Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΟΥ­ΛΟΥ­ΡΙ: Η εί­δη­ση ως σά­τι­ρα, η σά­τι­ρα ως εί­δη­ση

«Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου» δήλωσε σύμφωνα με πληροφορίες σε κοντινό του πρόσωπο ο γνωστός δημοσιογράφος του Σκάι, Άρης Πορτοσάλτε νωρίτερα σήμερα το πρωί, για να συμπληρώσει με περισσή υπερηφάνεια, «όλη μέρα κάθομαι δίπλα σε ένα ραδιόφωνο και με θαυμάζω. Είμαι απλά απίθανος».
 
Από το «Κου­λού­ρι, την πρω­το­πο­ρια­κή ελ­λη­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα»




Κά­θε ε­πο­χή έ­χει την κω­μω­δία που της α­ξί­ζει και γε­λά με τον τρό­πο που της α­ντι­στοι­χεί. Η ελ­λη­νι­κή κυ­ρίαρ­χη κω­μω­δία σέρ­νε­ται κου­ρα­σμέ­νη κά­που α­νά­με­σα στη χι­λιο­ει­πω­μέ­νη κοι­νο­το­πία και την α­νέ­ξο­δη κα­τα­κραυ­γή. Από τα α­στεία του Λα­ζό­που­λου για τις πε­θε­ρές και το σα­χλό πα­ρεΐστι­κο χιού­μορ του ρά­διο Αρβύ­λα με τα σχό­λια του για τον Μη­τσο­τά­κη (πό­σο α­κό­μα!), μέ­χρι τον α­νε­ρυ­θρία­στο σε­ξι­σμό και τον υ­φέρ­πο­ντα ρα­τσι­σμό στα βι­ντεά­κια του Θέ­μου Ανα­στα­σιά­δη και τα ρα­διο­φω­νι­κά ουρ­λια­χτά του Γιώρ­γου Τρά­γκα, η α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στη σά­τι­ρα και το χά­χα­νο εκ­μη­δε­νί­ζε­ται.

Το α­σφα­λές κα­τα­φύ­γιο του δια­δι­κτύου

Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, η ελ­λη­νι­κή κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή πε­ριο­ρί­ζε­ται κυ­ρίως στην εύ­κο­λη σε­ξο­κω­μω­δία της κα­λής διά­θε­σης και της τε­τριμ­μέ­νης πλο­κής, κα­τα­λή­γο­ντας να μι­λά με τη­λε­ο­πτι­κούς ό­ρους σε μια προ­σπά­θεια να ε­πι­βιώ­σει οι­κο­νο­μι­κά. Η κω­μω­δία αυ­τή, χω­ρίς α­γκά­θι, α­μή­χα­νη και ε­κτο­νω­τι­κή α­να­κυ­κλώ­νει και α­να­κυ­κλώ­νε­ται, κο­λα­κεύει το κοι­νό της και τε­λι­κά δεν α­ξιώ­νει κα­νέ­ναν στό­χο πέ­ρα α­πό την αυ­το­συ­ντή­ρη­σή της.
Μέ­σα σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση, το δια­δί­κτυο προ­βάλ­λει ως έ­να α­σφα­λές κα­τα­φύ­γιο που προ­σφέ­ρει ά­με­ση ε­πα­φή με έ­ναν τε­ρά­στιο ό­γκο κω­μω­δίας α­πό ό­λο τον κό­σμο, α­πλω­μέ­νης στο πα­ρόν και το πα­ρελ­θόν. Ταυ­τό­χρο­να α­πο­τε­λεί το ση­μείο ό­που η σά­τι­ρα και η χα­μο­γε­λα­στή κρι­τι­κή της κά­θε μέ­ρας μπο­ρούν να α­να­πνεύ­σουν ε­λεύ­θε­ρα, πρω­τό­τυ­πα, χω­ρίς φί­μω­ση, χω­ρίς τη­λε­ο­πτι­κή η­θι­κή, συ­γκυ­ρια­κές ε­ξι­σορ­ρο­πή­σεις ή οι­κο­νο­μι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Στο με­γά­λο ό­γκο (σχε­δόν στο ό­ριο του θο­ρύ­βου) ελ­λη­νι­κών σα­τι­ρι­κών ι­στο­λό­γιων και ι­στο­σε­λί­δων, έρ­χε­ται να προ­στε­θεί «Το Κου­λού­ρι», μια πρω­το­πο­ρια­κή (ό­πως αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται) η­λεκ­τρο­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα με έ­ναν τρό­πο τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κό.
Στην πα­ρά­δο­ση του α­με­ρι­κα­νού «Onion» και του βρε­τα­νι­κού «The Daily Mash», «Το Κου­λού­ρι» α­πο­τε­λεί μια σα­τι­ρι­κή προ­σο­μοίω­ση ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κής ι­στο­σε­λί­δας. Οι ψεύ­τι­κες ει­δή­σεις σα­τι­ρί­ζουν τα γε­γο­νό­τα, ό­σο και τον τρό­πο κά­λυ­ψης και α­να­με­τά­δο­σης τους, α­να­πα­ρά­γουν την κού­φια δη­μο­σιο­γρα­φι­κή γλώσ­σα των ε­φη­με­ρί­δων και της τη­λεό­ρα­σης, πε­ρι­γρά­φουν το ά­δειο της εί­δη­σης και το χι­λιο­ει­πω­μέ­νο των συ­νε­ντεύ­ξεων και τε­λι­κά μι­λούν για το πα­ρά­λο­γο της ί­διας της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ανα­πα­ρά­γου­με εν­δει­κτι­κά με­ρι­κούς τίτ­λους άρ­θρω­ν: «Προ­κα­λεί η Βουλ­γα­ρία, με­το­νο­μά­ζε­ται σε Μύ­κο­νος!», «Σε χω­μα­τε­ρή με­τα­τρέ­πε­ται η Θή­βα», «Ο Όμι­λος Μέρ­ντοχ α­γο­ρά­ζει τον 902», «Μό­νο το 10% των κλόουν εί­ναι ψυ­χο­πα­θείς δο­λο­φό­νοι, δεί­χνει νέα έ­ρευ­να», «Η βλα­κεία εί­ναι στο αί­μα των Ελλή­νων, δη­λώ­νουν ε­πι­στή­μο­νες α­πό την Φι­λαν­δία», «H Χρυ­σή Αυ­γή στο διά­στη­μα», «Όργα­να γυ­μνα­στι­κής θα δια­φη­μί­ζει ο Γ. Βα­ρου­φά­κης», «Μέ­τρα για να δυ­σκο­λέ­ψει κι άλ­λο τη γλώσ­σα της παίρ­νει η Γερ­μα­νία», «Πο­λι­τι­στι­κή Πρω­τεύου­σα της Ευ­ρώ­πης για το 2021 η Στυ­λί­δα», «Δου­λειά ως σκιά­χτρο έ­πια­σε ο Στά­θης Ψάλ­της», «Την πιο μί­ζε­ρη ται­νία του κό­σμου ε­τοι­μά­ζει ο Γιώρ­γος Λάν­θι­μος» κ.ά.

Ο πραγ­μα­τι­κός στό­χος της κω­μω­δίας

Στα άρ­θρα του Κου­λου­ριού, η α­νερ­γία, ο ρα­τσι­σμός, η κα­τα­στο­λή και ταυ­τό­χρο­να η μι­ζέ­ρια του ελ­λη­νι­κού πο­δο­σφαί­ρου, η φαι­δρό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού λαϊφστάιλ και η ι­ντερ­νε­τι­κή κουλ­τού­ρα, δη­λώ­νο­νται στις πραγ­μα­τι­κές τους δια­στά­σεις. Όχι μέ­σα α­πό μια κα­τα­γρα­φή α­ριθ­μών και πλη­ρο­φο­ριών, αλ­λά μέ­σα α­πό μια σα­τι­ρι­κή α­ντι­στοι­χία και υ­περ­βο­λή. Μια υ­περ­βο­λή που τε­λι­κά δεν υ­περ­βά­λει, αλ­λά το­νί­ζει την ί­δια υ­περ­βο­λή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εί­ναι άλ­λω­στε εν­δει­κτι­κό, το πώς πολ­λές α­πό τις ει­δή­σεις του Κου­λου­ριού α­να­πα­ράχ­θη­καν ως πραγ­μα­τι­κές α­πό διά­φο­ρα κοι­νω­νι­κά μί­ντια. Η εί­δη­ση «Επί­θε­ση καρ­χα­ρία σε σέρ­φερ στη Βου­λιαγ­μέ­νη» α­ναρ­τή­θη­κε σε πά­νω α­πό 100 μπλο­γκ και ι­στο­σε­λί­δες ε­νώ σχο­λιά­στη­κε ως πραγ­μα­τι­κή και α­πό σύμ­βου­λο του πρω­θυ­πουρ­γού. Αντί­στοι­χα το άρ­θρο με τίτ­λο: Δ. Στρα­τού­λης: «Νο­μί­ζω κα­τά­λα­βα τι εί­ναι τα spread», χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως ε­πι­χεί­ρη­μα σε πολ­λές ι­στο­σε­λί­δες με­γά­λης ε­πι­σκε­ψι­μό­τη­τας, ως α­πό­δει­ξη ό­τι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν εί­ναι έ­τοι­μος να κυ­βερ­νή­σει. Η α­πο­κά­λυ­ψη του σα­τι­ρι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου του άρ­θρου, α­πο­τέ­λε­σε και μια ταυ­τό­χρο­νη α­πο­κά­λυ­ψη για τη σο­βα­ρό­τη­τα των ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Στην ε­πο­χή του πλη­ρο­φο­ρια­κού θο­ρύ­βου, μια ψεύ­τι­κη εί­δη­ση μπο­ρεί να μι­λά με πε­ρισ­σό­τε­ρη κυ­ριο­λε­ξία α­π‘ ό,τι μια χαλ­κευ­μέ­νη εί­δη­ση με α­ξιώ­σεις πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, σε κά­ποιο κυ­ρίαρ­χο μέ­σο ε­νη­μέ­ρω­σης. Και εί­ναι τε­λι­κά η ί­δια η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τή που χα­μο­γε­λά, ό­ταν η κω­μω­δία βρί­σκει τον πραγ­μα­τι­κό της στό­χο.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΣΥ­ΝΕ­ΝΤΕΥ­ΞΗ ΜΕ ΤΟN ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΝΑ­ΝΙ ΜΠΑ­ΛΕ­ΣΤΡΙ­ΝΙ


 


Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι εί­ναι έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους ι­τα­λούς λο­γο­τέ­χνες. Υπήρ­ξε ι­δρυ­τι­κό μέ­λος της ορ­γά­νω­σης «Εργα­τι­κή Εξου­σία» (Potere Operaio) και συμ­με­τεί­χε στο κί­νη­μα της ερ­γα­τι­κής αυ­το­νο­μίας. Ο Μπα­λε­στρί­νι α­φη­γή­θη­κε τη συλ­λο­γι­κή ε­μπει­ρία του ι­τα­λι­κού κι­νή­μα­τος α­πό τη γέν­νη­σή του το 1968, την κλι­μά­κω­ση του το 1977 και την πτώ­ση του στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 80 στα δύο θρυ­λι­κά πλέ­ον μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του «Τα θέ­λου­με ό­λα» και «Οι αό­ρα­τοι». Το 1979, κα­τη­γο­ρή­θη­κε, μα­ζί με πολ­λά άλ­λα μέ­λη της αυ­το­νο­μίας, για συμ­με­το­χή σε τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση και διέ­φυ­γε κά­νο­ντας σκι μέ­σω των Άλπεων στην Γαλ­λία. Το 1984 τε­λι­κά α­θωώ­θη­κε. Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι βρέ­θη­κε πρό­σφα­τα στην Αθή­να για την πα­ρου­σία­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του «Furiosi», με θέ­μα τους ι­τα­λούς ο­πα­δούς του πο­δο­σφαί­ρου, την κουλ­τού­ρα τους και το κί­νη­μα των Ultras. Το βι­βλίο κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις Απρό­βλε­πτες Εκδό­σεις. Θα θέ­λα­με να ευ­χα­ρι­στή­σου­με τον Αχιλ­λέα Κα­λα­μα­ρά (με­τα­φρα­στή του βι­βλίου) για την ε­πί τό­που με­τά­φρα­σή του και το πε­ριο­δι­κό Humba! για τη γεν­ναιό­δω­ρη βοή­θειά του.



Πού βρί­σκε­ται σή­με­ρα η γε­νιά που τα ή­θε­λε ό­λα;

Θα μπο­ρού­σα­με να μι­λή­σου­με για δύο γε­νιές. Για αυ­τούς που ή­ταν 20 χρο­νών το ’68 και για τους νε­ο­λαίους του ’77. Εγώ εί­μαι α­κό­μα πα­λαιό­τε­ρος. Η γε­νιά του ’68 τα κα­τά­φε­ρε, λό­γω του ό­τι δεν συμ­με­τεί­χε στην έ­νο­πλη πά­λη, η ο­ποία τε­λι­κά ε­ξό­ντω­σε την ε­πό­με­νη γε­νιά. Λί­γο πο­λύ ό­λοι οι πρω­τα­γω­νι­στές, με ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις, α­να­κυ­κλώ­θη­καν μέ­σα στο σύ­στη­μα. Έγι­ναν δη­μο­σιο­γρά­φοι, εκ­δό­τες, δια­φη­μι­στές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’77 κα­τα­στρά­φη­κε. Εί­τε μέ­σω της έ­νο­πλης πά­λης, εί­τε κα­τα­λή­γο­ντας στη φυ­λα­κή. Όσοι μπό­ρε­σαν να σω­θούν, κα­τα­στρά­φη­καν δια­νο­η­τι­κά. Για τη γε­νιά του ’68 ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κά. Οι άν­θρω­ποι ζού­σαν μια φυ­σιο­λο­γι­κή ζωή και βίω­σαν την έ­κρη­ξη των γε­γο­νό­των του ’68. Στη συ­νέ­χεια ό­μως, ε­πέ­στρε­ψαν ο­μα­λά στην προ­η­γού­με­νη κα­τά­στα­ση. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’70 έ­ζη­σε την πε­ρίο­δο της ε­ξε­γερ­σια­κής ε­φο­ρίας και σκε­φτό­ταν πως αυ­τή θα κρα­τή­σει για πά­ντα. Πί­στευαν πως η ζωή τους θα γι­νό­ταν α­κό­μη κα­λύ­τε­ρη. Και έ­τσι ό­ταν τε­λείω­σε αυ­τή η πε­ρίο­δος ό­σοι δεν κα­τέ­λη­ξαν στη φυ­λα­κή, βίω­σαν μια κα­τά­στα­ση α­πελ­πι­σίας. Η γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’70 κα­τα­στρά­φη­κε ο­λο­κλη­ρω­τι­κά.

Αυ­τή υ­πήρ­ξε και η γε­νιά των α­ο­ρά­των.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός αό­ρα­τοι χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τη δε­κα­ε­τία του ’80, τα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης ο­νό­μα­σαν τα χρό­νια που πέ­ρα­σαν ως «χρό­νια του μο­λυ­βιού». Η ε­μπει­ρία ό­λης αυ­τής της γε­νιάς δια­γρά­φη­κε τε­λείως. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «αό­ρα­τοι» ή­ταν δη­μιούρ­γη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80 για να χα­ρα­κτη­ρί­σει αυ­τή τη γε­νιά, η ο­ποία δια­γρά­φη­κε α­πό τη συ­νεί­δη­ση της κοι­νής γνώ­μης. Εγώ προ­σπά­θη­σα να τη φέ­ρω στο φως, να διη­γη­θώ την ε­μπει­ρία της, δη­λα­δή να την κα­τα­στή­σω ο­ρα­τή.

Στα βι­βλία σας βλέ­που­με συλ­λο­γι­κούς μύ­θους και συλ­λο­γι­κές πρά­ξεις. Πρω­τα­γω­νι­στές εί­ναι οι ερ­γά­τες, οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι, οι ο­πα­δοί. Σε μια ε­πο­χή έ­ντο­να α­το­μι­κι­στι­κή, σαν τη ση­με­ρι­νή, ποια εί­ναι η λει­τουρ­γία των βι­βλίων σας;
Η λει­τουρ­γία των βι­βλίων μου, α­κό­μη και του «Furiosi» -το ο­ποίο πε­ρι­γρά­φει μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα η ο­ποία δεν συ­γκε­ντρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό ι­δέες ή υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά- εί­ναι να δεί­ξει την ευ­χα­ρί­στη­ση του να πράτ­τεις συλ­λο­γι­κά, να κά­νεις πράγ­μα­τα μα­ζί με τους άλ­λους. Ει­δι­κά σή­με­ρα που υ­πάρ­χει αυ­τή η ε­ξα­το­μί­κευ­ση, η ο­ποία αγ­γί­ζει α­κό­μη και τους συγ­γρα­φείς. Ενώ οι συγ­γρα­φείς πα­λαιό­τε­ρα ε­πι­δίω­καν να βρί­σκο­νται με­τα­ξύ τους, να δη­μιουρ­γούν λο­γο­τε­χνι­κές ο­μά­δες και να συ­ζη­τούν τα έρ­γα τους, αυ­τή τη στιγ­μή κλεί­νο­νται στον ε­αυ­τό τους και ο έ­νας ε­πι­τί­θε­ται στον άλ­λο.

