Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Ούτε στην Κυψέλη ούτε πουθενά

 


Η πρώτη φορά που είδα χρυσαυγίτη πρέπει να ήταν στην πρώτη ή στη δευτέρα Γυμνασίου, το ’96 ή το ’97. Τότε δεν υπήρχε πολιτική. Ο κόσμος ήταν για μας μουσική και μπάσκετ. Ημουν λοιπόν με έναν φίλο απ’ το σχολείο, λίγο μετά το σχόλασμα στην πλατεία Κυψέλης, όταν μας πλησίασε ένας τύπος γύρω στα 30. «Φίλε να σου πω κάτι;» μου είπε. Ενώ πλησίασε άρχισε να βγάζει τις κονκάρδες από την τσάντα μου και να τις πετά στο ρείθρο. Οι κονκάρδες ήταν από συγκροτήματα. Κυρίως φαντάζομαι τον είχαν ενοχλήσει αυτές των Dead Kennedys με το χαρακτηριστικό σήμα και τα τραγούδια τύπου Nazi punks fuck off. Μου έριξε δυο φάπες και μου είπε «και να προσέχεις γιατί στην Κυψέλη κυκλοφορούν και εθνικιστές». Προφανώς το συναίσθημα μετέπειτα ήτανε φόβος. Αγνός, παιδικός φόβος. Να κοιτάς πίσω από την πλάτη σου, να ξεχωρίζεις άτομα από μακριά, να προσέχεις. Αλλά ταυτόχρονα δίπλα στον φόβο φώλιαζε και η περιφρόνηση. Απέναντι σε έναν τύπο που σου ρίχνει δυο κεφάλια και 20 χρόνια και θα σε τραμπουκίσει γιατί έτσι γουστάρει. Και η δυσαρέσκεια γίνεται μια μικρή εσωτερική εξέγερση, ένα «άντε γαμήσου» που ορίζει αργά αλλά σταδιακά την προσωπική σου υπόσταση.

Οχι ότι το γεγονός ήταν κάτι σημαντικό. Αλλά με αφορμή την καταδίκη και τον μαζεμένο κόσμο έξω από το Εφετείο οι αναμνήσεις επιστρέφουν. Και επεξηγούνται. Τους έβλεπες να περιδιαβαίνουν τη Φωκίωνος με ένα βήμα που θύμιζε περιπολία, κοιτάζοντας δεξιά αριστερά να τραμπουκίσουν. Το τραπεζάκι που έβγαζαν στη Φωκίωνος, τα λευκά κορδόνια και τα μπουφάν φλάι, τα τρικάκια που πάταγες στα πεζοδρόμια. Τα πρώτα τους γραφεία ήταν εδώ και το θέατρο της σκληρότητας εδώ παιζόταν. Στο σχολείο πάντοτε κάποιος είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό χρυσαυγίτη, ένα κωλοπαίδι με μηχανάκι, ξυρισμένο κεφάλι, πολλές φορές με τσουλούφια ορφανά. Και ήταν ο κλασικός που πούλαγε νταηλίκι και όταν ζοριζόταν έλεγε πως θα φέρει τον αδερφό του. Ο χρυσαυγιτισμός διαπερνούσε την καθημερινότητα ως ισχύ, ως ένα κακό που μπορεί να σε αρπάξει και τότε την πάτησες, ως μια απειλή που δεν μπορείς να ισοφαρίσεις.

Ολα άλλαξαν βέβαια λίγο μετά. Με το πρώτο κύμα μεταναστών. Στη γειτονιά ήρθαν κυρίως Αλβανοί και Πολωνοί. Και ακόμα θυμάμαι τους πρώτους τραμπουκισμούς από χρυσαυγίτες στον δρόμο. Και λίγο μετά το ξύλο που έτρωγαν οι χρυσαυγίτες. Βλέπετε, οι άνθρωποι αυτοί είχαν περάσει πολλά για να φτάσουν μέχρι εδώ. Δεν θα τους φόβιζε κάποιος τσαμπουκαλεμένος με φλάι που κατά κύριο λόγω τραμπούκιζε πιτσιρίκια για τις κονκάρδες τους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ενωμένοι και έτοιμοι να επιβιώσουν. Και τα κατάφεραν. Τα γραφεία της Χρυσής Αυγής έφυγαν από την Κεφαλληνίας. Αργότερα, θυμάμαι αυτόν τον φόβο που ένιωθες όταν πέρναγες από τη Σολωμού στα Εξάρχεια. Ακόμα και η ταμπέλα του δρόμου σε τρόμαζε. Βέβαια δεν τους συναντούσες συχνά. Οχι, τότε οι χρυσαυγίτες, όπως οι κατσαρίδες κρύβονταν κάτω από το έδαφος.

Και ύστερα ήρθε η κρίση. Οι πρωτοβουλίες «κατοίκων» στον Αγιο Παντελεήμονα, στη Βικτώρια, στην Κυψέλη. Αυτές που ήταν τελικά οι γέφυρες ανάμεσα στον πολύ κόσμο και τη Χρυσή Αυγή. Οι κατσαρίδες άρχιζαν να ξεμυτίζουν σαν να νύχτωσε ξαφνικά. Τους έβλεπες πια συχνά γύρω σου. Αλλά ακόμα περισσότερο άκουγες έναν μικρό χρυσαυγίτη να μιλά μέσα από το στόμα ενός γείτονά σου ή μιας παρέας στο καφενείο: «δεν θα αφήσω τους Εβραίους να με κάνουν ό,τι θέλουν», «όλοι οι πολιτικοί είναι πουλημένοι», «να γυρίσουν πίσω στην Αφρική τους», «εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…». Ο χρυσαυγιτισμός είχε γίνει καθημερινή πρακτική, τα κανάλια τον πλάσαραν σαν pop προϊόν και η παρουσία τους στη Βουλή κανονικοποιούσε (όσο γινόταν) την πολιτική τους. Ολα αυτά πάγωσαν με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Και όλα -προς το παρόν- τελείωσαν με την απόφαση του δικαστηρίου.

Βλέπετε, οι δρόμοι μας δεν ομόρφυναν, οι σχέσεις μας δεν βελτιώθηκαν, αλλά είναι ένα συναίσθημα που επιστρέφει από παλιές εποχές, από τα σχολικά προαύλια ακόμη. Ο τρόπος που βλέπεις τον εαυτό σου απέναντι στον τραμπούκο που ηττήθηκε. Το μείγμα αυτό νίκης, αισιοδοξίας και δικαιοσύνης. Αλλά κυρίως, το γεγονός πως βρέθηκες δίπλα δίπλα με τόσο πολύ κόσμο στα δικαστήρια, όταν οι τραμπούκοι βούλιαξαν μέσα στο ίδιο τους το σκοτάδι.

 

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: