Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Χάρολντ Πίντερ: Ένας επικήδειος



Την παραμονή των Χριστουγέννων, Τετάρτη 24 Δεκέμβρη, ο Χάρολντ Πίντερ, ο σημαντικότερος θεατρικός συγγραφέας της εποχής μας, χάνει την μάχη του με τον καρκίνο. Ο Πίντερ υπήρξε πολλά περισσότερα από έναν πετυχημένο θεατρικό συγγραφέα. Ανανεωτής της θεατρικής γλώσσας, με γραφή ιδιόμορφη και προσωπική (το επίθετο pinteresque που χαρακτηρίζει τα έργα του έχει πια περάσει στα επίσημα λεξικά), αναλυτής της ανθρώπινης κατάστασης και των δεσμών ανάμεσα στα πρόσωπα, χιουμορίστας μιας εποχής που το γέλιο μοιάζει δύσκολο και πικρό. Επίσης ηθοποιός, σεναριογράφος από τους πιο επιτυχημένους, παραγωγικός ποιητής, σκηνοθέτης, προστάτης και πρότυπο για τους νεότερους συγγραφείς (Μάμετ, Σάρα Κέιν), πολιτικός ακτιβιστής….Και τελικά η συνείδηση και η φωνή μιας εποχής
Ο Χάρολντ Πιντερ γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1930, σε μια γειτονιά του ανατολικού Λονδίνου. Μια από τις πρώτες του αναμνήσεις θα είναι ο βομβαρδισμός της πόλης του από τα γερμανικά αεροπλάνα. Η αγάπη του για το θέατρο θα εκφραστεί αρχικά μέσα από την υποκριτική. Το 1948 αρχίζει μαθήματα υποκριτικής στην RADA τα οποία παρατάει και στην συνέχεια περιοδεύει στην Αγγλία και την Ιρλανδία. Το 1957 γράφει το «δωμάτιο» το πρώτο του θεατρικό έργο. Θα ακολουθήσουν έργα όπως το «πάρτι γενεθλίων» (1957) και ο «επιστάτης» το 1960, έργο που θα τον καθιερώσει ως κυρίαρχη φωνή στο αγγλόφωνο θέατρο του παραλόγου. Με κύριες επιρροές τον Μπέκετ, τον Κάφκα και τον Τζόυς, ο Πιντερ θα δημιουργήσει μια ιδιότυπη ελλειπτική φωνή, που υπονοεί αντί να περιγράφει, με τα νοήματα να μένουν πάντα σε εκκρεμότητα. Κύριο χαρακτηριστικό του λόγου αυτού, είναι οι σιωπές και οι παύσεις όχι όμως σαν κενά λόγου αλλά σαν οχήματα μιας επικοινωνίας που δεν μπορεί να ειπωθεί. Οι ήρωες του Πιντερ λένε πάντα περισσότερα όταν σιωπούν και όχι όταν αποφεύγουν τη σιωπή χρησιμοποιώντας λέξεις. Η ειρωνεία, το χιούμορ και η απειλή έμειναν χαρακτηριστικά του θεάτρου του μέχρι και το τέλος, ενώ τα θέματα της εξουσίας, της ρευστότητας της ανάμνησης, της ανθρώπινης σκληρότητας και του πολιτικά χυδαίου κυριάρχησαν σε έργα όπως, «η επιστροφή», οι «παλιοί καιροί» και το «τέφρα και σκιά», το τελευταίο του αριστούργημα.
Η πολιτική ήταν πάντα κυρίαρχο θέμα στη ζωή αλλά και στο έργο του Χάρολντ Πίντερ. Τα πρώτα έργα του γραμμένα σε μια βαθειά πολιτική εποχή έπιασαν θέματα όπως η εξουσία και η απειλή εξατομικεύοντας τα και δίνοντας τους ένα υπαρξιακό περιεχόμενο. Καθώς όμως οι καιροί άρχισαν να αποπολιτικοποιούνται, τα έργα του Πιντερ άρχισαν να γίνονται όλο και εντονότερα πολιτικά. Το Κουρδικό ζήτημα, τα βασανιστήρια, η βαρβαρότητα του νεοπλουτισμού, ο πόλεμος ήταν μόνο μερικά από τα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε. Ενεργός ακτιβιστής ο ίδιος πήρε μέρος σε κάθε πολιτική εκδήλωση από τον πυρηνικό αφοπλισμό και την αντίθεση στο απαρτχάιντ, μέχρι τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία και τον πόλεμο στο Ιράκ. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως ήταν ένας από τους λίγους Ευρωπαίους διανοουμένους που εξέφρασε την αντίθεσή του στους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία. Ο λόγος του πριν την απονομή του βραβείου Νόμπελ, ήρθε απλώς σαν επιστέγασμα της συνεπούς του αυτής στάσης. Καταπονημένος από την αρρώστια, αφήνοντας το λογοτεχνικό του έργο σε δεύτερη μοίρα, ο Πιντερ μίλησε για την φύση της αλήθειας, για τον πόλεμο στο Ιράκ και την δολοφονική εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α, χαρακτηρίζοντας τον Μπους και τον Μπλερ δολοφόνους.
Τόσο με το έργο του όσο και με την προσωπική του στάση ο Πιντερ υπήρξε πρότυπο διανοουμένου και πρότυπο ελεύθερου ανθρώπου. Η απώλειά του δεν μπορεί να καλυφτεί, το παράδειγμά του όμως μπορεί και πρέπει να ακολουθηθεί.(στην εφημερίδα Εποχή)

Στην πλατεία Πρωτομαγιάς


Είναι φορές, που η ιστορία εμφανίζεται συμπυκνωμένη εκτός βιβλίων, σε ένα τυχαίο περιστατικό, σε μία φράση, σε μια συνάντηση, φορτισμένη με την ένταση του απροσδόκητου και ταυτόχρονα του αποκαλυπτικού. Η παρουσία ενός ανθρώπου σε έναν δεδομένο χώρο, μπορεί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να είναι πιο εύγλωττη, από παραγράφους, αναλύσεις, συζητήσεις.
Η πλατεία Πρωτομαγιάς βρίσκεται ανάμεσα στο πεδίο του Άρεως και τη σχολή Ευελπίδων ενώ από κάτω της περνά τούνελ η οδός Μουστοξύδη. Η πλατεία είναι ευρύτερα γνωστή, από μια σειρά εκδηλώσεων, ανάμεσά τους μια σειρά τόσο αντιρατσιστικών φεστιβάλ, όσο και ρατσιστικών (φεστιβάλ Χρυσής Αυγής).Για τους περισσότερους κατοίκους, η πλατεία εμφανίζεται στην καθημερινότητά της. Λουσμένη με δικηγόρους τα πρωινά και τα μεσημέρια (πέρασμα προς τα γειτονικά δικαστήρια της Ευελπίδων), παραχωρημένη σε όσους βγάζουν τον σκύλο τους βόλτα τα απογεύματα, παρατημένη στον χαμηλό φωτισμό και το σκοτάδι τη νύχτα. Η ρουτίνα της πλατείας σπάει τα Σαββατοκύριακα. Εδώ και τρεις γενιές, με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Οι τρεις αυτές γενιές, είναι οι τρεις ηλικίες της πλατείας Πρωτομαγιάς, αλλά ταυτόχρονα και κάτι περισσότερο.
Η πρώτη ηλικία, είναι η ηλικία της αλάνας. Πριν την πλατεία, ο χώρος μπροστά από τη σχολή Ευελπίδων ήταν ανοιχτός, χωμάτινος και στο ύψος του πεδίου του Άρεως. Προς τη μεριά της Ευελπίδων(ρέμα τότε), βρισκόταν ο προσφυγικός συνοικισμός. Εκτεινόμενη από το ύψος της οδού Σπετσών μέχρι και το (πολύ μεταγενέστερο) θέατρο Αμόρε, μια σειρά από παράγκες φιλοξενούσε πρόσφυγες, κυρίως από τη Σμύρνη. Στην αλάνα ήταν και η έδρα του ‘’Σμυρναϊκού’’, τοπικής ομάδας με σαφές όνομα. Στην πρώτη της ηλικία, η πλατεία Πρωτομαγιάς, φιλοξενούσε κυρίως Έλληνες πρόσφυγες.
Η δεύτερη ηλικία είδε τους πρόσφυγες να φεύγουν για τη Νέα Σμύρνη, την παραγκούπολη να χτίζεται και το ρέμα να μπαζώνεται και να γίνεται δρόμος. Στην αλάνα μαζεύονταν παιδιά της γειτονιάς, φτιάχνοντας ομάδες, παίζοντας ποδόσφαιρο, περνώντας την ώρα. Τη δεκαετία του 80 μετά τους μεγάλους σεισμούς της Αθήνας, τα δικαστήρια μεταφέρθηκαν από τη διασταύρωση Σανταρόζα και Πανεπιστημίου, στην Ευελπίδων. Αυτή η μετακίνηση έφερε και τη μεταβολή της περιοχής. Η αλάνα υπερυψώθηκε, ο δήμος έδιωξε το χώμα και έφερε πλάκες, ανοίχτηκε η σήραγγα της Μουστοξύδη, και φτιάχτηκε το μεγάλο γκαράζ κάτω από την πλατεία. Η δεύτερη ηλικία, είδε την αλάνα να γίνεται πλατεία και να ονομάζεται πλατεία Πρωτομαγιάς.
Μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 90 η καθημερινότητα στην πλατεία έμενε σταθερή (αν εξαιρέσουμε την παράνομη καταπάτηση του χώρου από την αυθαίρετη καφετέρια ‘’Δέλεαρ’’, η κακογουστιά της οποίας καλύπτει το 1/5 της πλατείας.) Αλλά σιγά σιγά, οι παρέες των παιδιών άρχιζαν να αραιώνουν μέχρι που έγινε αρκετά δύσκολο, ακόμη και το να σχηματίσεις ομάδες. Στην εποχή μας, είναι συχνό τα τρισδιάστατα παιχνίδια της οθόνης, να γοητεύουν περισσότερο από τα κανονικά.
Τη θέση των παιδιών, στην Τρίτη ηλικία της πλατείας, πήραν οι μετανάστες. Σήμερα ο χώρος καλύπτεται (και πολλές φορές σε καθημερινή βάση) με μετανάστες από το Πακιστάν που παίζουν κρίκετ. Μέσα από το πρωτότυπο της θέας και το ακατανόητο των κανόνων του αθλήματος, ο περαστικός έρχεται (άθελα και ασυνείδητα) σε επαφή με το αποικιακό παρελθόν των παιχτών ( το κρίκετ μεταφέρθηκε στις –τότε- Ινδίες, από τους Άγγλους, μαζί με τις συνταγές με μέντα και την αιματηρή τυραννία) αλλά και την καθημερινή τους διασκέδαση ( το κρίκετ είναι το δημοφιλέστερο άθλημα στο Πακιστάν). Όπως οι παραγκουπόλεις των Σμυρναίων έχουν δώσει τη θέση τους στα στενά υπόγεια των μεταναστών, έτσι και ο ‘’Σμυρναϊκός’’ έχει παραχωρήσει τη θέση του στα μπαστούνια του κρίκετ. Όσο και αν οι ηλικίες αλλάζουν, αυτή η Πρωτομαγιά ανήκει στους μετανάστες.
(στην εφημερίδα εποχή)

George Carlin: Ο θάνατος ενός παρανόμου




Στις 22 Ιουνίου, το 2008. Στην ηλικία των 71. Σε ένα νοσοκομείο κάπου στην Καλιφόρνια. Ο Τζορτζ Κάρλιν, ο για πολλούς σημαντικότερος αμερικάνος κωμικός του αιώνα, πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια αφήνοντας πίσω του 25 δίσκους κωμωδίας, 14 μαγνητοσκοπημένες παραστάσεις και 4 βιβλία. Έναν ωκεανό από ατάκες, κριτική, αφορισμούς, κωμικές επιθέσεις, κυνισμό, ελπίδα, απογοήτευση.
Από τον μηδενισμό ως τη δημιουργία, η φωνή του Κάρλιν κατοίκησε το στήθος του για να συμπεριλάβει τα πάντα: την καθημερινότητα της κατανάλωσης, το μπέισμπολ και το φούτμπολ, την αχρειότητα των αμερικανικών κυβερνήσεων και των πολεμολάγνων οπαδών τους, τη γλώσσα, τον θεό και την οργανωμένη θρησκεία, τις βιομηχανίες και την οικογένεια, κάθε βαθμίδα της ανθρώπινης κλίμακας. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους φίλαγε πάντα για τα προσωπικά του πάθη: τον εθισμό του σε μια σειρά από ουσίες, τη σειρά των καρδιακών του προσβολών, την επίθεση των γερατειών και την απώλεια των γερασμένων φίλων. Για κάποιο λόγο, τα καλύτερα αστεία ήταν αυτά που μέσα τους κατοικούσε ένας χαμογελαστός πόνος. Μέχρι που πέθανε, ο θάνατος αποτελούσε ένα αξιοπρεπές αστείο.
Γεννημένος το 1933 στη Νέα Υόρκη, ο Κάρλιν αποτέλεσε μαζί με τον Λέννυ Μπρους και τον Ρίτσαρντ Πράιορ, κομμάτι της αγίας τριάδας του Stand up.Οι τρεις κωμικοί παρέλαβαν από το παρελθόν μια παρεξηγημένη μορφή λαϊκής κωμωδίας, την ανέδειξαν σε μέσο έκφρασης και κοινωνικής κριτικής και την κλώτσησαν προς το μέλλον ως μια δυνητική μορφή τέχνης. Η καριέρα του Κάρλιν αρχίζει το 1960. και το 1972. Και το 1981 επίσης. Και ας μην ξεχνάμε και το πρόσφατο 2005. Επανεφευρίσκοντας τον εαυτό του και ταυτόχρονα την κωμωδία. Από κατεστημένος κωμικός διασκεδαστής μεταμορφώθηκε σε οργισμένο χίπη κωμικό. Από ξοφλημένος Χίπης σε σκληρό κριτικό του Ριγκανικού καταναλωτισμού των 80’s. Και τελικά από κλασικός, ακίνδυνος πλέον κωμικός, σε οργισμένο γέρο σύντροφο της οικουμενικής φωνής του Μαρκ Τουέιν.
Ο Κάρλιν σφράγισε για πάντα την ιστορία της κωμωδίας αλλά και την ιστορία της Αμερικής, το 1972, με τις περίφημες ‘’7 λέξεις που δεν μπορείς ποτέ να χρησιμοποιήσεις στην τηλεόραση’’(shit, piss, fuck, cunt, cocksucker, motherfucker,tits ) ένα κωμικό κομμάτι το οποίο οδήγησε σε συλλήψεις, δίκες και τελικά την ανατροπή του τρόπου της αμερικανικής λογοκρισίας. Το κομμάτι αποτέλεσε το πρώτο (και αν όχι το καλύτερο σίγουρα το πιο γνωστό) από μια σειρά παραστάσεων που θα αποτελέσουν τον κωμικό κανόνα του Κάρλιν. Χρησιμοποιώντας συχνά σκληρή, βρώμικη γλώσσα, ανέπτυξε μια ρητορική και μια σκηνική παρουσία όπου το χαμηλό και το υψηλό μπορούν να συνυπάρχουν, μακριά από την πολιτική ορθότητα ή το χυδαίο. Όπως ο ίδιος περιέγραφε, το έργο του χωρίζεται σε τρία μέρη: Αυτό για την Αγγλική γλώσσα, την καθημερινή ομιλία και τις ιδιαιτερότητές της, αυτό για τον μικρό κόσμο των αντικειμένων, της συμπεριφοράς και των χειρονομιών και τέλος αυτό για τον κόσμο των μεγάλων πραγμάτων όπως ο θάνατος, ο έρωτας, ο πόλεμος. Κάθε κομμάτι ξεχωριστά, γέννησε φανατικούς οπαδούς και ακόμα πιο φανατικούς πολέμιους. Μέσα στη διαδοχή των δεκαετιών, ο Τζωρτζ Κάρλιν αποτέλεσε πρότυπο για τρεις γενιές κωμικών, προσφέροντας τους το συντακτικό του γέλιου και τη γραμματική της αμφισβήτησης.
Τον θάνατο του ακολούθησε μια μεγάλη σειρά από μεγάλα τηλεοπτικά αφιερώματα. Από το CNN μέχρι το Democracy now!,τα στούντιο γέμισαν με τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικανικής κωμωδίας και κριτικής τα οποία κλήθηκαν να πουν μια τελευταία κουβέντα για τον αθάνατο κωμικό. Μια τελευταία κουβέντα για τον Τζορτζ Κάρλιν, τον καλλιτέχνη που όσο οργισμένος, όσο θυμωμένος και αν ήταν δεν ξεχνούσε ποτέ του να είναι αστείος. (στο περιοδικό κόκκινη κλωστή)

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Θεόδωρο Τερζόπουλο με αφορμή τα γεγονότα του Δεκέμβρη


Κύριε Τερζόπουλε, θα ήθελα να σας ρωτήσω πως αντιδράσατε, ως κάτοικος του κέντρου της Αθήνας, στα γεγονότα που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Υπομειδίασα. Ένα υπομειδίαμα αμήχανο. Απωθούσα οποιαδήποτε σκέψη και κάθε συμπεριφορά εκλογίκευσης του γεγονότος. Γιατί όταν εκλογικεύεις, αρχίζεις να συγκρίνεις με ό,τι ξέρεις, με ό,τι κληρονόμησες. Κάτι που έκαναν αρκετοί από τους πολιτικούς όλων των κομμάτων. Δεν μπορείς να ερμηνεύσεις τόσο βιαστικά αυτά τα γεγονότα. Την πρώτη στιγμή, πριν τη διαδικασία της ανίχνευσης, ας μένουν καλύτερα τα γεγονότα στο πεδίο των αισθήσεων. Εξάλλου θολά έμειναν για μεγάλη περίοδο και ακόμα θολά μένουν. .

-Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά όλων των εκδηλώσεων ήταν ο αυθορμητισμός και πιο συγκεκριμένα ο αυθορμητισμός των νέων. Πως είδατε αυτή την πηγαία έκρηξη;

Η αυθόρμητη συμπεριφορά πυροδοτήθηκε μετά από τον φόνο ενός μικρού παιδιού. Χωρίς αυτό δεν θα είχαμε κανένα γεγονός, θα μιλούσαμε τώρα για κάτι άλλο. Δεν μπορείς να ζητάς από παιδιά 15 ετών μια συνείδηση για την πολιτική ή κοινωνική πραγματικότητα. Θα ήταν παράλογο. Παρέμεινε ένα αυθόρμητο γεγονός με αθωότητα εκφρασμένο, πιστεύω μάλιστα ότι η αθωότητα και ο αυθορμητισμός συνενώνουν πολλές φορές με καλύτερο τρόπο τα νέα άτομα απ’ ότι η εντολή ενός κόμματος. Ένα μικρό κομμάτι της νεολαίας, χειραγωγήθηκε. Δεν είμαι υπέρ του να καις και να ρημάζεις ή, αν το κάνεις, να ξέρεις τι καις και τι ρημάζεις. Έχω την αίσθηση ότι χρεοκοπούν πολλές θεσμικές απόψεις και αντιλήψεις. Μετά από αυτά τα γεγονότα πρέπει να σκεφτούμε και να επαναπροσδιορίσουμε πολλά πράγματα, που έχουν σχέση με την πολιτική, την ιδεολογία και την ηθική.

-Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε μια τέτοια αναταραχή, ποια πιστεύετε πως πρέπει να είναι η στάση των διανοουμένων; Σε σχέση με τα συγκεκριμένα γεγονότα έγινε λόγος για απουσία των διανοουμένων.

Θα έλεγα πως είναι αρκετοί οι λόγοι αυτής της απουσίας. Τον Μάη του ’68 και παλιότερα, ο διανοούμενος συμμετείχε στην επαναστατική διαδικασία είτε με την πένα είτε και με το όπλο του, βγάζοντας μια φλογερή ομιλία πάνω σε μια εξέδρα. Ο Sartre ας πούμε είχε βγει στον δρόμο το ίδιο και πολλοί άλλοι, δίπλα στην φοιτητιώσα νεολαία. Τώρα έχουμε την μαθητιώσα νεολαία, μια νέα γενιά απενοχοποιημένη, που άφησε τους διανοούμενους άναυδους. Παλιότερα ο διανοούμενος μοιραζόταν τα ενοχικά του πλέγματα, είτε από τον κομουνισμό, είτε από τον εμφύλιο με τους φοιτητές στον δρόμο γιατί και οι φοιτητές ήταν ενοχικοί. Αυτό που βλέπω, αυτή την στιγμή, εγώ που κουβαλάω πολλές ενοχές της αριστεράς και των ιδεών, είναι πως αυτά τα παιδιά είτε σε επίπεδο ψυχολογικό είτε σε επίπεδο παιδείας, τις ενοχές αυτές δεν τις κουβαλάνε. Μιλάμε για tabula rasa, καθαρό χαρτί. Εκεί τρόμαξα, γι’ αυτό υπομειδιούσα αμήχανος παρατηρώντας τα γεγονότα. Όταν μου ζήτησαν να πω την άποψή μου στο ραδιόφωνο την επόμενη μέρα, αρνήθηκα. Είπα πως δεν είμαι έτοιμος. Και ακόμα δεν είμαι έτοιμος. Έπρεπε να μιλήσω στα παιδιά δυο φίλων μου που συμμετείχαν στα γεγονότα. Να τους ρωτήσω τι έγινε, τι θέλετε; ποιός είμαι εγώ για εσάς; Έπρεπε με κάποιο τρόπο να κάνω μια νέα αυτοκριτική, να δω πάλι τη δουλεία μου, να δω όλο αυτό που βίωσα είτε στην ανατολική Γερμανία, είτε προερχόμενος από μια αριστερή οικογένεια, είτε ως ενεργό μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη είτε…είτε…και να αισθανθώ πολύ άσχημα γιατί με ενοχοποίησαν πολύ τολμηρά και με έστησαν στον τοίχο με πολύ ξεκάθαρη σκέψη. Με αυτό τον τρόπο κατάλαβα τι έκανε η γενιά μου εναντίον αυτών των παιδιών. Είπαμε την άποψή μας στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα και γυρίσαμε πίσω στα διαβάσματα, τη βολή και την αλλοτρίωση, στον καταναλωτισμό, όλοι εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι.

