Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η ρωγμή και το τραύμα



 ‘’Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο’’, η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα



Εδώ
τhe evil eye is working overtime
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια —για το τίποτε— κρυψώνα
—τι άλλο θέλεις να σου πω—

εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ενα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα

*
Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς
όλοι οι υπόλοιποι  -ισμοί
μας πούλησαν κατάμουτρα
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα,
τσάμπα τη λούστηκες την έξοδο
τσάμπα την άναψες την έξοδο
ο πυρετός σου σήμερα
υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα
του ’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
οχτώ μποφόρ Χριστός
κι ακόμα τόσα

Τότε – χαμένα μες στις καλαμιές
τώρα — χαμένα στα σκυλάδικα





 (από την συλλογή ''ο δρόμος μέχρι το περίπτερο'')




‘’Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω
Και σκάβω μέσα μου ως εσένα’’
Paul Celan

Ο ‘’δρόμος μέχρι το περίπτερο’’ αποτελεί την τέταρτη ποιητική κατάθεση του Γιάννη Στίγκα. Το σύντομο αυτό βιβλίο καταφέρνει να συμπυκνώσει, στα τρία ποιήματα και στις 28 σελίδες του, την λογοτεχνική φωνή των τριών προηγούμενων συλλογών του ποιητή. Την  αποσπασματικότητα και την επείγουσα επιθετικότητα της ‘’Αλητείας του αίματος’’ (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2004), την μυθολόγιση του κόσμου του ποιητή  και την λυτρωτική ανάταση του βιβλίου ‘’Η όραση θα αρχίσει ξανά’’ (εκδόσεις Κέδρος 2006)  και την αγαπητική αναφορά και συνομιλία του δημιουργού με ποιητές που συγκρότησαν την φωνή και το βλέμμα του στο ‘’Ισόπαλο τραύμα’’ (εκδόσεις Κέδρος 2009).  Όμως, ‘’ο δρόμος μέχρι το περίπτερο’’ ούτε επαναλαμβάνει ούτε υπενθυμίζει. Η συνομιλία με το  ποιητικό παρελθόν του Στίγκα υπάρχει ως επιλογή του αναγνώστη. Το βιβλίο κουβαλά την πορεία αλλά ταυτόχρονα αναπνέει αυτοτελώς την δική του ποιητική, την δική του κατάθεση.

Μονίμως ονειρεύομαι/ μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου/να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους/έτσι που η καρδιά/ να ξεκουφαίνει ενδελεχώς τη νόηση.


Η διαδρομή που περιγράφει ο ποιητής- ήδη από τον τίτλο- αποτελεί μια συγκροτημένη ζάλη, έναν μετεωρισμό ανάμεσα στα αντίθετα, τις απόλυτες στιγμές της ζωής και τις ρωγμές τους. Ο ποιητής περπατά τον δρόμο μετεωριζόμενος. Άλλοτε ως παιχνίδι αθωότητας και άλλοτε  ως βάσανο αστάθειας. Κάθε του βήμα είναι μια πτώση που απλώς αναβάλλεται. Μέχρι το επόμενο βήμα και ύστερα μέχρι το επόμενο.
 Και εκείνος μοιράζει τις λέξεις, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, την καρδιά και την νόηση. Η διαδρομή είναι μια απλή διαδρομή, η κάθε μέρα όπως μπορεί να μοιραστεί σε μια βόλτα μέχρι το περίπτερο ή η τελευταία μέρα στον αργόσυρτο βηματισμό της μέχρι την πνιγμοσύνη της θηλειάς .
 Ανάμεσα στην επιθυμία που μας αποκαλύπτεται στην αφετηρία της σύνθεσης και την τελική παραδοχή στο σημείο του τέρματος, ο Στίγκας μας περιγράφει τον ίλιγγο αυτού του μετεωρισμού, τον ίλιγγο του βιώματος, την ζωή χωρίς πατερίτσες. Η νόηση, η γλώσσα της λογικής, παύει να αποτελεί εργαλείο κατανόησης, η εμπειρία γίνεται λέξη και ο τρόπος να την βιώσεις ποιητικός τρόπος.
 Η γλώσσα του βιβλίου πλήρως αργασμένη, γίνεται το πεδίο και ταυτόχρονα η αποτύπωση της μάχης. Από το παρατεταμένο τραύλισμα και την αποσπασματικότητα, στην διακοπή και την επανάληψη, την κραυγή και το μπινελίκι μέχρι την αναφορά των χωρίων των αρχαίων ελληνικών του Ηρακλείτου και των αγγλικών του Πάουντ, το κάθε επιμέρους στοιχείο λειτουργεί ως ισότιμο βίωμα. Το κειμενικό σώμα πλησιάζει το σάρκινο καθώς πάνω του αποτυπώνονται οι κηλίδες, οι εκδορές και οι πληγές της εμπειρίας, κάθε διαδρομή που έφερε τον ποιητή στο παρόν και την ποίηση σαν συμπέρασμα.

Γιατί η ποίηση/ -ψιτ, μεγάλε-/ δεν είναι αιώρα ρεμβασμών/ δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο/ -ψιτ, μεγάλε-/ Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι/ να το υποδύεσαι και στη χάση του/ -δεν θα στο κάνω πιο λιανά-/ Αν το νοείς αυτό/ έχει καλώς/ αλλιώς, Ε ρε, Μαγιακόφσκι που σου χρειάζεται.

Τόσο συχνά ένα βιβλίο μοιάζει με συνομιλία. Μια συζήτηση με κείμενα που προηγήθηκαν, το επηρέασαν και το καθόρισαν. Μια είσπραξη τόκων από λέξεις που θα το ακολουθήσουν. Στον ‘’δρόμο μέχρι το περίπτερο’’, ο Στίγκας επιλέγει τους συνομιλητές του. Ο λόρδος Μπάιρον, ο Μαγιακόφσκι και ο Έζρα  Πάουντ συναντώνται στις σελίδες του βιβλίου, ως ποίηση και ως βιογραφία αλλά ταυτόχρονα ως είδωλα στον καθρέφτη και αδερφικά φάσματα. Ο αφηγητής βιώνει ταυτόχρονα με τους ήρωες, συνδιαλέγεται και  τους καλεί από τον γκρεμό του τώρα, από την ρωγμή του παρόντος. Και οι τρεις περιπτώσεις πέρα από ποιητικά μεγέθη, συναντώνται στην ιστορία και ως πολιτικές οντότητες ή καλύτερα φορείς των πιο έντονων πολιτικών επιλογών, προς τρεις τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. Η επιλογή του Στίγκα είναι να τονίσει ακριβώς τις επιπτώσεις των επιλογών αυτών. Ο φιλελληνισμός και ο ρομαντισμός του Μπάιρον τον τοποθετεί σε έναν θανατηφόρο πυρετό στο Μεσολόγγι. Η δέσμευση που φέρνει ο ενθουσιασμός και η ύστερη διάψευση του Μαγιακόφσκι από το σοβιετικό καθεστώς οπλίζει το χέρι του αρχικά στην ρώσικη ρουλέτα και τελικά στην αυτοκτονία. Ο ιδιότυπος φασισμός του Πάουντ τον εγκλωβίζει  σε ένα συρματόπλεχτο κλουβί στην Πίζα, με το φως των προβολέων να πέφτει πάνω του όλη τη νύχτα. Η πολιτική απόκλιση των τριών παραδειγμάτων σε συνδυασμό με το μέγιστο κόστος που έφερε η κάθε επιλογή ξεχωριστά, τονίζουν την ποιητική επιλογή ως πολιτική πράξη, ως τρόπο του να ζεις και (στις συγκεκριμένες περιπτώσεις) ως τρόπο να πεθαίνεις. Μέσα από τους στίχους των ποιημάτων, τα αδερφικά φάσματα ενημερώνονται για τους καιρούς του ποιητή, τους δικούς μας καιρούς. Για την αποστείρωση των ανθρώπων στο μετρό, για τα σκυλάδικα της επαρχίας, τα πορτοκάλια στις χωματερές. Και η παρουσία τους μοιάζει να αρκεί για να απλωθεί η φωνή πάνω από τη ρωγμή του κάθε παρόντος.

Η μία πνοή είναι μία
 οι δύο είναι αμέτρητες

Η ποίηση του Γιάννη Στίγκα χαρακτηρίστηκε συχνά πολιτική, στα πλαίσια μιας ατομικής εξέγερσης (Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου /Κι αυτό να σας τρομάζει). Ο ‘’δρόμος μέχρι το περίπτερο’’ αποτελεί την  πιο εξώστρεφη πολιτική του χειρονομία. Και αυτό γιατί το παρόν που αναπνέει στους στίχους με πάθος και ένταση (η μέσα πάλη που γίνεται τρόπος ανάγνωσης του έξω) παρουσιάζεται ως συνάρτηση τόσο του παρελθόντος όσο και των παραδειγμάτων που ο ποιητής παραθέτει. Το παρελθόν του ποιητή και το δικό μας παρελθόν βρίσκεται μαζί με την μοίρα θαμμένο μες στο χώμα. Τα αγάλματα και τα μαρμαρωμένα μέλη ανθίζουν ξανά το φορτίο που θάφτηκε και την επανάληψη του( [ο αντίλαλος] έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε/ δεν ήταν αγαλμάτων/όλα τους/ αργότερα μαρμάρωσαν).
 Ο ποιητής εξιστορεί αυτό που του δίνεται, το  προσωπικό του παράδειγμα, την δική του υπόθεση. Η ειλικρίνεια, η ένταση, η εμβάθυνση και το κατεπείγον της γραφής δίνει στο επιμέρους το μέγεθος μιας φωνής συλλογικής, τον χρόνο μιας συλλογικής πνοής. Η ποίηση του Γιάννη Στίγκα είναι μια ποίηση που αμφισβητεί, όχι από θέση, αλλά από ανάγκη. Μια ποίηση που μας αναγκάζει σε μια αρίθμηση ξανά απ’ την αρχή, σε εκείνο το σκάψιμο μέσα μας μέχρι τον άλλο και μας υπαγορεύει να περάσουμε απέναντι.  Ίσως  για κάτι ηρωικό ή ίσως απλά για να πάρουμε τσιγάρα.

(στο περιοδικό διαβάζω)

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ο Σύ.ριζ.α., η κόκκινη Γιάννα και οι θεωρίες συνομωσίας






Όλα ξεκίνησαν από ένα άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη  στην εφημερίδα Καθημερινή. Το άρθρο με τίτλο: ‘’Οι σύμβουλοι, το κόμμα και ο μυστηριώδης εκδικητής’’, αρχίζει περιγράφοντας την δράση και την ιεραρχία της συμβουλευτικής εταιρίας ‘’Teneo’’ και  τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρός της Ντάγκλας Μπαντ συνδέεται με τον Μπιλ Κλίντον. Στην συνέχεια ο αρθρογράφος αναρωτιέται για ποιόν λόγο  μια ομάδα της εταιρείας βρέθηκε στην Ελλάδα προεκλογικά και στηριζόμενος σε αδιάψευστες πηγές συμπεραίνει (αντιγράφω κατά λέξη ώστε να φανεί το μέγεθος και ο τρόπος της επιχειρηματολογίαςκαι της κατασκευής ): ‘’Ένα πουλάκι (το γνωστό πουλάκι της δημώδους παραδόσεώς μας, αυτό που πάντα λέει την αλήθεια στα τραγούδια...) μου ψιθυρίζει ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αντισυστημικό κόμμα, το οποίο θέλει να μετακινηθεί περισσότερο προς το κέντρο του πολιτικού φάσματος, αλλά να το κάνει με τρόπο, για να μην τρομάξει την πελατεία του.’’  Στην συνέχει ο αρθρογράφος συνεχίζει χωρίς να αναφέρει πηγές (ούτε καν το πουλάκι που λέει όλη την αλήθεια), στοιχεία ή επιχειρήματα και καταλήγει στο συμπέρασμα πως την εταιρία έφερε στην Ελλάδα για λογαριασμό του αντισυστημικού κόμματος, ένα πρόσωπο ‘’που δεν λυπάται τα χρήματα, γιατί διαθέτει πάρα πολλά’’ και το οποίο θέλει να πάρει εκδίκηση από το πολιτικό σύστημα το οποίο δεν του επέτρεψε να εμπλακεί στην πολιτική.
Την επόμενη μέρα (Δευτέρα 9 Ιουλίου) η φημολογία και το κουτσομπολίστικης διάθεσης άρθρο, αναπαράχθηκε ως είδηση από την εφημερίδα Δημοκρατία, η οποία αποκωδικοποίησε τις πληροφορίες κατονομάζοντας τον Συ.Ριζ.Α και την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη. Υπογραμμίζοντας την σημασία της αποκάλυψης, η εφημερίδα τοποθέτησε  στο εξώφυλλο τις φωτογραφίες της Αγγελοπούλου,  του Μπιλ Κλίντον και του Αλέξη Τσίπρα, δίπλα στον κύριο τίτλο: ‘’Βόμβα για την «κόκκινη» Γιάννα’’. Το κύριο άρθρο της εφημερίδας ουσιαστικά αναπαράγει συγκεκριμενοποιώντας τις ‘’πληροφορίες’’ της Καθημερινής, ψάχνει στοιχεία και αποδείξεις τόσο στην προεκλογική στάση του Συ.ριζ.α.  όσο και σε αυτή της Αγγελοπούλου στην περίοδο μετά τους Ολυμπιακούς και τελικά καταφέρνει να εμπλέξει στην υπόθεση τον Τόνι Μπλερ και την C.I.A..  Η πολιτικά στοχευμένη φημολογία έγινε πληροφορία και η πληροφορία είδηση. Σε αυτή της τη μορφή πέρασε τις πύλες του διαδικτύου ώστε να αναπαραχθεί από μια σειρά ‘’ειδησεογραφικών’’ μπλογκ και ιστοσελίδων και να πάρει την διάσταση θεωρίας συνομωσίαςπου περιγράφει την σύγκρουση αμερικανικών και γερμανικών συμφερόντων στο ελληνικό έδαφος*. Εδώ και καιρό είναι γνωστό πως το διαδίκτυο είναι ο προνομιακός χώρος στον οποίο φύονται και ανθίζουν οι θεωρίες συνομωσίας. Από τους Βριλ και του Νεφελίμ, το φαινόμενο των ψεκασμών, μέχρι τις πραγματικές αιτίες πίσω από την ελληνική και την παγκόσμια κρίση.

