Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Το πανεπιστημιακό άσυλο και η αρχαία ελληνική τραγωδία



Mαζί με τα μέτρα, η κρίση και οι διαχειριστές της έφεραν μια σειρά από αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις, στον τρόπο με τον οποίο αυτές εξετάζονται και κυρίως στοn τρόπο με τον οποίο βαφτίζονται αναγκαίες άρα και λογικά αποδεκτές. Η κατάσταση της έκτακτης ανάγκης, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό την ταχύτητα, την απόλυτη επικράτηση του επείγοντος. Μέσα στον πανικό, η κριτική ικανότητα και ο στοχασμός μοιάζουν πολυτέλειες, παραμερίζονται από μια γλώσσα κυρίαρχη, η οποία αναζητά γρήγορες και αυστηρά πρακτικές λύσεις, αποσιωπά τις αποχρώσεις, το βάθος, ό,τι δεν πλέει στην επιφάνεια. Και μέσα σε αυτήν την ταχύτητα η ίδια η κοινωνία αναζητά το πρόσωπό της όπως χάνεται και όπως ενδέχεται να σχηματιστεί.
Οι αλλαγές στην παιδεία, λειτουργούν ως ένα παράδειγμα εξόχως χαρακτηριστικό. Στο όνομα της πρακτικότητας και τις αποδοτικότητας, η κυβέρνηση επιθυμεί να δημιουργήσει ένα νέο πανεπιστήμιο, εξορθολογισμένο στo πλαίσιo της κυρίαρχης λογικής, της λογικής της αγοράς και του κέρδους. Όμως, η κάθε αλλαγή δεν αποτελεί απλά και μόνο μια τροποποίηση σε επί μέρους παραμέτρους.
Στην πραγματικότητα, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους όρους και τη σημασία του ίδιου του πανεπιστημίου ως θεσμού. Οι αλλαγές σε σχέση με την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πανεπιστημιακή αυτοτέλεια αποτελούν την αρχή μιας διαδικασίας αλλαγής της ίδιας της αντίληψης μας, για το τι μπορεί να σημαίνει φοίτηση, έρευνα και τελικά για το τι μπορεί να σημαίνει γνώση και ποια η σημασία της σε μια κοινωνία. Το πανεπιστήμιο δεν αποτελεί απλά και μόνο ένα επί μέρους κομμάτι της κοινωνίας. Αποτελεί ταυτόχρονα και έναν από τους πυρήνες που διαμορφώνει τόσο την ίδια, όσο και τους όρους με τους οποίους αυτή αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.
Θεσμοί, όπως αυτός του ασύλου, ξεπερνούν κατά πολύ την πρακτική ή νομική τους υπόσταση και συμμετέχουν στην καταγραφή των συνολικότερων ορίων και ελευθεριών. Η ιστορία του ίδιου του θεσμού του ασύλου ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ιστορία του δικαίου, τη διεκδίκηση ατομικών ή συλλογικών δικαιωμάτων. Αυτό, λοιπόν, που περιγράφεται σαν μια επί μέρους αλλαγή σε μια παράμετρο της λειτουργίας του πανεπιστημίου, στο πλαίσιο του εξορθολογισμού και της πρακτικότητας, αποτελεί στην πραγματικότητα μια βαθιά τομή στον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνίας. Γυρνώντας στο μακρινό παρελθόν και εξετάζοντας τις πτυχές του φαινομένου της ασυλίας, ίσως να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα τη σημασία του, το βάρος της κατάργησής του και τελικά την αλλαγή που αυτή φέρνει. Και ίσως να μην υπάρχει καλύτερη καταγραφή και παράδειγμα από την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Η αρχαία Ελλάδα,
το άσυλο και η τραγωδία

Κατά την αρχαιότητα, κάθε ιερό, ναός ή ακόμα και άγαλμα που απεικόνιζε κάποια θεότητα, θεωρείτο άσυλο. Κάθε καταδιωκόμενος, φυγάδας ή αδικημένος, είχε το δικαίωμα να καταφύγει στο άσυλο και να ζητήσει την προστασία του θεού, ανεξάρτητα από την καταγωγή, το φύλο ή την κοινωνική του θέση. Ο Ικέτης ήταν ασφαλής όσο παρέμενε στο χώρο του ασύλου. Tο να εισέλθει κάποιος και να τον συλλάβει ή να τον κακοποιήσει εθεωρείτο πράξη ιερόσυλη. Όπως τόσο συχνά στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αντιγόνη) συναντούμε τις ρίζες του εθιμικού δικαίου να φτάνουν σε τέτοιο βάθος αποδοχής και σεβασμού, ώστε να αποκτούν ένα πρόσωπο με χαρακτηριστικά ιερού.
Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, η καταφυγή στο άσυλο αποτελεί ένα μοτίβο που εμφανίζεται αρκετά συχνά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται ως κεντρικό σημείο για την εξέλιξη της πλοκής σε έργα όπως οι «Ικέτιδες» του Αισχύλου ή οι «Ικέτιδες» και οι «Ηρακλείδαι» του Ευρυπίδη. Ο θεσμός, συνδεδεμένος με τους αντίστοιχους θεσμούς της ικεσίας και της φιλοξενίας, περιγράφει ένα σύνολο αντιλήψεων σε σχέση με το πολιτικό δίκαιο, τη χορήγηση του πολιτικού ασύλου καθώς και την ταυτότητα του Έλληνα σε σχέση με τον ξένο. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου, ο Ορέστης ζητά άσυλο στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο ποιητής συνδέει στη συνέχεια την ασυλία με τη δημιουργία της δικαιοσύνης και του αθηναϊκού δικαστηρίου. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί το άσυλο όχι μόνο για να δικαιώσει τον πρωταγωνιστή του, αλλά και για να υμνήσει τον Θησέα, ο οποίος παραχωρεί την ασυλία. Στο πρόσωπο του Θησέα, ιδρυτή της Αθήνας, ο Σοφοκλής υμνεί την ίδια του την πόλη.
Εξετάζοντας, λοιπόν, κανείς τις επιμέρους περιπτώσεις καταλαβαίνει τη δομική σημασία του ασύλου για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αφού τόσο συχνά αποτελεί κομμάτι και διακύβευμα του μύθου και αφορμή για ερωτήματα γύρω από το δίκαιο, την ελευθερία και τελικά τη φύση, την ταυτότητα και τη μορφή της κοινωνίας.
Η παράδοση του ασύλου, διατηρήθηκε κατά τα μεσαιωνικά και χριστιανικά χρόνια σε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια της Ανατολής και της Δύσης κρατώντας τον ιερό χαρακτήρα της. Στην νεότερη εποχή, η έννοια του ασύλου αποχωρίζεται την όποια επίκληση στο υπερβατικό και κατοχυρώνεται από την κοινωνία. Η «ιερότητα»’ του θεσμού προκύπτει από τις ίδιες τις κατακτήσεις που τον δημιούργησαν και από τις ανάγκες που εξυπηρετεί. Η κατάργηση του θεσμού δεν αποτελεί λοιπόν απλά μια αλλαγή που αφορά το πανεπιστήμιο, τους καθηγητές ή τους φοιτητές. Αποτελεί μια αλλαγή που αφορά κυρίως τα όρια της δικαιοσύνης, των ελευθεριών και του συνόλου της κοινωνίας.

(στην εφημεριδα Εποχή)

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Ο τουρισμός, η καταστολή και το βλέμμα του Άλλου



«Οι τουρίστες
είναι άοπλοι κατακτητές»
Ζάρκο Πετάν, «Αφορισμοί»

Σε μια συγκυρία άδικη και σκληρή, η κυρίαρχη φωνή ανακατασκευάζει το μέχρι χθες αυτονόητο, αλλάζει το μέγεθός του ώστε να το ταιριάξει στριμωγμένο στη σμίκρυνση του. Όταν το παράλογο και το άδικο δεν επιβάλλονται με όρους καταστολής, συμμετέχουν σε μια επιχειρηματολογία με σμικρύνσεις και μεγεθύνσεις, προσθήκες και αποκλείσεις, όπου το δευτερεύον συχνά γίνεται κυρίαρχο, η πολυτέλεια συχνά ανάγκη και η ανάγκη παράλογο, αν όχι καταστρεπτικό αίτημα. Και καθώς οι λέξεις χάνουν ή αλλάζουν νόημα, κάθε τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λόγος καταστολής, παύσης και αποτροπής. Ένα από τα κυρίαρχα καλοκαιρινά επιχειρήματα καταστολής, υπήρξε η κατάσταση στον τουρισμό.

Ο τουρισμός επιχείρημα
για καταστολή

Οι σκηνές της πλατείας συντάγματος, τα κλειστά λιμάνια, η απεργία των ταξί, όλα ήρθαν να συγκρουστούν με την πρόβλεψη περί αιμορραγίας του τουρισμού. Κανάλια και λοιπά ΜΜΕ, έκαναν έκκληση ακόμα και στον πατριωτισμό των κάθε φύσεως διαφωνούντων, χωρίς διακρίσεις, χωρίς να εξετάζονται τα αιτήματα, οι ανάγκες και τελικά τα ίδια τα δικαιώματα τους. Οι κινητοποιήσεις και οι διεκδικήσεις των τελευταίων μηνών περιγράφηκαν όχι μόνο ως καταστρεπτικές για τον τουρισμό, αλλά επιπλέον, ως άμεσα υπεύθυνες για την αμαύρωση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Η κατάσταση πήρε τη μορφή του επείγοντος περιστατικού, της συνθήκης πανικού και της αναγκαιότητας εύρεσης μιας άμεσης λύσης. Έτσι, μέσα στην επιβεβλημένη βιασύνη, οι εκλύσεις, οι προτροπές και οι απειλές δεν χρειάστηκαν να επιχειρηματολογήσουν, να χρησιμοποιήσουν τη λογική ή έστω τους αριθμούς, αλλά απλά να σωρευτούν δημιουργώντας ένα μέγεθος φόβου, κατάρρευσης και τρομοκρατίας.
Η φύση του ίδιου του επιχειρήματος αποκαλύπτει το πρόσωπό της όταν εξετάσει κανείς τους πραγματικούς αριθμούς. Ήδη από τον Μάιο το πρακτορείο Bloomberg προέβλεπε μεγάλη άνοδο του τουρισμού, λόγο της κατάστασης στη Βόρεια Αφρική (παραπλήσιου τουριστικού προορισμού), αλλά και λόγω της κρίσης και της πτώσης των τιμών. Και ενώ το καλοκαίρι μας επισκέφτηκε αρματωμένο με κινητοποιήσεις ακόμα και τον Αύγουστο, η πρόβλεψη του πρακτορείου αποδείχτηκε παραπάνω από αληθής. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, φέτος, ο αριθμός των ξένων τουριστών παρουσίασε διψήφιο ποσοστό αύξησης, φθάνοντας στα 16,5 εκατ. ευρώ (χωρίς να υπολογίζονται οι αφίξεις από την κρουαζιέρα) και θα ξεπεράσει τον αριθμό-ρεκόρ αφίξεων ξένων τουριστών που πραγματοποιήθηκε το 2007. Η βουή και η μανία του κυρίαρχου λόγου, δεν περιγράφουν λοιπόν την κατάσταση στην οικονομία του τουρισμού, αλλά τους όρους με τους οποίους μια κατάσταση μπορεί να γίνει παράλογο, αν και κυρίαρχο, επιχείρημα προς χρήση.

Το βλέμμα του άλλου

Η όλη συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ με όρος αποκλειστικά οικονομικούς. Η αγωνία για την «εικόνα μας στο εξωτερικό», έρχεται να προσθέσει τον τουρισμό σε μια στιγμή αγωνίας που απλώνεται καθόλη τη διάρκεια της κρίσης: Τι λένε για εμάς οι ξένοι, οι εκτός Ελλάδος, πως περιγράφουν τα πρωτοσέλιδα την Ελλάδα, την κατάσταση, εμάς, το μέλλον μας; Το παράρτημα των δελτίων ειδήσεων «τι είπαν τα ξένα μέσα για την Ελλάδα» παύει να αποτελεί μια κακόγουστη ευκαιρία για να ανυψωθούν ακόμα περισσότερο οι κατακτήσεις, οι άθλοι και τα κατορθώματα (στη συντριπτική βεβαίως πλειοψηφία τους όλα αθλητικά) των σύγχρονων Ελλήνων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Τώρα τα κυρίαρχα ξένα μέσα (και η υιοθέτηση της κρίσης τους από τα κυρίαρχα εγχώρια μέσα), μας μιλούν για ένα σύνολο ομογενοποιημένο στα λάθη, τα συμφέροντα και τις απώλειές του. Μια ταυτότητα συμπαγή στην αποτυχία, τις αποκρύψεις και την πτώση της. Μαζί με την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας στο πολιτικό επίπεδο, περνούμε ταυτόχρονα σε ένα στάδιο πολλαπλού ετεροπροσδιορισμού. Με την όρασή μας μονίμως στραμμένη προς τα έξω, ζητούμε αγωνιωδώς το πρόσωπό μας στο βλέμμα του άλλου. Σε μια αντανάκλαση, σε ένα καθρέφτισμα, το οποίο δεχόμαστε άκριτα ακόμα και όταν δεν το ομολογούμε. Μέσω της επιβεβλημένης συλλογικής ενοχής, παύουμε να είμαστε το υποκείμενο που κοιτά τους άλλους και μετατρεπόμαστε στο αντικείμενο που κοιτιέται απ’ αυτούς. Μέσα στον κυκεώνα της απώλειας, της ενοχής και του φόβου καταλήγουμε να προσδιορίζουμε την κατάστασή μας άκριτα, βιαστικά και θολά. Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία δεν περιγράφουν πια το πώς βλέπουν οι ξένοι τη χώρα, περιγράφουν το δικό μας παράλογο φόβο της επαλήθευσης, όταν κοιτάζουμε τον εαυτό μας.
Μέσα στην απότομη αυτή συνθήκη, ο τουρίστας ενσαρκώνει την κατάργηση της απόστασης μας με τον έξω κόσμο. Γίνεται ο πρεσβευτής του Έξω, του Πέρα από εμάς , του Άλλου. Μαζί του μας επισκέπτονται και τα πρωτοσέλιδα, τα στερεότυπα, οι φόβοι και οι εύκολες περηφάνιες μας. Ο τουρίστας μετατρέπεται αυτόματα (και συνήθως χωρίς να το γνωρίζει) σε έναν άτυπο ελεγκτή ορθότητας, που θα ορίσει τη θέση μας στο λεωφορείο του ανεπτυγμένου κόσμου. Στον καθημερινό κριτή της κρίσης μας.
Η κρίση και ακόμα περισσότερο η εκμετάλλευσή της αποτελεί μια συνθήκη κοινωνικά άδικη και καταστρεπτική με πολλαπλούς τρόπους. Αποτελεί όμως ταυτόχρονα και μια συνθήκη που ορίζει με απόλυτο τρόπο επιταγές ενδοσκόπησης, επαναπροσδιορισμού, ανασύστασης. Μια συνθήκη που μέσα στη ρευστότητά της, κάνει ικανή τη διεκδίκηση μιας νέας ταυτότητας, ανοιχτής στην αναζήτηση, προσδιορισμένης από τις ανάγκες και τις επιθυμίες της. Μιας ταυτότητας ικανής να αυτοπροσδιοριστεί.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ιστορία ερχόμαστε κοίτα τον ουρανό: Η ποίηση της νεότερης γενιάς και η νέα πολιτική συνείδηση



θα ήθελα να σας καλωσορίσω στην σημερινή εκδήλωση με τίτλο: Ιστορία ερχόμαστε! κοίτα τον ουρανό και με θέμα την νεότερη γενιά ποιητών και την σύνδεση της με μια νέα πολιτική συνείδηση όπως αυτή διαμορφώνετε στην ελληνική κοινωνία. θα ήθελα καταρχήν να ευχαριστήσω το φεστιβάλ και τον Θεόδωρο Τερζόπουλο για την πρόσκλησή μας στο φεστιβάλ καθώς και τον δήμο των Σικυωνίων για την φιλοξενία του.

