες σωστά έγιναν), δεν την ενδιαφέρει σε καμία περίπτωση το παρωχημένο «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς». Η απαξίωση μπορεί να διορθωθεί μόνο με συγκεκριμένες πράξεις και ακόμα περισσότερο με συγκεκριμένους νόμους. Όπως η αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Όχι με κοινοβουλευτικούς ρητορικούς μαξιμαλισμούς, αλλά με καθημερινές πρακτικές και συγκεκριμένες αποφάσεις. Γιατί πια η απαξίωση δεν αφορά ποτέ ένα πολιτικό πρόσωπο ή ένα κόμμα, αλλά προστίθεται στην ίδια την απαξίωση του συνόλου του πολιτικού συστήματος. Και φαντάζομαι πως όλοι μπορούμε να φανταστούμε που οδηγεί αυτή η απαξίωση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τί­πο­τα δεν εί­ναι α­λη­θι­νό, ό­λα ε­πι­τρέ­πο­νται


Η φρά­ση του τίτ­λου α­πο­δί­δε­ται συ­χνά στον Hassan-i Sabbah, ι­δρυ­τή των Α­σα­σί­νων, στρα­τιω­τι­κο-θρη­σκευ­τι­κού τάγ­μα­τος α­πό τον 11ο μέ­χρι τον 13ο αιώ­να μ.Χ. Το ό­νο­μα του τάγ­μα­τος προέρ­χε­ται α­πό το χα­σίς που κα­τα­νά­λω­ναν οι στρα­τιώ­τες του τάγ­μα­τος, το ο­ποίο τους δι­νό­ταν ως μια πρό­γευ­ση για τις α­πο­λαύ­σεις που θα γεύο­νταν στους ου­ρά­νιους κή­πους που πε­ρι­γρά­φει το Κο­ρά­νιο, με­τά την ε­κτέ­λε­ση της α­πο­στο­λής τους.
Ο α­πό­λυ­τος σχε­τι­κι­σμός που δια­τυ­πώ­νει η φρά­ση πε­ρι­γρά­φει τη σχέ­ση του α­λη­θι­νού και του η­θι­κού. Σε μια συν­θή­κη που τί­πο­τα δεν έ­χει πραγ­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση, κά­θε πρά­ξη εί­ναι νό­μι­μη. Δεν υ­πάρ­χουν τρο­χο­νό­μοι στη χώ­ρα των σκιών. Α­κό­μα και η δο­λο­φο­νία εί­ναι μια πρά­ξη που μπο­ρεί να εί­ναι χρή­σι­μη, αλ­λά δεν μπο­ρεί να πε­ρι­γρα­φεί ως κα­λή ή ως κα­κή. Στο γε­γο­νός αυ­τό συ­νη­γο­ρεί και η ε­πι­με­λώς σχε­δια­σμέ­νη δο­λο­φο­νία των η­γε­τών των εχ­θρών των Α­σα­σί­νων.
Το τάγ­μα των Α­σα­σί­νων ε­ξα­φα­νί­στη­κε κά­που τον 13ο αιώ­να. Η φρά­ση ό­μως έ­μει­νε να πλα­νά­ται και να πε­ρι­γρά­φει τα ό­ρια της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και της φα­ντα­σίας, τους ό­ρους της η­θι­κής και της α­λή­θειας.
Σή­με­ρα, με­τα­φερ­μέ­νη σε άλ­λο πλαί­σιο, η φρά­ση πε­ρι­γρά­φει με ε­ξαι­ρε­τι­κό τρό­πο και την κα­τά­στα­ση στην ο­ποία έ­χει πε­ριέλ­θει η πο­λι­τι­κή και η δη­μο­σιο­γρα­φία με την ε­πέ­λα­ση των Fake News τα τε­λευ­ταία χρό­νια σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα.
Όταν κα­μία εί­δη­ση δεν εί­ναι υ­πο­χρεω­τι­κό να εί­ναι α­λη­θι­νή, ό­λα δη­μο­σιεύο­νται.
Α­πό τη σχε­τι­κο­ποίη­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προ­κύ­πτει την ί­δια στιγ­μή και μια σχε­τι­κο­ποίη­ση της η­θι­κής της εί­δη­σης.
Ση­μα­σία και ε­δώ δεν έ­χει η ί­δια η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλ­λά η χρή­ση της, η ερ­γα­λεια­κή της υ­πό­στα­ση. Ο ο­ντο­λο­γι­κός της, ό­μως, σχε­τι­κι­σμός φέρ­νει στην ε­πι­φά­νεια και το η­θι­κό έλ­λειμ­μα που δη­μιουρ­γεί­ται. Κά­θε εί­δη­ση μπο­ρεί να δη­μο­σιευ­τεί αρ­κεί να εί­ναι χρή­σι­μη. Το γε­γο­νός αυ­τό δεν μας κα­θι­στά α­πλώς έκ­θε­τους στο ψεύ­δος, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να με­τα­μορ­φώ­νει την κά­θε εί­δη­ση σε δυ­νά­μει ψεύ­δος.

Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας μια πρό­χει­ρη φρά­ση, θα μπο­ρού­σα­με να πού­με πώς θεω­ρη­τι­κά η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της εί­δη­σης θα έ­πρε­πε να εί­ναι αυ­το­σκο­πός των μέ­σων ε­νη­μέ­ρω­σης στην προ­σπά­θειά τους να ε­νη­με­ρώ­σουν. Σή­με­ρα η φρά­ση αυ­τή α­κού­γε­ται σαν παι­δι­κή α­φέ­λεια. Μέ­ρα με την η­μέ­ρα το «fake»ταυ­τί­ζε­ται με το «news» σε τέ­τοιο βαθ­μό που σύ­ντο­μα η πρώ­τη λέ­ξη θα εί­ναι ά­χρη­στη, α­φού θα α­πο­τε­λεί κυ­ρίαρ­χο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ί­διας της εί­δη­σης.
Μια πα­ρά­με­τρος που συ­χνά ξε­χνά­με, εί­ναι πώς συ­νή­θως τα fake news κα­τα­σκευά­ζο­νται χω­ρίς δό­λο ή προ­σπά­θεια πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­σης. Η υ­φή της εί­δη­σης παίρ­νει σχή­μα μέ­σα α­πό τις τε­χνι­κές ε­πι­βο­λές και τους ό­ρους του κυ­ρίαρ­χου μέ­σου. Ο α­ντα­γω­νι­σμός τα­χύ­τη­τας των δια­φό­ρων ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κών σάιτ εί­ναι ευ­θέως α­ντί­στρο­φος της δια­σταύ­ρω­σης της εί­δη­σης. Σε τέ­τοιο βαθ­μό, μά­λι­στα, ώ­στε το έ­να μέ­σο να ε­ξα­πα­τά το άλ­λο δη­μιουρ­γώ­ντας μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τά πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που προ­σπα­θούν να με­τα­δώ­σουν. Ταυ­τό­χρο­να τα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σηςδη­μιουρ­γούν μι­κρό­κο­σμους που ε­πε­κτεί­νουν τον ε­αυ­τό τους στο ά­πει­ρο ή μάλ­λον μέ­χρι το ση­μείο αυ­τό που ο μι­κρό­κο­σμος θα ταυ­τι­στεί τε­λι­κά με τον πραγ­μα­τι­κό κό­σμο. Ε­δώ η ά­πο­ψη και η ο­πτι­κή του υ­πο­κει­μέ­νου που δια­χει­ρί­ζε­ται έ­να λο­γα­ρια­σμό, που ε­πι­λέ­γει φί­λους και μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης που θα πα­ρα­κο­λου­θεί (ου­σια­στι­κά δη­λα­δή α­πό­ψεις και ο­πτι­κές ό­μοιες με τη δι­κή του), βα­φτί­ζε­ται α­ντι­κει­με­νι­κή α­λή­θεια. Ε­ντός της α­λή­θειας αυ­τής, το ο­ποιο­δή­πο­τε ψέ­μα, υ­περ­βο­λή ή σχό­λιο του μι­κρό­κο­σμου που πα­ρα­κο­λου­θεί, βα­φτί­ζε­ται εί­δη­ση. Αρ­κεί να συ­νη­γο­ρεί υ­πέρ της ά­πο­ψης του χρή­στη. Δεν εί­ναι τυ­χαίο πως σε πρό­σφα­τες έ­ρευ­νες στις Η­ΠΑ το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό των ε­ρω­τη­θέ­ντων δή­λω­σε πως ε­νη­με­ρώ­νε­ται μέ­σω του Facebook, μέ­σω δη­λα­δή ε­νός δια­δι­κτυα­κού κα­φε­νείου χρω­μα­τι­σμέ­νου α­πό τις ε­πι­λο­γές του χρή­στη.
Η συν­θή­κη αυ­τή κά­νει την κά­θε εί­δη­ση έκ­θε­τη στο ψέ­μα. Και μα­ζί της με­τα­τρέ­πει και τον ί­διο το σκο­πό, το νό­η­μα και την ύ­παρ­ξη της ε­νη­μέ­ρω­σης ως κοι­νω­νι­κής δια­δι­κα­σίας. Η ά­με­ση χρή­ση και εκ­με­τάλ­λευ­ση των στοι­χείων αυ­τών α­πό και­ρο­σκό­πους πο­λι­τι­κούς, ό­πως ο Τρα­μπ και το ε­πι­τε­λείο του, ή το α­χώ­ρι­στο δί­δυ­μο Άδω­νι και Πορ­το­σάλ­τε δεν μπο­ρεί να δη­μιουρ­γεί μό­νο έ­να ζή­τη­μα γύ­ρω α­πό φτη­νές πο­λι­τι­κές τα­κτι­κές. Κα­θι­στά την κρι­τι­κή σκέ­ψη ά­χρη­στη, κα­τα­βα­ρα­θρώ­νει το δη­μό­σιο λό­γο σε μια σκια­μα­χία υ­πο­θέ­σεων και δια­βρώ­νει κά­θε α­πό­πει­ρα δια­λό­γου. Μέ­χρι και σή­με­ρα τα fake newsδη­μιουρ­γούν πο­λι­τι­κές ε­πι­τυ­χίες και φαί­νο­νται ά­τρω­τα. Και δεν εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­λά­βου­με πως βρι­σκό­μα­στε α­πλώς στην αρ­χή του φαι­νο­μέ­νου.
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τό που προ­κύ­πτει εί­ναι έ­να δο­μι­κό πρό­βλη­μα δη­μο­κρα­τίας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κοινωνιολογία, χέβι μέταλ και σατανισμός