Από τους εξωγήινους στον Συ.Ριζ.Α


Οι θεωρίες συνομωσίας δεν είναι ούτε κάτι καινούργιο ούτε κάτι πρωτότυπο, αυτό όμως δεν σημαίνει πως υπάρχουν χωρίς σημασία. Οι θεωρίες αυτές συνοδεύουν σχεδόν πάντα σημαντικά γεγονότα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως όσο πιο σημαντικό είναι ένα γεγονός τόσο περισσότερες  θεωρίες συνομωσίας το ακολουθούν, καθιστώντας τες έτσι μια άτυπη μονάδα μέτρησης σημασίας (Η 11η Σεπτεμβρίου και ο τεράστιος αριθμός ‘’εναλλακτικών’’ εκδοχών που την ακολούθησαν, παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα). Η άνοδος της αριστεράς καταγράφεται ως σημαντικό γεγονός και μέσα από τους τελείως ανορθόδοξους εναλλακτικούς τρόπουςμε τους οποίους γίνεται προσπάθεια να ερμηνευτεί το φαινόμενο.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα πρόχειρο πολιτικό διαχωρισμό,  ανάμεσα στις θεωρίες συνομωσίας. Από την μία έχουμε φαινόμενα που περιγράφουν μια γενικευμένη αίσθηση απειλής. Εικασίες π.χ.  γύρω από την ύπαρξη εξωγήινων   ή τους ψεκασμούς (-Μας ψεκάζουν!) περιγράφουν μια αίσθηση πως μια ανώτερη εξουσία (ακόμα και με μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά) απεργάζεται μια συνομωσία που ορίζει τις μοίρες και τις τύχες των πάντων. Αυτή η δύναμη αλλάζει το όνομα της ανάλογα με την συγκυρία, την μόδα και την κουλτούρα. Σκοτεινές δυνάμεις, οι εβραίοι, οι μασόνοι, η C.I.A. η λέσχη Μπίτελμπεργκ κ.τ.λ. ορίζονται ως ευκαιριακοί συνωμότες κόντρα στο μέλλον μας. Στην πραγματικότητα οι ερμηνείες αυτές προσπαθούν να υπεραπλοποιήσουν και να καταστήσουν ερμηνεύσιμο το φαινόμενο της εξουσίας με τις διαπλοκές, τη συνθετότητα και τα διαφορετικά κέντρα της, βασιζόμενες κυρίως στη ημιμάθεια και τον φανατισμό.
Μια τελείως διαφορετική κατηγορία, είναι αυτή της στοχευμένης θεωρίας συνομωσίας.  Τα συγκεκριμένα άρθρα εντάσσονται ακριβώς σε αυτή την κατηγορία και θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχα μυθεύματα που δημιουργήθηκαν την εμφυλιακή περίοδο ενάντια στους κομουνιστές και στην μετεμφυλιακή ενάντια στη Ε.Δ.Α. με στόχο να πλήξου τον αντίπαλο στηριζόμενοι σε κατασκευασμένα στερεότυπα ημιμάθειας (εδώ έχει ενδιαφέρον να δούμε το πως οι ίδιοι οι κατασκευαστές των θεωριών αυτών, χρησιμοποίησαν την ίδια περίοδο τους συνωμοτικούς μηχανισμούς του κράτους με αποκορύφωμα την ανατροπή του το 1967).
Στοχευμένη ή όχι, κάθε θεωρία συνομωσίας ορίζει ως αντίπαλο την κριτική σκέψη, την επιχειρηματολογία και την λογική. Οι θεωρίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν χωρίς ερμηνευτικά εργαλεία και τελικά να αποπροσανατολίσουν και να συγκαλύψουν. Ο  αυταρχικός, απόλυτος και κλειστός τρόπος σκέψης τους, τις ορίζει ως φύση συντηρητικές εξαιτίας της θέσης τους απέναντι στην λογική. Ο φορέας τους δεν καταφέρνει να   αντιληφθεί και να ερμηνεύσει. Αυτό που του ζητείται είναι η αποδοχή ή η απόρριψη σχεδόν με όρους πίστης.  Χωρίς στοιχεία, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς αποδείξεις. Δεν είναι δυνατόν να πάρουμε στα σοβαρά  καμία επιμέρους θεωρία συνομωσίας, ταυτόχρονα όμως το φαινόμενο των θεωριών συνομωσίας είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα.


* η είδηση αναπαράχθηκε και από άλλες εφημερίδες με πιο θλιβερή περίπτωση αυτή του Ριζοσπάστη, ο οποίος αφού περιγράφει χωρίς σχόλια τα δημοσιεύματα των δυο εφημερίδων καταλήγει: ‘’ Αυτά γράφτηκαν τις προηγούμενες μέρες και ο λαλίστατος κατά τα άλλα ΣΥΡΙΖΑ ούτε σχολίασε, ούτε διέψευσε. Τα ερωτηματικά παραμένουν, όπως όμως παραμένει γεγονός και οι -προεκλογικά- φιλικές διαθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του προέδρου του προς τις ΗΠΑ και τον Μπ. Ομπάμα και την πολιτική που εφαρμόζει.’’

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Στον κόσμο του Γουές Άντερσον



Η ταινία «Moonrise kingdom» (ελληνικός τίτλος: «O έρωτας του φεγγαριού«), η οποία παίζεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες, αποτελεί την τελευταία δημιουργία του αμερικάνου κινηματογραφιστή Γουές Άντερσον. Πέρα από αυτόνομη κινηματογραφική απόπειρα, η ταινία έρχεται ως συγκεφαλαίωση και υπενθύμιση του έργου ενός από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς της εποχής: «Rushmore», «Οικογένεια Τένεμπάουμ«, «Υδάτινες ιστορίες«, «The Darjeeling Limited«, «Fantastic Mr. Fox«. Κάθε έργο του Άντερσον μοιάζει να επιτελεί τον ίδιο ρόλο: να προσθέτει σε μια συμπαγή και ολοένα διευρυνόμενη πινακοθήκη, επιμέρους μυθολογίες κοινών χαρακτήρων, σε μια τοιχογραφία γλυκόπικρων χρωμάτων.

Τρέχοντας μακριά

Ο Σαμ και η Σούζη, δύο δωδεκάχρονοι σε κάποια νησιωτική επαρχία της Αμερικής του 1965, αποφασίζουν να το σκάσουν από τα σπίτια τους αναζητώντας μια κρυφή και ξεχασμένη παραλία. Όλο το νησί τους αναζητά. Η δυσλειτουργική οικογένεια της Σούζη, τα μέλη της προσκοπικής κατασκήνωσης του Σαμ, η αστυνομία του νησιού. Σύντομα η αναζήτηση γίνεται κυνηγητό και οι δραπέτες φυγάδες. Οι δύο νέοι ζουν την επιταχυμένη ωρίμανση τους, με αφέλεια αλλά ταυτόχρονα απόλυτη πίστη, μιμούνται μέχρι ενσαρκώσεως τα μοτίβα των μεγάλων και δημιουργούν μέσα από την κοινή ανάγκη της φυγής μια ειλικρινή ένωση. Ερωτεύονται με τον ιδεαλιστικό φανατισμό της αθωότητας αλλά και της ανωριμότητας. Η αρχική καρικατούρα παίρνει, μες στην απολυτότητα της διεκδίκησης της, πραγματική σάρκα και τελικά καταφέρνει να γίνει αποδεκτή και να επιβληθεί στον κόσμο των μεγάλων. Η ιστορία αποτελεί ένα θρίαμβο των μοναχικών, των μη κανονικών, των ανθρώπων που ζούνε στη σκληρότητα μιας ήπιας σκιάς.

Στο παιδικό δωμάτιο
των εικόνων


Στις κωμωδίες του Γουές Άντερσον (αν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι), το στιλ και το ύφος γίνονται συχνά ουσία. Η επιλογή και η διάταξη των αντικειμένων δημιουργούν μια νέα αφήγηση. Οι ταινίες μοιάζουν να κουβαλούν την αισθητική ενός προσωπικού ημερολογίου, με επιμέρους σημειώσεις, σκίτσα και ζωγραφιές, το χειροποίητο μπαρόκ της προσωπικής αισθητικής στη διακόσμηση ενός παιδικού δωματίου. Κατακτούν τη δημιουργικότητα μιας πρώιμης ηλικιακής εσωστρέφειας μετεωριζόμενες ανάμεσα στην ονειροπόληση και τη μουντάδα του καθημερινού που την παύει. Σχεδόν χειροποίητες, οι ταινίες γίνονται προσωπικά αντικείμενα που σε κάθε πλάνο τους κουβαλούν την αγάπη της κατασκευής. Ο Άντερσον μας παρουσιάζει τις ιστορίες του όπως ένα παιδί θα μας έδειχνε τη συλλογή του από κοχύλια ή ένα σπάνιο γραμματόσημο. Όπως ένας φίλος θα μας εκμυστηρευόταν μια κρυφή σκέψη σε μια άγουρη ηλικία. Οι παράδοξοι συνδυασμοί των αντικειμένων, οι εστιάσεις στο ελάχιστο που μπορεί να ξεφεύγει μεγεθύνονται και γίνονται κόσμος. Ένας κόσμος ειδωμένος με τον εντυπωσιασμό των πρώτων χρόνων, την έκπληξη της πρώτης γνώσης.

Ήττα και συμφιλίωση

Όλος αυτός ο διάκοσμος του μαγικού δευτερεύοντος, κυριαρχεί με τρόπο όμοιο και στους χαρακτήρες των ιστοριών. Οι ήρωες των ιστοριών του Άντερσον είναι οι παρίες στο χώρο και το χρόνο. Υπερώριμοι έφηβοι και ανώριμοι ενήλικες που προσπαθούν να κερδίσουν μια ευνοϊκή θέση στο προσκήνιο της ζωής. Παιδιά ιδιοφυΐες που χάθηκαν στη μοναχικότητα του ταλέντου τους. Ενήλικες που συνειδητοποιούν τον ήπιο ρυθμό της ήττας τους. Κακοί μαθητές με μεγάλα όνειρα ερωτεύονται τις δασκάλες τους, μοναχικοί πρωταθλητές του τένις αναζητούν μια ανέφικτη σχέση και ωκεανολόγοι πρώην παιδικοί ήρωες φλερτάρουν με τη σύνταξη.
Όμοιοι με ήρωες τον κόμιξ οι χαρακτήρες φορούν σχεδόν πάντα την ίδια αμφίεση, ενώ ένα μουσικό θέμα παρουσιάζει τον καθένα ξεχωριστά. Αλλά στο βάθος, πάντα μπορείς να διακρίνεις ένα συναίσθημα στραμπουλιγμένο, μια ψυχική πληγή, ένα τραύμα που χρονολογεί όσα χάνονται. Ένας χωρισμός, μια προδοσία ή μια διαλυμένη οικογένεια προσθέτουν εκείνη την τρίτη διάσταση, που φέρνει τους ήρωες από το χαρτί πίσω στη ζωή. Οι ιστορίες του Άντερσον είναι ιστορίες συμφιλίωσης, προσπάθειας αποδοχής ή συγνώμης. Γι’ αυτό και πάντα τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο. Με όλους τους ήρωες της ταινίας στο ίδιο πλάνο να κινούνται σε αργή κίνηση, σχεδόν να αποσπώνται από το χώρο και το χρόνο, σαν μια εικόνα που γίνεται μουσική.
Οι γλυκόπικρες ταινίες του Γουές Άντερσον δεν είναι δημιουργίες που σου ζητούν να τις χαρακτηρίσεις αριστουργήματα. Αντίθετα, σου ζητούν να τις αγαπήσεις. Με τον τρόπο μιας παιδικής ανακάλυψης ή τη θέα ενός ξεχασμένου τοπίου που ανήκει σε εσένα μόνο.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Εκείνο το κάτι με τα φτερά





Όλο και πιο συχνά έχεις την αίσθηση πως γράφεις ποιήματα για να καταλάβεις όλη την ποίηση που σου διαφεύγει. Εκείνο το κομμάτι που αποφεύγει ορισμούς και προθέσεις, εκείνο το περίπου που μεταμορφώνει την καταγωγή και τα όρια του καθημερινά, επιβάλλοντας μια άγνοια και μια απορία που συνορεύει  λυτρωτικά με την αθωότητα και το όλο και πιο απλό. Εξαγνισμένοι από βεβαιότητες αναζητούμε την επανάληψη του αναπάντεχου, ένα άγνωστο ακαριαίο, εκείνο το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον, εκείνο που πάντα θα μας διαφεύγει.
Και προσπαθείς να γράψεις (γιατί το γράψιμο είναι πάντα προσπάθεια μακριά από το συντελεσμένο, ένα έναρθρο αγκομαχητό) ψάχνοντας το άξαφνο κουκούτσι, ενώ ξεφλουδίζεις τις μέρες σου. Πάνω από το άδειο χαρτί, ο ποιητής κρατά τη γραφίδα όπως ο τυφλός το λευκό του ραβδί. Ιχνηλατώντας βήματα που σου θυμίζουν περασμένες διαδρομές, οικεία τοπία καλυμμένα με ένα πρόχειρο σκοτάδι, την αφή του κόσμου πάνω στο δέρμα της φωνής σου. Ο ποιητής γίνεται ο διαβάτης που χρησιμοποιεί όλους τους χάρτες για να χαθεί,  ανακατεύει τα σημεία του ορίζοντα, αφημένος στο μεθυσμένο δείκτη της πυξίδας. Και η ποίηση είναι  εκείνο το λίγο που γίνεται πολύ, όταν το πολύ δεν φτάνει.
Μέσα στην φλυαρία των πιο άγαρμπων ημερών, των σημερινών μας ημερών, αναζητούμε μια ποίηση που θα ξεφύγει από την γραμματική και το συντακτικό των βιβλίων, των περιοδικών, της λογοτεχνίας, μια ποίηση αναγκαία. Μια λέξη και έναν στίχο που θα τρέξει από το μελάνι ξανά πίσω στο αίμα.