Ξεκινώντας θα ήθελα να μιλήσω για έναν προσδιορισμό, τον προσδιορισμό της γενιάς, αφού ο συνδυασμός του με την έννοια της ποίησης είναι αυτός που μας τοποθετεί σε αυτό το τραπέζι και ουσιαστικά δημιουργεί αυτή την εκδήλωση. Είναι αρκετή μια χρονολογική ή ηλικιακή σύμπτωση ώστε να ομαδοποιηθεί ένα σύνολο ανεξάρτητων μονάδων και να χαρακτηριστεί γενιά; Συγκρίνοντας την σύγχρονη γενιά με παλαιότερες, μπορούμε να πούμε πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο με συμπαγή χαρακτηριστικά; Εξετάζοντας κανείς την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καταλήγει πως η ομαδοποίηση με όρους γενιάς αποτελεί στις περισσότερες περιπτώσεις μια πράξη φιλολογικής ευκολίας, όμοια με την σχεδόν αυθαίρετη ομαδοποίηση καλλιτεχνών κάτω από την ομπρέλα των διαφόρων –ισμών. Για πολλούς μελετητές της ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας, η μόνη πραγματική γενιά με συμπαγή και σαφή χαρακτηριστικά ήταν αυτή της γενιάς του ’30. Η γενιά του ’30 (και εδώ να ξεκαθαρίσω πως δεν εννοώ το σύνολο των ποιητών ή καλλιτεχνών που συμπίπτουν με αυτή τη χρονολογία αλλά μάλλον μια συγκεκριμένη άτυπη και εν μέρει γνωστή ομάδα) αποτέλεσε την μόνη γενιά με συγκεκριμένο πρόγραμμα, συγκεκριμένους εκπροσώπους ποιητές, συγκεκριμένους μαικήνες χρηματοδότες και κριτικούς μηχανισμούς άλλοτε προώθησης και άλλοτε αποσιώπησης. Μετά την καταστροφή του 1922 και την κατάρρευση του ιδεολογήματος της μεγάλης ιδέας και της μεγάλης Ελλάδας, η γενιά αυτή ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε η κατάρρευση αυτή και να δημιουργήσει νέους μύθους, μια νέα σχέση με το παρελθόν, την ιστορία, την ταυτότητα, μια νέα σχέση με την ίδια την ιδέα της ελληνικότητας. Αν λοιπόν αυτές όλες οι κινήσεις και τα χαρακτηριστικά, είναι αυτά που συγκροτούν μια πραγματική γενιά, μπορούμε να μιλήσουμε για μια αντιστοιχία με τα χαρακτηριστικά των νεότερων ποιητών; Μάλλον όχι. Εκτός από μία μάλλον σημαντική εξαίρεση. Την αντιστοιχία ως προς την κατάρρευση μίας παλαιότερης ιδεολογικής, ιστορικής και πολιτικής συνθήκης (με όρους φυσικά διαφορετικούς) και τη δημιουργία ενός πολλαπλού κενού και στην συνέχεια την είσοδό μας σε μια νέα σκοτεινή εποχή.

Η Κρίση

Ζούμε σε έναν κόσμο από καταρρέοντα νεόκτιστα, σε μια διαδρομή φρέσκων ερειπίων. Τα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, βιώσαμε την διάλυση όλων όσων έμειναν όρθια από τη βουή και το χειροκρότημα. Μια διάλυση τις οποίας οι ρίζες εντοπίζονται σε αρκετά παλαιότερα χρόνια, ίσως ακόμα και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αυτή η διάλυση εκφράστηκε πολλαπλά, με τρόπους που προϋπήρχαν και όρους που αυτά τα χρόνια μεγεθύνθηκαν : με τη διαφθορά και την ατιμωρησία, τα αλληλοεπικαλυπτόμενα σκάνδαλα, την κρίση του πολιτικού λόγου σε συνδυασμό με την δημιουργία ενός υπερτροφικού τηλεοπτικού λόγου εξουσίας, με την πολιτική ανικανότητα και σκοπιμότητα και με την κορύφωση της καταστολής.
Η νέα μεγάλη ιδέα, (αυτή τη φορά εκφρασμένη όχι με όρους μεγέθους δηλ μια μεγάλη Ελλάδα, αλλά με όρους ισχύος δηλ την περίφημη ισχυρή Ελλάδα των εκσυγχρονιστών του Πασοκ), η νέα αυτή μεγάλη ιδέα, του πλαστικού χρήματος και των δανείων, της Ευρωπαϊκής ένταξης και του παραδείσου του Ευρώ, των Ολυμπιακών αγώνων και των εθνικών αθλητικών κατορθωμάτων, άφησε την τελευταία της πνοή με τον ερχομό της κρίσης και κυρίως με τον ερχομό του μνημονίου. Η θνησιγενής ευημερία κληροδοτεί στο σήμερα ένα κενό πολλαπλό. ένα κενό ηθικό, ένα κενό πολιτικής εμπιστοσύνης που καταλήγει σε μια πλήρη απαξίωση των πολικών και ίσως για πολλούς της ίδιας της πολιτικής (τουλάχιστον με τους όρους με τους οποίους υπήρχε μέχρι σήμερα) και κυρίως ένα κενό ως προς το μέλλον και την προοπτική. και ενώ μια τοποθέτηση για την κρίση, τις αιτίες και τις πραγματικές αιτίες που την δημιούργησαν, καθώς και τις σκοπιμότητες και τα συμφέροντα που την εκμεταλλεύονται, θα είχε και ενδιαφέρον και μεγάλη σημασία, έχω την αίσθηση πως θα έστρεφαν την συζήτηση προς ένα σημείο διαφορετικό από την στόχευση της σημερινής εκδήλωσης. Αυτό που παραμένει κεντρικό ακριβώς λόγο των προαναφερθέντων εκφάνσεων, είναι οι όροι με τους οποίους βιώνουμε την πραγματικότητα και ζούμε το καθημερινό. Το πώς διαμορφώνεται η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η ζωή και η συνείδηση, ανάμεσα στα διάφορα συγκεκριμένα γεγονότα των τελευταίων ετών.


Η νεότερη γενιά

Αν κάποιος χτυπιέται περισσότερο από την κρίση αυτή είναι η νεότερη γενιά. Όχι μόνο γιατί οι αποφάσεις επηρεάζουν το άγουρο παρόν της, αλλά γιατί πολλαπλασιάζουν την σημασία τους και το βάρος τους σε ένα αβέβαιο μέλλον. Έτσι σε μεγάλο βαθμό, η γενιά αυτή βιώνει το παρόν ως τέλμα, το μέλλον ως έναν βέβαιο και ταυτόχρονα άγνωστο κίνδυνο που πλησιάζει και την ιστορία ως προδοσία (όταν μιλάω για ιστορία αναφέρομαι στην πρόσφατη, μη ιστοριογραφημένη ιστορία, τις τελευταίες δεκαετίες που οδήγησαν σε αυτή την συνθήκη).
Η ανεργία κάθε μέρα μεγεθύνεται κάνοντας την κυρίαρχη επισφαλή εργασία, να μοιάζει με πικρό δώρο όταν και εφόσον προκύψει. Ανοιχτές συμβάσεις, απροσδιόριστα οράρια, εργοδοτική αυθαιρεσία και καθυστερημένες πληρωμές, αποτελούν την κουρελιασμένη συνοδεία των δώρων αυτών. Δίπλα στην παλαιά έννοια του προλεταριάτου έρχεται να προστεθεί το όλο και διευρυνόμενο πλήθος του πρεκαριάτου, του σύγχρονου εργασιακά αβέβαιου και ανασφάλιστου εργαζομένου (από την αγγλική λέξη Precarity).
Ο σύγχρονος νέος άνεργος δεν έχει ομοιότητες με τις γενιές των ανέργων του περασμένου αιώνα. Πολλές φορές μορφωμένος, αρκετά συχνά πλήρως καταρτισμένος με δύο και τρία πτυχία, εξοικειωμένος με τις τεχνολογίες, τις νέες τάσεις, το διαδίκτυο, τις γλώσσες, τα ταξίδια και ταυτόχρονα αποκλεισμένος, φιμωμένος και απελπισμένος. Ο σχετικά νέος όρος που ήρθε να περιγράψει αυτά τα αναδυόμενα πλήθη, ο όρος κογκνιτάριος (από το λατινικό και καρτεσιανό κόγκιτο) περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την περίπτωση: την περίπτωση του νέου που έχει τη γνώση, αλλά όχι τον πλούτο ή την δύναμη.
Έτσι η νεότερη γενιά μεταναστεύει με κάθε τρόπο. Είτε για σπουδές είτε για την εύρεση εργασίας πάνω στο αντικείμενο που σπούδασε. είναι χαρακτηριστικό πως από τους 6 καλεσμένους ποιητές μόνο οι τέσσερεις κατάφεραν να είναι εδώ στην σημερινή εκδήλωση. Οι 2 απόντες βρίσκονται υποχρεωτικά στο εξωτερικό. ο ένας για σπουδές ο άλλος λόγω εργασίας. η απουσία τους περιγράφει με τον πιο ηχηρό τρόπο, την παρουσία του φαινομένου της μετανάστευσης, στην σημερινή εκδήλωση. Η φυγή του συγκεκριμένου κομματιού της κοινωνίας δεν λιγοστεύει απλά το παρόν αλλά πολύ περισσότερο ακυρώνει το μέλλον μια και όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το συνθέσουν, έχουν απομακρυνθεί.
Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε μια πραγματικότητα απότομη, απροετοίμαστοι και πλανημένοι από τις προηγούμενες γενιές, τις υποσχέσεις και τις καταχρήσεις τους. Από την ευκολία με την οποία η αρπαγή του τώρα, γίνεται καταδίκη του αύριο. Η νεότερη γενιά, βιώνει τον αποκλεισμό της με όρους μιας κληροδοτημένης και αναπόφευκτης μοίρας, σαν μια κακόγουστη διασκευή αρχαίας τραγωδίας όπου η ύβρις του προπάτορα κουβαλιέται ως Νέμεση για τις γενιές που θα έρθουν.
και αλήθεια μέσα σε ένα τέτοιο λεξιλόγιο αποκλεισμού ποιές λέξεις περισσεύσουνε για την ποίηση;

Η ποίηση


Η ποίηση σήμερα φαίνεται απλά να αναπνέει στον ελάχιστο χώρο που της παραχωρείται. Χορτασμένη από παρελθόν, χορτασμένη από μεγέθη, ονόματα, βραβεία, ξεχασμένες ή χιλιοειπωμένες μελοποιήσεις, απλά πολλαπλασιάζει τον εαυτό της με έναν τρόπο ελάχιστο, ειπωμένη άλλοτε σε χείλη φιλολόγων και άλλοτε στα στόματα των μικρών και εσωστρεφών λογοτεχνικών κύκλων και σαλονιών. ο ποιητής σήμερα δεν σιωπά, αλλά συμβιώνει σε έναν θόρυβο φωνών.
Η θέση της ποίησης στον καθημερινό, δημόσιο λόγο, επιβεβαιώνει τη νέα μορφή απουσίας. Σε έναν καιρό αυστηρά πρακτικό, οι στίχοι της επιβιώνουν διαστρεβλωμένοι: ως συνοδευτικό της διαδρομής στα βαγόνια του μετρό, ως κορόνες σε πολιτικούς λόγους νομιμοποιώντας τη φθαρμένη γλώσσα και την έλλειψη οράματος, ως συγκίνηση σε επικήδειους, βαφτίζοντας με ονόματα ποιητών τους λερούς ασήμαντους δρόμους (όπως γράφει ο Καρυωτάκης) βαφτίζοντας ολόκληρα έτη ανάλογα με επετείους γεννήσεων και θανάτων (έτος Καβάφη, Ρίτσου, Ελύτη κτλ), εικονογραφημένοι σε πρόχειρα μπλογκ, σε θεματικά ημερολόγια και τουριστικούς οδηγούς, μπαλώματα μιας σιωπής που κραυγάζει.
Το αλφάβητο άλλωστε της κρίσης, η κυρίαρχη γλώσσα, αποτελεί μια γλώσσα εξόχως αντιποιητική, ψυχρή στην γεωμετρία της και βάρβαρη στον τεχνοκρατισμό της. Διαγράμματα, αριθμοί και δείκτες, στολίζουν μια φρασεολογία απόλυτα στεγνή στην ορολογία της. ο οικονομολόγος γίνεται ο νέος ήρωας της εποχής. Οικείος μέσα στην σημασία και την αναγκαιότητα του ρόλου του, ψυχρός λόγω της εξουσίας της γνώσης του. Το βάρος του λόγου του ειδικού αντικαθιστά την ξεπερασμένη συνήθεια του επιχειρήματος και τη συνθήκης της αντιπαράθεσης. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω την προμετωπίδα από ένα βιβλίο: ‘’ο διάλογος για την κρίση, διεξάγεται σε μια γλώσσα που όπως παλιότερα η καθαρεύουσα, βασική λειτουργία της είναι να αποκλείει τη συντριπτική πλειονότητα, αποδυναμώνοντας την’’. Τα παραπάνω λόγια δεν είναι λόγια ενός φιλοσόφου ή ενός πολιτικού, πολύ περισσότερο δεν είναι λόγια ενός ποιητή, είναι λόγια ενός οικονομολόγου, του Γιάννη Βαρουφάκη από το βιβλίο του Κρίσης Λεξιλόγιο. Ίσως για πρώτη φορά στις μέρες μας η γνώση και η γλώσσα να είναι τόσο στενά συνυφασμένες με την ισχύ και την εξουσία. Η σύγκρουσή μας με αυτές δεν μπορεί λοιπόν παρά να αποτελεί και θέμα γλώσσας, στοίχημα για την επανεφεύρευση ενός λεξιλογίου.
Βέβαια, η καλλιτεχνική διάσταση δεν αποτελεί και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μια εξαίρεση της κοινωνίας και της πλήρους περιγραφής της με οικονομικούς όρους, αλλά μια παράδοξη και απόλυτη επιβεβαίωση των όρων που ισχύουν συνολικά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Η ίδια η τέχνη εδώ και καιρό δεν ορίζεται από τους δημιουργούς της, αλλά πολύ περισσότερο από τους διακινητές της. Εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, θέατρα και γκαλερί, λειτουργούν όχι μόνο ως διαμεσολαβητές αλλά ως κυρίαρχοι που επιβάλλουν απόλυτα την αισθητική, την πολιτική και τελικά την ίδια την υπόσταση του έργου. Το εμπόριο του βιβλίου και ακόμα περισσότερο οι τρόποι με τους οποίους υπάρχει, επιβάλλουν την οικονομική διάσταση ακόμα και στο περιεχόμενο των έργων. Και δεν υπάρχει καμία κριτική που να μπορεί να μιλήσει δυνατότερα από την σιωπή που επιβάλλει η απόρριψη ενός έργου. Όταν μάλιστα η απόρριψη αυτή προκύπτει όχι με λογοτεχνικά κριτήρια αλλά με κριτήρια εμπορίου, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια ποιοτική υποβάθμιση. Η άτυπη ταρίφα που πρέπει να πληρώσει ένας ποιητής για την έκδοση ενός βιβλίου, φτάνει σήμερα μέχρι και τα 3.000 ευρώ. Χωρίς κανένα άλλο κριτήριο, ο εκδότης επιβάλλει τη συνύπαρξη της σιωπής όσων δεν έχουν να πληρώσουν με το θόρυβο των άπειρων καλοπληρωμένων εκδόσεων σε ένα ασύμμετρο ποιητικό σύνολο.
Η τέχνη σε κάθε έκφανση της, θεωρήθηκε συχνά πολυτέλεια. Σαν κάτι που περισσεύει, γεμίζει τυχαία τις ώρες, ψυχαγωγεί, και διασκευάζει το τρέχον, συχνά χωρίς σημασία. Μέσα σε μια πραγματικότητα αυστηρά και χυδαία υλιστική, κάθε ενασχόληση με την τέχνη κατέληξε να θεωρείται χόμπι, παραξενιά ή σπατάλη του πολύτιμου χρόνου. Σε έναν κόσμο ρευστό, που βασικές αξίες και κεκτημένα για πρώτη φορά αμφισβητούνται και συνθλίβονται με τέτοια ένταση και σε τέτοια έκταση, καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με αυτή την «πολυτέλεια», να προσδιορίσουμε ξανά το ρόλο και τη σημασία της και τελικά να προσδιοριστούμε από αυτή.


η νεότερη γενιά ποιητών

Στην νεότερη γενιά των ποιητών, οι δύο παραπάνω αποκλεισμοί (αυτός της νεολαίας και αυτός της ποίησης) έρχονται να συναντηθούν. Τόσο ως Συμπτώματα μιας κοινωνίας, όσο και σαν μια απάντηση στα συμπτώματα αυτά. Η συνάντηση των δύο γίνεται διάλογος μεταξύ τους και η γλώσσα ορίζεται ως πεδίο σύγκρουσης.
Στην ποίηση αυτής της γενιάς, ο κόσμος βιώνεται ως ανία και ως απειλή. Το καθημερινό μέσα στη ρουτίνα του γίνεται εφιάλτης, και το έξω περιγράφεται συχνά με μια γραμμή σχεδόν εξπρεσιονιστική. Η γενιά είναι κληρονόμος ενός μέλλοντα ακυρωμένου και μιας αποκλεισμένης ηλικίας. Το σκληρό και μονοσήμαντο της πραγματικότητας, ταυτίζεται συχνά με αυτούς που το δημιούργησαν, τις προηγούμενες γενιές. Απέναντι σε αυτές η ποίηση γίνεται συχνά εχθρική. Οι δημιουργοί του αδιεξόδου ταυτίζονται με τους διαδόχους που θα το διαχειριστούν, αποσπώνται από τον χρόνο και γίνονται ένα ενιαίο «εσείς», μιας κοινής στάσης τοποθετημένης απέναντι από το ποίημα. Απέναντι σε αυτό το «εσείς», η ποίηση απαντά άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε προτάσσοντας την αθωότητά, άλλοτε προτρέποντας σε επίθεση. Η σαφής πολιτική θεματική δεν λείπει, με αναφορές σε θέματα όπως η μετανάστευση, η εξέγερση, ή η γραφειοκρατία. όλο και πιο συχνά η ποίηση απαντά σε αυτόν τον κόσμο με την ίδια την ουσία της, την ειλικρίνεια της ύπαρξή της.