Η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη πως η κοινωνιολογία κάνει τα παιδιά αριστερά πήρε τη θέση του ανεκδότου της εβδομάδας, γεννώντας μια σειρά από σχόλια σε κάθε είδους μέσο. Και είναι, άλλωστε, λογικό, αφού αν εξετάσει κανείς τη φράση, τα στοιχεία που συναντά σε αυτή μυρίζουν ναφθαλίνη μιας συντήρησης παλαιάς κοπής. Η ίδια η διατύπωση στην υπεραπλουστευτικότητά της, στον αυτοματισμό της μηχανικής που περιγράφει (αυτό κάνει αυτό), στην απολύτως λειτουργική αντίληψη για το κάθε γνωστικό αντικείμενο ή πράξη, θυμίζει τη δοξασία πως «ο αυνανισμός κάνει τα παιδιά τυφλά». Ταυτόχρονα, η αντίληψη πως ένα ολόκληρο γνωστικό πεδίο και μια επιστήμη οδηγεί κάποιον σε κάτι αναπόφευκτο δείχνει το σκοταδισμό του αντιπροέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την αντίληψή του για το τι μπορεί να σημαίνει γνώση και τους όρους με τους οποίους πιστεύει ότι λειτουργεί η εκπαίδευση. Περιγράφοντας ουσιαστικά το εκπαιδευτικό σύστημα ως ένα μηχανισμό προπαγάνδας και υποβολής μηνυμάτων και αληθειών σε παρθένα αυτιά. Το κακό, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του, είναι πως αυτός ο (αποδεκτός) μηχανισμός μετατρέπει τα παιδιά σε αριστερούς και όχι σε δεξιούς, εθνικιστές ή έστω αγοραστές νανοβιονικών γιλέκων. Όλα αυτά θα ήταν σίγουρα αστεία εάν δεν ήταν απολύτως επικίνδυνα.