Η Ιτα­λία μπαί­νει σι­γά σι­γά σε μια κα­τά­στα­ση πα­ρό­μοια με την Ελλά­δα. Λι­τό­τη­τα, νέα μέ­τρα και πε­ρι­κο­πές, τε­χνο­κρά­τες πρω­θυ­πουρ­γοί κτλ. Βλέ­πε­τε να υ­πάρ­χουν α­ντι­στά­σεις που μπο­ρούν να κα­τα­λή­ξουν σε ε­κρή­ξεις ό­πως αυ­τές του ‘68 ή του ‘77;
Όχι, κυ­ρίως για δύο λό­γους. Πρώ­τον, ο α­ντί­πα­λος δεν εί­ναι ο­ρα­τός, δεν μπο­ρείς να τον ε­ντο­πί­σεις εύ­κο­λα στο χώ­ρο και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά σου. Ο δεύ­τε­ρος εί­ναι πως δεν υ­πάρ­χουν μορ­φές ορ­γά­νω­σης ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, ο­μά­δες ό­πως αυ­τές της αυ­το­νο­μίας. Μορ­φές ό­πως οι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι ή το κί­νη­μα Occupy εί­ναι ε­φή­με­ρες μορ­φές α­ντί­στα­σης, δεν δη­μιουρ­γούν έ­να πλέγ­μα σχέ­σεων ώ­στε να υ­πάρ­ξει μια συ­νέ­χεια.
Αυ­τή τη στιγ­μή το κε­φά­λαιο δεν έ­χει έ­ναν σο­βα­ρό α­ντί­πα­λο. Μπο­ρεί να κά­νει ό,τι θέ­λει. Όμως, πα­ρό­λα αυ­τά, βρί­σκε­ται σε μια κα­τά­στα­ση ήτ­τας. Η με­τα­τό­πι­ση α­πό την πα­ρα­γω­γή στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο α­πο­δει­κνύει ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός α­πέ­τυ­χε και έ­χει φτά­σει σε α­διέ­ξο­δο. Και πα­ρό­λο που μέ­σω των μέ­τρων λι­τό­τη­τας προ­σπα­θεί να αρ­πά­ξει ό,τι μπο­ρεί, προ­κει­μέ­νου να συ­νε­χί­σει τη συσ­σώ­ρευ­ση του, τε­λι­κά α­πο­δει­κνύει ό­τι βρί­σκε­ται σε κρί­ση. Υπάρ­χει αυ­τό που έ­λε­γε ο Μπορ­ντί­γκα, έ­νας ι­τα­λός αι­ρε­τι­κός κο­μου­νι­στής, πως ο κα­πι­τα­λι­σμός θα κα­ταρ­ρεύ­σει σε σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα λό­γω της πτώ­σης του μέ­σου πο­σο­στού κέρ­δους. Ο κα­πι­τα­λι­σμός, για να συ­νε­χί­σει να υ­πάρ­χει, πρέ­πει να αυ­ξά­νει συ­νε­χώς τα κέρ­δη του και τη συσ­σώ­ρευ­ση τους. Όταν το κέρ­δος πέ­φτει, ση­μαί­νει πως ο κα­πι­τα­λι­σμός ε­ξαν­τλεί τα ό­ριά του. Η α­νο­δι­κή πο­ρεία του κε­φα­λαίου τε­λείω­σε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70, α­πό ε­κεί και πέ­ρα ξε­κί­νη­σε η πτώ­ση την ο­ποία κα­τά­φε­ραν να συ­γκρα­τή­σουν ή να α­να­βά­λουν μέ­σω της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, της προ­σφυ­γής στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο, της α­να­μό­χλευ­σης των χρεών, αλ­λά πα­ρό­λα αυ­τά η πτώ­ση συ­νε­χί­ζε­ται.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

ΣΥ­ΝΕ­ΝΤΕΥ­ΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕ­Α ΧΡΗ­ΣΤΟ ΟΙ­ΚΟ­ΝΟ­ΜΟΥ

«Ο συγ­γρα­φέ­ας υ­πο­γρά­φει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του»

Ο Χρή­στος Οι­κο­νό­μου γεν­νή­θη­κε το 1970. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των «Κά­τι θα γί­νει, θα δεις» κυ­κλο­φό­ρη­σε το 2010 α­πό τις εκ­δό­σεις Πό­λις και α­πέ­σπα­σε το κρα­τι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Στις δε­καέ­ξι ι­στο­ρίες του βι­βλίου, ή­ρωες α­πο­κλει­σμέ­νοι, ά­νερ­γοι, χω­ρίς φω­νή μοι­ρά­ζουν τη ζωή τους στα Κα­μί­νια, τη Νί­καια, τη Δρα­πε­τσώ­να. Απελ­πί­ζο­νται και ε­πι­βιώ­νουν, ο­νει­ρεύο­νται και σκο­ντά­φτουν και τε­λι­κά α­να­πνέ­ουν ό­λη αυ­τή την α­νη­φό­ρα που μπο­ρεί να εί­ναι η ύ­παρ­ξη. Ανά­με­σα στο κα­κο­τρά­χα­λο του κα­θη­με­ρι­νού και στο βα­θύ λυ­ρι­σμό της γρα­φής, ό,τι αν­θρώ­πι­νο ε­πι­βιώ­νει: «Θέ­λω να βρί­σω. Νά ’ξε­ρες πό­σο πο­λύ θέ­λω να βρί­σω. Αλλά δεν μου βγαί­νει. Ού­τε να μι­λή­σω γι‘ αυ­τά δεν μπο­ρώ, κα­τα­λα­βαί­νεις; Κι α­φού δεν μπο­ρώ να πω αυ­τά που νιώ­θω, φο­βά­μαι ό­τι θα πά­ψω να τα νιώ­θω. Ότι θα χα­θούν. Με φο­βί­ζει πο­λύ αυ­τή η σιω­πή. Απάν­θρω­πο πρά­μα. Πό­ση σιω­πή να κου­βα­λή­σει έ­νας άν­θρω­πος μέ­σα του;»



Το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε λί­γο πριν τον Απρί­λιο του 2010, δη­λα­δή λί­γο πριν τον ερ­χο­μό της κρί­σης. Έχεις την αί­σθη­ση πως οι χα­ρα­κτή­ρες και οι ι­στο­ρίες σου, οι ο­ποίες προϋπήρ­χαν της κρί­σης με κά­ποιο τρό­πο την προ­ει­κό­νι­ζα­ν;

Θά ‘λε­γα με μια δό­ση υ­περ­βο­λής πως εί­ναι προ­πο­λε­μι­κά α­φη­γή­μα­τα, πριν δη­λα­δή ξε­σπά­σει η κρί­ση. Υπήρ­χε μια με­ρί­δα της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, που βίω­νε ε­δώ και χρό­νια κα­τα­στά­σεις που τώ­ρα εί­ναι γε­νι­κευ­μέ­νες, ό­πως η α­νερ­γία, η α­να­σφά­λεια και η α­νέ­χεια. Οι ή­ρωες και οι α­φη­γή­σεις εί­ναι κομ­μά­τια της φα­ντα­σίας μου, δυ­στυ­χώς ό­μως πολ­λές κα­τα­στά­σεις πή­ραν έ­να μέ­γε­θος που κα­νείς πια δεν μπο­ρεί να α­γνοή­σει.

Έχεις την αί­σθη­ση ό­τι κα­θώς η κρί­ση και οι ε­πι­πτώ­σεις της βα­θαί­νουν, οι χα­ρα­κτή­ρες και οι κα­τα­στά­σεις του βι­βλίου α­πο­κτούν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος;
Με κά­ποιο τρό­πο ναι. Νο­μί­ζω πως η λο­γο­τε­χνία δεν μπο­ρεί να εί­ναι μια ε­πι­και­ρι­κή κα­τα­γρα­φή, αλ­λά μια προ­σπά­θεια να φτά­σεις στις βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες. Η α­νά­γνω­ση α­να­τρο­φο­δο­τεί­ται μέ­σα α­πό την ε­ξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, μέ­σα α­πό τα γε­γο­νό­τα που α­κο­λου­θούν τη γρα­φή, αλ­λά υ­πάρ­χει και πέ­ρα α­πό αυ­τά. Μπο­ρεί το έ­ναυ­σμα να υ­πάρ­χει σε ό­σα συμ­βαί­νουν τώ­ρα και γύ­ρω μας, αλ­λά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γρά­φο­ντας λο­γο­τε­χνία προ­σπα­θείς να μι­λή­σεις για θέ­μα­τα που ξε­περ­νούν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο και χρό­νο. Θεω­ρώ πως η λο­γο­τε­χνία εί­ναι το σταυ­ρο­δρό­μι ό­που ο χώ­ρος και ο χρό­νος συ­να­ντιού­νται με την αιω­νιό­τη­τα.

Στο διή­γη­μα «Τα πράγ­μα­τα που κου­βά­λα­γαν» γρά­φεις: «Αυ­τά που δια­βά­ζω δεν ται­ριά­ζουν μ’ αυ­τά που βλέ­πω. Τί­πο­τα δεν ται­ριά­ζει». Η ε­πι­λο­γή του ρε­α­λι­σμού και των συ­γκε­κρι­μέ­νων μο­τί­βων μοιά­ζει με μια συ­νει­δη­τή ε­πι­λο­γή ει­λι­κρί­νειας, ε­νός α­να­γκαίου τρό­που για να μι­λή­σεις για ό, τι συμ­βαί­νει γύ­ρω μας.
Η ε­πι­λο­γή εί­ναι συ­νει­δη­τή, αλ­λά α­πό την άλ­λη δεν πι­στεύω ό­τι υ­πάρ­χει ρε­α­λι­σμός στη λο­γο­τε­χνία. Αν η τέ­χνη εί­ναι έ­νας κα­θρέ­φτης που στή­νε­ται μπρο­στά στη φύ­ση, ο κα­θρέ­φτης αυ­τός δεί­χνει πράγ­μα­τα που εί­ναι αό­ρα­τα και α­θέ­α­τα. Μό­νο και μό­νο η δια­με­σο­λά­βη­ση του συγ­γρα­φέα υ­πο­νο­μεύει τον ό­ρο «ρε­α­λι­σμός». Με την προ­σω­πι­κή του ε­μπλο­κή και με ό, τι αυ­τός κου­βα­λά, τις ι­δέες, τα συ­ναι­σθή­μα­τα, τις ευαι­σθη­σίες του. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν εί­ναι α­πλά έ­νας εν­διά­με­σος, αλ­λά έ­νας ε­νερ­γός εν­διά­με­σος που με­τα­μορ­φώ­νει την κά­θε κα­τα­γρα­φή.

Μέ­σα στο κα­θη­με­ρι­νό και τε­τριμ­μέ­νο των γε­γο­νό­των που συ­να­ντού­με στις ι­στο­ρίες, πα­ρα­τη­ρού­με έ­να έ­ντο­νο λυ­ρι­κό στίγ­μα (στις πε­ρι­γρα­φές, τις πα­ρο­μοιώ­σεις κ.τ.λ.). Η ε­πι­λο­γή αυ­τή εί­ναι α­πλά έ­να λο­γο­τε­χνι­κό στοι­χείο της γρα­φής σου ή λει­τουρ­γεί και ο­ντο­λο­γι­κά, ως διέ­ξο­δος, ως πα­ρα­μυ­θία;
Δεν με εν­δια­φέ­ρει η στο­λι­σμέ­νη γρα­φή, το λο­γο­τε­χνι­κό εύ­ρη­μα. Αγα­πάω πο­λύ τη γλώσ­σα αλ­λά δεν έ­χω γλωσ­σο­λα­γνεία. Θεω­ρώ πως μέ­σα α­πό το λυ­ρι­σμό, οι άν­θρω­ποι των ι­στο­ριών φω­τί­ζο­νται κα­λύ­τε­ρα. Ο τρό­πος με τον ο­ποίο οι ί­διοι βλέ­πουν τον ε­αυ­τό τους, το ποια η θέ­ση τους μέ­σα στον κό­σμο.

Δια­βά­ζο­ντας το βι­βλίο σου α­πο­κτάς την αί­σθη­ση πως κά­θε γραμ­μή έ­χει γρα­φτεί με κα­τα­νό­η­ση και συ­μπό­νια α­πέ­να­ντι σε ό, τι πε­ρι­γρά­φεις, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να δεν το δω­ρο­δο­κείς με μια ευ­τυ­χι­σμέ­νη κα­τά­λη­ξη. Ποια εί­ναι η θέ­ση σου α­πέ­να­ντι στους ή­ρωές σου;
Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι ή­ρωες εί­ναι μεν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας μου, αλ­λά α­πό την άλ­λη έ­χω ζή­σει α­νά­με­σα σε αν­θρώ­πους σαν και αυ­τούς. Η α­λή­θεια εί­ναι πως μου βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα να τους α­ντι­με­τω­πί­σω με θέρ­μη. Δεν μπο­ρώ να εί­μαι κυ­νι­κός ή σαρ­κα­στι­κός α­πέ­να­ντί τους. Οι α­δύ­να­μοι, οι τα­πει­νοί και κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι με εν­δια­φέ­ρουν πά­ρα πο­λύ. Η α­δυ­να­μία πα­ρά­γει έ­ντα­ση, μυ­θο­πλα­σία. Ο άν­θρω­πος που δεν αι­σθά­νε­ται πως έ­χει ι­σχυ­ρή θέ­ση μέ­σα στον κό­σμο, εί­ναι α­πό μό­νος του έ­να ο­λό­κλη­ρο σύ­μπαν και ε­μέ­να με εν­δια­φέ­ρει πά­ρα πο­λύ να προ­σεγ­γί­σω κά­τι τέ­τοιο.

Ένα κε­ντρι­κό θέ­μα στο βι­βλίο σου εί­ναι η ερ­γα­σία. Οι ή­ρωές σου δου­λεύουν στην α­πο­γοή­τευ­ση και την α­να­σφά­λεια, προ­σπα­θούν να ε­πι­βιώ­σουν ά­νερ­γοι, να ο­νει­ρευ­τούν ε­γκλω­βι­σμέ­νοι.
Για ε­μέ­να ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι έ­να α­πό τα με­γά­λα θέ­μα­τα της λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με τον έ­ρω­τα, το θά­να­το, την α­πώ­λεια. Κα­τά τη γνώ­μη μου, ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι η συ­νέ­πεια που βιώ­νει ο κα­θέ­νας, μιας συ­νε­χούς δια­πά­λης α­πρό­σω­πων δυ­νά­μεων. Πο­λι­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών, κοι­νω­νι­κών. Η δου­λειά της λο­γο­τε­χνίας εί­ναι δί­νει πρό­σω­πο σε αυ­τές τις δυ­νά­μεις. Ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι πε­δίο μά­χης. Νο­μί­ζω πως εί­ναι κά­τι που αν κά­νεις λο­γο­τε­χνία, δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις.

Στο διή­γη­μα «Βγες έ­ξω και κά­ψ’ τα» α­να­φέ­ρε­σαι ε­κτε­νώς σε γράμ­μα­τα ελ­λή­νων με­τα­να­στών στην Αμε­ρι­κή. Το χά­σμα με­τα­ξύ του πα­ρελ­θό­ντος και του πα­ρό­ντος το­νί­ζε­ται μέ­σα α­πό την τό­σο δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα των γραμ­μά­των αυ­τών. Πώς βλέ­πεις την τό­τε με­τα­νά­στευ­ση σε σχέ­ση με το νέο ρεύ­μα με­τα­νά­στευ­σης που πα­ρα­τη­ρεί­ται στις μέ­ρες μας;
Υπάρ­χει τε­ρά­στια δια­φο­ρά. Οι άν­θρω­ποι που έ­φευ­γαν α­πό την Ελλά­δα το ‘50, το ‘60 ή α­κό­μη και πιο πί­σω, ή­ταν άν­θρω­ποι που δεν εί­χαν τί­πο­τα. Ήταν φτω­χοί, ε­ξα­θλιω­μέ­νοι, ξε­κι­νού­σαν ου­σια­στι­κά α­πό το μη­δέν. Ο ση­με­ρι­νός τρια­ντά­ρης, έ­χει ζή­σει πράγ­μα­τα. Αυ­τή η αί­σθη­ση της α­πώ­λειας, το γε­γο­νός πως βρι­σκό­σουν σε έ­να ε­πί­πε­δο και ξαφ­νι­κά χά­νο­νται ό­λα, η πτώ­ση στο κε­νό αν­θρώ­πων που έ­χουν την α­νά­μνη­ση μιας κα­λύ­τε­ρης ζωής εί­ναι έ­να τρο­με­ρό βά­ρος. Αυ­τό το συ­νο­λι­κό σο­κ, αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να εκ­φρα­στεί μέ­σα α­πό έ­ναν νέο λο­γο­τε­χνι­κό τρό­πο στην Ελλά­δα.