-Ένα θέμα που τίθεται με έντονο τρόπο είναι το αδιέξοδο της παιδείας και η απόγνωση που προκαλεί στους νέους. Είναι τελικά το πρόβλημα της παιδείας μόνο ζήτημα εκπαιδευτικής πολιτικής ή είναι και πρόβλημα μιας συνολικότερης κρίσης της κουλτούρας;

Δεν έχει σχέση με την εκπαίδευση, έχει σχέση με την βαθιά παιδεία που καλλιεργείται στο οικογενειακό περιβάλλον. Αυτά τα παιδιά με το που άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο βρέθηκαν μπροστά στα σκάνδαλα, σκάνδαλα που εικονογραφούν μια σήψη της κοινωνίας. Η εικόνα αυτή μεγεθύνεται στην εκκλησία, στο σχολείο. Και η αριστερά έχει μεγάλη ευθύνη. Η αριστερά αποτέλεσε τη μεγάλη μήτρα του λαϊκισμού. Εγώ προσπάθησα να ξεφύγω από τον λαϊκισμό. Πολύ μικρός βρέθηκα στη ζεστή αγκαλιά δασκάλων στο Βερολίνο, του Χάινερ Μύλλερ, του Πολ Ντεσάου, της Ρουθ Μπέρκχάους κα… Ακόμα και η αριστερά ξεφορτώθηκε τους δασκάλους. Και μια κοινωνία στην οποία δεν λειτουργεί η σχέση μαθητή-δασκάλου είναι μια κοινωνία που πεθαίνει, αν δεν έχει ήδη πεθάνει.

-Βλέπετε κάποια διέξοδο από αυτό το φαινόμενο;

Χρόνια επιμένω στην ομάδα, την ομαδικότητα. Πιστεύω πάρα πολύ στους πυρήνες. Όχι στα κόμματα. Στους μικρούς πυρήνες-ομάδες, είτε αυτοί είναι θεωρητικοί, είτε καλλιτεχνικοί, είτε πολιτικοί. Κανείς δεν μπορεί να κατευθύνει τα 15χρονα παιδιά. Αυτά συναντιούνται και έχουν τους δικούς τους πυρήνες. Στην ομάδα, την κολεκτίβα, τον πυρήνα. Σε αυτό το μοντέλο πιστεύω. Όταν χρειαστεί, με ένα σφύριγμα, οι πυρήνες θα μπουν σε δράση, με τα δικά τους όπλα και όχι με την ομαδοποιημένη εικόνα που θα ήθελε το κάθε κόμμα. Χρειαζόμαστε πυρήνες, εργαστήρια και της ζωής και της τέχνης, σε μια εποχή που οι κοινωνίες παραπαίουν.

- Περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια, έκανε την εμφάνισή του το στοιχείο της βίας. Η τελετουργική βία είναι ένα από τα βασικότερα στοιχεία τόσο της σκηνοθεσίας όσο και της θεατρικής σας καταγωγής. Μιλήστε μας για αυτό το φαινόμενο.
- Λέει ο Μπρεχτ: ‘’ Χωρίς οργάνωση η βία είναι παγίδα’’. Εγώ δεν θα το έλεγα βία, θα το έλεγα ενέργεια, δυναμική. Σίγουρα όλοι αυτοί οι νέοι έχουν εγκλωβισμένη ενέργεια. Όσο ο καπιταλισμός γίνεται πιο αμείλικτος ο θυμός θα μεγαλώνει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενέργεια από αυτή του θυμού και εκεί έχει σημασία πως οπλίζεται κανείς, ώστε να μετατρέψει τον θυμό σε έργα. Εγώ είχα μέσα μου τον θυμό του ανθρώπου που ηττήθηκε, λόγω των μετεμφυλιακών βιωμάτων. Αισθανόμουν ,όπως και αυτά τα παιδιά, πως η κοινωνία με καταπιέζει. Έπρεπε να στηρίξω τον εαυτό μου και να γίνω επιθετικός. Γι’ αυτό και η καλλιτεχνική μου γλώσσα είναι επιθετική και με αυτήν την έννοια αιρετική. Η αισθητική μου δεν είναι η αισθητική των θεσμών. Το ξέρω πως μπορείς να παλέψεις, πως αυτός ο θυμός μπορεί να γίνει μεγάλο όπλο και δημιουργία.

-Ανάμεσα στα άλλα γεγονότα των ημερών είδαμε κάποιες δράσεις τις οποίες δεν τις είχαμε ξαναδεί, όπως οι καταλήψεις χώρων πέρα από τα πανεπιστήμια, στη ΓΣΕΕ, την ΕΣΥΕΑ κτλ. Ανάμεσα σε αυτές τις κινήσεις ήταν και οι παρεμβάσεις σε κάποια θέατρα καθώς και στο μέγαρο μουσικής. Ακούστηκαν διάφορα σχόλια για τις κινήσεις αυτές. Ποια είναι η δική σας άποψη.

-Τις κινήσεις αυτές τις θεωρώ ενδιαφέροντα επεισόδια. Επεισόδια που έχουν μια μεταδοτικότητα, είναι όμορφα, αλλά φοβάμαι ότι αν συνεχιστούν για μεγάλο διάστημα μπορούν να μας αποπροσανατολίσουν από το θέμα. Μπορεί η πολύ μικρή αναγέννηση να γίνει μια εκτονωτική performance και αυτό θα είναι δυστύχημα. Να μετατραπεί όλος αυτός ο αυθορμητισμός σε θέαμα. Στην Ελλάδα πολλά πράγματα μετατρέπονται σε θεάματα και από εκεί αρχίζει η καταστροφή. Και η αριστερά πολλά ζητήματα τα μετέτρεψε σε λαϊκά θεάματα.

-Σε μια κοινωνία που το θέαμα κυριαρχεί σε κάθε πτυχή της ζωής ακόμα και στην πολιτική, ένα θέατρο του ζωντανού σώματος και της τελετουργίας ένα θέατρο της μη κατεστημένης γλώσσας, μπορεί να αποτελέσει αντίδοτο ή αντίλογος;

-Η δημιουργία μου δεν μπορεί να είναι απάντηση σε μία τόσο μεγάλη καταστροφή, αλλά μια μικρή πρόταση. Άλλο η τέχνη, άλλο το θέαμα. Προσπαθώ να κάνω τέχνη και όχι θεάματα. Δεν ήμουν ποτέ στη διαδικασία του εφήμερου, με ενδιαφέρει πάρα πολύ η διαχρονία. Ό, τι κοιτάει στο μέλλον είναι η ουσιαστικότερη συνείδηση της πραγματικότητας, ό, τι κοιτάει απλώς την πραγματικότητα φτιάχνει την τέχνη του εφήμερου, του περαστικού. Η τέχνη μου προσπαθεί να αντιληφθεί τον κόσμο, μέσα από τις καταστροφές του τέλους του 21ου αιώνα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

΄΄Ολα τα ρολόγια της πόλης ή ο γέρος και η φωτοτυπία" (τελευταίο μέρος)


Φως δεξιά. Ένα κορίτσι παχυλό. Πίσω της ένας τάφος. Όρθια. Φορά κόκκινο μπερέ. Γύρω από το λαιμό της μια θηλιά σαν γραβάτα. Κοιτάει πέρα.


(Φωτίζει η σκηνή. Αριστερά στον τάφο ο Κλαύδιος καθιστός. Παιδί της μαμάς. Γυαλιά. Δίπλα του καρότσι παιδικό, κρατά κούκλα του σεξ σαν μπαλόνι.)