Η αντίληψη πως μια επιστήμη ταυτίζεται σε απόλυτο βαθμό με μια ιδεολογία βγαίνει κατευθείαν από τη ναζιστική Γερμανία. Περιορίζοντας τη γνώση ή ακόμα περισσότερο τον λόγο σε ένα εργαλειακό σκοπό που γεννά αυτομάτως κοινωνικά αποτελέσματα. Κάθε πεδίο γίνεται αποδεκτό ή απαράδεκτο ανάλογα με την κυρίαρχη ιδεολογία. Σήμερα μάθαμε για μια αριστερή επιστήμη. Με έναν τρόπο αφαιρετικό και απόλυτο. Με έναν τρόπο που θυμίζει μια παρόμοια απόφανση του 1933, όταν η Γερμανική Φοιτητική Νεολαία (σπουδάζουσα του ναζιστικού κόμματος) χαρακτήρισε εβραϊκή επιστήμη την ψυχανάλυση και τη σεξολογία (φρόντισε μάλιστα να κάψει το Ινστιτούτο Σεξουαλικών Ερευνών του Βερολίνου), ως παρακμιακή τέχνη το σύνολο του μοντερνισμού καίγοντας πίνακες των Γερμανών εξπρεσιονιστών και μαζί πίνακες του Πικάσο, του Ματίς και του Σεζάν ως «προσβλητικούς προς το γερμανικό συναίσθημα». Η αντίληψη πως υπάρχει ένας «επικίνδυνος» τομέας της σκέψης (όπου ο κίνδυνος είναι η αριστερά, ο σατανισμός, οι Ιεχωβάδες, διαλέξτε ελεύθερα) δεν περιγράφει μόνο ένα όριο που τίθεται σε σχέση με τη γνώση, την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Περιγράφει ένα απόλυτο όριο της δημοκρατίας και του διαλόγου εκεί όπου ο φανατισμός και η δοξασία προηγούνται και παγιώνονται έναντι οποιουδήποτε επιχειρήματος. Στην πραγματικότητα, η ρήση του αντιπροέδρου απευθυνόταν σε αυτά ακριβώς τα αντανακλαστικά. Δεν ήταν μια φράση που εξέφραζε γνώση ή πίστη, αλλά μια φράση που καλεί σε πόλεμο. Σε έναν πόλεμο που όντως έλαβε χώρα σε κανάλια και μέσα δικτύωσης όλη την υπόλοιπη εβδομάδα.

Είναι άλλωστε ενδεικτικό του δημοσίου λόγου η κατασκευή του δίπολου ανάμεσα στα λατινικά και την κοινωνιολογία. Και ενώ η συζήτηση υποτίθεται πως γίνεται πάνω στη βάση δύο μαθημάτων, ο δημόσιος λόγος κατασκεύασε μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο ολόκληρους τομείς γνώσεις. Και ταυτόχρονα τους έβαλε σε αντιπαράθεση. Σαν να ήταν δυο πράγματα μετρήσιμα και όμοια ώστε να μπορούν να αναμετρηθούν. Προσπαθώντας να περιγράψει πιο είναι το πιο χρήσιμο ή το πιο αποδοτικό. Ξεχνώντας πως το μάθημα των λατινικών δεν ταυτίζεται με το σύνολο της λατινικής βιβλιογραφίας, αλλά με κάτι αυτοσχέδια χαζοκείμενα και τρεις νταμιτζάνες λέξεις που ξεχνάς το καλοκαίρι μετά το σχολείο. Ανακαλώντας στερεότυπες φράσεις για τους πυλώνες του σύγχρονου πολιτισμού, ρητά αρχαίων σοφών και στερεότυπες φράσεις.
Και τελικά αν όλη αυτή η κουβέντα έχει κάποιο νόημα είναι για να δούμε σε τι βάσεις γίνεται η αντιπαράθεση, τι καλλιεργείται από ένα σαθρό εκπαιδευτικό σύστημα και πόσο προβληματική είναι η κουλτούρα του διαλόγου σήμερα. Χωρίς ανταλλαγή, χωρίς προσανατολισμό και τελικά χωρίς νόημα.
* Για του λόγου το αληθές ο αντιπρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανασκεύασε λέγοντας πως κατά βάθος εννοούσε τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται η κοινωνιολογία στην Ελλάδα και όχι την κοινωνιολογία συνολικά ως επιστήμη. Μάλλον κάποιος τον ενημέρωσε πως φοιτητής κοινωνιολογίας ήταν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κι ὁ θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση. Τίποτα δεν χάνεται