Ποια εί­ναι η θέ­ση της λο­γο­τε­χνίας σε μια ε­πο­χή κρί­σης;
Η κρί­ση εί­ναι μια τε­ρά­στια ρή­ξη και αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να πε­ρά­σει μέ­σα στη λο­γο­τε­χνία. Ου­σια­στι­κά αυ­τό ή­ταν το κέ­ντρο του με­γά­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η ρή­ξη του αν­θρώ­που, του α­τό­μου με τον κό­σμο. Έχω με­γά­λη α­γω­νία να δω το πώς αυ­τό το τό­σο βα­θύ και α­πό­το­μο ρήγ­μα θα με­του­σιω­θεί σε λο­γο­τε­χνία. Αντι­λαμ­βά­νο­μαι πως χρειά­ζε­ται χρό­νος, η λο­γο­τε­χνία δεν εί­ναι δη­μο­σιο­γρα­φία, δεν εί­ναι χρο­νο­γρά­φη­μα. Χρειά­ζε­ται μια α­πό­στα­ση, χρειά­ζε­ται δο­κι­μα­σία, ό­χι α­πλά σκέ­ψη αλ­λά στο­χα­σμός. Από την άλ­λη εί­ναι πιε­στι­κή η α­νά­γκη να α­να­κα­λύ­ψου­με μια νέα λο­γο­τε­χνι­κή γλώσ­σα, για­τί τε­λι­κά η κρί­ση δεν εί­ναι οι­κο­νο­μι­κή.

Για τι εί­δους κρί­ση λοι­πόν μι­λά­με;
Έχω την αί­σθη­ση πως η οι­κο­νο­μι­κή έκ­φρα­ση της κρί­σης εί­ναι α­πλά η ε­πι­φά­νεια. Κά­ποιοι λέ­νε πως η κρί­ση εί­ναι πο­λι­τι­κή, η­θι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Για ε­μέ­να εί­ναι α­κό­μη βα­θύ­τε­ρο. Θεω­ρώ πως η κρί­ση εί­ναι υ­παρ­ξια­κή. Τί­θε­ται έ­να ε­ρώ­τη­μα για το ποιοι εί­μα­στε σαν κοι­νω­νία, σαν σύ­νο­λο. Μπο­ρεί το σοκ να εί­ναι στο οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο και αυ­τό προ­φα­νώς δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις, ό­ταν έ­χεις τό­σους πολ­λούς α­νέρ­γους, αν­θρώ­πους που δεν έ­χουν να φά­νε, παι­διά που πη­γαί­νουν στο σχο­λείο υ­πο­σι­τι­σμέ­να, αλ­λά πέ­ρα α­πό αυ­τά πρέ­πει να φτά­σου­με πιο βα­θιά. Όταν μι­λάω για υ­παρ­ξια­κή κρί­ση εν­νοώ κά­τι πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο. Το τι κά­να­με σαν κοι­νω­νία. Όχι α­πλά τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αλ­λά α­πό τό­τε που ορ­γα­νω­θή­κα­με σαν κοι­νω­νία. Σαν συμ­βίω­ση, σαν κοι­νω­νι­κό συμ­βό­λαιο σε με­γά­λο βαθ­μό α­πο­τύ­χα­με. Για αυ­τή την κα­τά­στα­ση, δεν μπο­ρούν να μι­λή­σουν οι πο­λι­τι­κοί, οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι, ή οι τε­χνο­κρά­τες. Για αυ­τή την υ­παρ­ξια­κή κρί­ση μό­νο η λο­γο­τε­χνία μπο­ρεί να μι­λή­σει και πρέ­πει να μι­λή­σει. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­πλά έ­νας τε­χνο­κρά­της των λέ­ξεων, κά­ποιος που λέει α­πλά την ά­πο­ψή του μέ­σα σε κα­λο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες και κα­λο­γραμ­μέ­να βι­βλία. Ο Τσέ­χοφ έ­λε­γε πως ο συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι κά­ποιος που έ­χει υ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του. Και η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να φτά­νει στα βά­θη.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Μια α­πά­ντη­ση και λί­γες σκέ­ψεις για το Χυ­τή­ριο



Τον Δε­κέμ­βριο του 1930, στην κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή πρε­μιέ­ρα του «Ου­δέν νεώ­τε­ρον α­πό το Δυ­τι­κό μέ­τω­πο» του Έριχ Μα­ρία Ρε­μάρ­κ, οι να­ζί, υ­πό την η­γε­σία του Γκέ­μπε­λς, ορ­γά­νω­σαν εκ­δη­λώ­σεις ε­νά­ντια στην ται­νία, ει­σέ­βα­λαν στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, πε­τού­σαν α­μπού­λες βρό­μας και ά­φη­ναν ε­λεύ­θε­ρους α­ρου­ραίους και εν τέ­λει πέ­τυ­χαν την α­πα­γό­ρευ­ση της ται­νίας.

Πί­τερ Γκέι, Η πνευ­μα­τι­κή ζωή στη Δη­μο­κρα­τία της Βαϊμά­ρης

Ενη­με­ρώ­θη­κα για την ε­πι­στο­λή-α­πά­ντη­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη Σε­ρα­φείμ Πει­ραιώς στο άρ­θρο με τίτ­λο «Αφο­ρί­ζο­ντας την πε­ο­λει­χία», την Πα­ρα­σκευή 12 Οκτω­βρίου, λί­γες ώ­ρες πριν τη συ­γκέ­ντρω­ση έ­ξω α­πό το θέ­α­τρο Χυ­τή­ριο και λί­γες ώ­ρες πριν την κα­τά­θε­ση μή­νυ­σης του Μη­τρο­πο­λί­τη ε­νά­ντια στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρά­στα­ση στο Α.Τ. Ομο­νοίας, συ­νο­δεία της Χρυ­σής Αυ­γής. Στην α­πά­ντη­σή του ο Μη­τρο­πο­λί­της υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται την ε­πι­στη­μο­νι­κή ορ­θό­τη­τα και ση­μα­σία της δη­μο­σίευ­σής του, μάς προ­ει­δο­ποιεί για τους κιν­δύ­νους των συ­γκε­κρι­μέ­νων πρα­κτι­κών και για κά­ποιο λό­γο προ­σθέ­τει τις α­πό­ψεις του για την «πρα­κτι­κή της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας», γνω­στή και ως «ψυ­χο­πα­θο­λο­γία πε­ρί το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο», α­να­φο­ρά ά­σχε­τη με τα προ­η­γού­με­να κεί­με­να.
Πα­ρό­λα αυ­τά, η ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία του άρ­θρου που δη­μο­σιεύ­σα­με δεν εί­χε σχέ­ση ού­τε με την ε­πι­στη­μο­νι­κή ορ­θό­τη­τα ού­τε με τις πε­ο­λει­χίες, α­ντί­θε­τα ε­στία­ζε στο πώς έ­να δε­δο­μέ­νο (στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο) μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί και­ρο­σκο­πι­κά και κα­τά το δο­κούν αρ­κεί να ε­πι­βε­βαιώ­νει α­πό­ψεις και συ­μπε­ρά­σμα­τα που ή­δη υ­πάρ­χουν (το­νί­ζο­ντας τις δη­λώ­σεις του Μη­τρο­πο­λί­τη α­πέ­να­ντι στο CERN) και δεύ­τε­ρον στο πώς μέ­σα σε έ­να κλί­μα γε­νι­κευ­μέ­νης συρ­ρί­κνω­σης των πο­λι­τι­κών, ερ­γα­σια­κών και αν­θρω­πί­νων ε­λευ­θε­ριών και δι­καιω­μά­των, ο κα­θέ­νας που αι­σθά­νε­ται πως έ­χει έ­να με­ρί­διο ε­ξου­σίας μπο­ρεί να συμ­με­τά­σχει στη χά­ρα­ξη νέων πε­ριο­ρι­σμών και α­πο­κλει­σμών. Και τα δύο συ­μπε­ρά­σμα­τα ε­πι­βε­βαιώ­θη­καν λί­γες ώ­ρες α­φού έ­φτα­σε η α­πά­ντη­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη στα γρα­φεία της «Επο­χής».

Μή­νυ­ση συ­νο­δεία Χ.Α.

Όσον α­φο­ρά την κα­τά­θε­ση μή­νυ­σης εκ μέ­ρους του Μη­τρο­πο­λί­τη συ­νο­δεία βου­λευ­τών της Χ.Α. ε­νά­ντια στην πα­ρά­στα­ση «Corpus Christi», ο μη­τρο­πο­λί­της χρη­σι­μο­ποιεί ό­χι έ­να ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο αλ­λά μια πο­λι­τι­κή του θέ­ση κα­τά πε­ρί­πτω­ση. Σε άρ­θρο του με τίτ­λο «Ο Μη­τρο­πο­λί­της Πει­ραιώς για Εθνι­κι­σμό και Εκκλη­σία», δη­μο­σιευ­μέ­νο στον ε­πί­ση­μο δια­δι­κτυα­κό τό­πο της μη­τρό­πο­λης Πει­ραιώς το κα­λο­καί­ρι του 2012 έ­γρα­φε: «Όσον α­φο­ρά στο ε­ρώ­τη­μα ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός στην ορ­θο­δο­ξία οι έν­νοιες εί­ναι α­σύμ­βα­τες και α­ντι­θε­τι­κές για­τί ο ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός σαν βιο­θεω­ρία εί­ναι πα­γα­νι­σμός και α­πο­κρυ­φι­στι­κό πε­ρί­παιγ­μα που εξ α­ντι­κει­μέ­νου α­ντι­πα­ρα­τάσ­σε­ται στο σώ­μα του Χρι­στού ό­πως ι­στο­ρι­κά κα­τα­δείχ­θη­κε». Πα­ρό­λα αυ­τά η συ­νο­δεία τεσ­σά­ρων βου­λευ­τών της Χρυ­σής Αυ­γής στο Α.Τ. Ομο­νοίας κα­τά την κα­τά­θε­ση της μή­νυ­σης δεν κρί­θη­κε «α­σύμ­βα­τη» και «α­ντι­θε­τι­κή», α­φού την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα τα μέ­λη της Χ.Α. εί­χα­νε δώ­σει τα χρι­στια­νι­κά τους δια­πι­στευ­τή­ρια τρα­μπου­κί­ζο­ντας κουλ­του­ρια­ρέ­ους και δέρ­νο­ντας δια­φω­νού­ντες. Προ­φα­νώς οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί «μα­λά­κες η­θο­ποιοί του κώ­λου», «α­δερ­φές ξε­σκι­σμέ­νες» κ.τ.λ. του βου­λευ­τή Ηλία Πα­να­γιώ­τα­ρου, α­να­δει­κνύουν το ποι­μα­ντι­κό έρ­γο της Χρυ­σής Αυ­γής, το ο­ποίο την φέρ­νει πιο κο­ντά στην εκ­κλη­σία. Ο ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός, λοι­πόν, δεν εί­ναι και τό­σο κα­κός, αρ­κεί να λει­τουρ­γεί ως τάγ­μα ε­φό­δου των δι­κών μας α­πό­ψεων.
Τό­σο η μή­νυ­ση ό­σο και η ταύ­τι­ση και η συ­μπα­ρά­στα­ση του μη­τρο­πο­λί­τη σε ό­σους συ­γκε­ντρώ­θη­καν έ­ξω α­πό το χώ­ρο ό­που παί­ζε­ται η πα­ρά­στα­ση «Corpus Christi», α­πο­δει­κνύει πως το δεύ­τε­ρο συ­μπέ­ρα­σμα, η ε­πι­θυ­μία δη­λα­δή ε­νός μέ­ρους της εκ­κλη­σίας να συμ­με­τά­σχει στους πε­ριο­ρι­σμούς και την α­νε­λευ­θε­ρία της ε­πο­χής, ή­ταν και αυ­τό ορ­θό.

Για το Χυ­τή­ριο

Χρειά­ζε­ται να α­ντι­λη­φθού­με πως οι ε­πι­θέ­σεις που βιώ­νου­με τους τε­λευ­ταίους μή­νες ε­νά­ντια στην ε­λευ­θε­ρία της έκ­φρα­σης δεν εί­ναι μια σει­ρά με­μο­νω­μέ­νων πε­ρι­στα­τι­κών (ό­πως πα­λαιό­τε­ρα οι υ­πο­θέ­σεις «Τε­λευ­ταίος πει­ρα­σμός», Outlook, Art Athina κ.τ.λ. α­νά­με­σα στις ο­ποίες με­σο­λα­βού­σαν με­γά­λες χρο­νι­κές α­πο­στά­σεις), αλ­λά συ­νε­χείς και αλ­λη­λε­πι­κα­λυ­πτό­με­νες εκ­φάν­σεις μιας συ­στη­μα­τι­κής και κλι­μα­κού­με­νης προ­σπά­θειας πε­ριο­ρι­σμού των ε­λευ­θε­ριών. Συ­ντη­ρη­τι­κοί άν­θρω­ποι και σκο­τα­δι­στές υ­πάρ­χουν πα­ντού (α­ντί­στοι­χες εκ­δη­λώ­σεις υ­πήρ­ξαν και στην πρε­μιέ­ρα του «Corpus Christi» στη Νέα Υόρ­κη) και δεν α­πο­τε­λούν νέο φαι­νό­με­νο για την Ελλά­δα. Η πα­ρά­με­τρος που αλ­λά­ζει τα δε­δο­μέ­να εί­ναι η προ­σπά­θεια της Χρυ­σής Αυ­γής να προ­σε­ται­ρι­στεί αυ­τά τα φαι­νό­με­να, διεκ­δι­κώ­ντας για τον ε­αυ­τό της το ρό­λο του κρι­τή για το τι ε­πι­τρέ­πε­ται και τι ό­χι στην πο­λι­τι­στι­κή πα­ρα­γω­γή και μά­λι­στα να ε­πι­βάλ­λει την ά­πο­ψή της με τη βία. Η πα­ρου­σία της Χρυ­σής Αυ­γής στο Χυ­τή­ριο κα­θώς και ο τρό­πος με τον ο­ποίο έ­δρα­σε, δεν α­πο­τε­λούν τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω α­πό έ­να ε­πι­κοι­νω­νια­κό και λαϊκί­στι­κο τρικ. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως οι εκ­πρό­σω­ποί της, τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα, ε­πέ­λε­ξαν να μην εμ­φα­νι­στούν στο θέ­α­τρο, αλ­λά να πα­ρέμ­βουν στα τη­λε­ο­πτι­κά πά­νελ δια­φη­μί­ζο­ντας τον ε­αυ­τό τους σε ευ­ρύ­τε­ρα α­κρο­α­τή­ρια. Ο πραγ­μα­τι­κός κίν­δυ­νος προ­κύ­πτει α­πό το ι­στο­ρι­κό δε­δο­μέ­νο πως ό­ταν ο συ­ντη­ρη­τι­σμός κα­τε­βαί­νει στο δρό­μο και υιο­θε­τεί βίαιες και ε­πι­θε­τι­κές πρα­κτι­κές, τό­τε ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποιεί­ται και συ­νο­ρεύει ε­πι­κίν­δυ­να με το φα­σι­σμό ή το να­ζι­σμό που πρε­σβεύει και ε­φαρ­μό­ζει η Χρυ­σή αυ­γή.
Τα γε­γο­νό­τα στο Χυ­τή­ριο α­πέ­δει­ξαν, και μάλ­λον κα­τά­φε­ραν να πεί­σουν έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­κρο­α­τή­ριο, πως η Χρυ­σή Αυ­γή δεν εί­ναι έ­να φαι­νό­με­νο που α­πει­λεί μό­νο τους με­τα­νά­στες, τους α­ρι­στε­ρούς, τους α­ναρ­χι­κούς ή τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους. Η Χ.Α. α­πει­λεί ό­ποιον η ί­δια θέ­τει α­πέ­να­ντί της ως δια­φω­νού­ντα, ως εχ­θρό ή α­πλώς ως Άλλο. Και τα γε­γο­νό­τα α­πέ­δει­ξαν πως ο κα­τά­λο­γος των Άλλων αν δεν βρει α­ντί­στα­ση συ­νε­χώς θα με­γα­λώ­νει…

(στην εφημερίδα Εποχή)







Η επιστολή

Λάβαμε την παρακάτω επιστολή από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως απάντηση στο κείμενο του συνεργάτη μας Θωμά Τσαλαπάτη με τίτλο «Αφορίζοντας την πεολειχία».
Την παραθέτουμε.