Bonnie: (κρατάει ένα πιπάκι για τσιγάρα) Αν είναι κάτι που σιχαίνομαι είναι οι ιμπρεσιονιστές. Μόνο πέρυσι σκότωσα 10 απ’ αυτούς.

Κλαύδιος: Οι ιμπρεσιονιστές... ναι

Bonnie: Με τα νούφαρά τους και τα πράσινά τους. Με φοβίζουν. Παλιά... όπου τους βρίσκαμε τους σκοτώναμε.

Κλαύδιος: Μμμμμ...

Bonnie: Παλιά. Ήταν όμορφα να ζεις παλιά. Πυροβολούσαμε, τι εποχή! Και κλέβαμε, τι εποχή! Η αστυνομία μας κυνηγούσε και ο ουρανός καιγόταν. Ήμαστε νέοι, ήμαστε όμορφοι με τις φλέβες μας γεμάτες αίμα. Πίναμε, κάναμε έρωτα, αγοράζαμε ρουκέτες και τις μοιράζαμε δεξιά-αριστερά. Αλλάζαμε τα ξενοδοχεία σαν τα πουκάμισα, πάντα φθηνά ξενοδοχεία. Ο κόσμος μας αγαπούσε, μας έκρυβε, μας βοηθούσε. Κυρίως τα παιδιά. Ήταν έντονα, ήταν όμορφα και μια μέρα έτσι ξαφνικά, απότομα άλλαξαν. (Ήχος από τρένα και πυρκαγιά). Άρχισε να φοβάται. τον καταλάβαινα, φοβόταν, γινόταν αργός, διστακτικός. Έψαχνε τα δωμάτια, κάτω απ’τα κρεβάτια. Παγίδευε τις πόρτες και μια νύχτα δίπλα στη φωτιά, μου είπε για όλους τους φόβους του.

Κλαύδιος: Φοβόταν. Τι φοβόταν;

Bonnie: Φοβόταν.

Κλαύδιος: Τι φοβόταν;

Bonnie: Τους Μορμόνους.

Κλαύδιος: Τους ποιους;




Bonnie: Τους Μορμόνους. Ένας Μορμόνος είχε σκοτώσει την μάνα του όταν ήταν μικρός. Από τότε στοιχειώνουνε τα όνειρά του. Έμαθε τα πάντα για αυτούς, για να τους αντιμετωπίσει. Το πώς να τους αναγνωρίζει, το πώς να τους ξεσκεπάζει, το πώς να τους σκοτώνει. Έμαθα πολλά για τους Μορμόνους δίπλα του. Το ξέρεις πως οι ενήλικες Μορμόνοι έχουν στο κεφάλι τους ένα κέρατο έως και 3 εκατοστά; Ζούνε κάτω από την γη και αλλάζουν μορφές. Τα φθινόπωρα κλέβουν τα παπούτσια των ανθρώπων και τα στοιβάζουν σε ειδικούς χώρους στις σπηλιές τους. Ήταν φθινόπωρο όταν μου επιτέθηκε. (Παύση) είπε πως είμαι μια από αυτούς και ότι πήρα την θέση της μόνης αληθινής του αγάπης , για να του τη φέρω. Παλέψαμε... και όταν κατάλαβε το λάθος του ήταν πλέον αργά. (Προτείνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς το κοινό) Έχω μύξες;

Κλαύδιος: Μπα. Ήθελα να σε ρωτήσω για την γραβάτα σου...

Bonnie: Αυτό; Αυτό, χα! Αυτό είναι το μόνο που μου έμεινε από αυτόν. ένα πρωινό τον περίμενα στο αμάξι. Έπρεπε να ληστέψουμε 3 τράπεζες και είχαμε ξεχάσει να βάλουμε ξυπνητήρι. Αργούσε να κατέβει και έτσι ανέβηκα να δω τι κάνει. Το μόνο που θυμάμαι από εκείνο το πρωί είναι το γράμμα. Ένα γράμμα γραμμένο με αίμα.

Κλαύδιος: Τι έγραφε;

Bonnie: Καθίκια, δεν θα κλέψετε τα δικά μου παπούτσια. (Παύση, σαν να βγαίνει από όνειρο). Έτσι και εγώ ήρθα εδώ να κρεμαστώ.

Κλαύδιος: Α, συγνώμη να σε αφήσω τότε.

Bonnie: Όχι, όχι δεν πειράζει μπορώ να περιμένω.

Κλαύδιος: Σίγουρα;

Bonnie: Γλυκέ μου... ο θάνατος είναι ο μόνος εραστής που όσο και αν ον στήσεις αυτός θα περιμένει (ξανά απότομα σαν σε όνειρο) κρατάει ένα μπουκέτο μαραμένα λουλούδια και τα παπούτσια του είναι γεμάτα άμμο (βγαίνοντας απότομα από όνειρο κοιτάει την κούκλα) Όμορφη κούκλα, έχει τα μάτια σου. Νομίζω.

Κλαύδιος: Ναι , είναι όμορφη αλλά δύσκολη να την κουμαντάρεις.

Bonnie: Δηλαδή;

Κλαύδιος: Δεν μπορώ να τη φουσκώσω μόνος μου. Έχω άσθμα. Έτσι κάθε φορά που είναι ανάγκη, πάω στο βενζινάδικο. Στο δρόμο με κοροϊδεύουν. Μου λένε να κόψω τα νύχια μου.


Bonnie: Και το καρότσι. Πολύ ωραίο πράμα τα μωρά. Σε κάποιους αρέσουν τα κορίτσια, σε κάποιους τα αγόρια. Εγώ πάλι προτιμώ τα καρότσια.

Κλαύδιος: Δεν έχει μωρό, άδειο είναι... Παλιά έβαζα εκεί τον βαλσαμωμένο σκύλο μου, την Γεωργία Σάνδη, αλλά ύστερα βράχηκε και χάλασε. Έτσι τώρα είναι άδειο.

Bonnie: Τι γλυκό... Αλήθεια, δε μου είπες, τι κάνεις εδώ;

Κλαύδιος: Ήρθα να βρω έναν τάφο για τη μαμά μου.

Bonnie: Δεν ήξερα, συγγνώμη, λυπάμαι.

Κλαύδιος: Μην λυπάσαι. Δεν πέθανε, εκεί κάτω είναι.

Bonnie: Αυτή είναι η μαμά σου; Πιο πολύ με τον μπαμπά σου μοιάζει. Μήπως είναι μορμόνος;

Κλαύδιος: Όχι, απλά έχει λόξιγκα. Το παθαίνει όταν κουράζεται. Βλέπεις, είναι το 3ο νεκροταφείο που επισκεπτόμαστε σήμερα.

Bonnie: Γιατί, τα άλλα ήταν ρεζερβέ;

Κλαύδιος: Όχι, απλά δεν είχαν θολωτούς τάφους. Βλέπεις, η μαμά ψάχνει έναν τάφο αρκετά μεγάλο, ώστε να ταφούμε όλοι μαζί. Αυτή, εγώ και το πιάνο της. Δύσκολα μπορεί να αποχωριστεί το πιάνο της. Την καταλαβαίνω, είχα κι εγώ κάποτε ένα βιολί.

Bonnie: (χωρίς να τον προσέχει) Σίγουρα, πολύ όμορφο καρότσι. Κάποτε είχα κι εγώ μια αναπηρική πολυθρόνα. Αν τη βρω μπορούμε να κάνουμε κόντρες.