(στο περιοδικό ''τα ποιητικά'' απάντηση στην ερώτηση: Τι είναι ποίηση; ) 

Ο Γιώργος Σεφέρης και η κρίση




‘’Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.’’
(Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Προσπαθώντας να περιγράψουμε τις μέρες που ζούμε, συχνά ανατρέχουμε σε περιόδους περασμένες, με καιρούς παρελθόντες να γίνονται σύμβολα καταστάσεων.  Λέξεις όπως ‘’χούντα’’, ‘’δικτατορία’’,  ‘’κατοχή’’ ακούγονται όλο και πιο συχνά τους τελευταίους μήνες, ζητώντας να συμπυκνώσουν το αρνητικό του σήμερα σε μια επιγραμματική παρομοίωση. Συλλογικές εμπειρίες και πάθη προσφέρουν αντιστοιχίες άλλοτε προφανείς και άλλοτε υπερβολικές στην ένταση με την οποία περιγράφουν αυτό που βιώνουμε. Το ανοίκειο παρόν μπορεί ξανά να αποκωδικοποιηθεί   υπό το βάρος μιας συγγενούς ιστορίας, μιας πρόσφατης αρχαιολογίας. Ανάμεσα στην επανάληψη της ιστορίας και την αστοχία του συνθήματος,  ποια φωνή μπορεί να συγγενεύσει με το ελάχιστο σήμερα των ημερών μας;

Μια μακρινή γενιά
Η γενιά του 30, μια γενιά που δεν προσδιορίζεται τόσο χρονολογικά αλλά μέσα από συγκεκριμένες σχέσεις προσώπων και επιρροών, αποτέλεσε ίσως την μόνη γενιά με συγκεκριμένο καλλιτεχνικό και ιδεολογικό πρόγραμμα, συγκεκριμένους εκπροσώπους ποιητές, συγκεκριμένους μαικήνες χρηματοδότες και κριτικούς μηχανισμούς άλλοτε προώθησης και άλλοτε αποσιώπησης. Μετά την καταστροφή του 1922 και την κατάρρευση του ιδεολογήματος της μεγάλης ιδέας και της μεγάλης Ελλάδας, η γενιά αυτή ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε η κατάρρευση και να δημιουργήσει -με όρους κυρίως αισθητικούς- νέους μύθους, μια νέα σχέση με το παρελθόν, την ιστορία, την ταυτότητα, μια νέα σχέση με την ίδια την ιδέα της ελληνικότητας. Σε μεγάλο βαθμό τα ιδεολογήματα και ιδέες της, οι αισθητικές επιλογές και κατευθύνσεις της επιβιώνουν μέχρι σήμερα, άλλοτε ως κυρίαρχες και παγιωμένες, άλλοτε μέσα από την κριτική που τους ασκήθηκε ή μέσα από την συγκεκριμένη επίδραση που αυτές άσκησαν  σε μια διαδρομή εξέλιξης, απόρριψης και μεταμόρφωσης. Αυτό όμως που μας φέρνει πιο κοντά στη γενιά αυτή σήμερα, δεν είναι μόνο η παρουσία της στο παρόν μας, αλλά η συγγένεια αυτού του παρόντος με τα ημερολόγια του ‘30.
Η νέα Μεγάλη ιδέα, η νέα μεγάλη Ελλάδα, δεν εκφράστηκε με όρους μεγέθους αλλά ισχύος. Η Ισχυρή Ελλάδα του εκσυγχρονισμού, της ευρωζώνης και των ολυμπιακών αγώνων κατέρρευσε παρασυρμένη από την παγκόσμια κρίση του 2008, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα σαθρά υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένη. Ο σημερινός θόρυβος των αριθμών και των διαγραμμάτων, τα σχέδια διάσωσης και τα σενάρια καταστροφής αποτελούν τους λυγμούς και τους βρόντους αυτής της πτώσης. Τώρα που ο κόσμος δεν είναι ένας απλός παλμός, τώρα που βυθιζόμαστε στη πέτρα, ποιό παρελθόν θα καταφέρει να περιγράψει το παρόν μας;
Το σκληρό της μνήμης

Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας/ τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος της αδικίας//[…]  στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει/- στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας.
Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη δεν περιγράφει την καταστροφή, αλλά την προϋποθέτει. Και μάλιστα ως βασικό υπόστρωμα. Την καταστροφή της Σμύρνης, τους παγκοσμίους πολέμους, τον εμφύλιο, την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Ο ταραγμένος ελληνικός αιώνας ήταν σπαρμένος μαύρο φως, σπασμένα αγάλματα και μια θάλασσα νεκρή. Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.
Ψηλαφώντας τα αυλάκια στην μνήμη της ποίησης, η φωνή του Σεφέρη μοιάζει να κουβαλά το οικείο φορτίο, την γλώσσα που περιγράφει το συλλογικό, τόσο ως παρόν όσο και σαν προοπτική, ως μια ποιητική έκφραση της μοίρας, της δική μας σύγχρονης μοίρας. Ως προς την περιγραφή, η ποίηση του Σεφέρη καταφέρνει πολύ περισσότερη επικαιρότητα από την αισιόδοξη οπτική του Ελύτη, αλλά και από τις πολιτικά η αυστηρά ιδεολογικά ενταγμένες  προοπτικές των ποιητών της αριστεράς.
Μιλώντας άλλοτε για την μοίρα του σύγχρονου Έλληνα και άλλοτε για την κατάσταση του δυτικού ανθρώπου γενικά, ο Σεφέρης παραμένει ένας μοναχικός του πληθυντικού αριθμού. Η χρήση του πληθυντικού περιγράφει το ποιητικό υποκείμενο αρκετά συχνότερα από το Εγώ του ποιητή. Οι ψυχές μας, η μοναξιά μας, τα σπίτια μας, τα σώματά μας. Αυτό το χυμένο μολύβι που είναι η μοίρα, η προσωπική μοίρα που τόσο συχνά στους στίχους μπλέκεται με την συλλογική. Ο πληθυντικός του Σεφέρη, σπρωγμένος από τις αστοχίες, τα λάθη και τα εγκλήματα του παρόντος, σχεδόν ακαριαία γίνεται και δικός μας πληθυντικός.
Η ξενιτιά που ο ίδιος έζησε μακριά από την Σμύρνη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και στη συνέχεια μακριά από την Ελλάδα, ως φοιτητής, ως υπάλληλος ή ως πρέσβης, ανατρέφοντας εικόνες κάτω από ξένους ουρανούς, η ξενιτιά αυτή επιστρέφει. Η συλλογική απώλεια, οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια και μας παρασέρνουν, ο σύντροφος που μοιράστηκε την στέρησή μας, οι αγγελικές και μαύρες μέρες, επιστρέφουν. Βιώνουμε την επιστροφή στο άνυδρο. Δεν έχουμε πια ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές- μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι αυτές που ηχούν και που τι προσκυνάμε.
Η ποίηση του Σεφέρη, λειτουργεί σε μια νέα επανάληψη, ζητώντας να γίνει από κλασική επίκαιρη, να περιγράψει τις μέρες, να συμπυκνώσει, ρευστή και εκτεθειμένη από την αρχή μιλώντας για ένα άδικο παρόν.  Και  τέλος πάντων, αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε. Ας γίνουμε λοιπόν λίγο πιο σκληροί στην μνήμη: Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.

(στο περιοδικό ''τα ποιητικα'')

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Η ΗΛΙΚΙΑ ΩΣ ΤΑΞΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Οι εκλογές, οι 18 μέχρι 34 και η Μπίλι Χόλιντεϊ


Ωρες μετά τις εφτά και ενώ τα αποτελέσματα της κάλπης έμοιαζαν πια δεδομένα, κουρασμένος από τις προβλέψεις, τις διαψεύσεις και το κάπνισμα, έψαχνα ένα αντίδοτο που θα μπορούσε για λίγο να παύσει την φασαρία από τις αλήθειες των αριθμών. Στα χέρια μου έπεσε το κόμιξ «Billie Holiday» των Jose Munoz και Carlos Sampayo (εκδόσεις Σανγκάη). Η χρονική και γεωγραφική απομάκρυνση στην Αμερική του ’30 και του ’40, η χάρτινή καταγραφή της μουσικής και η συνομιλία με μια τόσο ξένη προς τη στιγμή καλλιτέχνη θα έφερνε την επιδιωκόμενη απόσταση, την -έστω για λίγο- αναγκαία παύση του απογοητευτικού τρέχοντος.

Ό,τι λάμπει στο σκοτάδι των καιρών

Η Lady Day αιμορραγεί το χρώμα της σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Στη σκληρή αντίθεση του λευκού και του μαύρου, στην απότομη γραμμή των μορφών, η βιογραφία της μεγάλης τραγουδίστριας ενσαρκώνει τη βία και την ομορφιά των ανθρώπων της, όλους τους αποκλεισμούς της μαύρης κοινότητας από τη «δημοκρατική» λευκή Αμερική και τη μετασχηματιζόμενη παράδοση της κοινότητας προς ένα παρόν άφταστης δημιουργίας. Κληρονόμος της κουλτούρας των αφανισμένων, η Μπίλι Χόλιντεϊ βίωσε τα χτυπήματα σε όλο της το ημερολόγιο: πείνα, ξύλο, διακρίσεις άσχετα με το φύλο ή την ηλικία από τα παιδικά χρόνια της ένδειας, μέχρι την τοξική της ζωή σε μια ενήλικη στιγμή μετά την επιτυχία. Η ίδια μας λέει στην αυτοβιογραφία της: «Μού ’χουνε πει πως κανείς δεν λέει τη λέξη πείνα σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη αγάπη. Ίσως και νά ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ίσως που είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Γουέλφεαρ Άιλαντ, το Ίδρυμα των Καθολικών και το δικαστήριο Τσέφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ’ το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη τη χώρα όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδελφεια και στο Όλντερσον, στο Χόλιγουντ και στο Σαν Φραντσίσκο- κάθε γωνιά πανάθεμά την». Η Μπίλι Χόλιντεϊ υπήρξε μια ιδιοφυΐα που έζησε ρημαγμένη το χρώμα της, σε βιασμούς, στη φυλακή, στην εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, πεθαίνοντας από τις καταχρήσεις στα 44, πάμφτωχη και ξεχασμένη. Η βιογραφία της είναι η απόδειξη πως στις Η.Π.Α. -τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’80 αλλά σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και μέχρι σήμερα- το χρώμα αποτελούσε καθαρά ταξικό προσδιορισμό. Τα γκέτο και οι παραγκουπόλεις στέγαζαν το χρώμα ταυτόχρονα με την φτώχεια.

Από την τζαζ πίσω στις δημοσκοπήσεις

Η επόμενη μέρα ξύπνησε χωρίς μουσική, χωρίς σκιτσαρισμένα περιστατικά, χωρίς υπεκφυγές. Το πρωινό μουλιάζει σε μια στοίβα από άρθρα, συμπεράσματα και περιγραφές. Και δημοσκοπήσεις, κυρίως δημοσκοπήσεις. Ανάμεσα στους δείκτες, τους παράγοντες και τα αποτελέσματα η ηλικιακή αποτύπωση της κάλπης, δείχνει την ξεκάθαρη επικράτηση της αριστεράς στις ηλικίες 18 με 34. Και -ίσως επηρεασμένος από τη βραδινή ανάγνωση- το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι πως η ηλικία στην Ελλάδα της κρίσης γίνεται και αυτή ταξικός προσδιορισμός.
Η ηλικία διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Αυτή η ομαδοποίηση των ανθρώπων κάτω από έναν κοινό ακυρωμένο μέλλοντα. Οι άνθρωποι που βιώνουν την ανεργία σαν έναν κοινό κανόνα, κάνοντας την κυρίαρχη επισφαλή εργασία, να μοιάζει με πικρό δώρο όταν και εφόσον προκύψει. Ανοιχτές συμβάσεις, απροσδιόριστα ωράρια, εργοδοτική αυθαιρεσία και καθυστερημένες πληρωμές, αποτελούν την κουρελιασμένη συνοδεία των δώρων αυτών. Και έτσι δίπλα στους προλετάριους του παρελθόντος συναντούμε τους πρεκάριους του παρόντος, ανθρώπους ημιαπασχολούμενους, μέσα σε μια εργασιακή αβεβαιότητα χωρίς ορίζοντα. Άνθρωποι μορφωμένοι, αρκετά συχνά πλήρως καταρτισμένοι με δύο και τρία πτυχία, εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες, τις νέες τάσεις, το διαδίκτυο, τις γλώσσες, τα ταξίδια και ταυτόχρονα αποκλεισμένοι, φιμωμένοι και απελπισμένοι, κάπου ανάμεσα στην αδράνεια και την μετανάστευση.
Στα γκέτο της ηλικίας αρθρώνεται σιγά σιγά μια φωνή έτοιμη να ακουστεί, έτοιμη να επιβάλει τον εαυτό της, διεκδικώντας αυτό που αποχωρίστηκε χωρίς να προλάβει καν να το αγγίξει. Στα γκέτο της ηλικίας μας φυτρώνει ξανά ο ψίθυρος ενός νέου τραγουδιού.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Γιατί κύριε;





* ΤΟ ΝΕΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΣΠΟΤ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ




Όταν η πολιτική αντιπαράθεση προβάλλεται ως τηλεοπτικός θόρυβος στα παράθυρα, η πολιτική επιχειρηματολογία μπορεί να ξεπέσει στο επίπεδο της φτηνής διαφημιστικής πόζας. Το νέο προεκλογικό σποτ της Νέας Δημοκρατίας προβάλλει μια τάξη παιδιών κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας. Ο δάσκαλος τους μαθαίνει ποιες χώρες βρίσκονται στη ζώνη του ευρώ. Κύπρος, Βέλγιο, Ιρλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία και Ισπανία. Και η Ελλάδα κύριε; Σιωπή. Γιατί κύριε; Σιωπή.
Το σποτ έφερε την αντίδραση του συνόλου των υπόλοιπων κομμάτων, αν και είναι εμφανές πως απευθύνεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Η χρήση παιδιών καθώς επίσης και το φορτίο του φόβου που κουβαλούν τα 40 δευτερόλεπτα της διαφήμισης χαρακτηρίστηκαν ως «απαράδεκτα», «ανήθικα» και «επιεικώς άθλια».

Ο υπέροχος κόσμος
του πολιτικού μάρκετινγκ


Στο συγκεκριμένο διαφημιστικό δεν υφίσταται ίχνος πολιτικής επιχειρηματολογίας. Η Νέα Δημοκρατία επιλέγει το φόβο ως βασικό επιχείρημα, αποφεύγοντας να περιγράψει οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία που θα οδηγούσε ή θα απέτρεπε το αποτέλεσμα που τον δημιουργεί. Το σποτ λειτουργεί με όρους τηλεοπτικού μάρκετινγκ έξω από τη σφαίρα του πολιτικού. Ο τηλεθεατής - καταναλωτής - πολίτης πρέπει πάση θυσία να αγοράσει το προϊόν. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις ιδιότητές του, τα προτερήματα ή τα μειονεκτήματα του. Η κακόγουστη και χυδαία επίκληση στο συναίσθημα, θα τον κάνει να λειτουργήσει χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα αντανακλαστικά του. Η ανάλυση είναι πολυτέλεια όταν βλέπεις θλιμμένα παιδικά πρόσωπα. Ο φόβος για τα παιδιά του ή μάλλον η αποτροπή του φόβου γίνεται ένας νέος μηχανισμός επιθυμίας. Στο μετααποκαλυπτικό περιβάλλον της σχολικής τάξης, η ρητορική ταυτίζεται με την αποπλάνηση και το συναισθηματικό τραμπουκισμό.