Ως προς την μορφή οι νέοι ποιητές, επιλέγουν μια εκ νέου αναζήτηση, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Μια αλλαγή της φόρμας από συλλογή σε συλλογή, συχνά ακόμα και από ποίημα σε ποίημα, μια αποφυγή των διαδεδομένων μοντερνιστικών ή μεταμονερνιστικών ακροβασιών και παιχνιδιών ενώ συχνά καταλήγουν στην ασφαλή απλότητα της αφηγηματικής ουσίας. Έτσι συχνά συναντούμε στοιχεία εντελώς ετερόκλητα, έναν λόγο άλλες φορές κοφτό και απέριττο και άλλοτε ένα λόγο που θυμίζει τον θεατρικό διάλογο. Άλλοτε μια γλώσσα ειρωνική και καταγγελτική στην αμεσότητά και προφορικότητά της και άλλοτε κατασκευασμένη εσώστρεφα, επηρεασμένη από εκφάνσεις της ελληνικής γλώσσας σχεδόν ξεχασμένες όπως τα κείμενα της εκκλησίας και τα πατερικά κείμενα. η πολλαπλότητα των επιρροών είναι τέτοια ώστε να καλύπτει ένα φάσμα ετερόκλητων πηγών ακόμα και στις επιλογές του ίδιου ποιητή. Ένα στοιχείο που φαίνεται σε μεγάλο βαθμό να ενώνει όλο αυτό το ψηφιδωτό των επιλογών, είναι μια πολύ συχνά παρατηρούμενη πολιτική απαίτηση, μια διάθεση για την πράξη της πολιτικής μέσα όμως από την διαδικασία του ποιήματος.
Η πολιτική της συγκεκριμένης ποίησης προκύπτει μέσα από τα ίδια της τα υλικά, ένα όλο και εντονότερα παρατηρούμενο, ποιητικό «εμείς», που στέκει απέναντι σε έναν κόσμο που αποκλείει τόσο τη συγκεκριμένη γενιά όσο και την ίδια την ποίηση. Αυτός ο πληθυντικός, άλλοτε αναφερόμενος σε ένα πρόσωπο, άλλοτε σε μια γενιά ή σε αυτούς που τάσσονται στο πλευρό του ποιήματος, συναντιέται σε κείμενα με διαφορετικό στόχο, διαφορετική θερμοκρασία και διαφορετική καταγωγή. Αυτό το ποιητικό εμείς, συμπαγές και ταυτόχρονα αφηρημένο, αποτελεί μια επιστροφή στον πολιτικό λόγο με όρους τελείως διαφορετικούς από το παρελθόν, χωρίς δόγμα και χωρίς βεβαιότητες. Είναι αυτό το «εμείς» που συγγενεύει με τη σπορά του Δεκέμβρη, τον ανώνυμο ποιητή ων συνθημάτων στους τοίχους, όσο και με ένα μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων που γέμισαν τις πλατείες, τόσο στην Ελλάδα όσο και την Ευρώπη. Ένα αίτημα για κάτι νέο, μια φωνή που δεν μιλά για τις απαντήσεις αλλά για τις ερωτήσεις από θέση αρχής, που δεν μιλά για τον ενικό εαυτό της αλλά για ό, τι ακριβώς τον ξεπερνά.
Η σημερινή λοιπόν εκδήλωση δεν έχει στόχο να παρουσιάσει τόσο μια συγκεκριμένη γενιά, αλλά περισσότερο μια συγκεκριμένη διάθεση, μία αντίδραση απέναντι στις σφραγίδες του κυρίαρχου. Καθώς επίσης μία από τις μεταμορφώσεις και τις εκδηλώσεις του νέου, το οποίο διεκδικεί τον χώρο του απέναντι σε έναν γερασμένο και καταδικασμένο μέλλοντα. Η μόνη εκδίκηση και η μόνη δικαίωση είναι η ηλικία και η ποίηση να καταφέρουν να μιλήσουν και να μιλήσουν με τους δικούς τους όρους. Ας δεχτούμε πως η σημερινή εκδήλωση είναι μια προσπάθεια προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.







Οι Ποιητές



Ζήσης Αϊναλής


Ο Ζήσης Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κάνει διδακτορικό στη Βυζαντινή Ιστορία και Φιλολογία στο Παρίσι. Το 2006 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ηλεκτρογραφία» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το 2008, από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το βιβλίο «Αποσπάσματα». Το 2011, κυκλοφόρησε από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις του περιοδικού Βακχικόν η συλλογή του ‘’ Η σιωπή της Σίβας’’ σε μορφή E-book. Μεταφράσεις και δοκίμιά του έχουν εκδοθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Επίσης ο ποιητής διατηρεί το blog Κενός Τίτλος, χώρο δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων παλαιοτέρων κειμένων
Τα τρία ποιήματα που θα διαβαστούν, προέρχονται από την πρώτη του συλλογή του ποιητή, την ‘’Ηλεκτρογραφία’’ με τίτλους Οδυσσέας, Πηνελόπη και Τηλέμαχος.
Τα τρία μονολογικά ποιήματα, ζούνε την ένταση και την απορία του υποκειμένου, μέσα σε ένα ανοίκειο περιβάλλον. Ο παλιός μύθος έρχεται να μιλήσει για πράγματα χρονολογικά νέα, φθαρμένα στην προχειρότητά τους, απλά, χωρίς το βάθος του μύθου αλλά υπαρκτά στην καθημερινή επανάληψή τους. τα πρόσωπά τους γδύνονται την οικειότητα της ιστορίας και του παραμυθιού και έρχονται να μιλήσουν για κάτι και πάλι κοντινό αλλά ταυτόχρονα στεγνό, πεζό και απομαγευμένο. ο Οδυσσέας είναι απλά ο πατέρας, η Πηνελόπη απλά η μητέρα και ο Τηλέμαχος απλά ο γιός.
όμως τα πρόσωπα, υπάρχουν ταυτόχρονα στο παρόν και στην αρχαιότητά τους. Από την αναφορά της Ληκύθου και του Νεοπτόλεμου μέχρι αυτή των πορνοπεριοδικών και των συμβασιούχων δεν υπάρχει απόσταση. Όλα, όπως κάθε φορά, συναντούνται στο παρόν του ποιήματος. Η περιπλάνηση, το γύρας και η πολιορκημένη ηλικία των ποιημάτων βιώνουν το σήμερα υπενθυμίζοντας μας το χθες.




Νικόλας Ευαντινός


O Νικόλας Ευαντινός γεννήθηκε το 1982 στην Ιεράπετρα της Κρήτης, σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία με μεταπτυχιακό στη νεοελληνική φιλολογία. Το 2008 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο ‘’Μικρές Αγγελίες και ειδήσεις’’ από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης και το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η ποιητική συλλογή του με τίτλο ‘’Ρουβίκωνας στα μέτρα μας’’.
Το πρώτο βιβλίο του Ευαντινού, όπως μας πληροφορεί και ο τίτλος του , αποτελείται από μια σειρά ανακοινώσεων, αγγελιών, δελτίων, ενοικιαστηρίων, ιατρικών ανακοινωθέντων κ.τ.λ. Σκοπίμως ο Ευαντινός επιλέγει ως καμβά τον πιο στεγνό τρόπο δημοσίου γραπτού λόγου. Κρατάει το περίγραμμα της δημόσιας χρήσης και επαναλαμβάνει βασικά χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου. Είναι ενδεικτικό πως τα ποιήματά του, σχεδόν στο σύνολό τους, περιέχουν λέξεις φθαρμένες από το τυπικό της πληροφόρησης κόντρα στην επικοινωνία: ζητείται, χαρίζεται, αναζητείται… Το ποίημα μοιάζει να υπάρχει ως ένα αυτοτελές αντικείμενο, μεταμφιεσμένο σε καθημερινή χειρονομία έντυπης χρηστικότητας. ο τρόπος αυτός αποτελεί την σκαλωσιά ανέγερσης των ποιημάτων του. ο λυρισμός και τα ποιητικά χαρακτηριστικά προστίθενται, συχνά με έντονη ειρωνεία πάνω στο κοινότοπο και στο ταυτόχρονα οικείο.
Στην δεύτερη και πιο πρόσφατη συλλογή του με τίτλο ‘’Ρουβίκωνας στα μέτρα μας’’, σκαλωσιά αποτελεί το ίδιο το σύμβολο (και κυρίως η επανάληψη του)του ποταμού Ρουβίκωνα, ο οποίος αποτελεί μεταφορά. Μεταφορά της στιγμής και του σημείου της μεγάλης απόφασης, ακόμα και μιας απόφασης που ποτέ δεν πάρθηκε και δεν πρόκειται να παρθεί. Η ειρωνεία της πρώτης συλλογής συνεχίζει να υπάρχει, αυτή τη φορά με έναν τρόπο πιο υπαινικτικό και υπόγειο, αλλά ταυτόχρονα σχεδόν αμείλικτο. τα ποιητικά τοπία δανείζονται από την ιστορία και τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα ώστε να δημιουργήσουν το πρόσωπό τους μέσα σε έναν συμπαγή λυρισμό.
Το επίτευγμα Ευαντινού, εντοπίζεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η ειρωνεία. στο σημείο που η ειρωνεία αυτή λειτουργεί ταυτόχρονα ως όχημα υπονόμευσης όποιου στοιχείου της ζωής δεν είναι ποίηση, αλλά και ως αρχιτεκτονικό στοιχείο (μέσω της κοινοτοπίας) αυτής ακριβώς της ποίησης. Η γραφή τινάζει ό, τι πεζό και φθαρμένο από πάνω της χρησιμοποιώντας το, απαναδιατυπώνοντάς το, κατευθυνόμενη προς τον τρόπο της ποίησης, την επιθυμία για μια αυθεντική καλλιτεχνική ζωή. και τελικά τόσο η ειρωνεία όσο και η ποίηση μέσα από μια ατελείωτη σειρά υπονόμευσης και αυτοϋπονόμευσης, εκβάλουν στις εκτάσεις της παραμυθίας.
Ο ποιητής θα διαβάσει από την συλλογή ‘’Ρουβίκωνας στα μέτρα μας’’ και από την ανέκδοτη συλλογή ‘’ενεός’’.


Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το 2001 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Πλάσματα της νύχτας» από τις εκδόσεις Δωδώνη. Θα ακολουθήσουν οι συλλογές «Δ» από τις εκδόσεις Ερατώ το 2006, «Συμεών Βάλας: Ένα σχεδίασμα» από τις εκδόσεις Μελάνι, το 2010 και ‘’Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία’’ από τις εκδόσεις Αιγαίον/ Κουκίδα το 2011. Στο έργο του συγκαταλέγονται επίσης και μια σειρά μεταφράσεων, ποιημάτων και πεζών των Γκέοργκ Τρακλ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Νικολάι Γκόγκολ, Νοβάλις, κ.ά. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Κύπρο και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή» και άλλα έντυπα.
Η ποίηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου είναι απαιτητική, φτιαγμένη από δύσκολα υλικά. Σε μια εποχή που ο εύκολος λόγος, η κοινοτοπία και η παράκαμψη της λέξης γίνονται φαινόμενα κυρίαρχα, ακόμα και στην ποιητική έκφραση, συναντούμε μια ποίηση που ξαφνιάζει όχι μόνο με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα, αλλά και με τη θέση που της επιφυλάσσει ως απόλυτο πυρήνα του ποιητικού κόσμου. Διαβάζοντας τις ποιητικές συλλογές έχεις συχνά την αίσθηση πως ο Μύθος της κάθε ενότητας, λειτουργεί ως πρόφαση γλώσσας, σημείο εκκίνησης ενός στοχασμού που δεν περιγράφει, αλλά πλάθει την πραγματικότητα.
Τα ποιήματα του Παπαντωνόπουλου δανείζονται συχνά τη γλώσσα της ορθόδοξης υμνογραφίας, των πατερικών κειμένων και διαφόρων κειμένων λαϊκής θρησκευτικότητας. Η σύνθεση εμφανίζεται σε μια γλώσσα που μοιάζει να έρχεται από παλιά, μια γλώσσα η οποία παρατίθεται αποσπασματικά. Συχνά οι στίχοι μένουν ημιτελείς, θυμίζοντας θραύσματα παπύρων, το συντακτικό παραβλέπεται και η ποιητική υπακούει στους δικούς της εσωτερικούς κανόνες. Μέσα από την αφαίρεση, η γλώσσα πυκνώνει.
Στην τελευταία του Συλλογή: ’Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία’’, η γλώσσα αυτή συνυπάρχει με τις φωνές των συνθημάτων, τα τοπία και την ένταση μιας πορείας και το στέκι των μεταναστών στην Τσαμαδού, προσπαθώντας να φτιάξει μια πλεξίδα από απομακρυσμένες και ξένες μεταξύ τους λέξεις και εικόνες. Στο επίπεδο της αισθητικής, ο πολιτικός αγώνας περιγράφεται με όρους θρησκευτικής πίστης και πάθους.
Ο Παπαντωνόπουλος επανασηματοδοτεί παρελθόντες φόβους και παρελθόντες κινδύνους βγαλμένους από ένα τρόπο χτισμένο στο παλαιό. Το μύχιο αυτών των συναισθημάτων επικαιροποιείται. Η λέξη γίνεται φορέας ενός σκοτεινού στοχασμού.




Γιώργος Πρεβεδουράκης


Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε διεθνείς σχέσεις στο πανεπιστήμιο του Σάσσεξ και φιλοσοφία και μεθοδολογία των διεθνών σχέσεων στο King’s College του Λονδίνου. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο ‘’στιγμιόγραφο’’ κυκλοφόρησε το 2011, από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο ‘’Κλέφτικο’’, θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη άνοιξη από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.
Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Πρεβεδουράκη, ‘’το στιγμιόγραφο’’, αποτελείται από 32 σύντομες συνθέσεις, που σαν στόχο έχουν, να περιγράψουν το χρονικά στιγμιαίο, τη συμπύκνωση του ξαφνικού, την εισβολή του έντονου με τον πιο απότομο τρόπο. Λίγες λέξεις, λίγοι στίχοι και μια έκφραση που στρέφετε προς το ακαριαίο της ποίησης.
Αντίθετα η ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο», κομμάτια της οποίας θα ακούσετε σήμερα από τον ποιητή, αποτελεί μια σύνθεση δημιουργημένη σε μια φόρμα ανοιχτή, απλωμένη στην ανάσα του μακροσκελούς στίχου. Τα Κλέφτικο αποτελεί μια μεταγραφή του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Η πρώτη ύλη του «Ουρλιαχτού» απελευθερώνεται από την παράδοξη φιλολογική της κλασικότητα (μια κλασικότητα που το περιεχόμενο της βέβαια απορρίπτει και λοιδορεί) και μεταμορφώνεται. Οι αγγελοπρόσωποι χίπστερς, μεταμορφώνονται σε ρεμπέτες - αγγέλους, οι δόσεις της πρέζας σε δόσεις δανείων και ο Καρλ Σόλομον και το Ρόκλαντ γίνονται Πέραμα και Ανδρέας Παγουλάτος. Με το παιχνίδι αυτό του διάλογου, ο Πρεβεδουράκης καταφέρνει να μεταφράσει το αρχικό ποίημα όχι μέσα από μια όμοια λέξη αλλά μέσα από μια παρόμοια διάθεση, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να δημιουργήσει μια αισθητική παραλληλία αναζητώντας όμως την ίδια ποιητική αρχή, μεταφερμένη στο σήμερα.
Το ποιητικό υποκείμενο, από τον πρώτο στίχο του «Στιγμιόγραφου» μέχρι τον τελευταίο στίχο του «Κλέφτικου», παραμένει όμοιο και ενιαίο. Στο ‘’κλέφτικο’’, μέσα από την ίδια την αντανάκλαση, την καταγραφή και τη γενίκευση του βιώματος του, μέσα από τη διαδικασία κατά την οποία η μονάδα πολλαπλασιάζεται μέχρι να γίνει χάρτης ενός πλήθους, ο ποιητής συναντά τη γενιά του. Συναντά την τύχη του να διασταυρώνεται με άλλες ατυχίες, σχεδόν ως μια μοίρα κοινή. Η θέση του πρωταγωνιστή παραχωρείται στο θρυμματισμένο σώμα του σύγχρονου νέου, στον ακυρωμένο του μέλλοντα όπως του τον κληρονόμησαν, κάπου ανάμεσα στην απελπισία της ανεργίας, τη φιμωμένη από το θόρυβο έκφραση, το φόβο, την οργή και την κατασταλτική βροχή των δακρυγόνων στην πλατεία Συντάγματος.





Θοδωρής Ρακόπουλος


Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981 στο Αμύνταιο. Σπούδασε νομικά και ανθρωπολογία. Για τις ανάγκες της διδακτορικής του διατριβής πραγματοποίησε εκτενή εθνογραφική έρευνα πεδίου στην Σικελία. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 2004 σε συλλογικό τόμο των εκδόσεων "Οδός Πανός". Έκτοτε, έχει δημοσιεύσει ποίηση, μετάφραση και κριτική σε περιοδικά κι εφημερίδες. Η συλλογή "Φαγιούμ", από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, είναι το πρώτο του βιβλίο. Ζει μεταξύ Λονδίνου και Θεσσαλονίκης.
Στην ποίησή του Ρακόπουλου, ο χρόνος συναντιέται ως στιγμή και ως συνέχεια, ρευστός και φωτογραφημένος ταυτόχρονα. Στα ποιήματα της πρώτης του συλλογής συναντάμε έντονα το στοιχείο της πολλαπλής αποτύπωσης του χρόνου, τόσο μέσα από την αναφορά στους τρόπους (την φωτογραφία, το κεχριμπάρι, την τέχνη του Φαγιούμ), όσο και μέσα από τη λειτουργία του ποιήματος ως αποτύπωση μιας στιγμής. Ο τίτλος της συλλογής, (η αναφορά στα ταφικά πορτρέτα Φαγιούμ) δίνει στην καταγραφή την αίσθηση αυτού που ο Μπαρτ, μιλώντας για τη διαδικασία της φωτογράφησης, ονόμασε «προοικονομία θανάτου». Ο ρόλος της μνήμης, της στιγμής και της φθοράς γίνονται κεντρικό σημείο του ίδιου του βιώματος.
Στα ποιήματα του Φαγιούμ, συναντούμε μια υπαινικτική πολιτική στάση, μακριά από το άγαρμπο του συνθήματος. Μορφές του παρελθόντος, η καθημερινή κουλτούρα, ακόμα και η δομή του ποιήματος συμμετέχουν σε αυτόν τον υπαινιγμό, δίνοντας της μια συνολικότερη και συνεχόμενη διάσταση.
Συχνά στην ποίηση του Ρακόπουλου συναντούμε το Καβαφικό άπλωμα της συγκεκριμένης στιγμής. Της στιγμής που αποτελεί αφετηρία αλλά και πυρήνα του ίδιου του ποιήματος. Ο ποιητικός αυτός τρόπος, εμπεριστατωμένος στο παρελθόν, συνδιαλέγεται με το καινούργιο.
Ο ποιητής θα διαβάσει από τη συλλογή ‘’Φαγιούμ’ και κάποια ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό Τεφλόν.



Γιάννης Στίγκας


Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο ‘’ Η αλητεία του αίματος’’. Θα ακολουθήσουν οι συλλογές ‘’Η όραση θα αρχίσει ξανά’’ από τις εκδόσεις Κέδρος και από τις ίδιες εκδόσεις η τρίτη του συλλογή με τίτλο ‘’Ισόπαλο τραύμα’’. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Βουλγαρικά και τα Σέρβικα.
Στην ποίηση του Γιάννη Στίγκα και κυρίως στις δύο πρώτες του συλλογές, εκφράζεται μια επιθυμία και μια απαίτηση ο κόσμος να αναγνωστεί από την αρχή. ο ποιητής διεκδικεί ξανά μια ενότητα, με την όραση να γίνεται κατάσταση και αγωνία σχεδόν κεντρική. Η ανάσα μπλέκεται με τη φωνή, οι λέξεις με τις εκπνοές και τις εισπνοές. ο λόγος των ποιημάτων δεν είναι προφορικός αλλά ντυμένος προφορικότητα κατασκευάζει μια γλώσσα προσωπική και καινούργια. Το σώμα του ποιητή και του ποιήματος ταυτίζονται και γίνονται άξονας της νέας αυτής όρασης.
Στην ποίηση του Στίγκα η βία ή καλύτερα η βιαιότητα αναπνέει σχεδόν σαν αρετή και σαν αναγκαιότητα. Μετρά και διεκδικεί τα μεγέθη, τις επιλογές τις στιγμές. Η εξέγερση και η επιθετική ανάταση συχνά συναντούν την εξομολόγηση και τον προσωπικό χαμηλόφωνο τόνο. οι εικόνες συχνά αιχμηρές και κοφτές, σαν τον ρυθμό του στίχου, υπερασπίζονται και αυτές την ποιητική στράτευση απέναντι στον κόσμο. Ο ίδιος ο ποιητής περιγράφει: ‘’Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου και αυτό να σας τρομάζει’’. Και αλλού: ‘’ Ποίησις είναι η κορυφή του Παγόβουνου/ και από κάτω πανστρατιά οι βλαστήμιες.’’
Στην Τρίτη του συλλογή ‘’το ισόπαλο τραύμα’’, το σύμπαν μετατρέπεται στον κόσμο που δημιούργησε τον ποιητή, ορίζοντας ως πρωταγωνιστές τους ομότεχνους που τον συγκρότησαν. Από τον Ρεμπώ και τον Λωτραμόν, μέχρι τον Καρούζο και την Τζένη Μαστοράκη. Τα ποιήματα γράφονται όχι σαν ένας φόρος τιμής, αλλά στα πλαίσια μια σχέσης σχεδόν αγωνιστικής, ανάμεσα στους δύο πόλους. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης αποτελεί ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής. Αυτό που προκύπτει από την σύγκρουση του ποιητή με τις επιρροές του είναι ένα ‘’ Ισόπαλο τραύμα’’.
ο ποιητής θα διαβάσει το ανέκδοτο ποίημα με τίτλο : ‘’με τον τρόπο του Γ. Σ.’’



(το κείμενο διαβάστηκε στην τρίτη διεθνή συνάντηση αρχαίου δράματος στο Δήμο Σικυωνίων)

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Λόγος για κάποιο καλοκαίρι






Τουλάχιστον υπάρχει το καλοκαίρι, ανάμεσα σε ό,τι κρατήσαμε και ό,τι χάσαμε, το παλαιό φόντο σε μια ζωή με νέες ανάγκες, νέες αποκλείσεις, νέες προκλήσεις. Και κείνη η ξεκούραση που ταυτίζεται με την εξάντληση από την άσκοπη πράξη, το ξόδεμα της περιπλάνησης, της τυχαίας κουβέντας που δεν ζητά να αποδείξει. Και πίσω του ξανά όλα τα καλοκαίρια από τη δειλία των πρώτων ελεύθερων διακοπών μέχρι σήμερα, ονόματα πλοίων, νησιών, ονόματα ανθρώπων που συναντήσαμε τυχαία και αργότερα ξεχνούμε και χάνουμε ενώ οι εποχές περνούν και ο χρόνος αλλάζει δέρμα.
Μα τουλάχιστον έχουμε το καλοκαίρι… και όλη αυτή τη θάλασσα που δεν εξαντλείται (ο ποιητής ρωτά ακόμα: «τη θάλασσα, τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει» και μόνη απόκριση η ηχώ μιας σιωπής πάνω από τον αφρισμένο ορίζοντα). Αυτή τη θάλασσα που όταν δεν διδάσκει την ομορφιά, διδάσκει τη ματαιότητα.
Όλη αυτή η ζέστη φέρνει τα πάντα πιο κοντά, κάθε τι πιο κοντά, σφίγγει τις ραφές, τραβά τα κορδόνια, πυκνώνει τα σύνορα. Και είναι το σώμα ολόκληρο, με το φως να το υπενθυμίζει στην κάθε στιγμή, η σάρκα να αγκαλιάζει πρώτη φορά τόσο σφιχτά τα κόκαλα, η ζωή να αγκαλιάζει την ανάσα.
Σαν γιορτή, σαν ιδρώτα, σαν δυσκολία ή σαν πλήξη, θα ψάξουμε το καλοκαίρι εκτός των τειχών της πόλης, γιατί το καλοκαίρι υπάρχει μόνο έξω από τις πόλεις, εκεί όπου ο χρόνος, παρόλο το βιασμό του από το σύγχρονο, διατηρεί τη σχετικότητά του, επιτρέπει την απόδραση έστω και στιγμιαία. Θα το ψάξουμε ανάμεσα σε κακόγουστες ονομασίες μαγαζιών, πλαστικές καρέκλες και χάρτινα τραπεζομάντιλα, τοπία παραμορφωμένα από την εκμετάλλευση, γενέθλια χωριά και άγνωστους τόπους, από τη φλυαρία της καρτ ποστάλ έως τη γύμνια του βράχου. Σε θερινές γιορτές και πανηγύρια, σε θερινές καταστροφές, στην παράδοση των καλοκαιρινών πυρκαγιών που παραλλάσσει το φως και τη ζέστη, μέσα από την αγριότητα των επιπτώσεων και την εγκληματικότητα των ευθυνών.
Τουλάχιστον το καλοκαίρι… Η βιαιότητα του ήλιου, το έγκαυμα της ζωής. Ο ήλιος φωτογραφίζει τα πάντα χωρίς να εμφανίζει την εικόνα. Τη συντηρεί σε εκείνη τη δροσιά, μακριά από τον τόπο ή το χρόνο. Και την υπενθυμίζει τυχαία μέσα σε ώρες μακρινές, όταν τα λεπτά στάζουν τυχαία. Κάτω από τόσο φως, κάθε αίσθηση γίνεται αφή.
Έρχεται μια στιγμή όπου η παραλία γίνεται η κάθε παραλία, ο ορίζοντας ένα φόντο οικουμενικό και ο χρόνος, απλά ο χρόνος, με μόνη στιγμή το καλοκαίρι. Η νύχτα θα πέσει και πάντα πέφτει σαν ανακούφιση. Πάντα την ώρα που πρέπει, ποτέ την ίδια ώρα, πάντα τη δική της ώρα. Η άμμος της παραλίας, της κάθε παραλίας, γεμίζει τις κλεψύδρες του καλοκαιριού που φεύγει. Βγαίνοντας έξω από τον ίσκιο μιας δύσκολης χρονιάς, τρέχοντας προς το σκοτάδι μιας ακόμα δυσκολότερης.
Το καλοκαίρι αυτό θα καλλιεργήσουμε και θα μαζέψουμε ανάσα. Εφόδιο για την επόμενη χρονιά και για ό,τι αποφασίσουμε να της απαντήσουμε. Θα έρθουν και άλλα καλοκαίρια, μεγαλύτερα καλοκαίρια. Θα παύσει να φυτρώνει εδώ η ξηρασία και ο άνυδρος μέλλοντας. Αυτό που θα έρθει, θα είναι απλό και οικείο, οικείο σαν τη ζέστη του καλοκαιριού, του κάθε καλοκαιριού.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Πάνος Τσίρος: «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα»



«Την μάνα μου την έχασα πριν από δέκα χρόνια.
Θυμάμαι πολύ έντονα τη μέρα που πέθανε. Δεν ήμουν εκεί. Πονούσε και δεν την έπιαναν τα παυσίπονα. Πετάχτηκα στο φαρμακείο να της πάρω καινούργια, πιο δυνατά. Όταν γύρισα, είδα τον πατέρα μου. Στεκόταν στο κατώφλι και δεν μπορούσα να περάσω μέσα.
Από τότε πέρασαν δέκα χρόνια, όπως είπα. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Με βοηθούσε να ξεχνώ. Αλλά μάλλον ξέχασα περισσότερα απ’ όσα ήθελα. Δηλαδή απ’ όσα έπρεπε. Ξυπνούσα κάθε πρωί και πήγαινα στη δουλειά. Δεν ρωτούσα, δεν μιλούσα, δεν σκεφτόμουν. Απέφευγα τις συζητήσεις και τους φίλους. Απέφευγα τους συναδέλφους. Απέφευγα ακόμα και τον πατέρα μου.»
(από το διήγημα, «Χωρίς στόμα»)

Ο Πάνος Τσίρος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Εν συνεχεία, στην Αγγλία, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία, ασχολούμενος με το «Τractatus Logico Philosophicus» του Λούντβιχ Βιτκενστάιν. Εργάζεται, επί σειρά ετών στη μέση εκπαίδευση. Η συλλογή διηγημάτων «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και αποτελεί το πρώτο του βιβλίο.
Ένας περίεργος δημοφιλής χορός αποκαλύπτει την εντοπιότητά του, ο πατέρας αποκαλύπτει στο γιο του ένα μυστικό κρυμμένο στο πρόσωπο ενός παιδιού, ένας ήσυχος άνθρωπος βλέπει τη μορφή του να επαναλαμβάνεται στη μέση ενός καυγά, μια μικρή μαθήτρια φοβάται και ονειρεύεται. Άνθρωποι κουρασμένοι και μόνοι, τσακισμένοι χωρίς πάταγο από τις πιο απλές στροφές της ζωής. Κοινότοποι, καθημερινοί, διστακτικοί, ένα πλήθος που κατοικεί σε κάθε ημερολόγιο.
Η σύντομη συλλογή διηγημάτων «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» αποτελείται από 8 σύντομες ιστορίες, οι οποίες δημιουργούν μια σύνθεση απόλυτα πλήρη, παρά τον μικρό τους αριθμό. Οι ιστορίες υπάρχουν με έναν τρόπο οικείο αλλά απόλυτα νέο και προσωπικό ταυτόχρονα. Χρησιμοποιώντας τα πιο απλά υλικά, έναν λόγο καθημερινό, μια γλώσσα χωρίς τίποτα το περιττό, ο Τσίρος καταφέρνει ένα άλμα προς το φανταστικό. οι ιστορίες σχεδόν πάντα καταλήγουν σε μια ανατροπή ακόμα και στην τελευταία φράση του διηγήματος. Μια ανατροπή που υπάρχει με όρους κινηματογραφικούς ως προς την ρήξη της, μα ταυτόχρονα διακριτικούς, χαμηλόφωνους, κατευθυνόμενη προς κάποιο άγνωστο βάθος. Όπως στα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ, η γραφή φτάνει στην αποκάλυψη του παραλόγου ακολουθώντας τη ροή της καθημερινότητας, συλλαβίζοντας την επανάληψη των στιγμών, μιλώντας για τη ζωή χωρίς εξάρσεις, χωρίς λόγο ή προφανές επιχείρημα με τρόπο ξαφνικό και εντυπωσιακό αλλά τελικά, σχεδόν φυσικό στην αποκάλυψή του.
Τα διηγήματα συνδιαλέγονται με τα δύο τους στοιχεία, τον απόλυτο ρεαλισμό του καθημερινού και το απότομα παράλογο, το παράδοξο, το φανταστικό. Συνήθως η εισβολή του δεύτερου στοιχείου μεταμορφώνει ό,τι είχε μέχρι στιγμής ειπωθεί και μαζί του την ίδια την κοινοτοπία της κοινής ημέρας, μιας στιγμής που θυμίζει την κάθε στιγμή του κάθε ανθρώπου. Όταν η εισβολή του φανταστικού συμβεί πριν το τέλος, ο συγγραφέας θα διαχειριστεί τη νέα αυτή παράμετρο και πάλι με όρους ρεαλιστικούς. Οι ήρωες θα παραμείνουν καθημερινοί αντιμετωπίζοντας το παράλογο με τρόπο όμοιο με την αντιμετώπιση μιας χειρονομίας, ενός φυσικού γεγονότος, μιας φράσης χιλιοειπωμένης και στεγνής από νόημα.
Τα μοτίβα των ιστοριών είναι απόλυτα καθημερινά, το ίδιο και τα διάφορα αντικείμενα, τα βιώματα, οι τόποι. Η Νίκαια, ο Πειραιάς, ο Προφήτης Ηλίας, μια αυλή ή μια τάξη. «Φραπεδιά, αθλητική εφημερίδα και τα ποδάρια πάνω στο τραπεζάκι από μπαμπού». Στις ιστορίες αυτές δεν υπάρχει τίποτα που να σε προετοιμάζει για το παράλογο (ακόμα και για το ίδιο το λογοτεχνικό μέγεθος του διηγήματος). Με τον τρόπο αυτό η αντίθεση γίνεται ακόμα πιο έντονη, μια και η ταύτιση λειτουργεί με όρους σχεδόν απόλυτους μέσα από μοτίβα έντονα αναγνωρίσιμα.
Το φανταστικό υπάρχει στα διηγήματα με τον τρόπο του ονείρου. Η ύπαρξη του έρχεται με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, ζωγραφισμένη με αδρές γραμμές. Το νόημα μένει θολό μέσα από μια διαδικασία όχι έκλειψης του νοήματος της αλλά συμπύκνωσής του, μέσα από τη συμβολοποίηση εικόνων και καταστάσεων προς μια ανοιχτή αποκωδικοποίηση. Ο συγγραφέας δεν δείχνει ούτε απαντά, απλά αναδεικνύει ερωτώμενος το απροσδόκητο, το συμπυκνωμένο, το σχεδόν αόρατο.
Τα κείμενα του Πάνου Τσίρου αποτελούν μια διαδικασία ήπιας μεταμόρφωσης. Όχι των ηρώων ή της πλοκής τους, αλλά του ίδιου του αναγνώστη και του βάρους της κάθε μέρας.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