Ανέ­γνω­σα το πε­ρι­παι­κτι­κό και α­πα­ξιω­τι­κό σχό­λιό Σας πού α­φο­ρού­σε το κεί­με­νό μου, με το ο­ποίο ε­φι­στού­σα την προ­σο­χή για τις δει­νές ε­πι­πτώ­σεις α­πό την πα­ρά­χρη­ση των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων.
Προέ­βα­λα, έ­στω και αν δεν συμ­φω­νού­σα με την ο­ρο­λο­γία, δύο δη­μο­σιεύ­μα­τα της ια­τρι­κής ε­πι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας, πού ι­σχυ­ρο­ποιού­σαν την τα­πει­νή μου πρό­τα­ση και θα ή­θε­λα, πα­ρ’ ό­τι γνω­ρί­ζω ό­τι μι­λάω σε «ώ­τα μη α­κουό­ντων», να Σας πως με ει­λι­κρι­νή α­γά­πη στα πρό­σω­πά Σας, έ­στω και αν δεν το πι­στεύε­τε, ό­τι ε­κό­ντες ά­κο­ντες εί­σθε οι με­γα­λύ­τε­ροι ευερ­γέ­τες μου και ό­τι οι λοι­δω­ρίες Σας, έ­στω και αν δεν το α­ντι­λαμ­βά­νε­σθε, προς και­ρόν θα εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος δή­μιός Σας.
Δεν πρω­το­α­να­φέρ­θη­κα στο θέ­μα της πα­ρά­χρη­σης των ορ­γά­νων του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τώ­ρα. Εί­ναι μό­νι­μος και συ­νε­χής η α­να­φο­ρά μου σε αυ­τό, διό­τι το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα συ­νι­στά α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της αν­θρώ­πι­νης ο­ντο­λο­γίας και φυ­σιο­λο­γίας, κα­τά δε την πί­στη μας α­πο­τε­λεί τον «ναόν του Πα­να­γίου Πνεύ­μα­τος».
Θεω­ρώ ό­τι λο­γι­κός άν­θρω­πος δεν εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­δέ­χε­ται ό­τι η υ­περ­μα­θη­μα­τι­κή α­κρί­βεια, λει­τουρ­γι­κό­τη­τα και ε­νο­εί­δεια της βιο­χη­μείας του αν­θρω­πί­νου ορ­γα­νι­σμού, που προϋπο­θέ­τει α­να­πο­δρά­στως σκέ­ψη, προέρ­χε­ται α­πό το τί­πο­τα και τον κα­νέ­να, και ει­δι­κώ­τε­ρα η θαυ­μα­στή λει­τουρ­γία και αλ­λη­λο­ε­πί­δρα­ση της υ­πο­φύ­σεως, του υ­πο­θα­λά­μου, των ε­πι­νε­φρι­δίων και των γεν­νη­τι­κών α­δέ­νων δεν μπο­ρεί να εί­ναι προϊόν τύ­χης ή ά­λο­γης και α­συ­νεί­δη­της φυ­σι­κής ε­πι­λο­γής. Ως Επί­σκο­πος δεν εί­ναι δυ­να­τόν να ε­να­ντιού­μαι στην υ­γιά σε­ξουα­λι­κό­τη­τα ε­ντός του με­γά­λου μυ­στη­ρίου του Γά­μου, αλ­λά ο­φεί­λω σαν ποι­μέ­νας να κα­τα­δει­κνύω τις τρα­γι­κές α­πο­κλί­σεις α­πό την αν­θρώ­πι­νη φυ­σιο­λο­γία που α­να­πο­δρά­στως α­πο­μειώ­νουν την α­θά­να­τη αν­θρώ­πι­νη ψυ­χή και φυ­σι­κά ου­δέ­πο­τε α­πο­μείω­σα την α­λη­θή ε­πι­στή­μη που α­πο­τε­λεί έρ­γο της θεόσ­δο­της αν­θρώ­πι­νης λο­γι­κής ι­διό­τη­τος της κα­τ’ ει­κό­να Θε­ού κτι­σμέ­νης αν­θρώ­πι­νης ψυ­χής αλ­λά ε­πι­ση­μείω­σα την φαι­δρό­τη­τα της ψευ­δούς ε­πι­στή­μης πού γί­νε­ται ό­χη­μα και ά­θυρ­μα της α­θεϊστι­κής προ­πα­γάν­δας.
Για τις σχε­τι­κές μου δη­λώ­σεις («Veto» 20/12 2009) τα ο­μο­φυ­λο­φι­λι­κά σω­μα­τεία με κα­τε­μή­νυ­σαν για δή­θεν προ­σβο­λή της τι­μής τους και α­πηλ­λά­γην με την υ­π’ α­ριθμ. 455/2011 Διά­τα­ξη του Ει­σαγ­γε­λέα Εφε­τών Αθη­νών. Θα έ­πρε­πε ό­μως προ­τού σύ­ρε­τε τις «ω­ραίες» γραμ­μές Σας να κά­να­τε μια «βολ­τού­λα» μέ­χρι το ο­γκο­λο­γι­κό Νο­σο­κο­μείο «Με­τα­ξά», που συ­χνά ε­πι­σκέ­πτο­μαι, για να φρί­ξε­τε με νέ­ους και νέες που τους α­φαι­ρούν το λά­ρυγ­γα, την υ­πε­ρώα και που έ­χουν τρα­χειο­στο­μία, α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ά­φρο­νος πα­ρα­χρή­σεως του σώ­μα­τός των ή να συ­ζη­τή­σε­τε με ει­δι­κούς ια­τρούς για την «α­να­βίω­ση» φο­βε­ρών α­φρο­δι­σίων νο­ση­μά­των και τό­τε ί­σως α­ντι­λαμ­βα­νό­σα­στε και την προ­σω­πι­κή Σας ευ­θύ­νη σαν δια­μορ­φω­τές της κοι­νής γνώ­μης.
Ασφα­λώς οι άν­θρω­ποι, με τις ό­ποιες ε­πι­λο­γές τους και την κα­τά­χρη­ση της ε­λευ­θε­ρίας τους, δεν τι­μω­ρού­νται α­πό τον Πα­νά­γιο Θεό αλ­λά α­πό τον υ­πάρ­χο­ντα πνευ­μα­τι­κό Νό­μο και την α­σέ­βεια στο ιε­ρό πρό­σω­πό τους. Μή­πως δεν γνω­ρί­ζε­τε ό­τι ό­λη η πρα­κτι­κή της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, αν­δρι­κής και γυ­ναι­κείας, ε­δρά­ζε­ται στην πα­ρά­χρη­ση των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων και ό­τι νο­μο­πα­ρα­σκευα­στι­κή ε­πι­τρο­πή του Υπουρ­γείου Δι­καιο­σύ­νης «ε­τοι­μά­ζει» ε­πέ­κτα­ση του συμ­φώ­νου συμ­βίω­σης και με­τα­ξύ ο­μο­φύ­λων ζευ­γα­ριών! Δη­λα­δή, η θε­σμο­θε­τη­μέ­νη πο­λι­τεία νο­μι­μο­ποιεί «η­θι­κά» την πα­ρά­χρη­ση του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος και την ψυ­χο­πα­θο­λο­γία πε­ρί το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο και αυ­τό δεν Σας α­πα­σχο­λεί, ε­νώ α­πο­βαί­νει τρα­γι­κή ο­δός πό­νου και α­φό­ρη­της ο­δύ­νης για τους συ­ναν­θρώ­πους Σας που πα­γι­δεύο­νται σε μια τέ­τοια αλ­λο­τρίω­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τός τους.
Εύ­χο­μαι ει­λι­κρι­νά ο Θεός να μη «στή­ση» στις ψυ­χές Σας την α­μαρ­τία αυ­τή.


Ο Μη­τρο­πο­λί­της Πει­ραιώς
Σε­ρα­φεί­μ

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Αφο­ρί­ζο­ντας την πε­ο­λει­χία


Κά­θε πρωί, έ­να χά­ος ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κών τίτ­λων, σχο­λίων, ε­πα­να­λή­ψεων και πα­ραλ­λα­γών πνί­γουν τις α­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νες ο­θό­νες. Και συ α­νά­με­σά τους ψά­χνεις να α­κού­σεις για τις νέες χθε­σι­νές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, τα νέα πο­γκρόμ και μα­χαι­ρώ­μα­τα με­τα­να­στών, τις φρέ­σκες συλ­λή­ψεις, τα φρέ­σκα βα­σα­νι­στή­ρια και τις στα­θε­ρές α­πελ­πι­σίες. Και α­νά­με­σά τους συ­χνά μια εί­δη­ση κυ­ριαρ­χεί, άλ­λο­τε λό­γω ση­μα­ντι­κό­τη­τας και ε­πεί­γο­ντος και άλ­λο­τε λό­γω της φω­το­γέ­νειας του πα­ρά­δο­ξου και του γε­λοίου. Μια τέ­τοια εί­δη­ση έ­κα­νε το γύ­ρο των βλεμ­μά­των την προ­η­γού­με­νη ε­βδο­μά­δα ό­ταν α­νά­με­σα στις διά­φο­ρες ει­δή­σεις εμ­φα­νί­στη­κε ο ε­ξής τίτ­λος σε διά­φο­ρες πα­ραλ­λα­γές: «“Μα­νι­φέ­στο” Σε­ρα­φείμ κα­τά πε­ο­λει­χίας».

Το μα­νι­φέ­στο

Ο τίτ­λος α­φο­ρού­σε κεί­με­νο του μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραιώς Σε­ρα­φείμ στην ι­στο­σε­λί­δα της μη­τρό­πο­λης Πει­ραιώς, ό­που χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ε­πι­στη­μο­νι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα α­πο­δεί­κνυε τους κιν­δύ­νους της «αι­σχρής πρά­ξης, τό­σο για το σώ­μα ό­σο και για το πνεύ­μα των αν­θρώ­πων». Ο ί­διος στο κεί­με­νό του διευ­κρι­νί­ζει πως δεν κι­νεί­ται «α­πό πο­τα­πά κί­νη­τρα α­κραίας φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κής δια­θέ­σεως ού­τε έ­χο­με κά­ποιο ο­μο­φο­βι­κό σύν­δρο­μο», και προ­ει­δο­ποιεί ό­τι «τα ο­ψώ­νια της α­μαρ­τίας εί­ναι θά­να­τος και ό­τι η πα­ρά­χρη­σις των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων του αν­θρω­πί­νου ό­ντος ε­γκυ­μο­νεί τρο­μα­κτι­κές συ­νέ­πειες τό­σο στην ψυ­χι­κή ό­σο και την σω­μα­τι­κή υ­γεία του».
Στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σιο έ­να δη­μο­σίευ­μα των Νέων του 2010, κα­θώς και μια α­νάρ­τη­ση της ι­στο­σε­λί­δας iatropedia, ώ­στε να ταυ­τί­σει τον στο­μα­τι­κό έ­ρω­τα με τον καρ­κί­νο του φά­ρυγ­γα. Μέ­σα στη γε­λοιό­τη­τά του και στο α­νε­πί­και­ρο του σκο­τα­δι­σμού του η δή­λω­ση γεν­νά κά­ποιες σκέ­ψεις.
Μια αρ­ρώ­στια πα­ρου­σιά­ζε­ται (έ­στω και συ­γκε­κα­λυμ­μέ­να) ως η­θι­κή και με­τα­φυ­σι­κή κα­τα­δί­κη. Σε μι­κρο­κλί­μα­κα, η δή­λω­ση μάς θυ­μί­ζει τις φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κές ε­ξαγ­γε­λίες που α­κο­λού­θη­σαν την 11 Σε­πτεμ­βρίου α­πό δια­φό­ρους τη­λευαγ­γε­λι­στές, σύμ­φω­να με τους ο­ποίους το χτύ­πη­μα στους δί­δυ­μους πύρ­γους ή­ταν μια θεϊκή τι­μω­ρία για τα νέα ή­θη και τις α­κο­λα­σίες των σύγ­χρο­νων Αμε­ρι­κά­νων. Ήταν η ί­δια ο­μά­δα ιε­ρέων που έ­κα­ναν λό­γω για το AIDS ως μια μά­στι­γα που ήρ­θε να κα­τα­δι­κά­σει τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους.
Το εν­δια­φέ­ρον στις δη­λώ­σεις Σε­ρα­φεί­μ, εί­ναι η προ­σπά­θειά του για η­θι­κή και θρη­σκευ­τι­κή νο­μι­μο­ποίη­ση α­πό την ε­πι­στή­μη. Ο ί­διος μη­τρο­πο­λί­της λί­γους μή­νες πριν, μι­λώ­ντας για το πεί­ρα­μα του CERN και το μπο­ζό­νιο του θε­ού, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει τη Γε­νεύη ως «σύγ­χρο­νη Βα­βέλ», τις ε­πι­στη­μο­νι­κές θεω­ρίες «ε­τε­ρο­κί­νη­τα νευ­ρό­σπα­στα του αρ­χαίου δαί­μο­νος», ε­νώ έ­κλει­νε τη δη­μο­σίευ­σή του δια­τυ­πώ­νο­ντας λυ­ρι­κά την κρί­ση του για τις α­να­κα­λύ­ψεις και τα δε­δο­μέ­να του πει­ρά­μα­τος: «αν αυ­τή η α­ντί­λη­ψις δεν α­πο­τε­λεί τον α­πό­λυ­το ο­ρι­σμό του κρε­τι­νι­σμού, τό­τε τί συ­νι­στά κρε­τι­νι­σμό;». Για τον μη­τρο­πο­λί­τη -ό­πως άλ­λω­στε συμ­βαί­νει με κά­θε και­ρο­σκό­πο-, κά­θε δε­δο­μέ­νο (και ε­δώ συ­γκε­κρι­μέ­να ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο) έ­χει α­ξία μό­νο ό­ταν μπο­ρεί να ε­πι­βε­βαιώ­σει την ορ­θό­τη­τα της κα­τεύ­θυν­σης που ο ί­διος έ­χει ε­πι­λέ­ξει.
Κά­νο­ντας λό­γο στη συ­νέ­χεια του κει­μέ­νου του για την «τρο­μα­κτι­κή τρα­γι­κό­τη­τα» που μπο­ρεί να φέ­ρει η υ­περ­βο­λι­κή χρή­ση της ε­λευ­θε­ρίας του αν­θρώ­που, ο μη­τρο­πο­λί­της α­πο­κα­λύ­πτει πί­σω α­πό τις λέ­ξεις κά­ποιες βα­θύ­τε­ρες δια­θέ­σεις και ε­πι­θυ­μίες: Μια βιο­ε­ξου­σία θρη­σκευ­τι­κού τύ­που ό­που τα σώ­μα­τα θα ο­ρί­ζο­νται, θα τα­ξι­νο­μού­νται και θα πει­θαρ­χούν, με βά­ση την ερ­μη­νεία των θεϊκών ε­πι­τα­γών α­πό τα ιε­ρα­τεία.
Ο σκο­τα­δι­σμός της δή­λω­σης δεν προ­κα­λεί ε­ντύ­πω­ση. Συ­χνά εκ­πρό­σω­ποι της εκ­κλη­σίας μί­λη­σαν για τον έ­ρω­τα, ό­πως πε­ρί­που μι­λού­σαν για το μα­κε­δο­νι­κό: φα­να­τι­σμέ­να, φο­βι­κά, με μια υ­πο­κρι­τι­κή α­γνό­τη­τα, πε­ρη­φά­νια και κα­θα­ρό­τη­τα. Αυ­τό που προ­κα­λεί, ό­μως, ε­ντύ­πω­ση εί­ναι η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­γκυ­ρία και το φαι­νο­με­νι­κά ε­κτός τό­που και χρό­νου της δή­λω­σης.