Από το μελό στη δραχμή

Η συναισθηματική επιλογή του μελό σεναρίου θυμίζει καθημερινό σίριαλ περασμένων δεκαετιών. Το κραυγαλέο όμως της διαφήμισης προκύπτει από την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στα επιχειρήματα, τις συζητήσεις και τις αναλύσεις των τελευταίων εβδομάδων -τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο- σε σχέση με το ενδεχόμενο και τη δυνατότητα αλλαγής πολιτικής της Ελλάδας και κατ’ επέκταση της Ευρώπης και τη ζωγραφισμένη με δάκρυα συνθηματολογία του σποτ. Το συγκεκριμένο σποτ-σύνθημα δεν λειτουργεί ως συμπύκνωση ενός επιχειρήματος ή μιας πολιτικής, αλλά ως συστηματική και συνειδητή απόκρυψη τους. Ενώ αποφεύγει να δώσει οποιαδήποτε απάντηση σε σχέση με την πολιτική που υποστηρίζει, δεν διστάζει να θεωρήσει ως ήδη απαντημένα τα ερωτήματα που προϋποθέτει. Τι θα γίνει άμα σχηματίσει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, ποια πολιτική θα εφαρμόσει, ποια θα είναι η στάση του απέναντι στην Ευρώπη και ποια η στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα; Γιατί κύριε; Η σιωπή του δασκάλου αποτελεί ταυτόχρονα και τη σιωπή του επιχειρήματος. Του όποιου επιχειρήματος ως αναγκαίου σημείου κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το υπεραπλουστευτικό και σε λάθος κατεύθυνση δίλημμα, ευρώ ή δραχμή, και πολύ περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο τίθεται από τη συγκεκριμένη διαφήμιση θυμίζει τα αντικομουνιστικά επιχειρήματα του παρελθόντος (αν οι κομουνιστές έρθουν στην εξουσία θα μας πάρουν τα σπίτια). Η ακροδεξιά στροφή της Νέας Δημοκρατίας μετά την εκλογή Σαμαρά, η παραχώρηση ρυθμιστικού ρόλου σε στελέχη του εθνικιστικού Δικτύου 21 και οι μεταγραφές των βουλευτών του ΛΑΟΣ συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση της ανάμνησης. Η προεκλογική πολιτική τακτική του κόμματος, η οποία ταυτίζει ουσιαστικά την αριστερά με την τρομοκρατία, ενώ κάνει λόγο για τον κίνδυνο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες, τον κίνδυνο για έλλειψη οποιασδήποτε παροχής μετά την εκλογή της αριστεράς (σε πετρέλαιο, φάρμακα, τρόφιμα), περιγράφει ουσιαστικά τον αντίπαλό της με τους όρους του λάθους, του ανήθικου και του απόλυτου κακού. Κούφιες λέξεις (ειδικά μετά τα κατορθώματα των πρόσφατων κυβερνήσεων) όπως υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, γίνονται συνθήματα και μοιάζουν ικανές να αντιπαρατεθούν απέναντι σε αυτή την καρικατουρίστικη διαστρέβλωση του αντιπάλου. Το σύνθημα δεν ζητά να δημιουργήσει οπαδούς αλλά να τους συστρατεύσει πίσω από το στεντόρειο της εξωστρέφειάς του. Δεν εξηγεί αλλά επιβάλλει.
Σε μια κοινωνία όπου η αγορά είναι η ίδια που ρυθμίζει χωρίς έλεγχο τα όρια της, μοιάζει θεμιτό να ζητιανεύεις πολιτική κατάφαση χρησιμοποιώντας τους πιο παλιομοδίτικους και φθηνούς διαφημιστικούς τρόπους μέσα από μια σπορά συγκίνησης και φόβου. Είναι όμως εξίσου θεμιτό τα μόνα συναισθήματα που θα καταφέρεις να θερίσεις να είναι αυτά της αγανάκτησης και της οργής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΡΙΚ ΑΛΙ

Η Αριστερά να σηκώσει τη σημαία της δημοκρατίας

 Ο Ταρίκ Αλί και η Βανέσα Ρεντγκρέιβ διαδηλώνουν στο Λονδίνο τον Μάη του ’68.

Η συνάντηση με τον Ταρίκ Αλί είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Είναι αρκετά καλός γνώστης της ελληνικής πολιτικής ιστορίας και ένας γειωμένος παρατηρητής και μελετητής της ελληνικής αλλά και της διεθνούς πραγματικότητας, που δεν αποζητά να αποκαλύψει στο συνομιλητή του απλώς τις ιδέες του αλλά να συμμετέχει σε ένα προωθητικό διάλογο.

Τη συνέντευξη πήραν
η Ζωή Γεωργούλα
και ο Θωμάς Τσαλαπάτης


Εδώ και μερικά χρόνια μιλάτε για τον εξτρεμισμό του κέντρου. Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος;
Ανέπτυξα αυτή την ιδέα πριν μερικά χρόνια, διότι είχα κουραστεί να ακούω τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ να ανακηρύσσουν τον καθένα που δεν συμφωνούσε με την κυρίαρχη άποψη σε εξτρεμιστή, άλλοτε της αριστεράς, άλλοτε της δεξιάς , και στη συνέχεια να το πηγαίνουν ακόμα παραπέρα ταυτίζοντας τα δύο άκρα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε ικανότητα να διακρίνουν, έχουν εξελιχθεί σε ιδεολογικούς σταυροφόρους της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Το εξτρεμιστικό κέντρο είναι αυτό που στηρίζει τους πολέμους που διεξάγουν οι ΗΠΑ, το εξτρεμιστικό κέντρο στηρίζει χωρίς ίχνος κριτικής τον καπιταλισμό. Αυτό το κέντρο περιλαμβάνει την κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά, τις οποίες χωρίζει μια διαφορά καταγωγής. Ωστόσο η κεντροαριστερά έχει ξεπουλήσει όλες τις αρχές της και αυτό συμβαίνει διεθνώς, για παράδειγμα στην Ινδία το μοντέλο που αναδύεται είναι ανάλογο.
Βεβαίως στις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι ιδιαίτερα έντονο. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν μα η πολιτική μένει σχεδόν ίδια, υπάρχει μια αδιατάρακτη συνέχεια. Πάρτε το παράδειγμα της Μ. Βρετανίας: Θάτσερ, Μπλερ, Κάμερον, ίδιες πολιτικές, συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων. Στη Γαλλία, η κυβέρνηση που ιδιωτικόποιησε ό,τι ιδιωτικοποιούταν, ήταν μια κυβέρνηση σοσιαλιστικού κόμματος με πρωθυπουργό τον Λιονέλ Ζοσπέν και υπουργό Οικονομικών τον Ντομινίκ Στρος Καν.
Στην Ελλάδα η διαφορά ήταν η επιβολή μιας βίαιης και βάρβαρης δικτατορίας, μετά την οποία αναδύθηκε το ΠΑΣΟΚ, που ξεκίνησε προσπαθώντας να αλλάξει τα πράγματα, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 80 και στη δεκαετία του 90 παγιδεύτηκε στη διαλεκτική του εξτρεμιστικού κέντρου και πια δεν διακρίνεται από τη δεξιά. Σήμερα σε ολόκληρη την Ευρώπη οι άνθρωποι συσπειρώνονται σε σχήματα που εγκαταλείπουν το εξτρεμιστικό κέντρο, το Die Linke στη Γερμανία, το Μέτωπο της Αριστεράς στη Γαλλία, που πήγε πολύ καλά στις πρόσφατες εκλογές και ο Μελανσόν είναι ένας εξαιρετικός υποψήφιος. Και έπειτα ήρθε η ξαφνική, πολύ ελπιδοφόρα άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα.

Κάποιοι παραλληλίζουν το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής με τον ΣΥΡΙΖΑ του σήμερα.
Η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ και η εξέλιξή του είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ πολύ αδύναμο αυτόν τον παραλληλισμό. Οι πολίτες δεν είναι ανόητοι και οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται ότι η δυναμική τους ενισχύεται από ανθρώπους που έχουν σιχαθεί τη νοοτροπία που καλλιέργησε το ΠΑΣΟΚ. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ σημαντική εξέλιξη για τον ελληνικό λαό και για τους λαούς της Ευρώπης. Γι’ αυτό και δέχεται την επίθεση του 99% των ΜΜΕ. Την ίδια επίθεση έχουμε δει να εξελίσσεται και στη Λατινική Αμερική εναντίον του Ούγκο Τσάβες, του Έβο Μοράλες. Αυτό που φοβούνται δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά η ενδυνάμωση και άλλων τέτοιων σχημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη και ο σχηματισμός ενός μετώπου που θα αποδυναμώσει τον εξτρεμισμό του κέντρου σε όλη την Ευρώπη.

Οι αριστερές κυβερνήσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής μπορούν να αποτελέσουν ένα διαφορετικό μοντέλο για τις ευρωπαϊκές χώρες της περιφέρειας;
Τα τελευταία δέκα χρόνια κάθε φορά που βρίσκομαι σε μια ευρωπαϊκή χώρα και συζητώ με αριστερούς, τους λέω: μην περιορίζετε το βλέμμα σας στην Ευρώπη, δείτε και τη Λατινική Αμερική. Εκεί υπάρχει ένα πολύ καλύτερο μοντέλο, δεν είναι τέλειο, έχει αδυναμίες, αλλά είναι πολύ καλύτερο από το υπάρχον στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται για τη λεγόμενη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά για κοινωνικά κινήματα που δημιούργησαν πολιτικούς σχηματισμούς και κόμματα, που μπορεί να εξελέγησαν και να μην έκαναν όλα όσα προεκλογικά είπαν, όμως έκαναν πολλά και υπόκεινται στη συνεχή κριτική των κινημάτων που τα δυνάμωσαν. Υπάρχει δηλαδή μια αναζωογόνηση της κριτικής και συμμετοχικής πολιτικής. Στην Ευρώπη υπάρχουν ενδείξεις μιας τέτοιας εξέλιξης και μια τέτοια εξέλιξη την χρειαζόμαστε.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι ανάλογο. Η άνοδός του είναι μια νέα εξέλιξη που χρειάζεται να παρατηρούμε και να παρέχουμε την ειλικρινή συμβουλή μας. Εξαρτώνται πολλά από αυτά που θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι από αυτά που λέει, αλλά από αυτά που θα κάνει τις πρώτες 100-200 μέρες της διακυβέρνησής του, εφόσον κερδίσει τις εκλογές. Θα είναι αποφασιστικά για τη μοίρα του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, του λαού της Ελλάδας αλλά και των λαών της Ευρώπης. Οι οικονομολόγοι που έχουν τον κύριο λόγο στον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να καταρτίσουν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα σε περίπτωση, που δεν είναι πιθανή αλλά δεν είναι αδύνατη, που η Ελλάδα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη. Ένα τέτοιο σχέδιο χρειάζεται να παρουσιαστεί, διότι οι άνθρωποι φοβούνται και αυτό φαίνεται στο ποσοστό των ανθρώπων που λένε ότι δεν θέλουν να εγκαταλείψει η Ελλάδα την ευρωζώνη. Χρειάζεται να επικοινωνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτόν τον κόσμο και να του πει ότι κατανοούμε το φόβο σας, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε σχέδιο αν αυτό συμβεί.

Υπάρχει αναλογία μεταξύ του κινήματος του Μάη του 68 και των σημερινών κινημάτων που αναπτύσσονται σε όλον τον κόσμο, αλλά και της σχέσης τους με την αριστερά;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει αναλογία. Τα κινήματα που αναπτύχθηκαν το 1968 ήταν κινήματα πάλης για την εξουσία, ήθελαν να κάνουν επανάσταση, να πάρουν την εξουσία. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ουτοπικά, και σε ένα βαθμό ήταν, αλλά ο στόχος τους δεν ήταν η κατάληψη δημόσιων χώρων αλλά η κατάληψη του κράτους. Το 1968 η στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν αποφασιστική. Επιχείρησε να κάμψει το κίνημα. Αν το είχε στηρίξει, έχω πολύ μικρή αμφιβολία αν δεν θα γινόταν επανάσταση. Ήταν διαφορετική και η διεθνής συγκυρία, οι Αμερικάνοι  έχαναν από μια μικρή χώρα, το Βιετνάμ. Φαντάζεστε τον αντίκτυπο που είχε το γεγονός ότι όταν μια μικρή δύναμη έχει τη λαϊκή στήριξη, μπορεί να νικήσει τη μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Όταν ένας ιταλός ηγέτης της κομμουνιστικής αριστεράς πήγε στο Ανόι και συνάντησε τον Χο Τσι Μινχ, τον ρώτησε τι μπορούμε να κάνουμε για σας σύντροφε, και εκείνος του απάντησε «το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε, είναι να κάνετε επανάσταση στην Ιταλία.
Ο κόσμος τότε ήταν ένας κόσμος ελπίδας. Σήμερα είναι ένας κόσμος φοβισμένος. Το κίνημα του Occupy στις ΗΠΑ είναι κυρίως ένα συμβολικό κίνημα χωρίς σαφές πολιτικό πρόταγμα. Αν δεν προτάξει πολιτικούς στόχους, θα φθίνει. Είναι πολύ σημαντικό να αρθρώσει νέο πολιτικό λόγο. Το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ισπανία κατέβασε εκατομμύρια κόσμου στους δρόμους και λίγο καιρό μετά η ισπανική δεξιά σημείωσε μια σημαντική νίκη. Ο καπιταλισμός έχει θριαμβεύσει παγκοσμίως, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχει επικρατήσει ακόμα και στην Κίνα. Έχει φιμώσει τις εναλλακτικές φωνές και επιχειρεί να αφανίσει τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η Αριστερά σήμερα χρειάζεται να σηκώσει τη σημαία της πραγματικής δημοκρατίας.