Κλαύδιος: Ο θείος Πάκης ήταν βιολιτζής. Αλλά μια μέρα ένα τρένο του έλιωσε το κεφάλι. Δεν χρειαζόταν πια το βιολί. Ήμουν πέντε χρονών και έτσι το πήρα εγώ. Αγαπούσα τον θείο μου τον Πάκη και στην κηδεία του έπαιξα έναν σκοπό, μελαγχολικό. Μεγάλη επιτυχία. Τόσο μεγάλη που ο πατέρας μου, χασάπης ήταν, τα επόμενα χρόνια με γύριζε από χωριό σε χωριό. Από πανηγύρι σε πανηγύρι. Συνήθως εμφανιζόμουν με μια αρκούδα, την Σάντρα και η μαμά φοβόταν. Βγάζαμε αρκετά λεφτά αλλά η μαμά φοβόταν, βλέπεις ήταν και καλλιεργημένη, εξού και το πιάνο. Είπε λοιπόν στον θείο Πάκη, απ’ το δικό της σόι, απλή συνωνυμία με τον εκλιπόντα, να με ακούσει. Βλέπεις δούλευε σε ένα ωδείο. Με άκουσε. Και την επόμενη μέρα μου έκλεισε ένα κονσέρτο στην όπερα του Σίδνεϋ. Έτσι από βιολιτζής έγινα βιολιστής.

Bonnie: Ήξερα κάποτε έναν κουρδιστή άρπας...




Κλαύδιος: Το καλοκαίρι του ’97... δύσκολη εποχή για βιολιστές. Αντίθετα οι βιολιτζήδες τα πήγαιναν μια χαρά. Αναγκάστηκα να πιάσω δουλειά στο χασάπικο του πατέρα μου. Ήθελα να αγοράσω ένα κοστούμι, δεν έμελλε όμως να το φορέσω.

Bonnie: Τι; Τι έγινε;

Κλαύδιος: η μηχανή του κιμά, μου έφαγε δυο δάχτυλα. Τώρα έχουν ξαναφυτρώσει, αλλά η καριέρα μου καταστράφηκε.

Bonnie: Καημενούλη...

Κλαύδιος: Η κυρία που έφαγε τον κιμά, έμεινε έγκυος και μας έκανε μήνυση. Δύσκολες εποχές. Μετά το ατύχημα με έπιασε μια ελαφρά μελαγχολία. Δεν είχα καθόλου κέφι κι έτσι αποφάσισα να κάνω ψυχανάλυση στον εαυτό μου.

Bonnie: Χι! Ωραίο αυτό, δεν το έχω ξανακούσει.

Κλαύδιος: Καθόμουν ξαπλωμένος στον καναπέ και μίλαγα δυνατά για την παιδική μου ηλικία και άλλα τέτοια. Κάπου είχα διαβάσει για την ψυχανάλυση και μια και οι γονείς μου δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν, αποφάσισα να την κάνω μόνος μου. Μια μέρα η μάνα μου με έπιασε στα πράσα. Άρχισε να ουρλιάζει, να σπάει πράγματα, της ήρθε περίοδος 10 μέρες νωρίτερα. Αποφάσισαν πως χρειαζόμουν δραστικά μέτρα. Έτσι με έστειλαν σε έναν ψυχολόγο παίρνοντας δάνειο, ή κάτι τέτοιο. Μετά από έναν χρόνο τακτικές συνεδρίες, ο ψυχολόγος αποφάνθηκε, ότι μάλλον έφταιγε το ατύχημα. Η δημιουργικότητά μου, είπε, είχε ευνουχιστεί. Έπρεπε να βρω κάπου να τη διοχετεύσω, και βρήκα. Ανακάλυψα τον...

Bonnie: Ναι;;

Κλαύδιος: Τον αυνανισμό.

Bonnie: Γιου- χου!!!

Κλαύδιος: Και τόσο έντονα προσηλώθηκα... και τόσο έντονα διοχέτευσα... που απέτυχα σε κάθε είδους εξετάσεις, μένοντας εκτός πανεπιστημίου, εκτός επαγγέλματος. Η μητέρα μου έλεγε πως θα τυφλωθώ, αλλά δεν τυφλώθηκα. Κάθε φορά που αυνανίζεσαι, ο Θεός σκοτώνει ένα γατάκι, μου είπε. Δε με ένοιαζε για τα γατάκια. Απλώς καταδικάστηκα να μένω μόνιμα ανεπάγγελτος.

Bonnie: Και ο μπαμπάς σου;





Κλαύδιος: Ο μπαμπάς μου πέθανε. Το χασάπικο έκλεισε. Μείναμε χωρίς εισόδημα και αρχίσαμε να ψάχνουμε τάφους.

Bonnie: Πώς πέθανε ο πατέρας σου;

Κλαύδιος: Του πάτησε το κεφάλι ένα τρένο. Το ίδιο τρένο που πάτησε το κεφάλι του θείου μου και τόσα άλλα αθώα οικογενειακά κεφάλια. (Παύση)

Bonnie: Καταραμένα τρένα!

Κλαύδιος: Αυτό λέω όλη μου την ζωή, μια μέρα όμως αποφάσισα να απελευθερωθώ από την κατάρα. Πήρα ένα κατσαβίδι και σκότωσα τον σταθμάρχη.

Bonnie: Ω, Κλαύδιε, αυτό είναι υπέροχο. Και εγώ κάποτε σκότωσα έναν σταθμάρχη με κατσαβίδι.

Κλαύδιος: Ω, Bonnie, δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

Bonnie: Ω, Κλαύδιε, η μοίρα μας έφερε εδώ για να συναντηθούμε. Όλα θα πάνε καλά και θα σε προστατεύω εγώ από τα τρένα.

Κλαύδιος: Ω, Bonnie, και εγώ από τους Μορμόνους.

Bonnie: Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει.

Κλαύδιος: Μέχρι ο θάνατος, Bonnie, μέχρι ο θάνατος!

(Η Bonnie του πιάνει το χέρι. Η κούκλα του φεύγει και ανέρχεται στους ουρανούς.)
(από την παράσαση στο booze cooperativa)