O Ρεμί Γκεγιάρ και η εισβολή του οικείου



Eνας αστροναύτης εισβάλλει σε έναν γήπεδο του γκολφ και κλέβει το σημαιάκι μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παιχτών. Ένας μεθυσμένος άγιος Βασίλης ξυπνά σε μια χωματερή, ένα τεράστιο σαλιγκάρι επιβάλλει την αργή του ταχύτητα στο δρόμο προκαλώντας κυκλοφοριακό κομφούζιο και ένα καγκουρό κλέβει το μπλοκάκι των κλήσεων από έναν αστυνομικό. Οι παραπάνω εικόνες, αν και απόλυτα παράδοξες, είναι υπαρκτές και βγαλμένες από τη φαρσική φαντασία του Ρεμί Γκεγιάρ.
Ο Ρεμί είναι ένας γάλλος χιουμορίστας, ο οποίος δρα κυρίως στην περιοχή του Μονπελιέ. Οι φάρσες του καταγράφονται πάντα από την κάμερα του φίλου του και καταλήγουν στη διαδικτυακή σελίδα του you tube προκαλώντας έναν μεγάλο αριθμό επισκέψεων. Οι φάρσες αυτές ξεχωρίζουν για τη φαντασία τους αλλά και για την παιγνιώδη επιθετικότητά τους. Αποσπάσματα από ταινίες, κινούμενα σχέδια, ή ηλεκτρονικά παιχνίδια ζωντανεύουν μπροστά σε ανυποψίαστους περαστικούς. Ο θεατής έρχεται σε επαφή με τον τρόπο με τον οποίο η στιλιζαρισμένη βία των ταινιών, των εικόνων και των ηλεκτρονικών θα υπήρχε στον πραγματικό κόσμο. Η βία περνά από την ασφάλεια του απόλυτα αισθητικού της οθόνης, στην πραγματικότητα και τα καταδικασμένα όρια της παραδοξότητάς της.
Συχνά ο Ρεμί ντύνεται το κουστούμι ενός ζώου: ντυμένος γουρούνι θα εισβάλει σε ένα χασάπικο ζητώντας εξηγήσεις για όλα τα νεκρά ζώα. Ντυμένος γορίλας θα εισβάλει σε ένα σούπερ μάρκετ κλέβοντας όλες τις μπανάνες και ντυμένος κοτόπουλο θα αποθέσει μια πένθιμη ανθοδέσμη μπροστά στα σουβλισμένα κοτόπουλα μιας ψησταριάς. Μια καμηλοπάρδαλη θα μπει στον κινηματογράφο εμποδίζοντας με το μεγάλο λαιμό της τους θεατές να δουν. Ο ανθρωπομορφισμός των καρτούν αντιστρέφεται. Το αθώο και το οικείο εισβάλλουν στην καθημερινότητα διαταράσσοντας την.
Χώροι και αντικείμενα μεταμορφώνονται ανάλογα με την ελάχιστη ομοιότητά τους, αποκλίνοντας προς το φανταστικό και το παράδοξο: Μια στάση λεωφορείου μετατρέπεται σε κερκίδα του χόκεϊ, ένα σιντριβάνι θα γίνει ο κατάλληλος χώρος για καταδύσεις ολυμπιακού επιπέδου, ενώ μια ελάχιστη κυκλική πλατεία θα μετατραπεί σε αρένα του σούμο όπου δύο υπερμεγέθεις αθλητές θα μονομαχήσουν.
Μια άλλη αγαπημένη τακτική του φαρσέρ είναι να παγιδεύει ασανσέρ. έτσι, ενώ κάποιος περιμένει την πόρτα να ανοίξει και να εμφανιστεί μπροστά του ο καθρέφτης και ο μονότονος άδειος χώρος, έρχεται ξαφνικά σε επαφή με ένα σκηνοθετημένο σκηνικό. Όταν η πόρτα ανοίγει εμφανίζεται το εσωτερικό μιας ντίσκο με διαφόρους χορευτές, άλλες φορές ένα υπνοδωμάτιο όπου ο κοιμισμένος κάτοικος διαμαρτύρεται γιατί τον ξύπνησαν και άλλοτε ένα καγκουρό που προπονεί τις γροθιές του σε έναν σάκο του μποξ. Oι παγιδευμένοι στη φάρσα θα αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν τις σκάλες, έκπληκτοι και ταυτόχρονα αμήχανοι απέναντι στη διαταραγμένη συνέχεια του κανονικού.
Ο Ρεμί Γκεγιάρ, γεννήθηκε το 1975 στο Μονπελιέ της νότιας Γαλλίας. άρχισε να δημιουργεί τις φάρσες του όταν απολύθηκε από τη δουλειά του για να γεμίσει το χρόνο του. Μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει πάνω από 100 βίντεο και είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες διαδικτυακές περσόνες. Πρώτη φορά έγινε διάσημος, όταν εισέβαλε στον ποδοσφαιρικό τελικό κυπέλου της Γαλλίας, ντυμένος με τη στολή της νικήτριας ομάδας Lorient. Κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών όχι μόνο δεν διώχτηκε, αλλά αντιμετωπίστηκε ως κανονικός παίχτης υπογράφοντας αυτόγραφα, σηκώνοντας το κύπελο ενώ αντάλλαξε και χειραψία με τον γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ, πάντα ως παίχτης της κυπελλούχου ομάδας. Από τότε ακολουθεί συχνά το ίδιο παράδειγμα εισβάλλοντας σε παιχνίδια, χάντμπολ, ράγκμπι, μπόντι μπίλτνινγκ, τένις καθώς και στον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας.
Ενώ οι περισσότερες περιπτώσεις του culture jamming (πολιτιστικής παρεμβολής) έχουν έναν στόχο καθαρά και συγκεκριμένα πολιτικό, στην περίπτωση του Ρεμί ο στόχος είναι η ίδια η ροή της καθημερινότητας. Το μότο του «Με το να κάνει οτιδήποτε ο κάποιος γίνεται ο οποιοσδήποτε» περιγράφει και αυτήν τη ιδιαίτερη σχέση με την κάθε μέρα και τον κάθε άγνωστο. Εχθροί του γίνονται οι ίδιες οι εμμονές του: οι γκόλφερς, οι ψαράδες, τα Μακ Ντόναλντς και κυρίως οι αστυνομικοί (κατά προτίμηση αυτοί που κόβουν κλήσεις). Αν και οι συγκεκριμένες πράξεις δεν έχουν καθαρά πολιτικό περιεχόμενο, παράλληλα υπάρχουν ως μία αυθόρμητη όσο και μεθοδική στην συνέχεια και στη συνέπειά της αντίδραση στην κανονικότητα και την ανία της καθημερινής ζωής. Ο Ρεμί Γκεγιάρ χρησιμοποιεί τη δύναμη του οικείου ώστε να διαταράξει την αδιάκοπη ροή του κανονικού με αφετηρία και στόχο πάντα το γέλιο. Ένα γέλιο που τόσο συχνά μοιάζει λυτρωτικό.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Γιώργος Πρεβεδουράκης: Η στιγμή και το ακαριαίο της ποίησης





Κλέφτικο

Ι.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση………

ΙΙ.
…Φευγάδα δεν πήγα ποτέ στο φεστιβάλ της ΚΝΕ
κι όμως έρχονται βράδια που αισθάνομαι
εντός μου να συνεδριάζει το Κρεμλίνο
στέλνει την καρδιά μου στη Σιβηρία
ξεβράζει το συκώτι μου στην Ικαριά
και μια ψυχή κακόηχη στα ωδεία του σοσιαλρεαλισμού γυμνάζει …

ΙΙΙ.
Ανδρέα Παγουλάτο! Είμαι μαζί σου στο Πέραμα
όπου είσαι πιο πλούσιος απ’ τη Deutsche Bank…

…Είμαι μαζί σου στο Πέραμα
όπου χρειάζονται εφτά σπασμένοι καρδιογράφοι
για να μετρήσουν το σφυγμό ενός νεκρού …

Αποσπάσματα από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο», η οποία διαβάστηκε στο 31ο συμπόσιο ποίησης της Πάτρας. Τα τρία μέρη αποτελούν αντιστοιχία αυτών του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ.


Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στη λογοτεχνία μέσα από την Ανθολογία του περιοδικού Μανδραγόρας, το 2001, με το ποίημα «Στροφή περί, κατά, δια τον εαυτό».
Ο Πρεβεδουράκης ανήκει στη νεότερη γενιά ποιητών, μια γενιά που μέσα σε έναν ασχημάτιστο ακόμα εαυτό, παρουσιάζει τα πρώτα της ομοιογενή χαρακτηριστικά τόσο ως προς τους τρόπους, όσο και ως προς την ποιητική της διάθεση. Ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά, είναι η μορφολογική αναζήτηση. Ο ποιητής δεν ψάχνει μια συγκεκριμένη φόρμα για να εκφραστεί αλλά περισσότερο έναν ποιητικό τρόπο θέασης, ο οποίος μορφολογικά μεταμορφώνεται με μεγάλες αποκλίσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς αυτή τη στάση αποτελούν οι παρόμοιες επιλογές και άλλων ποιητών της ίδιας γενιάς, όπως του Γιάννη Στίγκα, του Ζήση Αιναλή ή του Νικόλα Ευαντινού, σε περιπτώσεις όπου η δομή, η γλώσσα και γενικότερα τα μορφολογικά χαρακτηριστικά αλλάζουν από βιβλίο σε βιβλίο. Η αναζήτηση, όμως, αυτή διεξάγεται πάντα κάτω από τον ίσκιο μιας ποιητικής θέασης συγκεκριμένης. Στις δύο ποιητικές συνθέσεις του Γιώργου Πρεβεδουράκη, η τάση και ο τρόπος αυτός είναι εμφανείς στη μέγιστη απόκλισή τους. Από τη μία, το ποιητικό βιβλίο «Στιγμιόγραφό» (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλανόδιον), το οποίο αποτελείται από 32 σύντομες συνθέσεις. Το βιβλίο μας παρουσιάζει ένα σώμα ελάχιστο, το χώρο που προλαβαίνει το μάτι, από το απότομο άνοιγμα μέχρι το απότομο κλείσιμό του. Λίγες λέξεις, λίγοι στίχοι, μια έκφραση στραμμένη προς το ακαριαίο της ποίησης. Από την άλλη έχουμε την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο», μια σύνθεση δημιουργημένη σε μια φόρμα ανοιχτή, απλωμένη στην ανάσα του μακροσκελούς στίχου.

Στιγμιόγραφο

Στην ποιητική συλλογή «Στιγμιόγραφο», η μικρή φόρμα ταυτίζεται με το χρονικά στιγμιαίο, τη συμπύκνωση του ξαφνικού, την εισβολή του έντονου με τον πιο απότομο τρόπο. «Ρέστα»: Το δίευρω που γλίστρησε απ’ τα χέρια της/ κάτι σιγοψιθύρισε/ για μια χαμένη αγάπη.
Ο χρόνος, ως διάσταση και ως βασικότερη των παραμέτρων, κατακλύζει τα πάντα, όχι όμως ο χρόνος καθ’ αυτός, ως μια μονάδα μέτρησης, ή ως ένα επιστημονικό σημείο ακρίβειας, αλλά ως διάρκεια και κυρίως ως βάρος του βιώματος. Τα λεπτά της ώρας παρατίθενται ως γεγονότα μιας έκτασης, ανθρώπινης και συμπυκνωμένης. Με τρόπο όχι ευθύγραμμο αλλά μέσα από την ταυτόχρονη παρουσία του παρελθόντος και του μέλλοντος, της μνήμης ταυτόχρονα με το φόβο για ό,τι έρχεται ή για ό,τι δεν έφυγε ποτέ, όπως στο ποίημα «Παλίρροια»: Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής/ είσαι πενήντα ετών/ αύριο/ έχεις /σχολείο.
Άλλοτε το βίωμα γίνεται απλά ευχή όπως στο ποίημα «Νίκησες»: Εσύ το ξέρεις αεράκι/ φύλαγε μόνο εκείνους που/ αγαπώ/ άλλους/ δεν έχω.
Η στιγμή γίνεται κυρίαρχος πρωταγωνιστής. «Λαγούμι»: Βαρυποινίτης σε κελί/ η στιγμή/ μέχρι να σκάψει για να βγει/ αθωώνεται.
Ο χρόνος ορίζει με τρόπους απόλυτους, γίνεται το στοιχείο που προσδιορίζει την ίδια τη φύση των πραγμάτων όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στο ποίημα «Αντινομία»: Σήκωσε κύμα βουβό/ ο νοτιάς μες στην πόλη/ για όσα ταξίδια/ έγιναν μετακινήσεις/ για όσα σώματα/ απέμειναν κορμιά.
Μέσα από την ακολουθία των στιγμών, κατά τη ροή των ποιημάτων μέσα στη συλλογή, μονάδα μέτρησης γίνεται η ίδια η ποίηση, το βίωμα ως τέχνη.

Κλέφτικο

Η ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο» αποτελεί μια μεταγραφή του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Η πρώτη ύλη του «Ουρλιαχτού» απελευθερώνεται από την παράδοξη φιλολογική της κλασικότητα (μια κλασικότητα που το περιεχόμενο της βέβαια απορρίπτει και λοιδορεί) και μεταμορφώνεται. Οι αγγελοπρόσωποι χίπστερς, μεταμορφώνονται σε ρεμπέτες - αγγέλους, οι δόσεις της πρέζας σε δόσεις δανείων και ο Καρλ Σόλομον και το Ρόκλαντ γίνονται Πέραμα και Ανδρέας Παγουλάτος. Με το παιχνίδι αυτό του διάλογου, ο Πρεβεδουράκης καταφέρνει να μεταφράσει το αρχικό ποίημα όχι μέσα από μια όμοια λέξη αλλά μέσα από μια παρόμοια διάθεση, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να δημιουργήσει μια αισθητική παραλληλία αναζητώντας όμως την ίδια ποιητική αρχή, μεταφερμένη στο σήμερα.
Το ποιητικό υποκείμενο, από τον πρώτο στίχο του «Στιγμιόγραφου» μέχρι τον τελευταίο στίχο του «Κλέφτικου», παραμένει όμοιο και ενιαίο. Στο κλέφτικο, μέσα από την ίδια την αντανάκλαση, την καταγραφή και τη γενίκευση του βιώματος του, μέσα από τη διαδικασία κατά την οποία η μονάδα πολλαπλασιάζεται μέχρι να γίνει χάρτης ενός πλήθους, ο ποιητής συναντά τη γενιά του. Συναντά την τύχη του να διασταυρώνεται με άλλες ατυχίες, σχεδόν ως μια μοίρα κοινή. Η θέση του πρωταγωνιστή παραχωρείται στο θρυμματισμένο σώμα του σύγχρονου νέου, στον ακυρωμένο του μέλλοντα όπως του τον κληρονόμησαν, κάπου ανάμεσα στην απελπισία της ανεργίας, τη φιμωμένη από το θόρυβο έκφραση, το φόβο, την οργή και την κατασταλτική βροχή των δακρυγόνων στην πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Υστερόγραφο



Κάπου σ ένα γήπεδο μπάσκετ στην Κυψέλη, κάπου στις αρχές και τα τέλη του ’90, στραβό καλάθι χωρίς διχτάκι και ένα ξεδοντιασμένο κασετόφωνο, με το ένα μόνο ηχείο ενεργό. Και το μόνο που ξέραμε λίγοι παίχτες του NBA, τους περισσότερους από κάρτες φανταχτερές και κάτι ευρωπαίους λιγότερο μυθικούς και ενώ μπαίνεις για μπάσιμο ψιθυρίζεις πάντα το όνομα τους περιμένοντας την μπάλα να καταλήξει μέσα και το μόνο που καταλαβαίναμε λίγους στίχους grunge ή Ροκ γενικά (ξένα τα λέγανε τότε εκείνοι που δεν μας πολυταίριαζαν), λίγους στίχους, γιατί τις περισσότερες λέξεις το απόγευμα το φροντιστήριο δεν τις δίδασκε, άλλωστε είχαμε κάνει κοπάνα από εκεί για να παίξουμε μπάσκετ. Ηλικία ανορθόγραφη, κοπάνα από εκείνο το αφόρητο που μίλαγε σαν τους γονείς μας και κούναγε το δάχτυλο σαν τον γυμνασιάρχη. Και για όσο όλα τα ριφ επαναλαμβάνονταν, ήσουν ελεύθερος και το πρωινό ξύπνημα ένα χλωμό αστείο. Μιμήθηκες έγχρωμους αστέρες και ψιθύρισες το όνομά τους λάθος, αλλά τους πανηγυρισμούς τους στην εντέλεια. Barkley, Kevin Johnson, ‘’And I swear that I don't have a gun’’, Horace Grant, Penny Hardaway, ‘’ you want it all but you can’t have it, it s in your face but you can’t grab it’’ Predrag Danilović, Stojko Vranković ‘’this is what you get when you mess with us’’, μίξη τυχαία και ακανόνιστη αλλά πάντα εύστοχη στην χωρίς κριτήρια διάθεσή μας. Κάθε κομμάτι έλεγε την αλήθεια, αρκεί να μην θύμιζε ό τι σε πίεζε ό τι σε έπνιγε. Και ίδρωνες όχι για να βρεις το δρόμο σου σ αυτή την δύσκολή ζωή (μαλακίες) αλλά απλά για να νοιώσεις ζωντανός. Στα γήπεδα αυτά ο χρόνος είναι τόσο λεπτός που σχεδόν εξατμίζεται και τα όνειρα ποτέ όνειρα αλλά πραγματικότητες βιωμένες, γεμίζουν το OAKKA και το ‘’Ρόδον’’ ταυτόχρονα, σε ένα μέλλον αχανές και στιγμιαίο, ακαθόριστο και τέλεια συγκεκριμένο. Και ήσουν ο Michael Jordan, όσο και ο Kurt Cobain, την ίδια στιγμή, για όσο διαρκεί ένα τραγούδι, η μια κακοσυντονισμένη επίθεση. Μα ενώ μεγαλώνεις πατάς όλο και συχνότερα τα κορδόνια σου. Here are the young men, the weight on their shoulders, here are the young men, well where have they been…
Και σήμερα πλησιάζοντας τα 30, ακούς τα ίδια συγκροτήματα και κανένας παίχτης δεν θα σε συγκινήσει ποτέ όσο ο Bodiroga, το τραγούδι σου εξίσου φάλτσο με το τρίποντό μας, κανείς μας δεν έπαιξε στο NBA, κανείς μας δεν έβγαλε δίσκο, ένας από εμάς, ο ψιλότερος, σήμερα διδάσκει σε ωδείο.