Τι μήνυμα θέλεις να στείλεις στους έλληνες αριστερούς;
Είμαι κριτικός απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θέλω να νικήσει στην επερχόμενη εκλογική μάχη. Θα αποτελέσει μια τεράστια ώθηση για την Αριστερά στην Ευρώπη, και αυτό έχει μεγάλη σημασία. Αν ήμουν έλληνας πολίτης, θα ψήφιζα ΣΥΡΙΖΑ.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Από τη Μαύρη Τρύπα στη Χρυσή Αυγή


Οι εκπλήξεις της κάλπης έφεραν στο προσκήνιο μια σειρά από συζητήσεις σε σχέση με τις εκλογικές ανατροπές και τα νέα πολιτικά δεδομένα. Η είσοδος της Χρυσής Αυγής και το μεγάλο ποσοστό που απέσπασε αποτέλεσαν ένα πολιτικό γεγονός που συζητήθηκε σχεδόν όσο και το αποτέλεσμα ανατροπής στη σειρά των κομμάτων. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσιοι διανοούμενοι κλήθηκαν να λύσουν το γρίφο της Χρυσής Αυγής αναζητώντας μια απάντηση κυρίως για το ποια πρέπει να είναι η στάση τους από εδώ και πέρα. Πάνελ, συζητήσεις, συνεντεύξεις με εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε κάτι που συνεχώς μας διαφεύγει. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, είχες την αίσθηση πως οι απαντήσεις ήταν συχνά από ελλιπείς και απλουστευτικές έως κοινότοπες. Και πολύ συχνά οι πραγματικές απαντήσεις έρχονταν όχι από τις ερωταποκρίσεις αλλά από τη σημειολογία της ίδιας της συνέντευξης. Στις 15/5 ο Θέμος Αναστασιάδης είχε καλεσμένο στην εκπομπή του -ως κεντρικό πρόσωπο μάλιστα- τον Γιώργο Γερμενή. Ο Γερμενής είναι ένας από τους πρόσφατα εκλεγμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής, ο οποίος έγινε γνωστός τόσο για το παράγγελμα «εγέρθητω» (αργότερα εγέρθητι), όσο και για τις φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, οι οποίες τον παρουσίαζαν μακιγιαρισμένο, ημίγυμνο και ματωμένο όπως εμφανίζεται στη σκηνή με τη μέταλ μπάντα του. Ανάμεσα στα εθνικιστικά και σεξιστικά σχόλια (χαρακτηριστικά άλλωστε στα 12 χρόνια της συγκεκριμένης εκπομπής), ο συγκεκριμένος χρυσαυγίτης μάς διηγήθηκε την ιστορία της ζωής του, μας παρουσίασε τη γυναίκα του αποδεικνύοντας πως είναι καλός οικογενειάρχης και καλός χριστιανός, ενώ κατά τη διάρκεια των διαλόγων υπήρξαν διάφοροι χιουμοριστικά υπονοούμενα για τη σχέση της Χρυσής Αυγής με το ναζισμό, τα πογκρόμ κατά των μεταναστών και τους ξυλοδαρμούς αριστερών, πλήρως ενταγμένα στην κανονικότητα της συζήτησης. Παρόλα τα κυρίαρχα απαράδεκτα αν και αναμενόμενα στοιχεία -την επιλογή του καλεσμένου, τα υπονοούμενα και την κανονικότητα της συζήτησης- προκάλεσε έκπληξη ένα επιμέρους στοιχείο το οποίο τελικά έγινε επεξήγηση για όλη τη στάση και τη συζήτηση: Ο Αναστασιάδης φορούσε μια μπλούζα η οποία έδειχνε μια φωτογραφία του Βασίλη Σπανούλη (αρχηγού του Ολυμπιακού στην κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλου μπάσκετ, η οποία είχε προηγηθεί λίγες μέρες πριν). Τη φωτογραφία συμπλήρωνε το σύνθημα: «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ» (τυπικό χρυσαυγίτικο σουξέ). Τόσο η συγκεκριμένη αμφίεση όσο και ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος μπορούν να μας κατευθύνουν προς μια απάντηση ως προς την άνοδο των εκλογικών ποσοστών της Χρυσής Αυγής. Αν και η είσοδος της Χρυσής Αυγής στη βουλή ήταν αναμενόμενη ήδη από τις δημοσκοπήσεις, η πραγματικότητά του ποσοστού της μετεκλογικά εμφανίζεται τελείως διαφορετική. Πολλοί περίμεναν πως οι ψηφοφόροι της θα ήταν κυρίως μεγάλης ηλικίας από τα μεγάλα αστικά κέντρα καθώς επίσης και άνεργοι. Σύμφωνα, όμως, με μετρήσεις της VPRC για τη δημογραφική σύνθεση της ψήφου για την Χρυσή Αυγή, αποδεικνύεται πως η ηλικιακή κατηγορία στην οποία επικρατεί είναι αυτή των 25 με 34, ως προς την απασχόληση πρώτοι έρχονται με συντριπτικό ποσοστό οι αυτοαπασχολούμενοι (με 19,2 έναντι 10,7 των ανέργων) και οι περιοχές με τα υψηλότερα εκλογικά ποσοστά είναι η Κορινθία και η Λακωνία. Τα απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα αλλάζουν την επιχειρηματολογία, καθώς φαίνεται πως το μεταναστευτικό, η ανεργία και ο φόβος δεν ήταν τα μόνα θέματα που έφεραν το 7%. Ας επιστρέψουμε, όμως, στην εκπομπή. Ο Θέμος Αναστασιάδης είναι ένας δημοσιογράφος γνωστός για τις πολιτικές του απόψεις (κάπου στο χώρο του ΠΑΣΟΚ) όσο και για τις επιμέρους του τοποθετήσεις. Αλήθεια σε τι απόσταση βρίσκονται από τη Χρυσή Αυγή οι τίτλοι «Μπάτσοι παντού», «Έξω όλοι οι λαθρομετανάστες» της εφημερίδας του («Πρώτο Θέμα», πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα) ή τα παλαιότερα αστειάκια του από τη δημοφιλή στήλη της «Ελευθεροτυπίας», «Μαύρη Τρύπα» περί εβραίων φούρνου (σχολιάζοντας χαριεντιζόμενος το ολοκαύτωμα και την ταινία «Η λίστα στου Σίντλερ»). Η δημοφιλία τέτοιων απόψεων ξεπερνά κατά πολύ ακόμα τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Ο διάχυτος σοβινισμός και ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία εκφρασμένες ως βαριά μαγκιά ανωτερότητας, ο αγοραίος αντισημιτισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας, η γηπεδοποίηση της πολιτικής και φράσεις όπως «μια χούντα θέλουμε» βρίσκονταν γύρω μας πολύ πριν τις εκλογές. Οι πολιτικοί χώροι που στέγαζαν αυτές τις απόψεις κυμαίνονταν από το ΠΑΣΟΚ μέχρι και την άκρα δεξιά. Με την άρση κάθε πελατειακής προσδοκίας από τα άλλοτε κυρίαρχα κόμματα, φιλτραρισμένοι μέσα από τον πολιτικό αυτισμό της ισοπέδωσης, της μούντζας και του γιαουρτώματος, οι φορείς αυτών των απόψεων κινήθηκαν θυμικά προς το χώρο που παραδεχόταν περήφανος αυτά τα χαρακτηριστικά του. Ο μετεκλογικός ηθικισμός των καναλιών δεν κατάφερε να πείσει κανέναν καθώς το ίδιο το φαινόμενο είναι βαθύτερο και καθημερινό. Κωμικές προσπάθειες από εκπομπές όπως το Ράδιο Αρβύλα, όχι μόνο δεν στρέφονται κατά του ήδη καταγεγραμμένου γεγονότος, αλλά πολύ περισσότερο λειτουργούν εντάσσοντας τη φρίκη στην καθημερινότητά μας, κανονικοποιώντας την, αφού τόσο η ειρωνεία όσο και η επανάληψη κάνει το πρόσωπο του τέρατος οικείο (για να θυμηθούμε και τον Μάνο Χατζιδάκι). Το 7% δεν ταυτίζεται με τον (ηθελημένα) άγαρμπα κεκαλυμμένο ναζισμό της Χρυσής Αυγής. Αποτελεί όμως απόδειξη της ριζοσπαστικοποίησης απόψεων και συμπεριφορών που προϋπήρχαν και τώρα εκφράζονται. Με μηδενική ανάλυση και απόλυτη εξωστρέφεια. Γιατί αφήσαμε για καιρό τις μαύρες τρύπες ανοιχτές, τις συζητήσεις μισοτελειωμένες και τις χειρονομίες μας να εκτείνονται στο κενό…

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Οι εκλογές, οι πλατείες και η ρωγμή του αυτονόητου


Η έκπληξη από το αποτέλεσμα των εκλογών, όπως ήταν φυσικό, κίνησε διαδικασίες προς την εκπλήρωση ενός μέλλοντος. Η πραγματικότητα αναζητά προοπτική ώστε να επιβεβαιώσει το παρόν. Παρόλα αυτά είναι το παρελθόν αυτό που επεξηγεί, αυτό που προσδιορίζει τις κινήσεις, αυτό που αποκωδικοποιεί την έκπληξη. «Είναι πιο εύκολο για κάποιον σήμερα, να φανταστεί το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού» λέει μια φράση η οποία αποδίδεται στον Σλάβοι Ζίζεκ. Ακόμα και αν το εκλογικό αποτέλεσμα απέχει μίλια από το γεγονός της πολιτικής αποκάλυψης, εντάσσεται παρόλα αυτά σε μια διαδικασία ρωγμής του αυτονόητου. Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού μπλοκ ο καπιταλισμός, θριαμβευτής πρόβαλε τον εαυτό του ως τη μόνη πολιτική λύση, ως τη μόνη πραγματικότητα. Το παρόν απλώθηκε στο παρελθόν και το μέλλον, πείθοντας για την απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής. Με τη σταδιακή μετεξέλιξη των άλλοτε σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε κόμματα με νεοφιλελεύθερες επιλογές, κατά τη δεκαετία του 90, η πολιτική εξουσία προέβαλε τον ένα και μοναδικό δρόμο, με τη μόνη επιτρεπτή αλλαγή να εντοπίζεται στον τομέα της διαχείρισης. Ο ελληνικός μεταπολιτευτικός δικομματισμός, πέρα από τις όποιες διαχειριστικές αλλαγές και τους επιμέρους χρωματισμούς, υπήρξε αποτύπωση αυτής ακριβώς της πραγματικότητας. Τις εποχές της πλαστικής ευημερίας, η σταθερότητα επιβεβαίωνε τον εαυτό της, εισπράττοντας, όπως αποδείχτηκε, τόκους από το μέλλον. Η ίδια η πολιτική έμενε εξόριστη στην πραγματικότητά της, αχρείαστη, απονομιμοποιημένη από τη μακαριότητα ενός ευτραφούς παρόντος. Το αμερικανικό κραχ του 2008 και οι επιπτώσεις του δεν υπήρξε απλά ένα χρηματοπιστωτικό γεγονός. Πάνω απ’ όλα υπήρξε ένα σημείο πολιτικής καμπής και πρόλογος για την επιστροφή του πολιτικού. Ο ερχομός της κρίσης, μας συνάντησε γυμνούς από πολιτική. Η απόγνωση από την αδικία των μέτρων, η προσπάθεια επιβολής του πιο μαύρου σεναρίου ως άλλης μίας μοναδικής και αυτονόητης πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την σταδιακή καταστροφή όλων των θεσμών ανάμεσα στους πολίτες και την εξουσία, δημιούργησε την ανάγκη μιας επιτακτικής πράξης. Η οραματική κληρονομιά και αμφισβήτηση του ελληνικού Δεκέμβρη του 2008, μεταφέρθηκε σε καθημερινές χειρονομίες, γειωμένες στο έδαφος του απόλυτα πρακτικού. Η πολιτική ανυπακοή προέκυψε μέσα από το παράλογο της κάθε επιμέρους επιβολής, ως το νέο ριζοσπαστικό αυτονόητο. Καταγράφοντας τις επιμέρους πολιτικές κινήσεις από τον ερχομό της κρίσης μέχρι και σήμερα, παρατηρούμε μια επιτακτική και άμεση ανάγκη πολιτικής απάντησης σε κάθε πολιτική εφαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας. Η εξέγερση στην Κερατέα, το κίνημα κατά των διοδίων και οι κινήσεις του «Δεν πληρώνω», η Υπατία για τα δικαιώματα των μεταναστών, οι κινήσεις ενάντια στα χαράτσια, το «κίνημα της πατάς» και τόσες άλλες κινήσεις δεν αποτέλεσαν απλά προσπάθειες για μια διαφορετική πολιτική εφαρμογή, αλλά ταυτόχρονα μικρές αμφισβητήσεις της ίδιας της κυρίαρχης πολιτικής και κυρίως του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε και συμμετέχουμε στο γεγονός της πολιτικής. Το Σύνταγμα των Αγανακτισμένων αποτέλεσε τη συγκεφαλαίωση του επιμέρους προς μια συνολική αμφισβήτηση. Η οργάνωση της οργής προς την πράξη της αμφισβήτησης, αποτέλεσε την αρχή της ρευστοποίησης του αυτονόητου. Η κάθε συζήτηση στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες των πόλεων κουβαλούσαν -πέρα από την όποια πρόταση- το βάρος της παλαιάς νεκρής βεβαιότητας. οι δημόσιες συζητήσεις, οι συνελεύσεις και οι πολυπληθείς πορείες, ανέδειξαν το πρόσωπο μιας εξουσίας που έπαψε να είναι ηθική και έπαψε να είναι νομιμοποιημένη. Το πολιτικό έπρεπε να ανακαλυφθεί ξανά. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου υπήρξαν ο κρότος από την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού αυτονόητου. Η δικομματική εναλλαγή μοιάζει πια με κιτρινισμένη φωτογραφία ξεχασμένη σ’ ένα σκονισμένο εχθές. Η πολλαπλή αποτύπωση ουσιαστικά περιέγραψε την Ελλάδα της κρίσης. Την απογοήτευση ταυτόχρονα με την αμφισβήτηση, το αδιέξοδο ταυτόχρονα με την προοπτική. Η ρωγμή πια καταγράφεται ως χάσμα με το παλαιό. Άσχετα με τις όποιες εξελίξεις, άσχετα με το αν θα επαναληφθούν οι εκλογές, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα αναδεικνύει τις επιμέρους απαντήσεις στα παλαιά αδιέξοδα, την πραγματικότητα της ρευστοποίησης της παλαιάς βεβαιότητας και την επιστροφή της ίδιας της πολιτικής. Το σήμερα γίνεται το σημείο βρασμού του χθες. (Στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Καρτ ποστάλ από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης


Ακραγγίζοντας τις σελίδες της ιστορίας αναζητούμε στιγμές που θα μας μιλήσουν για την κατάστασή μας, στοιχηματίζοντας σε μια επανάληψη, ένα τυχαίο δίδαγμα, μια αλήθεια του παρελθόντος που κοιτά προς το δικό μας παρόν. Όσο πιο επιτακτικές και απότομες γίνονται οι εποχές που ζούμε, τόσο ζητούμε έναν οδηγό από το χθες που θα φωτίσει τα τυφλά μας βήματα μακριά από τη βεβαιότητα του όποιου υπολογισμού. Και το παρελθόν βρίσκεται πάντα εκεί, έτοιμο να επιβεβαιώσει το λάθος της επανάληψης ή την αποφυγή που προκύπτει από το δίδαγμα των σφαλμάτων. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίσης, της ρευστότητας και των πολιτικών ανασχηματισμών, το να κοιτάς στο παρελθόν γίνεται μια αναπόφευκτη διαδικασία ενατένισης του μέλλοντος. Μια νέα συνθήκη των Βερσαλλιών Το 1918 η Γερμανία θα βγει στρατιωτικά ηττημένη και οικονομικά εξαντλημένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 ο σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν θα κηρύξει τη Γερμανική Δημοκρατία. Ο Φρίντριχ Έμπερτ, πρώτος καγκελάριος της νεαρής δημοκρατίας και επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος (SPD), θα συνεργαστεί με το στρατό και ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις (Φράικορπς) ώστε να καταστείλει το κίνημα των Σπαρτακιστών με τη δολοφονία των Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ και πολλών άλλων κομουνιστών. Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, η ηττημένη Γερμανία υπογράφει τη συνθήκη των Βερσαλιών με τις νικήτριες χώρες. Η συνθήκη θα επιβάλει στη Γερμανία τη γεωγραφική συρρίκνωση, τεράστιες οικονομικές αποζημιώσεις και εθνική ταπείνωση. Οι όροι της συνθήκης αποδείχτηκαν σύντομα καταστροφικοί τόσο για τους ηττημένους όσο και για τους νικητές που την επέβαλαν. Οι αποζημιώσεις όχι μόνο δεν κατάφεραν να καλύψουν τα ελλείμματα της Γαλλίας και της Αγγλίας, αλλά ταυτόχρονα εγκλώβισαν τη Γερμανία σε ένα μόνιμο οικονομικό μαρασμό. Οι λανθασμένοι χειρισμοί σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του 1929, θα κλονίσουν ακόμα περισσότερο τις ευρωπαϊκές οικονομικές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν από τη συνθήκη και τελικά θα δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις -τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό των χωρών- που θα οδηγήσουν στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Πολλοί οικονομολόγοι και αναλυτές περιέγραψαν τα πακέτα των μέτρων που πρόσφατα επιβλήθηκαν στην Ελλάδα ως μια νέα συνθήκη των Βερσαλιών. Η σκληρότητα της τιμωρίας, η αναποτελεσματικότητα των μέτρων και ταυτόχρονα το αυτοκαταστροφικό βάθος αυτών που επιβάλουν την τιμωρία θυμίζει καρτ ποστάλ από το μεσοπόλεμο. Ο Γιάννης Βαρουφάκης σε σχετικό άρθρο του («Νέες Βερσαλίες στοιχειώνουν την Ευρώπη») δεν θα διστάσει να υπογραμμίσει τις ομοιότητες μεταξύ των δύο συμφωνιών παραθέτοντας μια φράση του Τζον Κέινς (βασικού πολέμιου της συνθήκης των Βερσαλιών), αντικαθιστώντας απλά ορισμένες λέξεις με τα αντίστοιχα σύγχρονα δεδομένα: «Ωθούμενος από τρελές ψευδαισθήσεις και παράτολμη αυτοεκτίμηση, ο ελληνικός λαός ανέτρεψε τα θεμέλια πάνω στα οποία όλοι ζούσαμε και χτίζαμε. Αλλά οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πήραν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή που η Ελλάδα άρχισε, με ένα πακέτο οικονομικής στήριξης που εάν εφαρμοστεί θα υποσκάψει ακόμη περισσότερο, αντί να αποκαταστήσει, την ευαίσθητη, περίπλοκη οργάνωση, που ήδη ταρακουνήθηκε και διαλύθηκε με την κρίση του 2008, μέσω της οποίας και μόνο οι ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν να απασχολούνται και να ζουν». Στο ηθικό μέρος, η στάση των Ευρωπαίων απέναντι στην Ελλάδα θυμίζει την περίφημη «ρήτρα ενοχής» του άρθρου 231 των Βερσαλιών. Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως ένοχοι για την κρίση, όπως οι Γερμανοί ορίστηκαν ως μόνοι ένοχοι για το μεγάλο πόλεμο, άρα και ως οι μόνοι που θα πρέπει να πληρώσουν το δυσβάσταχτο βάρος χωρίς περιττές περιστροφές. Μια άλλη κατεύθυνση της ιστορίας Η συνθήκη των Βερσαλιών είναι σε μεγάλο βαθμό η στιγμή που θα σηματοδοτήσει τη γέννηση (1919), θα ορίσει το κλίμα και τελικά θα πυροδοτήσει την πτώση της σύντομης δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Η σκοτεινή πτυχή της περιόδου, ακριβώς λόγω της τελικής της έκβασης, μένει κυρίαρχη στη μνήμη και παραμένει ριγμένη σαν κουρέλι φόβου μπροστά στο δικό μας μέλλον. Πολιτική ρευστότητα και αστάθεια, ξέσπασμα της πολιτικής βίας και ανίερες συμμαχίες, φτώχεια και εξαθλίωση. Στην Ελλάδα του σήμερα ο μετανάστης ορίζεται ως ο νέος «άλλος», σχεδόν όπως ο Εβραίος στη Γερμανία του χθες, υπεύθυνος για κάθε λάθος και κάθε κακό. Η άνοδος του εθνικισμού και του ρατσισμού τόσο σε επίπεδο πολιτικών σχηματισμών, όσο και στη νέα ρητορική και πρακτική ακόμα και των κυρίαρχων κομμάτων ξυπνούν παλιούς εφιάλτες. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η αναμενόμενη είσοδός της στη βουλή μας θυμίζει μια εποχή που ελπίζαμε πως είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Αλλά η ιστορία δεν υπάρχει για να επαναλαμβάνει υποχρεωτικά τις ίδιες κατευθύνσεις. Πίσω από την κυρίαρχη εικόνα, ο γερμανικός μεσοπόλεμος αποκαλύπτει ένα πρόσωπο εντελώς διαφορετικό. Η «χρυσή δεκαετία του 1920» αποτέλεσε ταυτόχρονα μια περίοδο πολλαπλής άνθισης. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός, το μπάου-χάους και η εξπρεσιονιστική ζωγραφική, ο Τόμας Μαν, ο Ρίλκε και ο Μπρεχτ, το γερμανικό θέατρο και ο κινηματογράφος, άφησαν το στίγμα τους σε μια περίοδο πολλαπλής άνθησης και πνευματικής δημιουργίας. Εξηγώντας την κατάσταση αυτή στο δοκίμιο «Η πνευματική ζωή στη δημοκρατία της Βαϊμάρης», ο Πίτερ Γκέι υποστηρίζει ως κεντρικό επιχείρημα το γεγονός πως «στη δημοκρατία της Βαϊμάρης οι απέξω -δημοκράτες, εβραίοι, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες κ.τ.λ.- έγιναν οι από μέσα». Αυτοί δηλαδή που λάμβαναν τις αποφάσεις και διαμόρφωναν, δημιουργούσαν το νέο και όριζαν νέες κατευθύνσεις. Το ναζιστικό τέλος της περιόδου εξόρισε στο εξωτερικό και εξαφάνισε στο εσωτερικό όλο τον καρπό της σύντομης αυτής άνθησης παύοντας ταυτόχρονα την όποια εναλλακτική προοπτική. Στην Ελλάδα τού σήμερα ίσως να έφτασε η ώρα, όσοι τόσα χρόνια κατοικούσαν εκτός των τειχών να διαμορφώσουν, αποδεικνύοντας πως η ιστορία δεν υπακούει στην επανάληψη και πως η πτώση του παλαιού αποτελεί μια ευκαιρία για τη δημιουργία του πραγματικά νέου. (στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Από πού κύλησαν όλα αυτά τα δάκρυα;


Γιώργος Λαμπράκος: Υπογείωση

Ναι, δυστυχώς πρέπει να τρώω, δε γίνεται μόνο να πίνω. Έτσι μού ‘παν, αλλιώς , μού ‘παν, θα πεθάνω. Θα πεθάνω σίγουρα, έτσι μου ‘παν. Θα πεθάνω από πείνα ή από κίρρωση του ήπατος, έτσι μου ‘παν. Όταν πεθαίνεις άσχημα, είναι άσχημα τα πράγματα, έτσι μου ‘παν. Δίκιο θα ‘χουν δεν μπορεί! Τα πράγματα είναι άσχημα μόνο όταν είναι άσχημα, τους έλεγα με τη σειρά μου. Κι αυτοί μου έλεγαν άλλα. Κι εγώ απαντούσα άλλα. Ααα... οι λέξεις δεν μου έλειψαν ποτέ! Έχω περισσότερες απ’ όσες χρειάζομαι πια. Τι τις θέλω τόσες; Να πω τι; Τον πόνο μου; Σιγά το πράμα!
(Γιώργος Λαμπράκος,
από το πεζογράφημα «Υπογείωση»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012)

Ο Γιώργος Λαμπράκος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε χρηματοοικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, φιλοσοφία των επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετάφραση από την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα στο ΕΚΕΜΕΛ. Έχει δημοσιεύσει το πεζογράφημα «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (Γαβριηλίδης, 2009) και το θεατρικό έργο «Αγνοούμενος» (Γαβριηλίδης, 2010), που παίχτηκε την ίδια χρονιά στο θέατρο Φούρνος. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις το δεύτερο πεζογράφημά του με τίτλο «Υπογείωση». Επίσης, έχει δημοσιεύσει ποιήματα, αφηγήματα και δοκίμια σε έντυπα και δικτυακά περιοδικά και εφημερίδες. Εργάζεται ως μεταφραστής. Το προσωπικό του blog είναι:
http://lamprakos.wordpress.com.

Υπογείωση στο χρόνο

Η ιστορία της Υπογείωσης, είναι η ιστορία της μόνωσης από το χρόνο και το χώρο. Η Άννα, μια μεσήλικη πρώην ηθοποιός, βρίσκεται καθηλωμένη μετά από ένα ατύχημα στο κρεβάτι της, μόνη, ξεχασμένη από τον κόσμο, τη γλώσσα, τη συναναστροφή. Την ατελείωτη παύση της ζωής διακόπτει μόνο η σκυλίτσα της η Ελένη, η οποία την προμηθεύει με ουίσκι (η μόνη ορατή παρηγοριά της) και η σπιτονοικοκυρά της, η οποία έρχεται να συλλέξει το νοίκι. Μέσα σε αυτή την πρόφαση ύπαρξης, η πρωταγωνίστρια μονολογεί ενθυμούμενη, συλλέγει αναμνήσεις, πλάθει και αναπλάθει σε μια διαδικασία χωρίς τέλος, σε μια διαδικασία οριακά μετά το τέλος. Η ζωή της περιγράφεται στον τόνο της απελπισίας, του κυνισμού όπως προκύπτει από την ακινησία και την παραίτηση. Οι γονείς της που έχουν πεθάνει, τα παιδιά της που την έχουν εγκαταλείψει, οι ανολοκλήρωτες σπουδές της γύρω από τη λογική και το παράλογο, η φυγή της προς το θέατρο και ο έρωτάς της με έναν καθηγητή της σχολής της, η προδοσία της φίλης της και το ατύχημα που την έφερε στην θέση που βρίσκεται σήμερα βιώνονται ξανά ως κομμάτια ενός ελεύθερου συνειρμού, μέσα σ’ έναν θρυμματισμένο χρόνο. Η Υπογείωση δεν διαδραματίζεται σε κάποιο χώρο -αν και η ασφυξία του περιορισμού είναι παντού παρούσα- η Υπογείωση διαδραματίζεται στο χρόνο, σε αυτό το παρόν που γεμίζει μόνο με γεγονότα που παρήλθαν. «Μερικές αναμνήσεις σε κρατάνε στη ζωή και τ άλλα κάρβουνα».
Το βιβλίο ταυτίζεται με τη μορφή του μονολόγου. Η χωρίς απόκριση απεύθυνση, καθιστά την μοναξιά ορατή σε κάθε λέξη του κειμένου. Ο μονόλογος της Άννας, γίνεται εσωτερικός διάλογος, με τις ερωταποκρίσεις να αμφισβητούν αλλά και να υπενθυμίζουν την ταυτότητα. Η ανάμνηση γίνεται Είναι, η γλώσσα Επιβίωση. Έχοντας ξεχάσει ακόμα και το πρόσωπό της, την όψη και το καθρεφτισμένο είδωλό της, η Άννα μιλά, μιλά για να μην ξεχάσει τον εαυτό της. Μετεωριζόμενη ανάμεσα στα ζεύγη της λογικής και του παραλόγου, της πειθαρχίας και του άναρχου, της τάξης και του χάους, αλλά και ανάμεσα στην ένταση της μανίας και τον ήρεμο πόνο της μελαγχολίας, η φωνή προσπαθεί να συντάξει την πραγματικότητα. Η λέξη είναι ανάσα, λέξη τη λέξη το Είναι αναπνέει, η ύπαρξη επιβεβαιώνεται και η σιωπή είναι σκοτάδι. «Τι λέω; Το μάθημά μου. Ψελλίζω το μάθημά μου. Ψελλίζω τη ζωή μου».