Μα είναι ώρες που οι λέξεις δεν σε χωράνε. Κάτι πας να πεις, κάτι να γράψεις, ξανακοιτάς το χαρτί και είναι σιωπή. Τότε έρχεται εκείνο το καβαφικό «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως/ που κάπως ξέρεις από φάρμακα/νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω» και σε κάνει να ψάχνεις λόγια σε βιβλία που εκείνη τη στιγμή είναι και δικά σου λόγια. Με τον Θοδωρή, αρκετά παλαιότερα πριν η εφημερίδα μετακομίσει στην Αθηνάς, πηγαίναμε μετά τη συντακτική στα βιβλιοπωλεία, ψάχναμε βιβλία, κουβεντιάζαμε. Την Κυριακή, μετά την είδηση του θανάτου του, με έπιασε κάτι να διαβάσω ένα βιβλίο που είχα πάρει σε μια από αυτές τις γρήγορες εξορμήσεις. Φθαρμένο, παλαιοπωλικό, σχεδόν εξαντλημένο από τα παλιότερα βλέμματα που πέρασαν από πάνω του. Το «όταν έρχεται ο ξένος» του Γιάννη Ρίτσου σε αυτοτελή έκδοση (υπάρχει και στην «Τέταρτη διάσταση»). Το μακροσκελές ποίημα είναι ένα από τα ομορφότερα ποιήματα που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα τους τελευταίους αιώνες. Όμως για μένα, ακόμα περισσότερο είναι τα λόγια που θα ήθελα να γράψω τη στιγμή αυτή, σε αυτή εδώ τη γωνιά της Εποχής, αντικριστά από την τρίτη σελίδα της Εποχής, που θα ανήκει πάντα στον Θοδωρή Μιχόπουλο:

Όταν έρχεται ο ξένος

Ὅλα δικά μας – εἶπε ὁ Ξένος – ὅλα τοῦ κόσμου τούτου ! / Καὶ τοὺς νεκρούς μας τοὺς κουβαλᾶμε μέσα μας, / χωρίς ὁ χῶρος νὰ στενεύῃ, χωρίς νὰ βαραίνουμε∙ / συνεχίζουμε τὴ ζωὴ τοὺς ἀπ’ τὶς βαθειές στοές καὶ τὶς ἔρημες ρίζες, / τὴ δική τους ζωή, τὴ δική μας ἀκέρια μὲς στὸν ἥλιο. Τότε ἀκριβῶς εἶναι ποὺ γίνεται / μιὰ μεγάλη ἡσυχία, μιὰ μεγάλη διαφάνεια∙ / διακρίνονται πέρα τὰ γαλανά νησιά καὶ τὰ νησίδια ποὺ ποτέ ὣς τότε δέ φάνηκαν, / κι ἀκούγεται εὐδιάκριτα ἡ χορωδία τῶν μικρῶν κοριτσιῶν ἀπ’ τὴν ἀντίπερα ὄχθη / – τῶν μικρῶν κοριτσιῶν ποὺ φύγανε νωρίς, ἀφήνοντας / μισοτελειωμένη τὴν πρώτη τους συνομιλία μὲ μιὰ μαργαρίτα…
Σᾶς ἔλεγα, λοιπόν, πὼς δέν ὑπάρχει ὁ θάνατος – τελείωσε ὁ Ξένος, / ἥμερα, ἁπλά, τόσο ποὺ ἐμεῖς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, / δέ φοβηθήκαμε τοὺς σκεπασμένους καθρέφτες. Ἕνας τρίγωνος ἥλιος στὸν ἀπέναντι τοῖχο / εἶχε ἐπιμηκυνθῆ, φωτιζόταν ὁλόκληρο τὸ βορεινό δωμάτιο / ἀπὸ μιὰ μόνιμη ἀντανάκλαση… Μᾶς πῆρε τὸ ἄρωμα / ἀπὸ βουνά καρπῶν ποὺ ξεφορτῶναν στὰ μανάβικα. / Ἀκούσαμε τοὺς χτύπους στὸ γειτονικό σιδεράδικο καὶ τὰ τρὰμ ποὺ ἔστριβαν δίπλα στὰ κρεοπωλεῖα… // Εἴχαμε τὴν ἰσόρροπη αἴσθηση μιᾶς ἀφάνταστης εἰρηνικῆς συγκομιδῆς, / ἀπὸ μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες / μὲ προσοχή καὶ τάξη σὲ ὀρθογώνια καφάσια, ποὺ μεταφέρονταν / ἀπ’ τὶς ἀγροτικές περιοχὲς ἴσα στὶς ἀγορές τῶν πόλεων καὶ στὰ πολύβουα λιμάνια..- / πελώρια αὐτοκίνητα τρέχαν στοὺς ἡλιόλουστους δρόμους, / σὰ μυστικά ὁλοπόρφυρα βουνά… / Σηκωθήκαμε, / ξεσκεπάσαμε τοὺς καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, / κ’ ἤμασταν νέοι πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, νέοι / ὓστερ’ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, γιατι ὁ χρόνος κι ὁ ἥλιος / ἔχουν τὴν ἴδια ἡλικία: τὴν ἡλικία μας! / Κι αὐτό τὸ φῶς δέν ἤτανε καθόλου ἀντικατοπτρισμός, / μὰ τὸ δικό μας φῶς, φιλτραρισμένο μέσα ἀπ’ ὅλους τους θανάτους! // Κι αὐτός ὁ Ξένος ἦταν ὁ πιό δικός μας!.. Οἱ γυναῖκες τοῦ ζέσταιναν νερό νὰ πλυθῆ, / οἱ ἄντρες βγῆκαν νὰ ψωνίσουν γιὰ τὸ τραπέζι. Τὸ πιὸ μικρό κορίτσι τοῦ σπιτιοῦ / ἔφερε παστρικές πετσέτες, ἕνα μικρό ρόδινο μοσκοσάπουνο, / ἕνα κύπελλο ζεστό νερό, τὸ μεγάλο πινέλο τοῦ ξυρίσματος, / καὶ τ’ ἀκούμπησε πλάι στὸν ὁλόγυμνο καθρέφτη. // Ὁ ἀτμός ἀπ’ τὸ ζεστό νερό χνώτιζε λίγο-λίγο τὸν καθρέφτη, σάμπως νὰ τὸν ἕντυνε καὶ πάλι, / καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ξένου, ποὺ ἄρχισε νὰ ξυρίζεται, / μὲς ἀπ’ τὶς σαπουνάδες θαμποφαίνονταν, μὲς στὸ ὄρθιο κρύσταλλο, / ἀγαθό, νεανικό καὶ μειλίχιο σὰν πρωινό φεγγάρι…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Έαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο*


Πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη. Αυτή η ακαθόριστη αίσθηση στις ανθισμένες βραγιές κι’ ένα ρίγος λεπτό κι’ οι φωνές των παιδιών στο γήπεδο όταν το απόγευμα διυλίζει το φως κι’ οι φίλοι μου να περιμένουν το καλοκαίρι, τι κι’ αν γινόταν αργότερα μια θάλασσα μεσημεριού με ξέθωρον ήλιο πετράδι δουλεμένο να φέγγει στη νύχτα. Πόλη μου αγαπημένη πολύβουη μα ερημική, πολύκοσμη μα απρόσιτη βιτρίνα νεωτερισμών ψευτίζοντας τη ζωή μας. Αυτή η θηλυκιά εποχή στιφή, παράξενη σα γριά, με τις εύκολες συζητήσεις την πολλή συνάφεια, τη λιγοστή κατανόηση, την απέραντη μοναξιά κι’ ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτε να πούμε ανάμεσα στα βήματα αυτά, πηγαίνουν και πάλι ξανάρχονται κι’ ύστερα σβήνουν στο διάδρομο· ανάβουνε το φως της σκάλας μα δεν ακούγεται κανείς.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Επικίνδυνη ηλικία»
 