(Στο περιοδικό Humba!)

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, η ιστορία και η πλατεία Συντάγματος


ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Tο σύνθημα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» μοιράστηκε με τρόπο επίκαιρο, ξανά όλες τις τελευταίες μέρες, σε νέες φωνές και παλαιές, εκφράζοντας το παρόν, αλλά ταυτόχρονα ενοποιώντας το με το αγωνιστικό παρελθόν και τις νίκες του, σε σχέση με τα απολεσθέντα αυτονόητα. Η έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη στο Σπίτι της Κύπρου (Ηρακλείτου 10, Κολωνάκι), δανείζεται τον τίτλο της από αυτό το συμπυκνωμένο αίτημα, όπως στέκει χρονικά προσδιορισμένο από τους αγώνες κατά της δικτατορίας και ταυτόχρονα αχρονικό στην οικουμενικότητά του. Το δίπολο ανάμεσα στο παρελθόν ως ιστορία και μνήμη από τη μία και τα διδάγματα της ως παρόν από την άλλη, διατρέχει το σύνολο της έκθεσης. Όπως σημειώνει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης: «Σήμερα που μετράμε τις απώλειές μας, η τέχνη θα αναζητήσει τις αλήθειες της με το βλέμμα στην ιστορία και τα διδάγματά της. Το προσκλητήριο των απόντων είναι μαζί και προσκλητήριο των παρόντων και ενεργών πολιτών και δημιουργών.»

Μια συμβίωση

Η έκθεση απλώνεται σε δύο ορόφους και αποτελείται στη μεγάλη της πλειοψηφία από έργα φτιαγμένα από ακριλικό σε ξύλο. Τα δύο στοιχεία που επικρατούν, είναι η πολυχρωμία και η αναφορά. Μια πολυχρωμία που βρίσκεται συχνά στα όρια του τυχαίου αφηρημένου της παλέτας, με μυτερές στην όραση αντιθέσεις και μια αναφορά πολλαπλή μέσα από ντοκουμέντα, σύμβολα και συνθέσεις. Μέσα από εικόνες και βλέμματα, η ιστορία αναπαρίσταται με το χρόνο παραμορφωμένο καλειδοσκοπικά.
Τα έργα, σχεδόν στο σύνολό τους, καταγράφουν μια συμβίωση. Έτσι στην ίδια επιφάνεια συναντούμε νεκρές φύσεις που αναπαριστούν τροφές: πιπεριές, αχλάδια, σκόρδα και κυρίως κομμάτια από ψωμί, το διατροφικό πυρήνα, το ελάχιστο που χρειάζεται για την επιβίωση. Ταυτόχρονα το χώρο της επιφάνειας μοιράζονται αιτήματα, αγωνιστές και θύματα. Ο Βελουχιώτης, οι 200 της Καισαριανής, ο Μπελογιάννης, ο Πλουμπίδης, ο Λαμπράκης. Ντοκουμέντα της εποχής αναπαριστούν και αναφέρονται. Πορτρέτα, φωτογραφίες και άρθρα, το ανώνυμο και το επώνυμο, οι στιγμές της πρόσφατης ιστορίας. Το 1 1 4, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η φρίκη της Μακρονήσου, το Πολυτεχνείο. Ανάμεσά τους οι προσωπικοί ήρωες του ζωγράφου, ο Ματίς, ο Ένσορ, ο Βαν Γκογκ. Έλληνες ποιητές, όπως ο Ρίτσος, ο Καρυωτάκης και ο Βάρναλης, αλλά και πρόσωπα αγαπημένων ξένων όπως ο Μπέκετ, ο Κάφκα, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπρεχτ και ο Ρεμπό. Νεκροί ήρωες συμβιώνουν με τις νεκρές φύσεις, το καθημερινό που πέρασε, συμβαίνει ταυτόχρονα με το καταγεγραμμένο σημείο της ιστορίας, η γεύση της κάθε μέρας, γίνεται και αυτή ιστορία.


Σπαράγματα μνήμης

Η έκθεση έχει την αποσπασματικότητα της ίδιας της μνήμης, εντοπισμένη στο σημείο και ταυτόχρονα απλωμένη στο τυχαίο της ανάμνησης. Ανάμεσα στις εικόνες, συναντάς ένα γυναικείο χέρι, ένα μέτρο σπασμένο, μια υψωμένη γροθιά. Μια φωτογραφία από την ουγγρική επανάσταση του 1956 καταγράφει τα πόδια από το κομμένο άγαλμα του Στάλιν σταθερά στο βάθρο και λίγο πιο κάτω, σε στάση σχεδόν παράλληλη, τα πόδια ενός αρχαιοελληνικού αγάλματος. Σπαράγματα του αρχαίου εμφανίζονται ξαφνικά, σαν ένα τυχαίο αγγείο σπασμένο, μια συνάντηση μέσα στο χώμα. Όλα στην όραση φανερώνονται κομματιαστά, ο Προμηθέας και ο αετός, το αινιγματικό μειδίαμα ενός κούρου. Η μνήμη αναπνέει με τρόπο αναπάντεχο. Έτσι συναντούμε ανάμεσα στις παραθέσεις τον Μιαούλη, τον άγιο Σεβαστιανό, τον Διονύσιο Σολωμό και σε σημεία της έκθεσης μερικούς μικρούς πίνακες, σε απλές αποχρώσεις του γαλάζιου, να βγάζουν μέσα από τους χρωματικούς τόνους την αίσθηση και χρώμα του τόπου. Μια από τις εντονότερες στιγμές: το γράμμα του καταδικασμένου σε θάνατο Γιάννη Ζαφειριάδη, με ημερομηνία 11-3-1949. «Πολυαγαπημένη μου μητερούλα… Ο πόνος που σου προξένησα… χωρίς να το θέλω εγώ… γλυκιά μου μανούλα… Σφίξε την καρδιά… παιδιά σου θα είναι όλα τα παιδιά του λαού…»

Μια μοίρα χωρίς τέλος

Ανάμεσα στους πίνακες η όραση συναντά μια σειρά αντικειμένων, τοποθετημένα εκτός καθημερινού και χρηστικότητας, συμβολοποιημένα στη νέα τους σήμανση: μια φάκα, ένα φτυάρι, μια βροχή από καρφιά σκουριασμένα και ένα δρεπάνι και τόσο συχνά η συνάντηση με ένα κομμάτι βελούδου κατακόκκινου σαν το αίμα της πρόσφατης ιστορίας. Τα πλαστικά πιάτα των πάρτι, γίνονται και αυτά καμβάδες. Μια σακούλα μανάβη, μια πίτσα, ένας κακόγουστος ζωγραφισμένος τουρισμός, γίνονται καθημερινές χειρονομίες της εικόνας.
Η έκθεση λειτουργεί ως μια υπενθύμιση για τους παλαιότερους και ως ένα κάλεσμα προς τους νεότερους με σκοπό να θυμηθούν τις αβίωτες μνήμες. Ο θεατής κρίνει μέσα από την παράθεση και ταυτόχρονα βιώνει το παιχνίδι του τυχαίου συνδυασμού και της αναπάντεχης σύνθεσης. Μα το έργο συνεχίζεται και εκτός της έκθεσης. Ο αέρας, μέσα από την ανοιχτή πόρτα του κτιρίου κοντά στο τέρμα της Σόλωνος, φέρνει στο χώρο τις φωνές από τη γειτονική πλατεία Συντάγματος και τις συνδυάζει με τα έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη, υπενθυμίζοντας μας την ιστορία της πλατείας, της πόλης, της χώρας και του αρχικού συνθήματος, υπενθυμίζοντας μας την μοίρα των αγώνων, μια μοίρα που τελικά δεν λαμβάνει τέλος. (Η έκθεση διαρκεί μέχρι τις 25 Ιουνίου).

(στην εφημερίδα εποχή)

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά




Την προηγούμενη Κυριακή, γράφοντας για τον πρόσφατα χαμένο Gil Scott Heron, βρέθηκα μπροστά στον πειρασμό να μεταφράσω το γνωστότερο τραγούδι/ποίημα του, «The revolution will not be televised». Το πλήθος όμως τον αναφορών, σε χρόνους, τόπους και γεγονότα απόλυτα συγκεκριμένα και, πιο πολύ, η άγνοια μας για τις συγκεκριμένες συνθήκες και θερμοκρασίες, έκοβε όλη την ένταση, έκρυβε το ίδιο το κουκούτσι του τραγουδιού. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια παράλληλη ανάπτυξη με το αρχικό κείμενο, μια προσπάθεια να μεταδοθεί η τότε οργή στη σημερινή απελπισία. Μια μεταγραφή που κρατά τα ελάχιστα μα επιθυμεί να μιλήσει για τις αρρώστιες, τους φόβους και τις ελπίδες των δικών μας ημερών, μεταφράζοντας μόνο την αρχή και το τέλος του τραγουδιού, με πλάγια γράμματα. Μακάρι η συγκεκριμένη κίνηση να μην κριθεί υπερφίαλη ή, πολύ περισσότερο, ασεβής...

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Δεν θα μπορέσεις να κάτσεις σπίτι αδερφέ μου,
δεν θα μπορέσεις να συνδεθείς, να ανάψεις, να παραιτηθείς.
Δεν θα μπορέσεις να πετάξεις τον εαυτό σου στην πρέζα και να ξεχαστείς,
να κάνεις ένα διάλειμμα για μπίρα ανάμεσα στις διαφημίσεις.
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Η επανάσταση δεν θα βάλλει τον ασθενή στο γύψο,
δεν θα σε αποκαλέσει κοπρίτη, Pig, τζαμπατζή, τεμπέλη, γνωστό ή άγνωστο.
Η επανάσταση δεν θα μιλήσει για τοκοχρεολύσια, σπρεντς, δάνεια και υποσχέσεις,
δεν θα σου δείξει δείκτες μαγειρεμένους, οίκους αξιολόγησης,
την ενοχή που τώρα πρέπει να δεχτείς, να ζήσεις, να αγαπήσεις, με το γόνατο της στο σβέρκο σου
Δεν θα σου πει πως ζούσες περισσότερο απ’ όσο μπορούσες,
πως ανέπνεες περισσότερα απ’ όσα χωρούσαν στο πνευμόνι σου
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Η επανάσταση δεν θα σου δείξει πολιτικούς να νίβουν τα χέρια τους
και ύστερα να τα σκουπίζουν σε ψηφοδέλτια.
Μεγάλες ελλάδες, ισχυρές ελλάδες και μια ολυμπιακή φλόγα να καίει
ό,τι έμεινε όρθιο από το χειροκρότημα
Δεν θα δεις το μενού των πολιτικών συνεδρίων, αδερφέ μου,
μόνο τη δηλητηρίαση της τροφής τους.
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Η επανάσταση δεν θα σου δείξει ηθοποιούς, τραγουδιστές, και ημίγυμνες διαθέσεις
να σέρνουν την επιτυχία τους σε αγουροξυπνημένους πρωινούς καναπέδες,
κουβέντες άδειες σαν κουφάλα δοντιού
δεν θα δεις τους φριχτούς ρήτορες στις ειδήσεις των 8,
το ειρωνικό χαμόγελο πίσω από τα μπότοξ, το δάχτυλο να σηκώνεται,
ζωγραφίζοντας βεβαιότητες και προστακτικές
Η επανάσταση δεν θα σου δείξει τη ματαιόδοξη σιωπή αυτών που έχουν δίκιο
Δεν θα δεις μια φοβισμένη οργή
Αλλά μια κραυγή έστω, να ζυγίζει όσο χίλιες κραυγές
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Δεν θα υπάρξουν πλάνα γουρουνιών να πυροβολούν αδέρφια σε στιγμιαία επανάληψη Δεν θα υπάρξουν πλάνα γουρουνιών να πυροβολούν αδέρφια σε στιγμιαία επανάληψη
δεν θα δεις μπάτσους να ανοίγουνε κεφάλια,
να πυροβολούν παιδιά στο κέντρο της πόλης,
τις λάμες τον φασιστών να χαράσσουν μίσος σε σκούρο δέρμα
Δεν θα δεις μετανάστες, δεν θα δεις ξένους
γιατί κανείς δεν θα είναι ξένος αδερφέ μου.

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Η επανάσταση δεν θα σου δείξει την απάνθρωπη φιλανθρωπία τους
Δεν θα δεις να μαζεύει χρήματα για τους πεινασμένους κάποιας ηπείρου,
εξαντλώντας ένα τραγούδι φάλτσο
Η επανάσταση δεν θα σε συμφιλιώσει με 1000 προφίλ διαδικτυακά
Δεν θα σου λιώσει την όραση σε οθόνες, χτυπώντας τα πληκτρολόγια της πλήξης.
Η επανάσταση δεν θα κολακέψει τις χαμένες μέρες σου, τη σκόρπια σου ανάσα
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα λευκάνει τα δόντια σου,
Δεν θα σου προσφέρει μια ομορφιά φαγωμένη από την πούδρα
δεν θα σου προσφέρει εκπτώσεις, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια,
η επανάσταση δεν θα σου ανοίξει λογαριασμό στις καταθέσεις της απελπισίας
θα δανειστεί μόνο όσα χρωστάς στην παραφορά της ελπίδας
η επανάσταση δεν θα σου δώσει 10+1 τρόπους να ερωτευτείς,
10+1 τρόπους να αδυνατίσεις,
10+1 τρόπους να ζήσεις ή να πεθάνεις
Δεν θα μπορέσεις να τηλεφωνήσεις πληρώνοντας έξτρα,
ζητώντας την τύχη σου, το ταίρι σου ή απλά μια φωνή στην άλλη άκρη της ησυχίας
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά

Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Δεν θα δεις το παρελθόν να κληρονομεί σύφιλη στο μέλλον
Δεν θα δεις το ξημέρωμα να έρχεται πάντα στην ώρα του,
Σε τι θερμοκρασία βράζει ο φόβος και ποια βροχή φέρνουν οι ατμοί του αδερφέ μου;
Θα δεις το μη ανεστραμμένο είδωλο σου, δίπλα σου σε ένα σώμα και μια ανάσα,
σε έναν δρόμο και μια πλατεία,
θα δεις ποιήματα να τρέχουν από το μελάνι πίσω στο αίμα, δάκρυα εξεγερμένα,

θα δεις χίλιους φιμωμένους αγγέλους να τραβάνε το καζανάκι της ιστορίας
Θα δεις τον ουρανό να τρίζει απ’ το βάρος.
Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά
Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, η επανάσταση δεν θα είναι θέαμα σε επανάληψη αδερφέ μου, η επανάσταση θα γίνει ζωντανά.