Ένα αυθαίρετο που παριστάνει τη βίλα

Ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται στο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου εγκλωβισμένος. Μια ζωή, όμοια με ένα ασανσέρ που σταματά απότομα και σε παγιδεύει μετέωρο ανάμεσα στους ορόφους. «Κάνει να ανοίξει την πόρτα. Κλειστή. Και να την άνοιγε, τοίχο θά ‘βρισκε. Και κάθεται εκεί μέσα στο ασανσέρ, μόνος του μες στα σκοτάδια, και περιμένει να το φτιάξουν. Τι κόπανος! Και δεν μπορεί να πάει ούτε πάνω ούτε κάτω. Και ουρλιάζει μες στον τρόμο, «βοήθεια, βοήθεια που είστε; Είναι κανείς εκεί έξω; Ελάτε να με βοηθήσετε!». Ο χρόνος, εγκλωβισμένος στο ασανσέρ της Υπογείωσης μετατρέπει το παρόν της Άννας, σε δικό μας παρόν. Το καθηλωμένο σώμα καταλήγει να μοιάζει με μεταφορά μιας εποχής, της δικής μας εποχής με παύση του δικού μας καιρού. «Και γώ σαν την Ελλάδα, μες τη σύγχυση και την τρέλα». Η Ελλάδα, ένα αυθαίρετο που παριστάνει τη βίλα, όπως περιγράφει ο συγγραφέας, μια κατοικία που περιμένει τους σεισμούς να την γκρεμίσουν. Και το παρόν μας και αυτό ακίνητο και κλινήρες, αναζητά την ανάμνηση που θα του επιτρέψει ξανά την λέξη και θα του επιστρέψει ξανά την ανάσα.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Λάιφσταϊλ: Βυθομετρώντας την επιφάνεια



«Το λάιφστάιλ είναι μαγικό, από μηδενικό σε κάνει νούμερο»
Σύνθημα στα Εξάρχεια



Το λάιφτσταϊλ πέθανε. Άρθρα σε εφημερίδες, αναλύσεις, αφιερώματα σε τηλεοπτικές εκπομπές, περιγράφουν το θάνατο του φαινομένου, συνδέοντάς το με το γενικευμένο τέλος εποχής που έφερε η κρίση. Προφυλακισμένοι μόδιστροι και άνεργα μοντέλα, άδεια γκουρμέ εστιατόρια και μισοτελειωμένα σφηνάκια, κλειστά περιοδικά και απολογίες πρώην Κωστόπουλων βουτηγμένες στην τεστοστερόνη, μαρτυρούν το γεγονός απερίφραστα, το κατεστραμμένο σαλόνι μετά το τέλος του ξέφρενου πάρτι. Μήπως όμως βιαζόμαστε να θάψουμε ένα ζωντανό πτώμα, ακριβώς λόγω της κακοσμίας του;

Η ζωή είναι μικρή για νά ’ναι θλιβερή μωρό μου

Η φράση - μανιφέστο από το εξώφυλλο του Κλικ συμπυκνώνει και περιγράφει τον πυρήνα του λάιφτσταϊλ. Η ίδια η λέξη δεν μας αφηγείται απλά τον «τρόπο ζωής», όπως προκύπτει από την κατά λέξη μετάφρασή της. Αντίθετα περιγράφει την ταύτιση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής με την ίδια τη ζωή, την ταύτιση του life με το style. Ρυθμίζοντας, λοιπόν, το δεύτερο συνθετικό, ο εκάστοτε ρυθμιστής αποκτά ισχύ απέναντι και στο πρώτο.
Το λάιφσταϊλ υπήρξε γέννημα της δεκαετίας του ’80. Στηριγμένο στον αέρα της θολής αλλά ταυτόχρονα πυκνής Αλλαγής καθώς επίσης και στις υποσχέσεις για μια γενικευμένη ευδαιμονία, έφτασε στο απόγειο του τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας και της Ολυμπιακής φούσκας. Το φαινόμενο κατάφερε να εξαπλωθεί και να κυριαρχήσει απαντώντας σε μια πραγματική ανάγκη της εποχής, την ανάγκη της λήθης. Η εφταετία υπήρξε απλά η τελευταία σκηνή σε μια σειρά εθνικών πληγών από τις αρχές του αιώνα. Η υπερπολιτικοποίηση των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης (άρα και η ανάγκη για ιστορική υπενθύμιση), θα παραχωρήσει τη θέση της στην απολιτίκ λήθη. Το να ξεχνάς σημαίνει να ζεις και το να ζεις σημαίνει να ζεις σε έναν αυστηρό ενεστώτα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το λάιφτσταϊλ υπήρξε αισθητική έκφραση του απενοχοποιημένου κυνισμού της δεκαετίας του ’80.

Λιπαντικό στη μηχανή του καταναλωτισμού

Αν και τα διάφορα έντυπα (με την τάση να γιγαντώνεται από το χωρίς όρους ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης) προέβαλλαν την απολιτίκ στάση ζωής, σχεδόν ως υποχρέωση του νέου μοντέλου ανθρώπου, ο ρόλος τους υπήρξε κατεξοχήν πολιτικός. Η κατασκευή προτύπων και καθημερινών χειρονομιών, αποτέλεσε απαραίτητο λιπαντικό και καταλύτη στη μηχανή του καταναλωτισμού και στον κόσμο του πλαστικού χρήματος. Ανδρικά και γυναικεία πρότυπα χρησιμοποιήθηκαν ως κανόνες ζωής. Ο άντρας μετεωριζόμενος ανάμεσα στη βαλκανικότητα του φύλου του και το Μανχάταν της επιτυχίας του, η γυναίκα ως απελευθερωμένη Μαντόνα της ποπ και ταυτόχρονα πουριτανή και υποταγμένη Μαντόνα της εκκλησίας.
Τα πρότυπα του ατομισμού, της ανόδου και του απόλυτου υλισμού, η εμμονή με το σεξ (σε μια όλο και αυξανόμενη σεξιστική ανάγνωση, αποθεωμένη κατά τη δεκαετία του ‘90 με την «κουλτούρα του στριπτίζ») απευθύνονταν πάντα σε έναν (ανύπαρκτο) μέσο αναγνώστη. Τα αισθητικά πρότυπα, σώματα φτιαγμένα από γλύπτες γυμναστηρίου και δίαιτας, πρόσωπα ζωγραφισμένα από μια φότοσοπ παραμόρφωση, υπήρξαν αντίστοιχα με τις υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου, δηλαδή αδύνατον να τα κατακτήσεις. Ακριβώς γιατί ποτέ δεν υπήρξαν. Σε αυτή την αγχώδη πρόσθεση χωρίς πραγματικό σημείο τερματισμού, το αποτέλεσμα έβγαινε πάντα αρνητικό. Και είναι αυτή η πρόσθεση που περιέγραψε τη σημειολογία των πρόσφατα περασμένων χρόνων, των στιγμών που τώρα πολλοί κοιτούν μελαγχολικά: μπουζούκια και μίζες, διακοποδάνεια και εορτοδάνεια, γυμναστήρια και κομμωτήρια διαμόρφωναν τον περίγυρο ενός ανθρώπου απόλυτα υποχρεωμένου στη νίκη.

Η βαριά ελαφρότητα

Τελικά η ίδια η πολιτική ηττήθηκε από το λάιφσταϊλ, ακριβώς μέσω της ενσωμάτωσης της σε αυτό. Πολιτικοί παραχωρούσαν συνεντεύξεις στα ιλουστρασιόν έντυπα, απαντώντας σε καθημερινές «καυτές» ερωτήσεις γύρω από τα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία, τους νέους, τη διασκέδαση κ.τ.λ. Ο Γιώργος Παπανδρέου παραχωρούσε νεανικές συνεντεύξεις στο Κλικ, ο Σημίτης επέλεξε να δώσει την τελευταία προεκλογική του συνέντευξη λίγο πριν το 2000 στο Nitro. Η παρουσία του Πέτρου Κωστόπουλου σε προεκλογικά και μετεκλογικά πάνελ δεν περιέγραφε μόνο το πόσο σημαντικός ρυθμιστής της ζωής είχε καταλήξει να είναι το λάιφσταϊλ, αλλά ταυτόχρονα το πόσο βαριά κατέληξε να είναι η ελαφρότητά μας.
Για πολλούς ανθρώπους, η κρίση ήρθε ως μια απότομη βουτιά στο πραγματικό. Το λάιφσταϊλ, ακριβώς σαν όλες τις τάσεις που κατασκεύασε και διέγραψε σε μία νύχτα, περνά εκτός μόδας, τσαλακωμένο και πεταμένο χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρόλα αυτά δεν θα πεθάνει. Ακριβώς γιατί ξεχνούμε μια βασική παράμετρο στην εξίσωση που το δημιούργησε: τους αναγνώστες, τους υποστηρικτές και τους μιμητές που τείνουμε να παρουσιάζουμε ως θύματα σε μια μηχανή προπαγάνδας. Το λάιφσταϊλ θα εξαφανιστεί μαζί με τόσες αρρώστιες του παλαιού κόσμου, όταν ξεριζωθούν οι ανάγκες που το δημιούργησαν. Προς το παρόν θα επιβιώνει λιγότερο εξωστρεφές, λιγότερο προκλητικά φανταχτερό, μεταμορφωμένο σε έναν ανέξοδο Freepress εναλλακτισμό, αναζητώντας νέα σημεία και νέες εκφράσεις. Και όσο υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν πως η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, πάντα θα υπάρχουν και κάποιοι άλλοι να τους απαντούν πως «η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι».

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Η Μπαρτσελόνα και το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο



«Μια μέρα θα μιλάμε στα παιδιά μας για την Μπαρτσελόνα, με τον ίδιο τρόπο που οι πατεράδες μας μας μίλαγαν για τον Άγιαξ όταν ήμαστε μικροί» μου έλεγε ένας φίλος μετά τον περσινό τελικό του champions league. «Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του 70;», αναρωτιόταν σε ένα άρθρο του για τον Άγιαξ, γραμμένο το 1984, ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Νομίζω πως σήμερα, μετά και τις φετινές εμφανίσεις της Μπαρτσελόνα, μπορούμε να απαντήσουμε καταφατικά. Ψηλαφώντας τους δεσμούς του χρόνου, ψάχνοντας την καταγωγή του όμορφου παιχνιδιού της καταλανικής ομάδας, τη σημασία της ομαδικότητας και τη μεταμόρφωση της τακτικής σε ομορφιά, πολλαπλές συγγένειες μας φέρνουν πίσω στο παιχνίδι τον Ολλανδών. Και γυρνώντας λίγο πιο πίσω καταλήγουμε σε ένα ίσως απρόσμενο προπάτορα. Το «σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο», των «πανίσχυρων Μαγιάρων», της εθνικής Ουγγαρίας κατά τη δεκαετία του 1950.

Το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο

Όταν το 1953, η εθνική Ουγγαρίας κέρδιζε την Αγγλία 6-3, σε φιλικό παιχνίδι (το οποίο αργότερα θα ονομαζόταν «το ματς του αιώνα»), δεν εντυπωσίασε απλά γιατί συνέτριψε μια από τις ισχυρότερες ομάδες του κόσμου, ούτε επειδή γινόταν η πρώτη ομάδα που κέρδιζε την εθνική Αγγλίας μέσα στο Γουέμπλεϊ. Βασική τροφή της έκπληξης και του ενθουσιασμού ήταν η επίδειξη ενός νέου τρόπου ποδοσφαίρου στο ευρύ κοινό. Δημιουργός του, ο Γκούσταβ Σέμπες και κύριος εκτελεστής του ο Φέρεν Πούσκας. Ο Σέμπες, πρώην συνδικαλιστής των ουγγρικών εργοστασίων αλλά και των εργοστασίων της Ρενό στο Παρίσι, ήθελε να δημιουργήσει μια μορφή ποδοσφαίρου η οποία θα ταίριαζε στο κοινωνικό όραμα του σοσιαλισμού. Κάθε παίχτης θα ήταν ισάξιος μέσα στο γήπεδο και θα μπορούσε να παίξει σε όλες τις θέσεις εξίσου αποτελεσματικά. Η ομαδικότητα θα κυριαρχούσε και θα διαμόρφωνε μια μηχανή δημιουργίας και αποτελεσματικότητας. Ο Σέμπες ονόμασε το νέο τρόπο παιχνιδιού «σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο». Ο Γκιούλα Γκρόσιτς, τερματοφύλακας της «χρυσής ομάδας» της Ουγγαρίας έλεγε για τον Σέμπες: «Ήταν τρομερά αφοσιωμένος στη σοσιαλιστική ιδεολογία και αυτό μπορούσες να το αισθανθείς σε κάθε τι που έλεγε. Ο ίδιος μας έλεγε πως η μάχη ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό εκτυλίσσεται στο ποδοσφαιρικό γήπεδο όπως οπουδήποτε αλλού». Εφαρμόζοντας την ιδεολογία του στο γήπεδο, δίνοντας ξεχωριστή σημασία στη φυσική κατάσταση των παιχτών και μετατρέποντας το παραδοσιακό σύστημα του 3-2-5 σε 4-2-4, ο Σέμπες κατάφερε να δημιουργήσει μία από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών. «Όταν βρισκόμαστε στην επίθεση όλη η ομάδα επιτίθεται, το ίδιο συμβαίνει και με την άμυνα. Εμείς ήμαστε το πρότυπο για το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» έλεγε ο Φέρεν Πούσκας.

Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο,
ο Γιόχαν Κρόιφ και το tiki-taka

Μια δεκαετία αργότερα, ο Rinus Michels θα επεξεργαστεί τις ιδέες και τις εφαρμογές του Σέμπες δημιουργώντας το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο». Το στιλ αυτό ταυτισμένο τόσο με τον Άγιαξ όσο και με την εθνική Ολλανδίας, θα βρει την πιο έντονη ενσάρκωσή του, στο πρόσωπο του μεγάλου Γιόχαν Κρόιφ. Το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» υπήρξε ένας τρόπος επιθετικού ποδοσφαίρου στηριγμένου στη δημιουργία χώρων. Οι παίχτες αλλάζουν συνεχώς θέσεις μέσα στο γήπεδο δημιουργώντας κενούς χώρους τους οποίους θα εκμεταλλευτούν επιθετικά. Βασισμένοι στην ταχύτητα και τη δημιουργικότητα, οι παίχτες του Άγιαξ θα δημιουργήσουν, στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στις αρχές της δεκαετίας του 70 , μια συμφωνία παλλόμενης ομορφιάς.
Όταν ο Γιόχαν Κρόιφ θα μετακομίσει στη Μπαρτσελόνα το 1973 (ο Ρίνους Μίχελς είχε μεταφερθεί στην ομάδα ήδη από το 1971), θα μεταφέρει και τον ιδιαίτερο τρόπο παιχνιδιού του. Άλλωστε ο Κρόιφ μέχρι και σήμερα είναι για την Μπαρτελόνα κάτι πολύ σημαντικότερο από απλά ένας παίχτης. Αρχηγός και έμβλημα της ομάδας, ο Κρόιφ μετέτρεψε την Μπαρτσελόνα σε πρωταθλήτρια μετά από πολλά χρόνια δίνοντας της πίσω τη χαμένη της περηφάνια. Απαντώντας γιατί δεν δέχτηκε την οικονομικά πιο ευνοϊκή μεταγραφή στην αντίπαλο Ρεάλ, απάντησε: «Δεν θα μπορούσα ποτέ να παίξω σε μια ομάδα η οποία είχε άμεση σχέση με τον δικτάτορα Φράνκο». Το 1988, ο Κρόιφ γίνεται προπονητής της Μπαρτσελόνα και μεταμορφώνει για άλλη μια φορά το παιχνίδι της. Το tiki-taka, το στιλ που παίζει μέχρι και σήμερα η Μπαρτσελόνα, είναι μια παραλλαγή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου. Οι χώροι δημιουργούνται όχι μόνο από την αλλαγή των θέσεων των παιχτών, αλλά από τις πάσες και τη συνεχή κυκλοφορία της μπάλας, σε ένα αποτέλεσμα που μέχρι και σήμερα δημιουργεί ομορφιά μέσα από την ομαδικότητα.
Η διαδρομή από το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο στην Μπαρτσελόνα του σήμερα, μας μαθαίνει το πώς η ιδεολογία μπορεί να μεταφραστεί σε πρακτική εφαρμογή ακόμα και στην πιο απλή χειρονομία, μεταμορφώνοντας το σύνθετο σε απλό, διεκδικώντας αποτελεσματικότητα ταυτόχρονα με την ομορφιά. Κοιτώντας την Μπαρτσελόνα του Μέσι, βλέπουμε τις σκιές της Ουγγαρίας του Πούσκας ή του Άγιαξ του Κρόιφ να τρεμοπαίζουν στο βάθος. Και είμαστε πολλοί αυτοί που κοιτούμε την Μπαρτσελόνα. Με ενθουσιασμό παιδικό. Ή όπως θα έλεγε ο Μανώλης Αναγνωστάκης: «Ψάχνοντας όχι μόνο τη νίκη, όχι μόνο τους πανηγυρισμούς, όχι μόνο τη δύναμη, την τεχνική ή τον εντυπωσιασμό, αλλά πάντα το κάτι άλλο, την πνοή που μεταβάλλει ένα «ομαδικό παιχνίδι» σε έργο τέχνης, ανεπανάληπτο όπως όλα τα γνήσια έργα τέχνης».