Το ε­πί­και­ρο της δή­λω­σης

Το πρω­τό­γνω­ρο κα­θε­στώς α­νε­λευ­θε­ρίας και πε­ριο­ρι­σμού των πο­λι­τι­κών και αν­θρώ­πι­νων δι­καιω­μά­των, που βιώ­νου­με ό­λο και πιο έ­ντο­να, δη­μιουρ­γεί έ­να πε­ρι­βάλ­λον πολ­λα­πλής α­πό­κλι­σης. Από τη στιγ­μή που κα­νέ­να ερ­γα­σια­κό δι­καίω­μα δεν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί δε­δο­μέ­νο, α­πό τη στιγ­μή που οι πο­λι­τι­κές α­πο­φά­σεις και η βού­λη­ση των πο­λι­τών δεν δε­σμεύουν κα­μία κυ­βέρ­νη­ση, οι μέ­ρες μας πο­τί­ζο­νται α­πό μια πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα σχε­τι­κι­σμού της ε­λευ­θε­ρίας. Μέ­σα α­πό τον άλ­λο­τε η­γε­μο­νι­κό τους λό­γο, οι εκ­πρό­σω­ποι της εκ­κλη­σίας ζη­τούν να συμ­με­τέ­χουν στη χά­ρα­ξη των νέων πε­ριο­ρι­σμών α­κό­μα και σε φα­ντα­σια­κό ε­πί­πε­δο. Αλή­θεια, πό­σο τυ­χαίο μπο­ρεί να μοιά­ζει το γε­γο­νός πως η ε­πε­ρώ­τη­ση στη βου­λή για την ι­στο­σε­λί­δα του Γέ­ρο­ντα Πα­στί­τσιου έ­γι­νε α­πό την Χρυ­σή Αυ­γή; Σε μια ευ­τυ­χή συ­γκυ­ρία ταύ­τι­σης η εκ­κλη­σια­στι­κή ε­πι­τα­γή κρα­τά α­πό το χέ­ρι το φα­σι­στι­κό α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό.
Οι δη­λώ­σεις του Σε­ρα­φείμ Πει­ραιώς δεν πε­ρι­γρά­φουν το σκο­τει­νό μέλ­λον μιας πα­πα­δο­κρα­τού­με­νης χώ­ρας, α­ντί­θε­τα πε­ρι­γρά­φουν το σκο­τει­νό πα­ρόν μιας χρε­ο­κρα­τού­με­νης Ελλά­δας.

* το συγκεκριμένο κείμενο είναι ακριβώς 666 λέξεις.


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΩΑΜΕΘ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΣ ΟΡΙΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ

Οι «Σατανικοί στίχοι», η συγκυρία και «Η αθωότητα των μουσουλμάνων»



Oταν στις 26 Σε­πτεμ­βρίου του 1988 κυ­κλο­φο­ρού­σε το βι­βλίο του Σά­λα­μαν Ράσ­ντι «Οι σα­τα­νι­κοί στί­χοι», ο συγ­γρα­φέ­ας του πε­ρί­με­νε να προ­κα­λέ­σει έ­να μι­κρό σκάν­δα­λο. Τα δύο προ­η­γού­με­να βι­βλία του εί­χαν λά­βει πρω­τό­γνω­ρες δια­στά­σεις α­κο­λου­θώ­ντας ό­μοιες ο­δούς . «Τα παι­διά του με­σο­νυ­χτίου» εί­χαν ε­ξορ­γί­σει την Ίντι­ρα Γκά­ντι και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Ντρο­πή» εί­χε ε­νο­χλή­σει το πο­λι­τι­κό και στρα­τιω­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο του Πα­κι­στάν. Στο ο­γκώ­δες του νέο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο ιν­δο­βρε­τα­νός συγ­γρα­φέ­ας δη­μιούρ­γη­σε μια ι­στο­ρία πα­ράλ­λη­λη με την ι­στο­ρία του Ισλά­μ, μια ι­στο­ρία ο­νει­ρι­κή, φα­ντα­σια­κή και συ­χνά βέ­βη­λη στη χρή­ση των μύ­θων και των θρύ­λων της μου­σουλ­μα­νι­κής θρη­σκείας. Η έκ­δο­ση του βι­βλίου δεν δη­μιούρ­γη­σε α­πλώς σκάν­δα­λο, αλ­λά ο­δή­γη­σε σε μα­ζι­κές α­ντι­δρά­σεις και δια­δη­λώ­σεις μου­σουλ­μά­νων. Στις 14 Φε­βρουα­ρίου, ο ι­ρα­νός η­γέ­της Αγια­το­λάχ Χο­μεϊνί εκ­δί­δει φετ­φά κα­τα­δι­κά­ζο­ντας σε θά­να­το τον Ράσ­ντι και ό­λους ό­σοι ε­νε­πλά­κη­σαν στην έκ­δο­ση ή τη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου. Ο συγ­γρα­φέ­ας θα πέρ­να­γε τα ε­πό­με­να 10 χρό­νια της ζωής του κρυμ­μέ­νος υ­πό την ε­πί­βλε­ψη ει­δι­κής μο­νά­δας της βρε­τα­νι­κής α­στυ­νο­μίας.
Αυ­τό που δεν υ­πο­λό­γι­σε ο Ράσ­ντι στις προ­βλέ­ψεις του σχε­τι­κά με τις α­ντι­δρά­σεις, ή­ταν η συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία, μια συ­γκυ­ρία που θα εκ­μη­δέ­νι­ζε την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο σκαν­δα­λι­σμό και στο θρη­σκευ­τι­κό συμ­βό­λαιο θα­νά­του. Οι ε­κλο­γές στην Ινδία, το τέ­λος του ε­φτά­χρο­νου πο­λέ­μου α­νά­με­σα στο Ιράν και το Ιρά­κ, η ε­σω­τε­ρι­κή κα­τά­στα­ση στο με­τα­πο­λε­μι­κό Ιράν και οι δι­πλω­μα­τι­κές του σχέ­σεις με τη Βρε­τα­νία (με τις υ­πο­θέ­σεις Βρε­τα­νών ο­μή­ρων τό­σο στην ί­δια τη χώ­ρα ό­σο και στον Λί­βα­νο α­πό την Χεζ­μπο­λάχ να εκ­κρε­μούν) θα δη­μιουρ­γού­σαν έ­να πε­ρι­βάλ­λον τέ­τοιο ώ­στε να φυ­τρώ­σει μια πρω­τό­γνω­ρη δο­λο­φο­νι­κή ε­πι­τα­γή.
Σή­με­ρα, 24 χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση των «Σα­τα­νι­κών στί­χων», ο Ράσ­ντι μας υ­πεν­θυ­μί­ζει τα γε­γο­νό­τα μέ­σα α­πό την έκ­δο­ση του βι­βλίου του «Τζο­ζέφ Αντόν». Το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε μέ­σα στον Σε­πτέμ­βρη, ε­ξι­στο­ρεί τα 10 χρό­νια σκιάς και φό­βου του συγ­γρα­φέα και χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ή­δη λο­γο­τε­χνι­κό γε­γο­νός της χρο­νιάς. Η υ­πό­θε­ση Ράσ­ντι α­πο­κτά ξε­χω­ρι­στή ση­μα­σία σή­με­ρα για­τί α­πο­τέ­λε­σε την πρώ­τη πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη α­ντί­δρα­ση θρη­σκευ­τι­κού φα­να­τι­σμού ε­νά­ντια στην ε­λευ­θε­ρία της έκ­φρα­σης και ε­νά­ντια σε έ­να δυ­τι­κό πο­λι­τι­στι­κό πα­ρά­γω­γο. Οι πα­ρά­γο­ντες, οι σκο­πι­μό­τη­τες και η πο­λι­τι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση του σκαν­δά­λου ί­σως να έ­χουν τε­λι­κά με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία σή­με­ρα α­πό το γε­γο­νός στα στε­νά ό­ριά του.

Η α­θωό­τη­τα των μου­σουλ­μά­νων

Το να κα­τα­δι­κά­ζει κα­νείς τον φο­ντα­με­ντα­λι­σμό (ο ο­ποίος για σχε­δόν ό­λα τα δυ­τι­κά μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης ταυ­τί­ζε­ται α­πο­κλει­στι­κά με τη μου­σουλ­μα­νι­κή εκ­δο­χή του), α­πο­τε­λεί μια πρά­ξη κοι­νό­το­πη στα ό­ρια του βα­ρε­τού. Η κοι­νο­το­πία ό­μως αυ­τή εί­ναι ι­κα­νή, ό­χι μό­νο να κα­τα­σκευά­σει στε­ρεό­τυ­πα, αλ­λά και να τα ο­ρί­σει ως την μό­νη α­πο­δε­κτή α­λή­θεια. Οι ει­κό­νες α­πό τα πρό­σφα­τα α­φιο­νι­σμέ­να πλή­θη στις μου­σουλ­μα­νι­κές χώ­ρες της Αφρι­κής και της Ασίας, ε­πι­σκία­σαν ό­λες τις άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους του γε­γο­νό­τος: Την ται­νία «Η α­θωό­τη­τα των μου­σουλ­μά­νων», τους συ­ντε­λε­στές και τους σκο­πούς τους και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τη διε­θνή συ­γκυ­ρία (και ε­δώ να διευ­κρι­νί­σω πως κα­τά την ά­πο­ψή μου τα σα­τυ­ρι­κά σχέ­δια του γαλ­λι­κού πε­ριο­δι­κού «Charlie Hebdo», α­πο­τε­λούν α­πλά έ­να ε­ξυ­πνα­κί­στι­κο και και­ρο­σκο­πι­κό ε­πι­πλέ­ον γε­γο­νός, το ο­ποίο δεν προ­σθέ­τει τί­πο­τα στη συ­ζή­τη­ση).
Η πε­ρί­πτω­ση της Αθωό­τη­τας των μου­σουλ­μά­νων α­πο­κτά ξε­χω­ρι­στή ση­μα­σία α­κό­μα και α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ί­διου του α­ντι­κει­μέ­νου που προ­κά­λε­σε τις α­ντι­δρά­σεις. «Η α­θωό­τη­τα των μου­σουλ­μά­νων» εί­ναι μια ται­νία που δεν γυ­ρί­στη­κε πο­τέ. Κυ­κλο­φό­ρη­σε δια­δι­κτυα­κά ως έ­να μο­ντα­ρι­σμέ­νο δε­κα­τε­τρά­λε­πτο, μια συρ­ρα­φή τυ­χαίων σκη­νών. Στο σύ­ντο­μο αυ­τό κομ­μά­τι ο Μωά­μεθ ό­χι μό­νο α­πει­κο­νί­ζε­ται αλ­λά προ­βάλ­λε­ται ως λά­γνος, ψεύ­της και ο­μο­φυ­λό­φι­λος. Οι μου­σουλ­μά­νοι που τον α­κο­λου­θούν πε­ρι­γρά­φο­νται ως ά­γριοι και αι­μο­δι­ψείς, παι­δό­φι­λοι και σα­δι­στές. Η αι­σθη­τι­κή των α­πο­σπα­σμά­των εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κα­κό­γου­στη κά­που α­νά­με­σα σε σε­ξο­κω­μω­δία της σει­ράς και σε φιλμ α­νε­ρυ­θρία­στης φτη­νής προ­πα­γάν­δας.
Οι συ­ντε­λε­στές του έρ­γου έ­χουν και αυ­τοί ξε­χω­ρι­στό εν­δια­φέ­ρον. Ως σκη­νο­θέ­της, σε­να­ριο­γρά­φος και πα­ρα­γω­γός της ται­νίας, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Nakoula Basseley Nakoula, φα­να­τι­κός Κό­πτης αι­γυ­πτια­κής κα­τα­γω­γής ο ο­ποίος ζει στην Αμε­ρι­κή. Ο Nakoula εί­χε κα­τα­δι­κα­στεί στο πα­ρελ­θόν για κα­τα­σκευή και λα­θρε­μπό­ριο ναρ­κω­τι­κών και τρα­πε­ζι­κές α­πά­τες. Στην κυ­κλο­φο­ρία και με­τά­δο­ση της ται­νίας ε­νε­πλά­κη­σαν μια σει­ρά α­πό γνω­στά πρό­σω­πα της φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κής Αμε­ρι­κής ό­πως ο Morris Sadek, δι­κη­γό­ρος ο ο­ποίος κα­τά και­ρούς έ­χει το­πο­θε­τη­θεί υ­πέρ μιας ει­σβο­λής στην Αί­γυ­πτο που θα έ­διω­χνε το Ισλά­μ, και ο Terry Jones, α­με­ρι­κα­νός πά­στο­ρας που εί­χε γί­νει γνω­στός στο πα­ρελ­θόν ό­ταν α­να­κοί­νω­σε το σχέ­διό του να κά­ψει το Κο­ρά­νι κα­τά τη διάρ­κεια της λει­τουρ­γίας.
Ένα α­κό­μα εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο, εί­ναι πως κα­νέ­νας συ­ντε­λε­στής ε­κτός α­πό τον σκη­νο­θέ­τη της ται­νίας δεν γνώ­ρι­ζε το πε­ριε­χό­με­νό της. Μια πρό­χει­ρη πα­ρα­κο­λού­θη­ση των α­πο­σπα­σμά­των α­πο­κα­λύ­πτει πως ό­λες οι φρά­σεις που α­να­φέ­ρο­νται στον Μωά­μεθ και το Ισλάμ εί­ναι ντου­μπλα­ρι­σμέ­νες και το­πο­θε­τή­θη­καν με­τά τα γυ­ρί­σμα­τα. Οι η­θο­ποιοί α­γνοού­σαν τους πραγ­μα­τι­κούς ρό­λους που υ­πο­δύο­νταν, ε­νώ πολ­λοί α­πό αυ­τούς μό­λις εί­δαν το υ­λι­κό που κυ­κλο­φό­ρη­σε στο δια­δί­κτυο κα­τέ­θε­σαν μη­νύ­σεις κα­τά του σκη­νο­θέ­τη.
Όπως εί­ναι, λοι­πόν, εμ­φα­νές α­πό τα δε­δο­μέ­να, η ται­νία γυ­ρί­στη­κε, χω­ρίς κα­μία καλ­λι­τε­χνι­κή ή α­κό­μη και οι­κο­νο­μι­κή α­ξίω­ση, αλ­λά με μο­να­δι­κό στό­χο να προ­κα­λέ­σει τον μου­σουλ­μα­νι­κό κό­σμο και να δη­μιουρ­γή­σει τις α­ντι­δρά­σεις που τε­λι­κά προ­κά­λε­σε.