Η άνοιξη εισβάλει κάθε χρόνο με όλες τις συμπαραδηλώσεις της, με την απότομη θερμοκρασία της, με το ξαφνικό πέταγμα των λουλουδιών ακόμα και μέσα στην πόλη, με το σταδιακό γύμνωμα των σωμάτων να ξεμυτίζει από το κρύο. Η άνοιξη είναι πάντοτε εδώ για να διηγηθεί την παλιά της ιστορία, μια ιστορία που ξεπερνάει τον χρόνο, κρύβεται σε θρησκείες με διαφορετικές μορφές, διεκδικεί αλήθεια ζυμώνοντας φυσική και μεταφυσική στο ίδιο ζυμάρι.
Είναι γι’ αυτό που το Πάσχα υπάρχει πέρα από θρησκείες και χριστιανισμούς, πέρα από δόγματα και από παπάδες. Όλη αυτή η αίσθηση, φυτική και άυλη μαζί, σαν να κινείται αυτόνομα κάτω από το βήμα και κάτω από το τσιμέντο, μέσα στη φλέβα και μέσα στα κλαδιά. Αυτό που ο Σικελιανός περιγράφει μιλώντας για τον επιτάφιο: «κι όσες μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,/ ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! -/πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο/ του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα/ που πόνεσε βαθιά;/ Γιατί κι ο πόνος/ στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,/ κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν/ απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν/ το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,/ και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες/ τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,/ τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια/ που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!»

Άδωνις, Χριστός και Διόνυσος, ο νεκρός της άνοιξης δεν έχει ταυτότητα, μόνο σώμα που υπόσχεται επιστροφή. Όπως η βλάστηση τεντώνεται μέσα από την παγωμένη ανάσα του χειμώνα, όπως τα πουλιά επιστρέφουν, όπως ο ήλιος πέφτει με άλλη αυτοπεποίθηση. Είναι η αισιοδοξία της φύσης ως παραμυθία για τους χειμώνες που πέφτουν και συνεχώς πέφτουν. Και κυρίως αυτή η αίσθηση, ανομολόγητη και αχαρτογράφητη, ειπωμένη μόνο πλαγίως δίπλα σε τελετουργικά και έθιμα που μας διαφεύγουν, αλλά μονίμως εκεί σαν κληρονομιά που ποτέ δεν μάθαμε πως μιλούσε για εμάς, η όπως θα την περιγράψει και ο Λειβαδίτης: «Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά και μεγάλα, μακρόσυρτα σούρουπα με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκεμένα βλέφαρα, έκθαμβες ώρες, βαρειές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο που έφτανε ως τον πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των μυστικών της ζωής που διαπερνούσαν σα ρίγη, πέρα, κει κάτου, κει κάτου, μακριά, τους βραδυνούς ορίζοντες.»
Τις μέρες αυτές σκέφτομαι όλους αυτούς (μαζί τους και εγώ) που δεν βρήκαν καταφύγιο σε καμία μεταφυσική, που όλα τα λόγια έμειναν χωρίς αντιστοιχίες σε γεγονότα αλήθειες και συμβάντα. Την αλλοπρόσαλλη αυτή ανάταση που δεν εξαιρεί κανέναν και μέσα στην καθολικότητά της, μας μιλά και για μια κοινωνία που θα βγει από τον χειμώνα και θα σταθεί στα πόδια της, για σώματα που θα ανθίσουν ξανά ξαφνιασμένα, για τους κύκλους του είδους από το θάνατο στη ζωή και πάλι πίσω, σε μια συνέχεια που δεν σημαίνει, που δεν βρίσκεται στη γλώσσα, αλλά επιμένει να υπάρχει.
Και ο ποιητής Νίκος Καρούζος/ Γιάννης μέσα στο έαρ συνεχίζει να μάχεται με στήθος και με στίχους:
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα/ εποχή εχθρική/ ως το μυρωμένο βράδυ/ ως μέσα στα μεσάνυχτα./ Βγάλε ψυχή μου τραγούδι/ να πολεμήσω την Άνοιξη./ Ξένος είμαι στο σπίτι μου/ ξένος στους δρόμους/ με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

*ο τίτλος του άρθρου είναι στίχος του Νίκου Καρούζου

(στην εφημερίδα Εποχή)