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Ο θόρυβος της κατάρρευσης του παλιού κόσμου



ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία, εκδόσεις Αιγαίον/ Κουκκίδα, σελ. 28



Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.



Η συλλογή αποτελεί μια ποιητική καταγραφή των γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και την εξέγερση του Δεκέμβρη. Ο ποιητής προσπαθεί να περιγράψει τη θέαση των πραγμάτων και το βίωμα των γεγονότων, με όρους που επιβάλει η ειλικρίνεια του προσωπικού βλέμματος. Το προσωπικό αυτό στοιχείο τοποθετείται ως άξονας της διαχείρισης του θέματος και εκφράζεται μέσα από τις γλωσσικές επιλογές, τις αναφορές και τις παραθέσεις του ποιητή.

Όπως δηλώνει και ο τίτλος (αλλά και στίχοι πριν το τέταρτο ποίημα), ο Παπαντωνόπουλος δημιουργεί μια συνομιλία ή καλύτερα μια διακειμενική παράλληλο, με την εμβληματική ποιητική σύνθεση Οι Δώδεκα του Αλεξάντερ Μπλοκ (στα ελληνικά μεταφρασμένη από τον Γιάννη Ρίτσο). Στο ποιητικό έργο του Ρώσου ποιητή περιγράφεται η περιπλάνηση 12 Μπολσεβίκων στρατιωτών μέσα στους χιονισμένους δρόμους της επαναστατημένης Αγίας Πετρούπολης. Η επαναστατική ένταση και οι αποφάσεις των προσώπων, οι συγκρούσεις τους και κυρίως το βάρος της ιστορικής αλλαγής, έρχονται να συναντηθούν με σπαράγματα και φράσεις της καθημερινής ομιλίας, ρώσικους λαϊκούς ρυθμούς και στοιχεία ενός προσωπικού συμβολισμού, σε ένα αποτέλεσμα εξώστρεφο αλλά ταυτόχρονα προσωπικό και κρυπτικό. Με την αναφορά του στο έργο του Μπλοκ, ο Παπαντωνόπουλος καταφέρνει να παρουσιάσει με ποιητικό τρόπο δύο ιστορικά γεγονότα. Όχι να τα ταυτίσει, να τα συγκρίνει ή να τα παραλληλίσει, αλλά να τοποθετήσει τα γεγονότα της πρόσφατης Ελλάδας στο δραματουργικό προσκήνιο, αφήνοντας την Οκτωβριανή επανάσταση να αχνοφέγγει σε ένα ποιητικό φόντο του παρελθόντος.

Η ποιητική σύνθεση συνεχίζει τη γλωσσική δοκιμή του Παπαντωνόπουλου, όπως καταγράφεται στις δύο προηγούμενες συλλογές του. Η ξεκάθαρη θεματική τής συλλογής Δ και η εντατική γλωσσική επεξεργασία της συλλογής Συμεών Βάλας, έρχονται να συναντηθούν στο ίσως πιο ολοκληρωμένο εγχείρημα του ποιητή. Ο λόγος παρατίθεται αποσπασματικά, το συντακτικό παραβλέπεται και αντιστρέφεται. Η γλώσσα υπακούει μόνο στους εσωτερικούς κανόνες της σύνθεσης. Η αναφορά μιας καθημερινής φράσης, ενός συνθήματος («Σκυλιά φυλάτε τ’ αφεντικά σας»), ή μιας απομαγευμένης καθημερινής τοποθεσίας (Τσαμαδού, Στέκι μεταναστών), δημιουργεί ένα έντονο εφέ αντίθεσης. Το απόλυτα παρόν των παραπάνω εκφράσεων, αναζητά το χώρο του μέσα στον παρελθόντα χρόνο της γλώσσας και της αναφοράς της. Το προσωπικό της γλωσσικής κατασκευής του ποιητή έρχεται να συναντήσει το προσωπικό του βιώματος. Όπως και στις προηγούμενες συλλογές του Παπαντωνόπουλου, η γλώσσα μέσα από την αφαίρεση πυκνώνει.

Ο εμφανής συμβολισμός του Μπλοκ -με τον αριθμό των δώδεκα συντρόφων να παραπέμπει απευθείας στους δώδεκα αποστόλους και τη φιγούρα του Χριστού να εμφανίζεται μέσα στην χιονοθύελλα στο τέλος της σύνθεσης- στα ποιήματα του Παπαντωνόπουλου μετουσιώνεται σε γλωσσική έκφραση. Το λεξιλόγιο και οι φράσεις από τη γλώσσα της ορθόδοξης υμνογραφίας, των πατερικών και μυστικών κειμένων και των διαφόρων κειμένων λαϊκής θρησκευτικότητας, αποτελούν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίζεται η γλωσσική δοκιμή της συλλογής. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Παπαντωνόπουλος μοιάζει να χειρίζεται το ιδιαίτερο αυτής της γλώσσας με τρόπο όμοιο με αυτόν που ο Μπλοκ χειρίζεται τα λαϊκά τραγούδια και τους ρυθμούς τους μέσα στα δικά του ποιήματα. Με τρόπο δηλαδή διακριτικά ειρωνικό. Πίσω από τη διακριτική ειρωνεία των λέξεων και μέσα από την πίεση και το βάρος των γεγονότων που περιγράφονται, η σύνθεση φτάνει στα όρια μιας βλάσφημης ποιητικότητας.

Παρ' όλες τις γλωσσικές αντιστροφές, η σύνθεση αφήνει τελικά μια αίσθηση αποκάλυψης. Η «ημιτελής συμφωνία» του υποτίτλου περιγράφει τη ρωγμή στο κοινωνικό συμβόλαιο της Ελλάδας του σήμερα, μια ρωγμή που στις μέρες μας παίρνει τις διαστάσεις του χάσματος. Ο ίδιος ο Μπλοκ έγραφε στο ημερολόγιό του, πως ενώ συνέθετε του Δώδεκα άκουγε συνεχώς «το θόρυβο της κατάρρευσης του παλαιού κόσμου». Πίσω από τις λέξεις της ποιητικής σύνθεσης του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, μπορούμε να διακρίνουμε τους ψιθύρους ενός νέου θορύβου.

(Στην εφημερίδα Αυγή)

Ενώ ο χρόνος γερνάει γρήγορα…




Ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι έχασε τη μακροχρόνια μάχη με το καρκίνο, στις 25 Μαρτίου σε ένα νοσοκομείο στην Λισσαβόνα. Ο Ταμπούκι υπήρξε μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές μορφές του ιταλικού μυθιστορήματος αλλά και της ευρωπαϊκής τέχνης των τελευταίων δεκαετιών, συνέγραψε περισσότερα από 20 βιβλία, μεταφράστηκε σε 40 γλώσσες, κερδίζοντας μια σειρά από λογοτεχνικά βραβεία. Πέρα από τα μυθιστορήματα του, στο έργο του συγκαταλέγονται μια σειρά σύντομων ιστοριών, δοκιμίων ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξε πλούσια αρθρογραφία, προσφέροντας χρονογραφήματα στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera και στην ισπανική El Pais. Ήταν καθηγητής πορτογαλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Σιένας στην Ιταλία και μετέφρασε και επιμελήθηκε το έργου του Πορτογάλου συγγραφέα Φερνάντο Πεσσόα.
Η σχέση του Ταμπούκι με τον πορτογάλο ποιητή έγινε μια επαφή ζωής, από την στιγμή που διάβασε το «Κατάστημα ψιλικών» τυχαία σε μια γαλλική μετάφραση στο Παρίσι. Ο Πεσσόα μετατράπηκε σε δάσκαλος, οδηγός του στην άγνωστη χώρα της Πορτογαλικής λογοτεχνίας, πρότυπο συγγραφικού τρόπου και τελικά έγινε ο ίδιος λογοτεχνικός ήρωας μιας σειράς έργων του όπως στο «Ρέκβιεμ», ή στο «οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα». Η Πορτογαλία έμεινε μέχρι τέλους η δεύτερη χώρα του Αντόνιο Ταμπούκι και τα Πορτογαλικά, η δεύτερη φωνή του.

Ένας ήπιος μοντερνισμός

Στα βιβλία του, ο Ταμπούκι γίνεται διαχειριστής ενός ήπιου μοντερνισμού. Συνδυάζοντας στοιχεία από το παραδοσιακό μυθιστόρημα, την αστυνομική λογοτεχνία, το φανταστικό αλλά και την ταξιδιωτική λογοτεχνία, ο συγγραφέας καταφέρνει ένα προσιτό και ταυτόχρονα ελλειπτικό στην ποιητικότητα του αποτέλεσμα. Για παράδειγμα στο πιο γνωστό του έργο, το μυθιστόρημα «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα» , η μόνιμη επανάληψη της επωδού (ισχυρίζεται ο Περέιρα) στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αρκεί ώστε να μετατρέψει μια καταγραφή που θυμίζει αστυνομικό ντοκουμέντο σε μια ιστορία μνήμης και εσωτερικού βρασμού των γεγονότων. Μια -σε πρώτο επίπεδο- πολιτική ιστορία συνειδητοποίησης με φόντο τη χούντα του Σαλαζάρ, καταλήγει να συναντά το υποκειμενικό της ανάμνησης και του προσωπικού βιώματος και τελικά να μετατρέπεται σε μια ιστορία συνδιαλλαγής με το παρελθόν.
Ακόμα και στα πιο αφηρημένα έργα του, όπως στα «Όνειρα ονείρων» (μια φανταστική καταγραφή ονείρων ποιητών, συγγραφέων και λοιπών λογοτεχνών), ο συγγραφέας δεν χάνει το συγκεκριμένο του περιγράμματος, καταφέρνοντας να μεταδώσει με σαφήνεια ακόμα και τις πιο θολές μορφές ή αισθήσεις. Το γεγονός αυτό, προβάλει ίσως ως η βασικότερη αρετή των βιβλίων του Ταμπούκι, αφού το αποτέλεσμα μένει μονίμως ελκυστικό στην εκφραστική του καθαρότητα παρά την μόνιμη διαδοχή πραγματικού και φανταστικού, παρελθόντος και παρόντος, ζωντανών και νεκρών.
Στο χαρακτηριστικό αυτό, στο πλάσιμο του ονειρικού με τον πηλό της πραγματικότητας, συμβάλλει και το μόνιμο κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο των ιστοριών του Ταμπούκι. Η πορτογαλική δικτατορία στο «Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα», ο ελληνικός εμφύλιος στο «Ο Τριστάνο πεθαίνει», η τυφλότητα της δικαιοσύνης και η συνδιαλλαγή εξουσίας και τύπου στο « Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου», δεν αποτελούν απλά ιστορικά ή κοινωνικά πλαίσια μέσα στα οποία εκτυλίσσονται οι ιστορίες, αλλά στοιχεία συγκρότησης μιας τελείως συγκεκριμένης πραγματικότητας. Καταγόμενος από φτωχή αριστερή οικογένεια με αντιφασιστικό παρελθόν στα κόκκινα χώματα της Τοσκάνης, ο συγγραφέας δεν θα αποφύγει τον πολιτικό σχολιασμό και την παρέμβαση. Μιλώντας σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde, ο Ταμπούκι σχολιάζει την άνοδο του ρατσισμού στην Ευρώπη, με αφορμή τις ρατσιστικές απελάσεις των Ρομά από τον Νικολά Σαρκοζί και το μεταναστευτικό ιταλικό νόμο των Μπόσι-Φίνι: «Η δημιουργία ενός αποδιοπομπαίου τράγου είναι ένα παλιό ευρωπαϊκό αντανακλαστικό. Δεν χρειάζεται κανείς να έχει βαθιά καλλιέργεια για να γνωρίζει ότι η καταφυγή στους αποδιοπομπαίους τράγους και ο ρατσισμός συμμαχούσαν ανέκαθεν στην Ευρώπη όταν έρχονταν δύσκολες στιγμές: στην αρχή στιγματίζονται οι πιο φτωχοί, και έπειτα οι Εβραίοι, οι Άραβες, οι ομοφυλόφιλοι, οι ανάπηροι, οι άποροι, οι διανοούμενοι, οι πολιτικώς διαφωνούντες».
Σε μια συζήτησή του με τον μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη, ο Αντόνιο Ταμπούκι σχολίαζε τους λόγους που τον οδήγησαν να γίνει συγγραφέας: «Γράφεις γιατί έχεις την αίσθηση πως η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Γράφεις επειδή η ζωή δεν φτάνει». Αυτή η αίσθηση της πρόσθεσης έπαυσε στις 25 Μαρτίου. Όταν οι λέξεις παύουν, όλα γίνονται αφαίρεση.

( Στην εφημερίδα Εποχή)