Ένας νέ­ος, ε­πι­θε­τι­κός Οριε­ντα­λι­σμός

Κά­θε συ­ζή­τη­ση για τη σχέ­ση της α­να­το­λής με τη δύ­ση, μας φέρ­νει πί­σω στον «Οριε­ντα­λι­σμό», το κομ­βι­κό έρ­γο του Εντουάρ­ντ Σαΐντ. Σύμ­φω­να με τον Σαΐντ, ο Οριε­ντα­λι­σμός -ο τρό­πος θέ­α­σης της Ανα­το­λής α­πό την Δύ­ση- α­πο­τε­λεί μια κα­τα­σκευή η ο­ποία ε­πι­βάλ­λει στε­ρε­ο­τυ­πι­κές α­ντι­λή­ψεις και ει­κό­νες, δη­μιουρ­γώ­ντας έ­να φα­ντα­σια­κό οι­κο­δό­μη­μα που δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η ε­ντύ­πω­ση της πο­λι­τι­στι­κής κα­τω­τε­ρό­τη­τας της Ανα­το­λής, καλ­λιερ­γή­θη­κε συ­στη­μα­τι­κά στο πλα­τύ κοι­νό, κυ­ρίως μέ­σα α­πό πο­λι­τι­στι­κές κα­τα­γρα­φές (πί­να­κες, ποιή­μα­τα, ε­ντυ­πώ­σεις πε­ριη­γη­τών κ.τ.λ.) προ­σφέ­ρο­ντας άλ­λο­θι στις προ­σπά­θειες της Δύ­σης να κυ­ριαρ­χή­σει. Ο Οριε­ντα­λι­σμός -α­πό τον α­ποι­κια­κό 18ο και 19ο αιώ­να μέ­χρι και σή­με­ρα- λει­τούρ­γη­σε ως έ­να ε­πε­κτα­τι­κό ερ­γα­λείο νο­μι­μο­ποίη­σης των α­ποι­κια­κών και κυ­ριαρ­χι­κών βλέ­ψεων.
Ο νέ­ος ε­πι­θε­τι­κός Οριε­ντα­λι­σμός, ό­πως φα­νε­ρώ­θη­κε α­πό το δια­δι­κτυα­κό φαι­νό­με­νο της Αθωό­τη­τας των μου­σουλ­μά­νων, δεν έ­χει σαν στό­χο α­πλά να πε­ρι­γρά­ψει στε­ρεό­τυ­πα. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σπα­θεί, προ­κα­λώ­ντας και πιέ­ζο­ντας με βά­ση δε­δο­μέ­νες και προ­βλέ­ψι­μες α­ντι­δρά­σεις, να κά­νει τους δέ­κτες της πρό­κλη­σης να συ­μπε­ρι­φερ­θούν ως στε­ρεό­τυ­πα. Οι πο­ρείες, τα ε­ξορ­γι­σμέ­να πρό­σω­πα και οι δο­λο­φο­νίες, προϋπάρ­χουν και εν­σω­μα­τώ­νο­νται στην αρ­χι­κή α­φή­γη­ση πριν καν συμ­βούν. Ο ε­πι­θε­τι­κός Οριε­ντα­λι­σμός πε­ρι­γρά­φει έ­να α­ντι­κεί­με­νο ε­νώ την ί­δια στιγ­μή το κα­τα­σκευά­ζει.
Όπως μας φα­νέ­ρω­σε η υ­πό­θε­ση Ράσ­ντι, θα ή­ταν λά­θος να α­ντι­με­τω­πί­σου­με τα γε­γο­νό­τα ε­κτός της συ­γκε­κρι­μέ­νης συ­γκυ­ρίας. Για­τί α­κό­μη και αν υ­πο­θέ­σου­με πως η ται­νία δεν κυ­κλο­φό­ρη­σε ε­πί­τη­δες τη δε­δο­μέ­νη στιγ­μή, ω­στό­σο ο­ρί­ζε­ται σε τέ­τοιο βαθ­μό α­πό τα γε­γο­νό­τα που την πε­ρι­βά­λουν, ώ­στε η αρ­χι­κή πρό­θε­ση (ή η έλ­λει­ψη πρό­θε­σης) να μην έ­χουν κα­μία ση­μα­σία. Τα γε­γο­νό­τα α­πο­τε­λούν την πρώ­τη με­γά­λης κλί­μα­κας α­ντί­δρα­ση με­τά την Αρα­βι­κή Άνοι­ξη και σε με­γά­λο βαθ­μό -έ­στω και σε φα­ντα­σια­κό ε­πί­πε­δο- μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιη­θούν κό­ντρα και ε­νά­ντια σε αυ­τή. Το γε­γο­νός ο­ρί­ζε­ται ε­πί­σης α­πό την ε­πι­λο­γή των Η­ΠΑ για μια πιο ή­πια ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή α­πέ­να­ντι στις μου­σουλ­μα­νι­κές χώ­ρες κα­τά την προ­ε­δρία Ομπά­μα. Η μι­κρή α­πό­στα­ση α­πό τις α­με­ρι­κα­νι­κές ε­κλο­γές ε­πα­να­φέ­ρει στην ατ­ζέ­ντα των συ­ζη­τή­σεων την ε­πι­λο­γή αυ­τή. Επί­σης, τα μο­ντα­ρι­σμέ­να α­πο­σπά­σμα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν σε μια πε­ρίο­δο που οι συ­ζη­τή­σεις στο Ισραήλ για ε­πί­θε­ση στο Ιράν βρί­σκο­νται σε η­με­ρή­σια διά­τα­ξη και α­πο­κτούν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρη έ­ντα­ση.
Τε­λι­κά, εί­ναι δύο τα θέ­μα­τα που προ­κύ­πτουν α­πό τα γε­γο­νό­τα. Το έ­να μι­λά για την ε­λευ­θε­ρία του λό­γου ως πο­λι­τι­κό δια­κύ­βευ­μα και ζη­τού­με­νο σε μια πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη κοι­νω­νία της πλη­ρο­φο­ρίας. Το δεύ­τε­ρο εί­ναι το πώς το πρώ­το θέ­μα μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί για πο­λι­τι­κούς σκο­πούς, α­κό­μα και φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κές (χρι­στια­νι­κές αυ­τή τη φο­ρά) σκο­πι­μό­τη­τες. Η ταύ­τι­ση των δύο θε­μά­των έ­χει σαν α­πο­τέ­λε­σμα την ε­πι­σκία­ση και α­πο­σιώ­πη­ση του δευ­τέ­ρου. Και η κυ­ριαρ­χία αυ­τής της ταύ­τι­σης εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τό που πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τις τε­λευ­ταίες ε­βδο­μά­δες πί­σω α­πό τις ει­κό­νες του α­γριε­μέ­νου πλή­θους.
(Τις ί­διες μέ­ρες, η υ­πό­θε­ση του «γέ­ρο­ντα Πα­στί­τσιου» και η ε­μπλο­κή της Χρυ­σής Αυ­γής σε αυ­τή ήρ­θε να προ­σθέ­σει μια α­κό­μα πα­ρά­με­τρο στην ό­λη κου­βέ­ντα για τον δι­κό μας, ελ­λη­νι­κό φο­ντα­με­ντα­λι­σμό).

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η νέα ά­νο­δος του Αρτού­ρο Ούι

* Ή ό­ταν οι ε­γκλη­μα­τίες ει­σβά­λλουν στην πο­λι­τι­κή

 

«Τέ­τοιοι σαν αυ­τόν τον Ούι
υ­πάρ­χουν κιό­λας πολ­λοί»

Μπέρ­τολτ Μπρε­χτ,
Η α­πο­τρέ­ψι­μη ά­νο­δος
του Αρτού­ρο Ούι (σκη­νή
πρώ­τη, ει­κό­να δεύ­τε­ρη)


Σι­κά­γο, δε­κα­ε­τία του ’30. Το τρα­στ του κου­νου­πι­διού βρί­σκε­ται σε δύ­σκο­λη οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση λό­γω της κρί­σης. Μέ­σα στον πα­νι­κό της κα­τάρ­ρευ­σης, οι η­γέ­τες του τρα­στ προ­σπα­θούν να στή­σουν έ­να πα­ρά­νο­μο δά­νειο. Εμπό­διο στα σχέ­δια τους στέ­κε­ται ο γέ­ρος Ντό­γκσμπο­ρου, δή­μαρ­χος και οι­κο­νο­μι­κός η­γέ­της των ε­πι­χει­ρή­σεων. Μέ­σα α­πό ψέ­μα­τα, κο­λα­κείες και δω­ρο­δο­κίες, οι η­γέ­τες θα κα­τα­φέ­ρουν να ε­μπλέ­ξουν τον Ντό­γκσμπο­ρου στα πα­ρά­νο­μα σχέ­διά τους. Όταν το δη­μο­τι­κό συμ­βού­λιο αρ­χί­σει να ε­ρευ­νά την υ­πό­θε­ση, ο πα­νι­κό­βλη­τος Ντό­γκσμπο­ρο θα δε­χτεί την προ­στα­σία του γκάν­γκστερ Αρτού­ρο Ούι, ο ο­ποίος θα τον υ­πε­ρα­σπι­στεί α­παλ­λάσ­σο­ντας τον α­πό τις κα­τη­γο­ρίες, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να θα τον κα­τα­στή­σει υ­πο­χεί­ριο των δι­κών του σκο­πών.
Σύ­ντο­μα, ο Ούι θα πα­ρέ­χει προ­στα­σία σε ο­λό­κλη­ρο το τρα­στ του κου­νου­πι­διού. Απέ­να­ντι στους δια­φω­νού­ντες και τις α­ντι­δρά­σεις, ο γκάν­γκστερ και οι υ­πα­σπι­στές του θα α­πα­ντή­σουν με ψέ­μα­τα, βία και δο­λο­φο­νίες. Όταν ξε­σπά­σει η με­γά­λη φω­τιά στις α­πο­θή­κες των ε­μπό­ρων ο Ούι θα κα­τη­γο­ρή­σει τους εχ­θρούς του για το συμ­βάν. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­μως εί­ναι οι υ­πα­σπι­στές του γκάν­γκστερ αυ­τοί που έ­βα­λαν τη φω­τιά. Οι γκάν­γκστε­ρς εκ­με­ταλ­λεύο­νται το διά­χυ­το φό­βο και σύ­ντο­μα πω­λούν προ­στα­σία σε ο­λό­κλη­ρη την πό­λη. Η δύ­να­μη του Ούι θα με­γα­λώ­σει ταυ­τό­χρο­να με την πα­ρά­νοια του. Φο­βού­με­νος σχέ­δια α­να­τρο­πής, θα δο­λο­φο­νή­σει τον υ­πα­σπι­στή του, συ­νερ­γά­τη και στε­νό του φί­λο Ερνέ­στο Ρό­μα. Η πα­ρά­νοια του, ό­μως, δεν θα στα­θεί ε­μπό­διο στην ε­πι­τυ­χία του. Με­τά το Σι­κά­γο, η γει­το­νι­κή πό­λη του Κί­κε­ρο θα μπει και αυ­τή κά­τω α­πό την προ­στα­σία των γκάν­γκστερ. Σύ­ντο­μα και άλ­λες πό­λεις θα α­κο­λου­θή­σου­ν…

Ανά­με­σα στην πα­ρω­δία και την πα­ρα­βο­λή

Στη σχη­μα­τι­κό­τη­τα των χα­ρα­κτή­ρων και της δο­μή του έρ­γου του Μπέρ­τολτ Μπρε­χτ «Η α­πο­τρέ­ψι­μη ά­νο­δος του Αρτού­ρο Ούι» , ο θε­α­τής μπο­ρεί να α­να­γνω­ρί­σει άλ­λη μια γκαν­γκστε­ρι­κή ι­στο­ρία στους δρό­μους του Σι­κά­γου. Ανά­με­σα στις σκη­νές θα δια­κρί­νει την ε­γκλη­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία του άρ­χο­ντα της πό­λης Αλ Κα­πό­νε και την πα­ρά­νοια της ε­ξου­σίας του σεξ­πι­ρι­κού Ρι­χάρ­δου του Τρί­του. Το έρ­γο ό­μως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πο­τε­λεί α­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­ση και α­να­σύν­θε­ση των γε­γο­νό­των και των προ­σώ­πων που ο­δή­γη­σαν τον Χίτ­λερ στην ε­ξου­σία. Οι σχέ­σεις του Χίτ­λερ με τον γερ­μα­νό πρό­ε­δρο φον Χί­ντεν­μπουρ­γκ, η ά­νο­δος του στην κα­γκε­λα­ρία, ο ε­μπρη­σμός του Ράιχ­στα­γκ και η νύ­χτα των κρυ­στάλ­λων, η δο­λο­φο­νία του Ερνστ Ρομ και η νύ­χτα των με­γά­λων μα­χαι­ριών και τε­λι­κά η ε­πέ­κτα­ση της Γερ­μα­νίας στην Αυ­στρία εί­ναι τα πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα πί­σω α­πό τις σκη­νές του έρ­γου. Κι­νού­με­νο α­νά­με­σα στην πα­ρω­δία και την πα­ρα­βο­λή, το έρ­γο δεν α­πο­τε­λεί α­πλά μια κα­τα­γρα­φή γε­γο­νό­των. Αντί­θε­τα κα­τα­φέρ­νει να το­νί­σει τους μη­χα­νι­σμούς πί­σω α­πό τα συμ­βά­ντα, τις ευ­θύ­νες πί­σω α­πό την κί­νη­ση και τε­λι­κά να α­να­δεί­ξει ε­κεί­νη την α­να­τρο­πή (ό­πως εμ­φα­νί­ζε­ται στον τίτ­λο) που πο­τέ δεν ήρ­θε.

Η σκη­νή του φα­σι­σμού

Ένα στοι­χείο με ξε­χω­ρι­στή ση­μα­σία το ο­ποίο υ­πάρ­χει έ­ντο­να μέ­σα στο έρ­γο εί­ναι η ί­δια η θε­α­τρι­κό­τη­τα του φα­σι­σμού. Στον προ­νο­μια­κό χώ­ρο της θε­α­τρι­κής σκη­νής, ο Μπρε­χτ μας πα­ρου­σιά­ζει και μας δι­δά­σκει τους τρό­πους με τους ο­ποίους έ­νας κοι­νός ε­γκλη­μα­τίας, έ­νας μι­σό­τρε­λος γκάν­γκστερ γί­νε­ται Φί­ρε­ρ, τα υ­λι­κά με τα ο­ποία δη­μιουρ­γεί­ται μια μυ­θο­λο­γία που μπο­ρεί να πλα­νέ­ψει τα πλή­θη: Η θε­α­τρι­κό­τη­τα της κί­νη­σης, ο το­νι­σμός της χει­ρο­νο­μίας, η έ­ντα­ση του λό­γου και η χρή­ση του φό­βου και του μί­σους αλ­λά­ζουν τις δια­στά­σεις και δί­νουν άλ­λο μέ­γε­θος σε έ­να χα­ρα­κτή­ρα που μέ­χρι τα μι­σά του έρ­γου έ­μοια­ζε ε­πι­κίν­δυ­νος αλ­λά εμ­φα­νι­ζό­ταν α­δύ­να­μος και α­ναι­μι­κός. Μέ­σα α­πό τις σκη­νο­θε­τη­μέ­νες εμ­φα­νί­σεις το πραγ­μα­τι­κό δια­στρέ­φε­ται και το ψέ­μα προ­κύ­πτει ως α­λή­θεια, μια α­λή­θεια που φα­να­τί­ζει τα πλή­θη.
Το έρ­γο γρά­φτη­κε το 1941, ό­ταν ο Μπρε­χτ ή­ταν ε­ξό­ρι­στος στην Φι­λαν­δία. Ο Αρτού­ρο Ούι δεν παί­χτη­κε και δεν εκ­δό­θη­κε πο­τέ ό­σο ο Μπρε­χτ ή­ταν ζω­ντα­νός, αλ­λά σή­με­ρα α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα πιο πο­λυ­παιγ­μέ­να και γνω­στά του έρ­γα. Ενώ η αρ­χι­κή πρό­θε­ση του συγ­γρα­φέα ή­ταν να α­πο­μυ­θο­ποιή­σει και να γε­λοιο­ποιή­σει τον Χίτ­λερ και τους ε­πι­κε­φα­λής του τρί­του Ράι­χ, το έρ­γο πή­ρε τε­λι­κά μια νέα τρο­πή. Όπως ο ί­διος ο Μπρε­χτ ση­μειώ­νει: «το έρ­γο δεν εί­ναι τό­σο μια ε­πί­θε­ση στον Χίτ­λε­ρ, αλ­λά κυ­ρίως μια ε­πί­θε­ση στην αυ­τα­ρέ­σκεια των αν­θρώ­πων που μπο­ρού­σαν να του α­ντι­στα­θούν αλ­λά δεν το έ­κα­ναν». Το έρ­γο δι­δά­σκει, ε­νο­χο­ποιεί και ταυ­τό­χρο­να προ­ει­δο­ποιεί. Λει­τουρ­γώ­ντας πα­ράλ­λη­λα στο Σι­κά­γο και τη Γερ­μα­νία, στο χρό­νο του να­ζι­σμού και στο χρό­νο του γκαν­γκστε­ρι­σμού, ο Αρτού­ρο Ούι γδύ­νε­ται τους προσ­διο­ρι­σμούς του συ­γκε­κρι­μέ­νου, με α­πο­τέ­λε­σμα να γί­νε­ται έρ­γο ε­πί­και­ρο ό­που και ό­πο­τε χρεια­στεί. Για­τί ό­πως πε­ρι­γρά­φει δι­δα­κτι­κά και ε­πι­θε­τι­κά ο ί­διος ο Μπρε­χτ στο τέ­λος του έρ­γου: «Άνθρω­πε ε­σύ, μην για την ήτ­τα του ε­κεί­νη θριαμ­βο­λο­γείς,
Για­τί α­κό­μα και αν ο κό­σμος ορ­θώ­θη­κε και στα­μά­τη­σε τον μπά­σταρ­δο, η σκύ­λα που τον γέν­νη­σε έ­χει και πά­λι κά­ψες».

 (Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Έβγα­λαν τον Πά­πα... Πά­πισ­σα για να χτυ­πή­σουν την ελ­λη­νι­κή εκ­κλη­σία!