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΊΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Η Αμερική του Gil Scott Heron



«Τραγουδώ και εγώ την Αμερική, είμαι ο πιο σκούρος αδερφός, όταν ο κόσμος μας επισκέπτεται με στέλνουν να φάω στην κουζίνα, αλλά εγώ γελάω και τρώω καλά και μαζεύω δυνάμεις, αύριο όταν έρθει ο κόσμος θα είμαι στο τραπέζι, κανείς τότε δεν θα τολμήσει να μου πει: «πήγαινε στην κουζίνα», άλλωστε θα δουν πόσο όμορφοι είμαστε και θα νοιώσουν ντροπή. Είμαι και εγώ η Αμερική».
Κάθε απώλεια μας αναγκάζει να μετράμε το παρελθόν, να ζυγίζουμε τις διαδρομές που μας έφεραν μέχρι εδώ, να εκτιμούμε όσα κερδίσαμε και όσα χάσαμε, όλα τα υλικά που σχημάτισαν τον καιρό μας. Η απώλεια του Gil Scott Heron μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε με την κληρονομιά που άφησε πίσω του. Τα τραγούδια, τα ποιήματα τον τρόπο που άλλαξε τους τρόπους, την όραση της αμερικανικής συνείδησης. Ο Heron μίλησε για τη μαύρη Αμερική όσο ελάχιστοι, με τρόπο που ελάχιστοι κατάφεραν, περιέγραψε το αφρικανικό κομμάτι της, όχι σαν κάτι περιθωριακό αλλά ως κομμάτι ισότιμο, περήφανο για την κληρονομιά του, έτοιμο για τα προβλήματά του. Τα γκέτο, οι μαύροι πάνθηρες, ο Μάλκομ Χ, η μεγάλη παράδοση της Τζαζ, της σόουλ και της μαύρης λογοτεχνίας, έγιναν υπόθεση μιας ολόκληρης χώρας.
«Δεν θα μπορέσεις να κάτσεις σπίτι αδερφέ μου, δεν θα μπορέσεις να συνδεθείς, να ανάψεις, να παραιτηθείς. Δεν θα μπορέσεις να πετάξεις τον εαυτό σου στην πρέζα και να ξεχαστείς, να κάνεις ένα διάλειμμα για μπίρα ανάμεσα στις διαφημίσεις. Γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά.»

Ήρωας της καθημερινότητας

Ο Gil Scott Herron γεννήθηκε στο Σικάγο το 1949. Ο πατέρας του γνωστός και ως «το μαύρο βέλος», υπήρξε ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που έπαιξε στη Σκοτία, στην ομάδα της Σέλτικ. Στην ηλικία των 2 οι γονείς του χωρίζουν και ο Heron, μετακομίζει στο Τενεσί με τη γιαγιά του και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη. Στο σχολείο θα καταφέρει να εντυπωσιάσει τους καθηγητές με τα κείμενα του και να κερδίσει μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο. Θα επιλέξει το «μαύρο» πανεπιστήμιο του Λίνκον, στο οποίο σπούδασε ένα από τα είδωλά του, ο αφροαμερικάνος Lanston Hughes, μια από τις σημαντικότερες φωνές της τζαζ ποίησης. Ο Hughes αλλά και γενικότερα η «αναγέννηση του Χάρλεμ» θα επηρεάσουν σημαντικά τον Heron, τόσο ως γραφή όσο και ως ανάγνωση της ταυτότητάς του. Οι μαύροι ήρωες της δύσκολης καθημερινότητας, η φτώχεια και τα μπλουζ, θα γίνουν κομμάτια και της δικής του τέχνης, σε ποιήματα, μυθιστορήματα και τελικά τραγούδια.
«Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί από το Schaefer Award Theatre, δεν θα πρωταγωνιστούν ο Στιβ Μακούιν ή η Νάταλι Γουντ, η επανάσταση δεν θα δώσει στο στόμα σου σεξαπίλ, η επανάσταση δεν θα ξεφορτωθεί τα σπυράκια, η επανάσταση δεν θα σε κάνει να μοιάζεις τρία κιλά πιο λεπτός, γιατί η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά αδερφέ μου».
Το 1970 ο Heron θα κυκλοφορήσει τον πρώτο του δίσκο το «Small Talk at 125th and Lenox» και έναν χρόνο μετά τον καλύτερο ίσως δίσκο του το «Pieces of a Man». Στους δίσκους αυτούς θα εμφανιστεί και το διασημότερο τραγούδι του το «Τhe revolution will not be televised». Στο τραγούδι αυτό η απάθεια μπροστά στην τηλεοπτικοποιημένη κατανάλωση θα συνδεθεί με το φυλετικό θέμα, τις δολοφονίες, το ρατσισμό και την κατάσταση στη μαύρη αμερικανική κοινότητα. Μέχρι το 2010, ο Gil Scott Heron, θα κυκλοφορήσει 15 δίσκους με τελευταίο το εξαιρετικό «I’ m new here», to 2010.

Ποίηση για τις μάζες

«Δεν θα υπάρξουν πλάνα γουρουνιών να πυροβολούν αδέρφια σε στιγμιαίο ριπλέι και οι γυναίκες δεν θα ενδιαφέρονται για το αν ο Ντικ τα έφτιαξε με την Μέι σε κάποια σαπουνόπερα, γιατί ο μαύρος άνθρωπος θα βγει στον δρόμο ζητώντας μια καλύτερη μέρα. Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά.»
Η μουσική του Gil Scott Heron, αποτελεί έναν εκλεκτικισμό των μαύρων ήχων της Αμερικής, μια μίξη φανκ, τζαζ, σόουλ και ρυθμικής απαγγελίας. κυρίως όμως η μουσική του αποτέλεσε ένα όχημα μεταφοράς και μετάδοσης στίχων και νοημάτων. Σήμερα από πολλούς θεωρείται ένας από τους πρώτους ραπ καλλιτέχνες. «Αφού τα πράγματα αλλάζουν, το ίδιο πρέπει να γίνει και με τα εργαλεία που χρησιμοποιείς για να τα περιγράψεις και για να εκφραστείς», έλεγε ο ίδιος σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του.
Πάνω απ’ όλα ο Gil Scott Herron παρέμεινε ποιητής. Και όμως η ποίηση του δεν ήταν μια υπόθεση εσωτερική, αλλά μια ποίηση για τις μάζες, μια ποίηση πιο ευρύχωρη στο ρυθμό ενός τυμπάνου, απ’ ό,τι στο ελάχιστο χώρο του χαρτιού, περιγράφοντας πάντα τις μεταμορφώσεις της οργής. Με όρους πολιτικούς, συναισθηματικούς, με όρους μιας τέχνης τόσο προσωπικής στην απλότητά της. Ο Gil Scott Heron πέθανε στις 27 Μαΐου στα 62 του χρόνια. Όπως, όμως, είπε και ο ίδιος η επανάσταση θα είναι ζωντανή…

The revolution will not be televised, will not be televised,
will not be televised, will not be
televised.
The revolution will be no re-run
brothers;
The revolution will be live


(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Σημειολογία της ελπίδας: Η ποίηση του Χ. Σ. Κρεμνιώτη



Μετουσίωση της μνήμης

Στην Κυριακή

Βγάζω από την απόσταση τη νύχτα και
Πέρα απ’ τις μορφές που καινούργιες προβάλλουνε
Βλέπω
Να συλλαμβάνει ο κόσμος
Τη μορφή σου
Σαν πέτρα διαμελίστηκε
Η καρδιά που σκορπίστηκε,
Φωλιές, γεννώντας, μεσοπέλαγες
Και μνήμες θέλησης
Αυτόχθονες θα τις σκηνώνουν κρατώντας
Εμένα
Μακριά απ ‘τα κομμάτια μου

Αυτό που δεν θυμούνται, μα το λένε ουρανό,
Στέκει σαν στάχτη που δεν πέφτει
Ωχρός
Σαν έφηβος που τάισε το ένστικτο του (η ψυχή
Θυμιδίες στα έλη της σήψης δεν
είναι
μια κιτρινίλα μες στο γκρι του γκρίζου)

Το αίμα
Νωπό
Μες απ’ τα νύχια των εδώ ηγεμόνων
Μεσουρανεί
Στη φωνή μου σαν στέμμα:

Αθώοι, Αθώοι, Αθώοι

(Αυτές οι πόλεις
Δεν σε χωρούν εάν στοχαστείς την αθωότητα
Μα φτάνω
Από την άτρωτη Πλευρά του Κόσμου
Όπου η Φωτιά είναι απλούστατο
Φως
Και η σάρκα που σκορπίστηκε, γίνεται Σώμα)


Ο Χρίστος Κρεμνιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Έκανε ημιτελείς σπουδές φυσικής στο πανεπιστήμιο της Ρώμης και παρακολούθησε μαθήματα ποίησης και μουσικής στη Ρώμη και την Αθήνα. Το 2008 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλανόδιον το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ώριμο σπέρμα» ενώ ένα χρόνο μετά, ακολούθησε το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Εφηβεία του Μπλε» από τις εκδόσεις Οδός Πανός.
Η ποίηση του Χ.Σ. Κρεμνιώτη είναι μια ποίηση απαιτητική. Συγγενής με τον ιταλικό ερμητισμό του Κουαζίμοντο και του Ουνγκαρέτι, όσο και τη φωνή του Γιώργου Σαραντάρη, η ποιητική αυτή γλώσσα ενώνει τα στοιχεία της δυτικής κληρονομιάς του μοντερνισμού, με τις ιδέες και το λεξιλόγιο των πατερικών κειμένων και της παράδοσης των μυστικών του ορθόδοξου χριστιανισμού. Και στα δύο βιβλία ανάμεσα στα ποιήματα παρεμβάλλονται τα «περάσματα», ποιητικά κομμάτια που χωρίζουν, δομούν και τελικά δίνουν συνολική μορφή στα δύο ποιητικά βιβλία.
Τα υλικά της ποίησης του Κρεμνιώτη στην πρώτη ανάγνωση μοιάζουν απλά. Ο ποιητής δεν προτιμά τα μεγάλα σχήματα, τις περίπλοκες ποιητικές, τη φανταχτερή λέξη και εκφορά. Η στίξη συχνά αποφεύγεται χωρίς να αποκλείεται. Αντίθετα αρχιτεκτονεί την απλότητα, για να στοχεύσει σε κάτι πιο σύνθετο (Ζητάω τη γεωμετρία σου τέλος\ της έκρηξης). Να μιλήσει για εκείνη την ευκρίνεια των αρχικών θεμάτων, των πρωταρχικών αναζητήσεων: ζωή, αγάπη, θάνατος, ομορφιά. Τα ποίημα προσπαθούν να διανύσουν τη μέγιστη απόσταση μέσα στον ελάχιστο χώρο. Η πραγματική έκταση, ο πραγματικός ρυθμός βρίσκονται μέσα στη σημασία της κάθε λέξης.

Νοσταλγός του ασύλληπτου

Στη συγκεκριμένη ποιητική το δεύτερο πρόσωπο συναντιέται σχεδόν εξίσου συχνά με το πρώτο. Η ίδια η ποίηση μετατρέπεται σε μια χειρονομία περιγραφής και αφής του Άλλου. Πολύ περισσότερο από το να σημαίνει, υπονοεί( ψιθυρίζοντας μόνο λέγεται η αλήθεια\ σσς….\ δεν γεννήθηκε τίποτε ακόμα.) Τα δύο αυτά βιβλία μας περιγράφουν μια πληγή (Είμαι μόνος.\ Σαν εμένα.). Μια πληγή στο πρόσωπο, την κοινωνία, τον κόσμο κατακερματισμένο σε ένα ατελείωτο επιμέρους. Η ίδια η ποιητική πράξη μοιάζει σε αυτές τις σελίδες με την προσπάθεια άρσης πάνω από το τραύμα, μια επούλωση, μια πολλαπλή συμφιλίωση με το χθες, το έξω, το αύριο.
Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ποιητικό επαναπροσδιορισμό των πραγμάτων (Άκου: κραυγή είναι η λήθη), (ο έρωτας\σιωπή που επιστρέφει). Οι ορισμοί αυτοί δεν περιγράφουν το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται όσο το υποκείμενο από το οποίο πηγάζουν, τον τρόπο που το υποκείμενο κοινωνεί το σύμπαν, από το άπειρο μέχρι τον σε ελάχιστη απόσταση διπλανό.
Ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τη σύγκρουση των αντιθέτων, ψάχνει το θαύμα ανάμεσα στο φως και το χώμα (ώριμο σπέρμα\... \ πέφτοντας\ σκορπίζει έναστρο χώμα). Τα ποιήματα μοιάζουν να μετεωρίζονται στο σύνολό τους, ανάμεσα στη λογική, το σώμα, την ύλη απλωμένη στην πιο ξεκάθαρη μορφή της από τη μία και από την άλλη στη μεταφυσική, την πνευματικότητα και το συναίσθημα. Όμως η ποίηση υπερβαίνει τον ορθολογισμό και οι συγκρούσεις αυτές δεν γίνονται ορατές σαν διαχωρισμός, αλλά σαν ενότητα. Εκεί που τα αντίθετα τελικά συμφιλιώνονται μέσα από ένα νέο που έρχεται από παλιά. Έτσι τα αντίθετα συνυπάρχουν πάντα σε κίνηση, ακόμα και εκεί που η λογική δεν το επιτρέπει. Στο σημείο αυτό, ο ποιητής (όπως ο Κρεμνιώτης περιγράφει στους στίχους του) γίνεται ένας νοσταλγός του ασύλληπτου.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Για την υπεράσπιση των καταλήψεων



Τις τελευταίες ημέρες, βιώνουμε μια κατάσταση πολλαπλής αγριότητας, ακολουθούμενη από την καταστολή της αστυνομίας. Μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να γίνει αποδεκτή η καταστολή είναι μια πολλαπλή εξίσωση από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο και το λόγο των καναλιών. Έτσι οι εργατικές πορείες ή οι πορείες διαμαρτυρίας κατά της καταστολής ταυτίζονται με τα ρατσιστικά πογκρόμ, η εγκληματικότητα ταυτίζεται με τη μετανάστευση, η Χρυσή Αυγή με τις αριστερές οργανώσεις και πρόσφατα οι αφισοκολλήσεις ταυτίστηκαν με την τρομοκρατία (όταν την Τρίτη έγιναν μαζικές προσαγωγές κατά τη διάρκεια αφισοκόλλησης). Οι καταλήψεις ταυτίζονται με φωλιές του κακού, εστίες βίας και επικινδυνότητας προς την κοινωνία, με γιάφκες πολιτικής έντασης και μη επιτρεπτού λόγου. Δύο από τις μεγαλύτερες καταλήψεις του κέντρου, αυτή της Βίλλας Αμαλίας και αυτή της Σκαραμαγκά, δέχτηκαν πολλαπλές επιθέσεις τις τελευταίες μέρες, άλλοτε από την αστυνομία, άλλοτε από την άκρα δεξιά και άλλοτε από συντονισμένες κινήσεις των δύο. Ποια είναι η πραγματική φύση των καταλήψεων, ποια η πολιτική τους αναγκαιότητα και η σημασία τους και τελικά προς τι η αγριότητα στην προσπάθεια παύσης τους;

Ανάγκη
για κοινωνικοποίηση

Σε παγκόσμια κλίμακα, οι καταλήψεις ξεπερνούν κατά πολύ τους μικρούς αριθμούς. Καταλήψεις ανθίζουν παντού, ανεξαρτήτως κοινωνικής πραγματικότητας, πολιτισμού ή κουλτούρας. Από την Κένια μέχρι το Κεμπέκ, από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Κυψέλη και το Χαλάνδρι. Παρά τις διαφορές τους, όλες οι προσπάθειες εμφανίζουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Σε γενικές γραμμές, οι καταλήψεις χωρίζονται σε δύο είδη: τις καταλήψεις στέγης και τις καταλήψεις που γίνονται για τη δημιουργία ενός χώρου με πολιτικά, κοινωνικά ή καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά. Και αν η πρώτη περίπτωση καλύπτει κάποιες ανάγκες που δεν χρειάζονται επεξήγηση, ποιες ανάγκες καλύπτονται από τις καταλήψεις των κοινωνικών κέντρων;
Οι καταλήψεις έρχονται να μιλήσουν ξανά για τον τρόπο που κοινωνικοποιούμαστε και βιώνουμε την πραγματικότητα στα αστικά κέντρα. Ζούμε σε πόλεις αχανείς, κυριαρχούμενες από διαμεσολαβήσεις σε κάθε επίπεδο, πόλεις που εμποδίζουν την έκφραση, τη συνομιλία, την επαφή. Οι γειτονιές έχουν μετατραπεί σε αποθήκες, οι δρόμοι σε διαδρόμους μοναξιάς, οι πλατείες και τα πάρκα σε ένα εξουθενωμένο και άχαρο φόντο της ρουτίνας. Ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα περιορίζεται, συρρικνώνεται, απαξιώνεται και χάνεται. Οι καταλήψεις είναι ένας τρόπος επαναθεμελίωσης του δημοσίου, μια πράξη που περιγράφει τις δυνατότητες, προτείνει ακόμα και μέσα στη σιωπή. Επαναδιατυπώνουν την ανάγκη για κοινωνικοποίηση, ταυτίζοντας το κοινωνικό με το πολιτικό.