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Εξάγοντας Αλλαγές




Στις 11 Σεπτέμβρη του 2001, παρακολουθήσαμε μαζί με τα χτυπήματα στους δίδυμους πύργους, την παγκοσμιοποίηση του Αμερικάνικου φόβου. Πόσες χώρες αφορούσε στην πραγματικότητα ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας το 2001 και πόσες αφορά σήμερα; Στις 4 Νοέμβρη, είδαμε τον Μπάρακ Ομπάμα να εκλέγεται πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών. Από τις 4 Νοέμβρη αυτό που παρακολουθούμε είναι η παγκοσμιοποίηση του αμερικάνικου ενθουσιασμού. Ποιόν αφορά όμως αυτός ο ενθουσιασμός και τελικά πόσο βάσιμος (και πολύ περισσότερο επικίνδυνος)μπορεί να είναι; Ενώ μέχρι χθες ο αντιαμερικανισμός αποτελούσε το συντριπτικό αυτονόητο, φαίνεται πως περνάμε σε μια εποχή όπου το αμερικάνικο όνειρο νομιμοποιείται ξανά. Τι άλλο μπορεί να σημαίνουν οι πανηγυρισμοί στο Παρίσι ή το Βερολίνο και η τεράστια δημοφιλία που φαίνεται να έχει εκτός Αμερικής ο Ομπάμα; Εν μέσω κρίσης, φαίνεται πως ο Πρόεδρος και η Αλλαγή είναι τα μόνα προϊόντα που οι Η.Π.Α. καταφέρνουν να εξάγουν.
Το ενδιαφέρον του φαινομένου παρατηρείται, στο γεγονός πως οι θέσεις του Ομπάμα δεν δείχνουν καμία αλλαγή, απλώς μια μικρή μετατόπιση. Ενώ εγγυάται την απομάκρυνση των στρατευμάτων από το Ιράκ, ταυτόχρονα προτείνει ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν κατά 7.000 στρατιώτες. Ενώ ζητά τη διπλωματική οδό σε σχέση με το Ιράν διαβεβαιώνει πως δεν θα διστάσει να στείλει στρατό στο Πακιστάν εναντίον των τρομοκρατών, ακόμα και αν η κυβέρνηση του Πακιστάν αρνηθεί. Ενώ μιλά για το κλείσιμο του Γκουαντανάμο, ψήφισε και αυτός τον πατριωτικό νόμο της κυβέρνησης Μπους που επιτρέπει την παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων, τον έλεγχο της αλληλογραφίας και γενικότερα την παρακολούθηση των πολιτών. Πίσω από τι λοιπόν στρατεύεται όλος αυτός ο παράλογος ενθουσιασμός;
Το προεκλογικό σύνθημα ‘’αλλαγή’’ ακούγεται εξίσου άδειο με διαφημιστικό σλόγκαν και ένα από τα χαρακτηριστικά του, είναι πως πουλήθηκε πολύ πετυχημένα. Ένας μέσος άνθρωπος, εκπρόσωπος αλλά ταυτόχρονα και εγγυητής του Αμερικανικού ονείρου, ερχόμενος από το πουθενά, κατάφερε να βρεθεί στο σημαντικότερο αξίωμα στον κόσμο. Το χρώμα, η ταπεινή καταγωγή αλλά και το νεαρό της ηλικίας κάνουν την επιτυχία να φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη και να στρατεύει ακόμα περισσότερους οπαδούς-επίδοξους μιμητές. Με τον νεοφιλελευθερισμό και την ελεύθερη αγορά σε κρίση και πιθανή χρεοκοπία, η Αμερική χρειαζόταν μια νέα μυθολογία. Και είναι αυτοί που κάποτε μιλούσαν για το τέλος των ιδεολογιών και της ουτοπίας που τώρα ευαγγελίζονται αλλαγές…
(Στην εφημερίδα Εποχή)

Είναι κομμουνιστές σου λέω !






Κάπου βαθιά μες το δάσος, υπήρχε ένα χωριό, όπου ζούσαν κάποια μικρά, χαρούμενα, μπλε ανθρωπάκια. Τα έλεγαν στρουμφάκια και περνούσαν τον χρόνο τους ανέμελα κάτω από τα αρχαία δέντρα. Επίσης ήταν κομμουνιστές και απ όσα μπορούμε να συμπεράνουμε, πρότυπα συντρόφων. Οι συνθήκες ωρίμασαν για να ομολογήσουμε αυτό που κάποιοι ίσως να υποπτεύτηκαν αλλά δεν ομολόγησαν. Οι παιδικοί μας ήρωες είναι κάτοικοι μιας ελεύθερης κοινωνίας κάπου σε έναν ελεύθερο μέλλοντα.



Η ελεύθερη στρουμφοκοινωνία.

Τα στρουμφάκια ζούνε σε μια ελεύθερη κοινωνία, το στρουμφοχωριό. Στην κοινωνία αυτή μοιράζονται τις ευθύνες και τις απολαύσεις τους. Δεν υπάρχει ιδιοκτησία, οικονομία ή άλλου είδους εμπορικές σχέσεις αλλά ένας οργανωμένος καταμερισμός της εργασίας. Όπως θα έλεγε και ο ίδιος ο Μαρξ: ‘’Καθένας δίνει με βάση τις δυνατότητές του, καθένας αμείβεται με βάση τις ανάγκες του’’. Κάθε στρουμφ είναι καλό σε κάτι και συμμετέχει στην παραγωγή σύμφωνα με την κλίση του. Ο μάγειρας, ο αγρότης, ο ζωγράφος, ο χειρώνακτας, προσδιορίζονται με βάση την ιδιότητα και τη δουλεία τους ενώ η ισότητα ανάμεσά τους αποδεικνύει ότι στην στρουμφοκοινωνία δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, κάτι που αναφέρει και το Μανιφέστο. Τα στρουμφ είναι ομοιόμορφα ντυμένα με γαλάζιες φόρμες εργασίας και τρώνε όλα μαζί στο μεγάλο τραπέζι της κοινότητας. Η πείνα, η φτώχια και το έγκλημα είναι και αυτά εξόριστα από την ελεύθερη στρουμφοκοινωνία. Στην αρχή του κάθε επεισοδίου εμφανίζεται μια εικόνα που περιγράφει πετυχημένα την κοινότητα. Κάθε στρούμφ παίζει ένα ξεχωριστό όργανο, προσφέροντας στην συνολική αρμονία. Μαέστρος του συνόλου, δεν είναι άλλος από τον μπάρμπα στρούμφ.


Ο Μπάρμπα-Στρουμφ

Ο Μπάρμπα στρουμφ είναι ο αναμφισβήτητος ηγέτης της κοινότητας. Λιγότερο αρχηγός και περισσότερο σοφός πατέρας είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις και μοιράζει τους ρόλους. Ντυμένος στα κόκκινα της επανάστασης, και έχοντας μια πλούσια γενειάδα δεν μπορεί να μας φέρει στο μυαλό άλλο από τον Κάρολο Μαρξ .

Ο Σπιρτούλης

Ο Σπιρτούλης είναι το αντίστοιχο του Λέοντα Τρότσκι, μέσα από τα μάτια ενός ορθόδοξου κομμουνιστή. Φοράει γυαλιά, διαβάζει πολλά βιβλία και κάνει συνέχεια γκάφες. Προσπαθεί επανειλημμένα να εντυπωσιάσει τον μπάρμπα στρουμφ και συνεχώς αποτυγχάνει. Η αποκάλυψη του ρόλου του Σπιρτούλη έκανε πολλούς να θεωρήσουν ότι η Στρουμφίτα είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, κάτι που δεν έχει ακόμη αποδεδειχθεί.


Ο Δρακουμέλ

Εάν, όπως όλα αποδεικνύουν η κοινωνία των στρουμφ είναι η ελεύθερη σοσιαλιστική κοινωνία, τότε ο εχθρός της Δρακουμέλ δεν μπορεί να είναι άλλος από τον καπιταλισμό. Εκτός του ότι είναι άσχημος, άπληστος και τσιγκούνης σαν τον καπιταλισμό, ο Δρακουμέλ (τουλάχιστον στις 4 από τις 5 σαιζόν της σειράς) κυνηγά τα στρουμφάκια για να τα μετατρέψει σε χρυσάφι (υποθέτουμε βράζοντας την υπεραξία τους). Ο ρόλος αυτός αποκαλύπτει και το ρόλο της μοχθηρής αλλά θρασύδειλης γάτας Ψιψινέλ που αντιπροσωπεύει τις δυνάμεις καταστολής και τη ζωώδη βία τους.