ΑΙ­ΣΧΡΟ ΜΥ­ΘΙ­ΣΤΟ­ΡΗ­ΜΑ Α­ΠΟ ΤΟΝ ΕΜ­ΜΑ­ΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗ



Σύμ­φω­να με α­πο­κα­λύ­ψεις της ε­φη­με­ρί­δας «Το τε­λευ­ταίο ψέ­μα», σά­λο έ­χει προ­κα­λέ­σει το μυ­θι­στό­ρη­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη «Η Πά­πισ­σα Ιωάν­να». Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα ο συγ­γρα­φέ­ας πα­ρου­σιά­ζει μια γυ­ναί­κα να α­νέρ­χε­ται τις θέ­σεις της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χίας, μέ­χρι να φτά­σει στο α­νώ­τε­ρο α­ξίω­μα, αυ­τό του Πά­πα. Σύμ­φω­να, ό­μως, με την ε­φη­με­ρί­δα «πα­ρό­λο που το βι­βλίο πα­ρι­στά­νει πως μι­λά­ει για την κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σία του με­σαίω­να, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα έ­χει ως στό­χο την ορ­θό­δο­ξη ελ­λη­νι­κή εκ­κλη­σία του σή­με­ρα. Οι πα­πά­δες πε­ρι­γρά­φο­νται ως α­μόρ­φω­τοι, υ­πο­κρι­τές και λά­γνοι. Οι μο­να­χοί ως αι­ρε­τι­κοί, ά­θε­οι, μοι­χοί και αι­μο­μί­κτες. Στην ορ­γιώ­δη φα­ντα­σία του κυ­ρίου Ροΐδη, το μό­νο που συμ­βαί­νει στα μο­να­στή­ρια εί­ναι τσι­μπού­σια και όρ­για (η η­ρωί­δα κλεί­νε­ται σε μο­να­στή­ρι ε­πει­δή μια α­γία, σε έ­να ό­ρα­μα της σφύ­ρι­ξε πως ε­κεί θα έ­χει κα­λύ­τε­ρη σε­ξουα­λι­κή ζωή). Οι πα­πά­δες βα­φτί­ζουν (κυ­ριο­λε­κτι­κά) το κρέ­ας ψά­ρι και προ­σπα­θούν να βιά­σουν την η­ρωί­δα η ο­ποία δεν κά­νει τί­πο­τα άλ­λο α­πό το να συ­νευ­ρί­σκε­ται ε­ρω­τι­κά με ιε­ρω­μέ­νους».
Το δη­μο­σίευ­μα συ­νε­χί­ζει: «Από το “α­ρι­στούρ­γη­μα” του κουλ­του­ριά­ρη κυ­ρίου Ροΐδη δεν α­που­σιά­ζουν βέ­βαια και τα προ­κλη­τι­κά σχό­λια προς το ποί­μνιο και τον α­πλό ελ­λη­νι­κό λαό. Έτσι οι Έλλη­νες πα­ρου­σιά­ζο­νται ως κου­το­πό­νη­ροι, α­πα­θείς και α­νό­η­τοι. Όσοι νη­στεύουν, μας λέει, τρώ­νε α­στα­κό την Πα­ρα­σκευή (δεν έ­χου­με ό­λοι μας τό­σα λε­φτά κύ­ριε Ροΐδη. Ει­δι­κά με ό­λα αυ­τά που τρα­βά­ει ο ελ­λη­νι­κός λαός στις μέ­ρες μας θα μπο­ρού­σα­τε να εί­στε πιο προ­σε­χτι­κός), α­κό­μα και τις ορ­θό­δο­ξες θρη­σκευ­τι­κές ει­κό­νες, τις α­πο­κα­λεί τε­ρα­τό­μορ­φες, ε­νώ μας λέει πως προ­τι­μά τις δυ­τι­κές. Και στην ει­σα­γω­γή ο “συγ­γρα­φέ­ας” α­να­φέ­ρει πως προ­τι­μά τους κα­θο­λι­κούς πα­πά­δες α­πό τους ορ­θό­δο­ξους (αν συ­μπα­θεί τό­σο τους κα­θο­λι­κούς πα­πά­δες να τους πά­ρει σπί­τι του!). Το μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι τό­σο ε­ξό­φθαλ­μα αι­σχρό που μέ­χρι και ο ί­διος πα­ρα­δέ­χε­ται στην ει­σα­γω­γή του  πως πε­ριέ­χει μό­νο αί­σχη και γε­λοιο­γρα­φίες».

Ο Κύ­ριος Ροΐδης

Στην συ­νέ­χεια πα­ρα­τί­θε­ται έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό του συγ­γρα­φέα. Η ε­φη­με­ρί­δα το­νί­ζει: «Ο κύ­ριος Ροΐδης α­πο­τε­λεί πα­ρά­δειγ­μα σύγ­χρο­νου κουλ­του­ρια­ρέ­ου. Κα­τα­γό­με­νος α­πό πλού­σια οι­κο­γέ­νεια σπού­δα­σε στο ε­ξω­τε­ρι­κό με λε­φτά του μπα­μπά και τώ­ρα έρ­χε­ται να μας κρί­νει και να μας πει πώς να ζού­με, χω­ρίς να έ­χει δου­λέ­ψει μια μέ­ρα στη ζωή του. Όταν ε­πι­τέ­λους α­πο­φά­σι­σε να δου­λέ­ψει, έ­πια­σε δου­λειά στην ε­θνι­κή βι­βλιο­θή­κη (βα­ρέα και αν­θυ­γιει­νά ο δι­κός σου). Με λί­γα λό­για πλη­ρώ­νε­ται με λε­φτά του κρά­τους (λε­φτά του Έλλη­να φο­ρο­λο­γου­μέ­νου, δι­κά μου και δι­κά σου, φί­λε α­να­γνώ­στη, που ού­τε μου πε­ρισ­σεύουν ού­τε σου πε­ρισ­σεύουν) για να γρά­φει τα τε­ρα­τουρ­γή­μα­τά του».
«Βέ­βαια», συ­νε­χί­ζει η ε­φη­με­ρί­δα, «αυ­τή δεν εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά που ο κύ­ριος Ροΐδης προ­κα­λεί. Δεί­τε τι δή­λω­σε πα­λαιό­τε­ρα:  Έκα­στος τό­πος έ­χει την πλη­γήν του: Η Αγγλία την ο­μί­χλην, η Αί­γυ­πτος τας ο­φθαλ­μίας, η Βλα­χία τας α­κρί­δας και η Ελλάς τους Έλλη­νας. Το μό­νο που μπο­ρού­με να του πού­με ε­μείς, εί­ναι πως αν δεν του α­ρέ­σει η χώ­ρα μας εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος να φύ­γει, κα­νείς δεν τον κρα­τά».

Αντι­δρά­σεις

Με­τά τις α­πο­κα­λύ­ψει της ε­φη­με­ρί­δας α­κο­λού­θη­σε σά­λος α­ντι­δρά­σεων. Σε άρ­θρο της την ε­πό­με­νη μέ­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα «Το τε­λευ­ταίο ψέ­μα» α­να­φέ­ρει: «Σά­λο προ­κά­λε­σαν οι α­πο­κα­λύ­ψεις του Τε­λευ­ταίου Ψέ­μα­τος για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη «Η πά­πισ­σα Ιωάν­να». Με ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή της η εκ­κλη­σία χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μα α­ντι­χρι­στια­νι­κό και κα­κοή­θες, ε­νώ σε πη­γα­δά­κια έ­ξω α­πό τη Μη­τρό­πο­λη α­κού­γο­νται φή­μες πε­ρί α­φο­ρι­σμού. Επί­σης ο  μη­τρο­πο­λί­της Δρυι­νου­πό­λεως, Πω­γω­νια­νής και Κο­νί­τσης, υ­πέρ­τι­μος και έ­ξαρ­χος Βο­ρείου Ηπεί­ρου, δή­λω­σε α­πό τον Γράμ­μο -ό­που έ­χει κα­τα­σκη­νώ­σει μό­νι­μα- πως δεν τον φο­βί­ζουν «ού­τε ο Ροΐδης, ού­τε το ΚΚΕ, ού­τε ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ» για να κα­τα­λή­ξει:  «Ο Γράμ­μος ζει και μας ο­δη­γεί!».  Η Χρυ­σή Αυ­γή δεν προέ­βη α­κό­μη σε δη­λώ­σεις, αλ­λά σύμ­φω­να με διαρ­ροές η το­πο­θέ­τη­ση α­να­μέ­νε­ται να κι­νη­θεί κά­πως έ­τσι: «Εί­ναι πά­ρα πολ­λά τα δρώ­με­να. Αυ­τή η α­θλιό­τη­τα δεν θα πε­ρά­σει έ­τσι. Σας προ­ει­δο­ποιού­με ό­τι αυ­τή η μα­λ… ται­νία (sic) δεν θα α­φή­σου­με να παι­χτεί στην πό­λη μας. Θα μας βρεί­τε α­πέ­να­ντί σας και πι­στέψ­τε μας δεν θέ­λε­τε..!», ε­νώ φή­μες μι­λούν για προ­γραμ­μα­τι­σμό συ­γκέ­ντρω­σης μπρο­στά στο ά­γαλ­μα του Εμμα­νουήλ Ροΐδη στην Ερμού­πο­λη, κα­θώς και στην ο­δό Χα­ρι­λά­ου Τρι­κού­πη στην Αθή­να (μια και ο συγ­γρα­φέ­ας ή­ταν φα­να­τι­κός ο­πα­δός του πο­λι­τι­κού Χα­ρι­λά­ου Τρι­κού­πη)».

Συ­μπέ­ρα­σμα

Τα δύο δη­μο­σιεύ­μα­τα κα­τα­λή­γουν πά­νω κά­τω στο ί­διο συ­μπέ­ρα­σμα το ο­ποίο πα­ρα­θέ­του­με αυ­τού­σιο:  «Στην ε­πο­χή της κρί­σης ό­που κά­θε ε­ξου­σία έ­χει πα­ρα­δο­θεί στους τροϊκα­νούς και τους διε­θνείς το­κο­γλύ­φους, το τε­λευ­ταίο που θέ­λει να χτυ­πή­σει η νέα τά­ξη πραγ­μά­των εί­ναι και το πιο δύ­σκο­λο: την ψυ­χή και το πνεύ­μα του Έλλη­να. Για το λό­γο αυ­τό θέ­λουν να τι­νά­ξουν στον αέ­ρα τούς τρεις πυ­λώ­νες της ταυ­τό­τη­τας μας: Τη θρη­σκεία, την πα­τρί­δα και την οι­κο­γέ­νεια. Και αν η πα­τρί­δα έ­χει χτυ­πη­θεί με τό­σους δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, έρ­γα θο­λο­κουλ­του­ρια­ρέων  σαν του κυ­ρίου Ροΐδη έ­χουν στό­χο τη θρη­σκεία μας. Όσο για την οι­κο­γέ­νεια θα σας υ­πεν­θυ­μί­σου­με α­πλώς δύο έρ­γα που παί­χτη­καν αυ­τό το κα­λο­καί­ρι στα αρ­χαία μας θέ­α­τρα (και πά­λι με δι­κά μας λε­φτά, με χρή­μα­τα του α­πλού Έλλη­να φο­ρο­λο­γου­μέ­νου). Στο έ­να με την ο­νο­μα­σία «Οι­δί­πο­δας Τύ­ραν­νος» έ­νας βα­σι­λιάς σκο­τώ­νει τον πα­τέ­ρα του και κά­νει σεξ με την μά­να του, ε­νώ σε έ­να άλ­λο με τον τίτ­λο «Μή­δεια», μια ξέ­νη πρι­γκί­πισ­σα σκο­τώ­νει τα παι­διά της και στο τέ­λος φεύ­γει α­τι­μώ­ρη­τη. Όπως γρά­ψα­με πα­λαιό­τε­ρα σε άρ­θρα σχε­τι­κά με τις δύο πα­ρα­στά­σεις, τέ­τοια άρ­ρω­στα κα­τα­σκευά­σμα­τα έ­χουν σαν μο­να­δι­κό στό­χο να δη­λη­τη­ριά­σουν την ψυ­χή του Έλλη­να». 
Με­τά το σά­λο που προ­κλή­θη­κε, η «Επο­χή» ε­ξα­σφά­λι­σε α­πο­κλει­στι­κές δη­λώ­σεις του συγ­γρα­φέα. Ο Εμμα­νουήλ Ροΐδης μάς δή­λω­σε σε α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα: «Εί­μαι νε­κρός. Αφή­στε με ή­συ­χο».

(Το πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εί­ναι προϊόν σά­τι­ρας. Οποια­δή­πο­τε ο­μοιό­τη­τά του με πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα ή πρό­σω­πα ο­φεί­λε­ται α­πο­κλει­στι­κά σε έλ­λει­ψη φα­ντα­σίας).

(Στην εφημερίδα Εποχή)


Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Το “Πρώ­το Θέ­μα” και ο Αθα­νά­σιος Διά­κος

Α­ΠΟ ΤΗΝ ΚΙ­ΤΡΙ­ΝΗ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ ΣΤΗ ΧΡΥ­ΣΗ ΑΥ­ΓΗ



Mε­τά τον «Τε­λευ­ταίο πει­ρα­σμό« του Σκορ­σέ­ζε, την έκ­θε­ση Outlook, την ει­κα­στι­κή ε­γκα­τά­στα­ση της Εύας Στε­φα­νή στην Art Athina και αρ­κε­τές α­κό­μη πε­ρι­πτώ­σεις, έ­να α­κό­μα έρ­γο έρ­χε­ται να σκαν­δα­λί­σει το η­θι­κό ελ­λη­νι­κό κοι­νό και να ε­πα­να­φέ­ρει στο προ­σκή­νιο προ­τρο­πές λο­γο­κρι­σίας. Το θε­α­τρι­κό έρ­γο της Λέ­νας Κι­τσο­πού­λου «Αθα­νά­σιος Διά­κος: Η ε­πι­στρο­φή«, α­πο­τε­λεί το πιο πρό­σφα­το θύ­μα του η­θι­κι­στι­κού πυ­ρε­τού. Αυ­τό που δια­φο­ρο­ποιεί τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση α­πό ό­λες τις προ­η­γού­με­νες εί­ναι η συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή συ­γκυ­ρία, ο φο­ρέ­ας της α­ντί­δρα­σης («Πρώ­το Θέ­μα«) κα­θώς και ο τρό­πος με τον ο­ποίο η ε­φη­με­ρί­δα δια­χει­ρί­στη­κε και διέ­χυ­σε το σκαν­δα­λι­σμό της.

Κί­τρι­να ε­ξώ­φυλ­λα και φαιο­χί­τω­νες προ­τρο­πές

Στις 4 Σε­πτεμ­βρίου, η ε­φη­με­ρί­δα «Πρώ­το Θέ­μα« έ­γρα­φε στο ε­ξώ­φυλ­λό της: «Αι­σχρή πα­ρά­στα­ση με χρή­μα­τα του Δη­μο­σίου. Έβγα­λαν σου­βλατ­ζή, κε­ρα­τά - συ­ζυ­γο­κτό­νο τον Αθα­νά­σιο Διά­κο«. Πα­ρα­κά­τω το ε­ξώ­φυλ­λο προ­σέ­θε­τε: «Η σκη­νο­θέ­τις Λέ­να Κι­τσο­πού­λου δη­λώ­νει: Κά­θε κό­ρη Έλλη­να θα εί­ναι κα­λό να πά­ει με έ­ναν μαύ­ρο«. Το κο­λάζ φρά­σεων συ­μπλη­ρω­νό­ταν σε ξε­χω­ρι­στό πλαί­σιο με την προ­τρο­πή: «Κά­ποιος να τους στα­μα­τή­σει«. Αυ­τό που κυ­ριαρ­χού­σε, ό­μως, στο ε­ξώ­φυλ­λο δεν ή­ταν οι λέ­ξεις αλ­λά ο συν­δυα­σμός τους με έ­να κα­κό­γου­στο τρί­πτυ­χο ει­κό­νω­ν: έ­να πορ­τρέ­το του Αθα­νά­σιου Διά­κου, μια φω­το­γρα­φία α­πό την πα­ρά­στα­ση και στο κέ­ντρο μια γυ­μνή ασ­πρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία της σκη­νο­θέ­τι­δος. Το άρ­θρο που συ­μπλη­ρώ­νει το ε­ξώ­φυλ­λο (για­τί σε αυ­τού του εί­δους τη δη­μο­σιο­γρα­φία ο κύ­ριος ό­γκος της ε­φη­με­ρί­δας α­πο­τε­λεί α­πλά πα­ρα­γέ­μι­σμα της ε­ξώ­φυλ­λης φω­να­σκίας), κά­νει λό­γο για έ­να αρ­ρω­στη­μέ­νο και δια­στρο­φι­κό έρ­γο που προ­σβά­λει τον έλ­λη­να πο­λί­τη και την ελ­λη­νι­κή ι­στο­ρία, α­σκεί κρι­τι­κή με ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στον πρό­ε­δρο του Φε­στι­βάλ Αθη­νών Γιώρ­γο Λού­κο, ε­πα­να­φέ­ρει έ­να ά­σχε­το με την πα­ρά­στα­ση άρ­θρο της Κι­τσο­πού­λου στο «Κο­ντέι­νε­ρ« (α­πό ό­που και το α­πό­σπα­σμα του ε­ξω­φύλ­λου) και τε­λι­κά θέ­τει ως βα­σι­κό ε­πι­χεί­ρη­μα πως αυ­τό το «α­ρι­στούρ­γη­μα« (με ει­σα­γω­γι­κά στο άρ­θρο) χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε με λε­φτά του έλ­λη­να φο­ρο­λο­γου­μέ­νου.
Την ε­πό­με­νη μέ­ρα δύο σχε­τι­κά άρ­θρα θα συ­μπλη­ρώ­σουν τον η­θι­κό συ­να­γερ­μό της ε­φη­με­ρί­δας. Το πρώ­το εί­χε τίτ­λο: «Ως την Τουρ­κία έ­φτα­σε η... χά­ρη του Διά­κου της Κι­τσο­πού­λου« και το δεύ­τε­ρο: «Πλη­θαί­νουν οι α­ντι­δρά­σεις. Χρυ­σή Αυ­γή: Πορ­νο­γρά­φη­μα η πα­ρά­στα­ση για τον Αθα­νά­σιο Διά­κο«. Για άλ­λη μια φο­ρά -ό­πως έ­γι­νε πο­λύ πρό­σφα­τα και με το θέ­μα της με­τα­νά­στευ­σης- η γνώ­μη της ε­φη­με­ρί­δας βρί­σκει προ­νο­μια­κό συ­νο­μι­λη­τή το κόμ­μα της Χρυ­σής Αυ­γής, ε­νώ οι προ­τρο­πές του Θέ­μα­τος (το «κά­ποιος να τους στα­μα­τή­σει«) α­να­βαθ­μί­ζο­νται σε α­πει­λές: «Εμείς ως Λαϊκός Σύν­δε­σμος Χρυ­σή Αυ­γή σας προ­ει­δο­ποιού­με ό­τι αυ­τή η μα­λ… ται­νία (sic) δεν θα α­φή­σου­με να παι­χτεί στην πό­λη μας τη Λα­μία, (…) θα μας βρεί­τε α­πέ­να­ντι σας και πι­στέψ­τε μας δεν θέ­λε­τε..!» γρά­φει η α­να­κοί­νω­ση.
Όπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, η εί­δη­ση έ­κα­νε το γύ­ρο του δια­δι­κτύου με υ­βρι­στι­κές α­ναρ­τή­σεις σε θε­μα­τι­κά μπλο­γκ, σε­ξι­στι­κά σχό­λια α­πέ­να­ντι στη συγ­γρα­φέα και α­νορ­θό­γρα­φες α­πει­λές α­πέ­να­ντι σε ο­ποιον­δή­πο­τε α­περ­γά­ζε­ται την κα­τα­στρο­φή του έ­θνους και της ι­στο­ρίας μας. Μή­πως, ό­μως, η συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση α­να­δει­κνύει πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­πό αυ­τά που θα ταί­ρια­ζαν σε μια α­κό­μα η­θι­κι­στι­κή/ε­θνι­κι­στι­κή υ­στε­ρία;