Παράκαμψη
των μεσαζόντων

Η ίδια η ταυτότητα και η ουσία μιας κατάληψης βρίσκεται στη γενεσιουργό της πράξη, την κατάληψη και αναπροσαρμογή του χώρου, την αναδιανομή του δημοσίου. Η πράξη αυτή είναι μια πράξη πολιτικής ανυπακοής. Μια πράξη που αρνείται να θεωρήσει ως αυτονόητο το κοινότοπο, αμφισβητεί την ιερότητα των θεσμών και τον νόμων, νομιμοποιώντας το αναγκαίο και το αυτονόητο. Η συνέχεια και η ομαλότητα διαταράσσεται και σπάει μέσα από μια πρόταση εφαρμοσμένη, ένα εγχείρημα που περιγράφει σε μικρογραφία τις προτάσεις και τις δυνατότητες της συνεργασίας.
Οι χώροι αυτοί καταφέρνουν να εντάξουν στην πολιτική κάθε διαφορετική δραστηριότητα. Εξαιτίας της ίδιας τους της φύσης ό,τι συμβαίνει σε μια κατάληψη παίρνει το χαρακτήρα του πολιτικού. Από μια έκθεση φωτογραφίας, μέχρι μια θεατρική παράσταση, από μία πολιτική συζήτηση μέχρι ένα συσσίτιο. Ανεξάρτητα από τη θεματική της κάθε εκδήλωσης, η ίδια η πράξη της πολιτικής παράκαμψης των κάθε είδους μεσαζόντων, ορίζει το πλαίσιο στο οποίο υπάρχει ένα γεγονός. Οι πυρήνες αυτοί προτείνουν και εφαρμόζουν την ενότητα, σε ένα διαμελισμένο κόσμο, όπου οι επιμέρους κύκλοι δεν εφάπτονται.

Άνοιγμα στην κοινωνία

Σε ένα τοπίο σαν το σημερινό, επιτυχία και σκοπός μιας κατάληψης είναι η ίδια η ύπαρξή της, η συνέχειά της παρά τις όποιες δυσκολίες. Στόχος πρέπει να είναι το άνοιγμα στην κοινωνία, στη γειτονιά ώστε να γίνει κτήμα της όχι τόσο ο υπό κατάληψη χώρος, αλλά η διάθεση και η δράση που τον δημιούργησαν, η ριζοσπαστικότητα του χαμένου αυτονόητου, ο πυρήνας που επέτρεψε τη συνέχειά της κίνησης και οι αξίες που επέβαλλαν την αναγκαιότητά του: η ίδια η ουσία της πολιτικής ανυπακοής.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Humba!: Ένα διαφορετικό αθλητικό έντυπο


* Love the game. Respect the game. Reclaim the game…


Το ποδόσφαιρο, αλλά και γενικότερα ο οργανωμένος αθλητισμός, αντιμετωπίστηκε συχνά με εχθρότητα από την ελληνική αριστερά. Το νέο όπιο του λαού, όπως χαρακτηρίστηκε, αναλύθηκε συχνά ως το πλέον διαδεδομένο μέσο αποπροσανατολισμού των μαζών, εκτόνωσης της όποιας οργής, ομαδοποίησης με όρους φανατικούς μέσα στη σχετικότητά τους. και αν κάτι τέτοιο όντως ισχύει ανά περιόδους (όπως π.χ. την περίοδο της χούντας με την πορεία του Παναθηναϊκού μέχρι το Γουέμπλεϊ), η ανάλυση παραμένει απλοϊκή.
Ένα κομμάτι της καθημερινότητας με τέτοια έκταση, έχει πτυχές διαφορετικές και σύνθετες, που ορίζουν το σύνολο ως μονάδες και ως συνδυασμοί. Αθλητές, φίλαθλοι και οπαδοί, διοικήσεις και επιχειρηματίες, κρατικός και ανεπίσημος τζόγος πρωταθλητισμός και ερασιτεχνισμός συνθέτουν ένα σύνολο με αντιθέσεις, καταφάσεις και αρνήσεις. Αθλητισμός δεν είναι μόνο η επίδοση, το σκορ και η βαθμολογία, αθλητισμός είναι και τα κάγκελα των κερκίδων, τα πανό, μια ασπρόμαυρη ιστορία του παρελθόντος, ένα δελτίο ερασιτεχνικής ομάδας και ένα κακόγουστο εξώφυλλο. Ο αθλητικός Tύπος, θεωρείται συχνά εξωαθλητική παράμετρος, απλός σχολιαστής των γεγονότων. Στην πραγματικότητα τα ΜΜΕ συνδιαμορφώνουν και επηρεάζουν την ταυτότητα του αθλητισμού και μάλιστα καθοριστικά. Η Ελλάδα, συγκεκριμένα, είναι η μόνη χώρα με τόσο μεγάλο αριθμό αθλητικών εφημερίδων και μάλιστα σε μεγάλο τους ποσοστό χρωματισμένων και στραμμένων στην υποστήριξη μιας ομάδας. Τόσο συχνά τα εξώφυλλα και τα άρθρα των εφημερίδων, τα μη διασταυρωμένα τους ρεπορτάζ και η προστακτική τους κλίση, δυναμιτίζουν και φανατίζουν σπρώχνοντας κινήσεις και πράξεις. Ανάμεσα στον αχανή αριθμό των εντύπων, το περιοδικό «Ηumba!» στέκεται σαν μια ευχάριστη εξαίρεση.

Για το κοινωνικό
και πολιτικό νόημα των σπορ

Το «Humba!» ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2010 και κυκλοφορεί κάθε τέσσερις μήνες. Τον Φεβρουάριο του 2011 κυκλοφόρησε το 4ο τεύχος. Πήρε την ονομασία του από τη τελετουργία του ποδοσφαιρικού πανηγυρισμού στο τέλος μιας αναμέτρησης. Κατά τον πανηγυρισμό αυτό, οπαδοί και αθλητές γίνονται ένα, υπερπηδώντας τους διαχωρισμούς ενωμένοι μέσω του ίδιου του αθλήματος.
Όπως μας πληροφορούν οι συντάκτες του «Humba!» από το editorial του πρώτου τεύχους, το περιοδικό αυτό δεν είναι μια πρόσθεση στον κανόνα των εντύπων. «Το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας δεν αποτελεί ένα ακόμη έντυπο αθλητικής δημοσιογραφίας. Στις σελίδες του δεν θα βρείτε αποτελέσματα αγώνων, κριτική φάσεων, ανάλυση συστημάτων ή ανάλυση για το στοίχημα. Δεν θα βρείτε θέματα πιασάρικα, ούτε θέματα που εξυπηρετούν οτιδήποτε άλλο πέραν του «παιχνιδιού».»
Κεντρικό θέμα είναι η αλληλεπίδραση της κοινωνίας του αθλητισμού με την κοινωνία γενικότερα, οι σχέσεις που αναπτύσσονται, οι εξαιρέσεις στους διάφορους κανόνες και τελικά η ίδια η ουσία των σπορ. Θέματα όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, το εκρηκτικό έτος του 1968, το απαρτχάιντ, τα αμερικανικά γκέτο ή τα λατινοαμερικάνικα μπάριο περιγράφονται μέσα από την έκφρασή τους στα γήπεδα. Από τις σελίδες του περιοδικού μέχρι στιγμής έχουν περάσει θεματικές όπως ο τερματοφύλακας Λεβ Γιασίν, η γερμανική Sankt Pauli, η ποδοσφαιρική (και όχι μόνο) κόντρα ανάμεσα στη Γιουβέντους και την Τορίνο, αλλά και η πρόσφατη απεργία των Ελλήνων καλαθοσφαιριστών. Αφιερώματα στα ποδοσφαιρικά κόμιξ, στα αγγλικά γηπεδικά φανζίν, αλλά και κείμενα του Μανώλη Αναγνωστάκη για το ποδόσφαιρο, συνεντεύξεις με τον Τόνι Νέγκρι αλλά και τον Julious Erving.

Ο οπαδός ισάξιος του αθλητή

Στις σελίδες του περιοδικού η κερκίδα αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζεται και το γήπεδο. Ο οπαδός, έχει εδώ θέση ισάξια με αυτή του αθλητή, ως αναπόσπαστο κομμάτι της όλης διαδικασίας. Η έκφραση εντός και εκτός γηπέδου, οι αντιδράσεις, η κοινωνική καταγωγή των οπαδών έχουν την ίδια σημασία με τους τελικούς τις ήττες και τις νίκες των ομάδων: «Οι απόψεις των «παιδιών της κερκίδας» για αυτό που βλέπουν και αγαπούν, είναι εξίσου σημαντικές για εμάς με δηλώσεις παικτών, προπονητών ή άλλων παραγόντων για το «παιχνίδι». Το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον της «οπαδικής κουλτούρας» είναι ζήτημα μείζονος σημασίας.»’
Βασικό προτέρημα του περιοδικού εγχειρήματος, είναι πως τελικά συνδέει την εξαίρεση του αθλητικού κανόνα όπως αυτός καταγράφεται από τα ΜΜΕ ή τον δημόσιο λόγο, με την αυθόρμητη ανάγκη προς το παιχνίδι, την αθωότητα της αλάνας, το μυθικό της ανάμνησης, τη σημασία του οπαδού, το ιδιωτικό όνειρο μιας παρέας πάνω από την τσόχα του Σουμπούτεο. Και τελικά καταφέρνει να αποδείξει πως με τρόπους τελείως διαφορετικούς το «παιχνίδι» είναι κάτι που μας αφορά όλους.
Η κεντρική διάθεση του περιοδικού γίνεται από το βιβλιοπωλείο Αλφειός (Χαριλάου Τρικούπη 22), ενώ διατίθεται και στα βιβλιοπωλεία του κέντρου της Αθήνας, στη Θεσσαλονίκη, το Βόλο¨, τα Γιάννενα και άλλες πόλεις της Ελλάδας.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Η βιβλική οργή της νέας γενιάς και η ηλεκτρονική της έκδοση


Ζ. Δ. Αϊναλής: Η σιωπή της Σίβας
(ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Βακχικόν»)




Και πόσες νύχτες έρημος
σε στάσεις λεωφορείων
Και πόσες πόλεις έρημος
τις νύχτες στις γωνίες
Και ποια παράθυρα κλειστά
μες τη βροχή να τρέμω
Ποια μάτια ξένες γυναίκες μακρινές το γάλα τ’ αγωγιάτη
Ποια στύση στο καυλί
τον πόνο της εσπέρας
Ποια χέρια στα γόνατα
αγκαλιάζοντας
Στο στήθος ποιου εαυτού σκιά μου;
«Η σιωπή της Σίβας»

Ο Ζήσης Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κάνει διδακτορικό στη Βυζαντινή Ιστορία και Φιλολογία στο Παρίσι όπου και διαμένει μόνιμα. Το 2006 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ηλεκτρογραφία» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το 2008, από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το βιβλίο «Αποσπάσματα». Μεταφράσεις και δοκίμιά του έχουν εκδοθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Επίσης ο ποιητής διατηρεί το blog Κενός Τίτλος, χώρο δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων παλαιοτέρων κειμένων (moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com).

«Η σιωπή της Σίβας» αποτελεί ένα έργο πρωτότυπο τόσο ως προς το ποιητικό της υλικό όσο και ως προς το εκδοτικό εγχείρημά της. Μέσα από την ανάγνωση παλαιοτέρων κειμένων, δοκιμάζεται μια ανακατασκευή μύθων ώστε η νέα τους σήμανση να περιγράψει ένα καινούργιο, σύγχρονο περιεχόμενο. Η φωνή που μιλάει τα ποιήματα, είναι αυτή του Βασιλέα Σολομώντα, βιβλικού προσώπου και φερόμενου ως συγγραφέα βιβλικών κειμένων. Η Σίβα του τίτλου είναι η βασίλισσα του Σαβά, για την οποία, σύμφωνα με το θρύλο, ο βασιλέας έγραψε το Άσμα Ασμάτων. Τρίτο πρόσωπο του κειμένου, είναι ο Μενελίκ, γιος του Σολομώντα και της Σίβας και πρώτος βασιλιάς της Αιθιοπίας. Το κείμενο αντλεί της αναφορές από ένα σύνολο θρησκευτικών κειμένων όπως τα βιβλία της παλαιάς Διαθήκης, καθώς και από την Kebra Nagast, αιθιοπικό έπος και θρησκευτικό βιβλίο των Ρασταφάρι. Η διακειμενικότητα και η αναφορά στο πολλαπλό των μύθων δεν είναι πρωταρχική, η γνώση τους δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάγνωση ίσως ούτε για την κατανόηση του κειμένου, αλλά περισσότερο ένα έδαφος πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί το βασικό θέμα του βιβλίου, η σύγκρουση των γενεών και η προδοσία της νεότερης γενιάς από την παλαιότερη.

Ιερή οργή

Το κείμενο αποτελεί ένα «ιερό» παιχνίδι με σχεδόν ξεχασμένα υλικά. Η γλώσσα του έργου μέσα στην έλλειψή της κατασκευάζει το πεδίο της σύγκρουσης. Σιωπές, αφαιρέσεις, η ασφυκτική συγκατοίκηση του μακρινού μυθικού παρελθόντος με εικόνες σημερινής ρουτίνας, η ταυτόχρονη λέξη του θρησκευτικού βιβλίου και η επιθετικότητα της σημερινής βλαστήμιας συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ιερού κλίματος, βγαλμένου από την οργή του παρόντος και του ακυρωμένου μέλλοντος. Το αχρονικό παρελθόν, μέσα από τη μυθολογία υπάρχει όχι μέσα σε μία στιγμή, αλλά στην οικουμενικότητα της στιγμής. Έξω από το χρόνο το γεγονός γίνεται επίκαιρο. Η σύγχρονη πολιτική κατάσταση και το κληροδοτημένο αβέβαιο είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές. Η οργή μέσα από μια γλώσσα συχνά βιβλική, αποκτά την ένταση μυθικού κατακλυσμού. Όχι ως παράπονο αλλά ως κραυγή, η νεότερη γενιά απευθύνει την ποίηση της προς την γενιά που την καταδίκασε: «Πόσες και πόσες φορές δεν μ’ έβαλε ο πατέρας μου ν’ αποστηθίσω ψόφιους στίχους;/ και τι έφταιγα εγώ για κείνον; / Για τη δική του άρνηση, για τα δικά του όχι;/ Για τη δική του μίζερη σιωπή, για την υποταγή του;/Για το σκυφτό κεφάλι του, για την παραίτησή του;»

Η ηλεκτρονική έκδοση

Με το συγκεκριμένο εγχείρημα το περιεχόμενο του βιβλίου έρχεται να συναντήσει την εκδοτική του υπόσταση, ως μια διπλή περιγραφή αλλά οριακά και ως μια απάντηση. Η τέχνη και οι φορείς της αποτελούν κομμάτια της κοινωνίας και αναπόφευκτα υπάρχουν μέσα στα πλαίσια που αυτή επιτρέπει και επιβάλλει.
Η καλλιτεχνική διάσταση δεν αποτελεί μια εξαίρεση της κοινωνίας και της πλήρους περιγραφής της με οικονομικούς όρους, αλλά μια παράδοξη και απόλυτη επιβεβαίωση των όρων που ισχύουν συνολικά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Η ίδια η τέχνη εδώ και καιρό δεν ορίζεται από τους δημιουργούς της, αλλά πολύ περισσότερο από τους διακινητές της. Εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά, γκαλερί, θέατρα λειτουργούν όχι μόνο ως διαμεσολαβητές αλλά ως κυρίαρχοι που επιβάλλουν απόλυτα την αισθητική, την πολιτική και τελικά την ίδια την υπόσταση του έργου. Το εμπόριο του βιβλίου και ακόμα περισσότερο οι τρόποι με τους οποίους υπάρχει επιβάλλουν την οικονομική διάσταση ακόμα και στο περιεχόμενο των έργων. Και δεν υπάρχει καμία κριτική που να μπορεί να μιλήσει δυνατότερα από την σιωπή που επιβάλλει η απόρριψη ενός έργου. Όταν μάλιστα η απόρριψη αυτή προκύπτει όχι με λογοτεχνικά κριτήρια αλλά με κριτήρια εμπορίου, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια ποιοτική υποβάθμιση. Η άτυπη ταρίφα που πρέπει να πληρώσει ένας ποιητής για την έκδοση ενός βιβλίου ποίησης, φτάνει σήμερα τα 3.000 ευρώ. Χωρίς κανένα άλλο κριτήριο, ο εκδότης επιβάλλει τη συνύπαρξη της σιωπής όσων δεν έχουν να πληρώσουν με το θόρυβο των άπειρων καλοπληρωμένων εκδόσεων σε ένα ασύμμετρο ποιητικό σύνολο.
Οι ηλεκτρονικές εκδόσεις και τα e-books δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το βιβλίο. Ως αντικείμενο καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης, ως ιστορία, ως πάθος ακόμα και ως φετίχ. Μπορούν όμως να επαναδιαπραγματευθούν τους όρους της διακίνησης, τη δύναμη των εκδοτικών οίκων και τελικά τις αξίες ενός (και) καλλιτεχνικά χρεοκοπημένου συνόλου.
«Η σιωπή της Σίβας» μπορεί να αναγνωστεί δωρεάν στον ιστότοπο του περιοδικού «Βακχικόν» (http://www.vakxikon.gr/) ή με ένα κλικ στο σύνδεσμο:
http://www.vakxikon.gr/content/view/813/3479/lang,el/

(στην εφημερίδα Εποχή)