Ο «αυ­ρια­νι­σμός« την ε­πο­χή της κρί­σης

Το «Πρώ­το Θέ­μα« και o εκ­δό­της του Θέ­μος Ανα­στα­σιά­δης α­πο­τε­λούν τους κλη­ρο­νό­μους του αυ­ρια­νι­σμού της δε­κα­ε­τίας του ’80. Η σκαν­δα­λο­λο­γία, ο πο­λι­τι­κός κυ­νι­σμός, ο α­ντι­δρα­στι­κός χα­βα­λές, ο α­ντι­δια­νοου­με­νι­σμός και η ε­πι­λε­κτι­κή η­θι­κο­λο­γία, γί­νο­νται ση­μαία της ε­φη­με­ρί­δας. Η ρη­το­ρι­κή φόρ­μα της κα­ταγ­γε­λίας, α­νε­πτυγ­μέ­νη κα­τά τη δε­κα­ε­τία του ’80, μι­λά με τον τρό­πο ε­νός και­ρο­σκο­πι­κού λαϊκι­σμού, σκαν­δα­λί­ζε­ται στο ό­νο­μα του μέ­σου Έλλη­να, στο ό­νο­μα μιας πα­ρω­χη­μέ­νης κοι­νω­νι­κής η­θι­κής. Δεν την εν­δια­φέ­ρει να ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γή­σει και να α­πο­δεί­ξει αλ­λά να ε­πι­βλη­θεί, ο­ρί­ζο­ντας ως ιε­ρά θέ­μα­τα ό­πως η πα­τρί­δα, η θρη­σκεία και η οι­κο­γέ­νεια, πε­ρι­γρά­φο­ντας το κα­τα­σκεύα­σμα του μυ­θι­κού ε­πι­κού πα­ρελ­θό­ντος ως ι­στο­ρία την ο­ποία α­πα­γο­ρεύε­ται να αγ­γί­ξεις. Χω­ρίς ε­πι­χει­ρή­μα­τα και πά­λι το­πο­θε­τεί άλ­λο­τε τα ό­ρια της σά­τι­ρας, άλ­λο­τε τα ό­ρια της τέ­χνης ή α­κό­μα και της η­θι­κής. Αυ­θαί­ρε­τα, υ­πο­κρι­τι­κά και ε­πι­θε­τι­κά.
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πώς η ε­φη­με­ρί­δα χει­ρί­στη­κε το θέ­μα της πα­ρά­στα­σης του Αθα­να­σίου Διά­κου. Δύο μή­νες με­τά την πα­ρά­στα­ση το θέ­μα σερ­βί­ρε­ται με τον τρό­πο του κα­τε­πεί­γο­ντος. Η φω­το­γρα­φία της Κι­τσο­πού­λου στο ε­ξώ­φυλ­λο παρ­μέ­νη α­πό το καλ­λι­τε­χνι­κό άλ­μπουμ «Λευ­κό Βι­βλίο« του Τά­κη Δια­μα­ντό­που­λου, το­πο­θε­τεί­ται ε­κτός πλαι­σίου, βα­φτί­ζε­ται πορ­νο­γρα­φι­κή με στό­χο τη δια­πό­μπευ­ση της συγ­γρα­φέως που ό­ρι­σαν ως εχ­θρό. Το ί­διο και η ε­πι­λο­γή και το μο­ντάζ α­πό­ψεων που πα­ρα­τί­θε­νται α­πό πα­λαιό­τε­ρα άρ­θρα της. Ο μό­νος στό­χος εί­ναι η η­θι­κή εκ­μη­δέ­νι­ση του α­ντι­πά­λου.
Η χρή­ση του γυ­μνού εί­ναι εν­δει­κτι­κή της υ­πο­κρι­σίας του Θέ­μου Ανα­στα­σιά­δη ό­πως μας έ­χει πα­ρου­σια­στεί και μέ­σα α­πό τις εκ­πο­μπές του: το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα πα­ρου­σιά­ζε­ται κα­τά βού­λη­ση άλ­λο­τε ως αι­σχρό και άλ­λο­τε ε­μπο­ρεύ­σι­μο, με τον ί­διο άλ­λο­τε στο ρό­λο του η­θι­κού ει­σαγ­γε­λέα και άλ­λο­τε του προ­α­γω­γού η­δο­νο­βλε­πτι­κών ει­κό­νων, σερ­βι­ρι­σμέ­νων με σε­ξι­στι­κά, ε­ξυ­πνα­κί­στι­κα σχό­λια. Ο ί­διος ο Ανα­στα­σιά­δης γί­νε­ται σύμ­βο­λο του κρυ­πτο­φα­σι­σμού της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ο ο­ποίος α­νά­λο­γα με τις συν­θή­κες μπο­ρεί να (και έ­χει) εκ­φρα­στεί ως ε­θνι­κι­σμός, ξε­νο­φο­βία, α­ντι­ση­μι­τι­σμός, ο­μο­φο­βία και φαλ­λο­κρα­τι­σμός. Μέ­σα α­πό τα ε­ξώ­φυλ­λα, την αρ­θρο­γρα­φία και τις εκ­πο­μπές του α­να­μο­χλεύει και υ­πο­γραμ­μί­ζει τα πιο α­ντι­δρα­στι­κά και μι­σαλ­λό­δο­ξα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της κοι­νω­νίας και τα κα­τευ­θύ­νει κα­τά βού­λη­ση ε­νά­ντια σε ο­ποιον­δή­πο­τε ο­ρί­ζει ως εχ­θρό: τους με­τα­νά­στες, τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους, τους α­ρι­στε­ρούς, τους καλ­λι­τέ­χνες.
Πρέ­πει να α­ντι­λη­φθού­με πως ζού­με σε νέες ε­πο­χές, ρευ­στές και ί­σως α­πελ­πι­στι­κές ως προς τα εν­δε­χό­με­νά τους. Η πε­ρί­πτω­ση του Πρώ­του Θέ­μα­τος δεν α­πο­τε­λεί α­πλά άλ­λη μια πε­ρί­πτω­ση ευ­πώ­λη­της υ­στε­ρίας. Απο­τε­λεί πε­ρι­γρα­φή της ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποίη­σης του συ­ντη­ρη­τι­σμού, προ­βο­λή του πιο μαύ­ρου μελ­λο­ντι­κού εν­δε­χο­μέ­νου, πε­ρι­γρα­φή μιας α­ντι­δρα­στι­κής και φο­βι­κής η­θι­κής και κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας που συ­νο­ρεύει, ε­γκολ­πώ­νει και μπο­ρεί εύ­κο­λα να ξε­πε­ρά­σει το δη­μο­κο­πι­κό 10% της Χρυ­σής Αυ­γής.


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Το φάντασμα του Τομ Τζόουντ πάνω από την Ευρώπη







Άνθρωποι περπατούν δίπλα στις γραμμές του τρένου
Σε  μια κατεύθυνση χωρίς επιστροφή
Οι μοτοσυκλέτες των αστυνομικών περνούν πάνω από τη γέφυρα
Ζεστή σούπα στη φωτιά κάτω απ τη γέφυρα
Το καταφύγιο απλώνεται πρόχειρα στη γωνία
Καλός ήρθατε στη νέα τάξη πραγμάτων
Οικογένειες κοιμούνται σ’ αμάξια στα νοτιοδυτικά
χωρίς ησυχία και ξεκούραση, χωρίς σπίτι και δουλειά

Ο δρόμος ζωντανεύει απόψε
Μα όλοι γνωρίζουν καλά που καταλήγει
Κάθομαι εδώ κάτω στο φέγγος της φωτιάς
Ψάχνοντας το Φάντασμα του Τομ Τζόουντ

Από τον σάκο του τραβά ένα βιβλίο με προσευχές
Ο ιεροκήρυκας ανάβει μια γόπα και παίρνει μια ρουφηξιά
Περιμένοντας τον καιρό που οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι
Ξαπλωμένος σ’ ένα χαρτόκουτο στην υπόγεια διάβαση
κρατώντας ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την γη της επαγγελίας.
Έχεις μια τρύπα στην κοιλιά σου και ένα όπλο στο χέρι  σου
Έχεις για προσκεφάλι το σκληρό του βράχου
για λουτρό τα υδραγωγεία της πόλης

Ο δρόμος ζωντανεύει απόψε
Μα όλοι γνωρίζουν καλά που καταλήγει
Κάθομαι εδώ κάτω στο φέγγος της φωτιάς
Ψάχνοντας το Φάντασμα του Τομ Τζόουντ

Και ο Τομ είπε: ‘’ Μάνα όποτε ένας μπάτσος χτυπά κάποιον
Όποτε  ένα νεογέννητο παιδί κλαίει πεινασμένο
Όποτε  υπάρχει συμπλοκή κατά του αίματος και μίσος στον αέρα
Αναζήτησε με μάνα θα με βρεις εκεί
Όταν  κάποιος παλεύει για να σταθεί,
Όταν κάποιος αναζητά μια αξιοπρεπή δουλειά ή ένα χέρι βοηθείας
Όταν  κάποιος αγωνίζεται να είναι ελεύθερος
Κοίτα στα μάτια του μάννα θα με βρεις εκεί’’

Ο δρόμος ζωντανεύει απόψε
Μα όλοι γνωρίζουν καλά που καταλήγει
Κάθομαι εδώ κάτω στο φέγγος της φωτιάς
Ψάχνοντας το Φάντασμα του Τομ Τζόουντ

(Bruce Springsteen, The Ghost Of Tom Joad, από τον ομώνυμο δίσκο, 1995.
Η προτελευταία στροφή αποτελεί παράφραση του διάσημου λόγου του Τζόουντ πριν την αναχώρησή του, στο τέλος του μυθιστορήματος ‘’τα σταφύλια της οργής’’ )



 Ο  Τομ Τζόουντ είναι ο πρωταγωνιστής στα ΄΄ Σταφύλια της οργής’’ του Τζον Στάινμπεκ.  Πέρα από εμβληματικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος, ο Τζόουντ αποτελεί ταυτόχρονα- μέσα από τη σταδιακή ωρίμανση του από σελίδα σε σελίδα αλλά κυρίως λόγω της τελικής του επιλογής και στάσης - και ενσάρκωση του νοήματος του βιβλίου. Τα ‘’σταφύλια της οργής’’, έγιναν ταινία από τον Τζον Φορντ, έναν μόλις χρόνο μετά την έκδοσή τους. Η ιστορία της οικογένειας των Τζόουντ, τραγουδήθηκε από τον φολκ τραγουδιστή Woody Guthrie, ως αρχετυπική  περίπτωση που περιγράφει τα βάσανα των φτωχών της Αμερικής και ταυτόχρονα ως αντίδραση απέναντι στην αδικία. Όταν ο Bruce Springsteen τραγουδούσε για το φάντασμα του Τομ Τζόουντ το 1995 ,  δεν είχε σαν πρόθεση να μιλήσει απλά για έναν λαϊκό ήρωα, αλλά περισσότερο να συνδέσει τον πόνο δύο εποχών και παρουσιάζοντάς τον Τζόουντ ως πρότυπο, να προβάλλει την συνέχεια αλλά και την επιτακτική επικαιρότητα της στάσης του.

Η ιστορία των Τζόουντ, είναι η ιστορία του ξεριζώματος και της περιπλάνησης για την επιβίωση. Η κρίση της δεκαετίας του ’30, οι άνεμοι σκόνης που σαρώνουν τις σοδειές, ο εκμοντερνισμός των μέσων καλλιέργειας αλλά κυρίως η απληστία των τραπεζών, αναγκάζουν την οικογένεια να εγκαταλείψει το σπίτι της στην Οκλαχόμα, να τραβήξει δυτικά μέσω του (θρυλικού πλέον) αυτοκινητοδρόμου 66, να αναζητήσει την τύχη της στην γη της επαγγελίας. Φτάνοντας στην εύφορη Καλιφόρνια, οι Τζόουντ μαθαίνουν από τι υλικά είναι φτιαγμένος ο παράδεισος: άθλιες συνθήκες διαβίωσης στους εργατικούς καταυλισμούς, ανεργία, εκμετάλλευση,  υποσιτισμός και ξυλοδαρμοί, σε μια κρίση που μεταφράζει το κάθε ανθρώπινο δικαίωμα σε πολυτέλεια. Μέσα από μια σειρά ματωμένων γεγονότων, ο Τζόουντ θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της αλληλεγγύης και της επιθετικής στάσης απέναντι στην αδικία. Κυνηγημένος από την τύχη των πολλών, θα γίνει υπερασπιστής των αδικημένων, και οργανωτής της αντίδρασής τους.
Η πολιτική - τόσο στο βιβλίο του τότε, όσο και στην πραγματικότητα του σήμερα- παρουσιάζετε κυρίως ως ένας τρόπος που ρυθμίζει αριθμούς, παραμέτρους και διαδικασίες. Το ανθρώπινο απουσιάζει. Ο Στάιμπεκ, ξεπερνά την καταγραφή του ντοκουμέντου και εμβαθύνει στην λογοτεχνικότητα των χαρακτήρων και των δεσμών. Με τον τρόπο αυτό, μας παρουσιάζει την ανθρώπινη διάσταση της πολιτικής. Οι ξεριζωμένοι γίνονται φορείς των επιπτώσεων της κρίσης. Βιώνουν την πολιτική χωρίς να μπορούν να την περιγράψουν. Την καταλαβαίνουν αποκλειστικά στον πόνο και την αναπνοή. Μέσα από τον απλό λόγο των εργατών, ο συγγραφέας φτάνει στον ριζοσπαστισμό του αυτονόητου. Οι έννοιες της ιδιοκτησίας, της δουλειάς και της εκμετάλλευσης περνούν μέσα από το ανθρώπινο των χαρακτήρων. Η απλότητα στην έντασή της, γίνεται  το αμείλικτο κομμάτι του επιχειρήματος. Η επιστροφή από τον αριθμό στο αίμα, γίνεται υπόθεση επιτακτική.
Η Αμερική του 1995 (και πολύ περισσότερο αυτή της τραπεζικής κρίσης του 2008) δεν διαφέρει σε πολλά από αυτή της δεκαετίας του 30. Καραβάνια νεόπτωχων γεμίζουν και πάλι τον αυτοκινητόδρομο 66. Κατά μήκος του, οι μικρές πόλεις ερημώνουν. Στις πεδιάδες του Σαλίνας, Μεξικάνοι μετανάστες έχουν πάρει την θέση των εσωτερικών μεταναστών στη συγκομιδή του καρπού, στο μοίρασμα της αδικίας. Στην άλλη μεριά του ωκεανού, η Ευρώπη της κρίσης γίνεται η νέα εύφορη ερημιά. Νέοι άνεργοι, φτωχοί και μετανάστες συνωστίζονται σε έναν καταυλισμό που τους αποκλείει. Δίπλα στην φωτιά, το φάντασμα του Τομ Τζόουντ, μιλά το παλαιό τραγούδι. Της αδικίας, της οργής, της αλληλεγγύης.

(στο περιοδικό διαβάζω)