Το όνομα και ο επίλογος

Το όνομα των στρούμφ είναι στην πραγματικότητα SMURFS. Η λέξη αυτή δεν συναντάται σε κανένα λεξικό και αποτελούσε μυστήριο μέχρι και το τέλος της σειράς. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν πως τα γράμματα είναι αρχικά των λέξεων Socialist Men Under Red Father δηλαδή, Σοσιαλιστές Υπό Την Ηγεμονία Του Κόκκινου Πατερούλη. Τέλος, η ίδια η ιστορία εξασφάλισε άλλη μία σύμπτωση. Αν και άκρως επιτυχημένη σειρά κινουμένων σχεδίων, τα Στρουμφάκια μετά από 5 σεζόν, σταμάτησαν να μεταδίδονται το 1991, τη χρονιά δηλαδή που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. (στο περιοδικό κόκκινη κλωστή)

Ο Ζωρζ Νταντέν και το παιχνίδι των ρόλων




Αν και γραμμένο ανάμεσα σε αριστουργήματα, ο ‘’Ζωρζ Νταντέν’’ αποτελεί ένα από τα λιγότερο παιγμένα έργα του Μολιέρου. Απλή κωμωδία σε πρώτη όψη, με το μοτίβο της ζήλειας να κυριαρχεί, το έργο φαίνεται να μην φτάνει σε πρωτοτυπία ή μέγεθος τις κωμωδίες που προηγούνται ή έπονται. Και όμως είναι αυτή η απλότητα, σε συνδυασμό με κάποια χαρακτηριστικά που γίνονται ορατά μόνο από κοντά, που κάνουν το έργο εξαιρετικά σημαντικό. Σε υπεράσπιση του Ζωρζ Νταντέν λοιπόν…
Η πλοκή του έργου, τυλίγεται γύρω από το μοτίβο του ζηλιάρη συζύγου που προσπαθεί να επιβεβαιώσει ή να αποδείξει πως η γυναίκα του τον απατά. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία πράξη έχουμε παραλλαγές του ίδιου θέματος, ενός θέματος που συχνά συναντάμε σε φάρσες, αυτοσχεδιαστικές ή λογοτεχνικές. Τι κάνει όμως τον ‘’Ζωρζ Νταντέν’’ υψηλή κωμωδία; Όπως και στην φάρσα, έτσι και εδώ έχουμε να κάνουμε περισσότερο με τύπους παρά με χαρακτήρες: Ο ζηλιάρης σύζυγος, η πεθερά, ο όμορφος ευγενής κ.τ.λ. (εξαίρεση αποτελεί η Ανζελίκ, η οποία φαίνεται πιο σύνθετη από τους υπόλοιπους, λόγω του πρώιμου θα λέγαμε φεμινισμού της). Το χαρακτηριστικό που ορίζει την διαφορά του έργου από τα πιο απλά θεατρικά είδη, είναι πως τα πρόσωπα είναι φορείς ταξικής συμπεριφοράς και πράττουν ανάλογα με την κοινωνική τους θέση σε ένα συνεχώς κλιμακούμενο παιχνίδι ρόλων.
Ο Ζωρζ Νταντέν είναι ο αστός που ανήλθε λόγω της οικονομικής του επιτυχίας. Αντίθετα η οικογένεια των Σατονβίλ, είναι μια οικογένεια αριστοκρατική, αλλά σε οικονομικό μαρασμό. Μέσα από το παιχνίδι των κοινωνικών ρόλων προκύπτει πως η ίδια η υπόδηση του ρόλου είναι αρκετή για την κατοχύρωσή του. Αν και ανίσχυροι οικονομικά, οι Σατονβίλ επιβάλλονται στον Ζωρζ Νταντέν. Είναι αυτοί που δικάζουν τις υποθέσεις και είναι αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις. Σε κάθε σκηνή επιπλήττουν τον πρωταγωνιστή, με βάση τους δικούς τους κανόνες και τη δική τους τυπολογία. Αυτή ακριβώς η συντήρηση των τύπων, τους δίνει το δικαίωμα και την εξουσία. Οι ενδυμασίες, οι χειρονομίες, οι συγκεκριμένες εκφράσεις και εκφορές, σε συνδυασμό με την αδυναμία του πρωταγωνιστή να τους ακολουθήσει, ορίζουν την μεταφυσική της ταξικής προέλευσης και της ταξικής θέσης. Παρά το κενό της πραγματικής ισχύς(οικονομικής δηλαδή ισχύς), οι τύποι και οι ρόλοι κατασκευάζουν μια φαντασιακή κατάσταση πιο πραγματική από την ίδια την πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε πως το 1668 (ημερομηνία παράστασης του έργου) η αριστοκρατία ήταν πολύ ισχυρή και αντλούσε τη δύναμη της, διαμέσου του βασιλιά, από τον ίδιο τον θεό. Είναι λοιπόν αυτή η ταξική γραμμή που αδυνατεί να ξεπεράσει ο Νταντέν, η ίδια γραμμή στην οποία σκόνταψε και ο κύριος Ζουρντέν στον ‘’Αρχοντοχωριάτη’’
Το παραπάνω φαινόμενο ενισχύεται , από την ίδια τη στάση του Νταντέν, ο οποίος φαίνεται να κρύβει την ταξική του αδυναμία πίσω από την τυπικότητα και το ηθικά νόμιμο(‘’Σεβαστείτε όχι το πρόσωπό μου’’ ,λέει στην Ανζελίκ, ’’αλλά τα ιερά δεσμά του γάμου’’). Όλες οι πράξεις που εμφανίζεται να κάνει αντιστοιχούν στο δίκαιο του εμπορίου και τη λογική του αστού. Έτσι, ο ίδιος ο γάμος αποτελεί μια συναλλαγή ανάμεσα στον Νταντέν και τα πεθερικά του. Οι γαμήλιοι όρκοι αντιστοιχούν για τον Νταντέν σε συμβόλαια. Οι Σατονβίλ εμφανίζονται ως μεσάζοντες και ταυτόχρονα ως εγγυητές του συμβολαίου και της σχέσης-αγοραπωλησίας. Το εάν υπήρξε λοιπόν απιστία εξαρτάται όχι από την πραγματικότητα του γεγονότος αλλά από το εάν οι ίδιοι θα πιστούν για αυτή. Εξίσου εντυπωσιακό είναι πως η κοινωνική ανισότητα εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και μέσα στον γάμο. Η Ανζελίκ (το ίδιο και το παιδί που θα προκύψει από τον γάμο)παραμένει αριστοκράτισσα και ο Νταντέν αστός άρα κατώτερος. Η πραγματική αντίθεση ανάμεσα στο ζευγάρι δεν είναι ταξική αλλά η αντίθεση ανάμεσα στον ψυχρό υπολογισμό και το ανθρώπινο. Γιατί πέρα από αστός ο Νταντέν είναι γέρος, βαρετός και άσχημος ενώ η Ανζελίκ όμορφη και νέα. Η απιστία έρχεται φυσικά και η ζήλεια καταντά αστείο.
Ο Ζωρζ Νταντέν είναι καταδικασμένος να πηγαινοέρχεται και να φωνάζει μέσα στο κοινωνικό παράλογο. Να φωνάζει όχι κατά του παραλόγου αυτού αλλά κατά της θέσης του στο όλο παιχνίδι. Η ίδια η δομή του έργου τον εγκλωβίζει. Μια διαδοχή όμοιων γεγονότων, με μια όμοια κατάληξη που τον συναντά κάθε φορά ηττημένο. Ο αριθμός των γεγονότων μοιάζει τυχαίος, μια και το ένα γεγονός δεν οδηγεί στο άλλο, αλλά απλά προστίθεται σε αυτό. Ο αριθμός τους θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος χωρίς το έργο πραγματικά να αλλάζει. Ο Συγγραφέας δεν μας δίνει στην πραγματικότητα λύση, αφού δεν συναντάμε καμιά ανατροπή της αρχικής κατάστασης και το τέλος είναι απλά συμβατικό. Ο Μολιέρος καταδικάζει τον Ζωρζ Νταντέν να εξανίσταται στην αιωνιότητα αστός άσχημος και προδομένος. (από το πρόγραμμα της παράστασης στο θέατρο Τόπος Αλλου)

Ζωρζ Νταντέν: Γενεαλογικό σημείωμα και διακείμενο



Ο Μολιέρος έγραψε τον ‘’Ζωρζ Νταντέν’’ το 1668, λίγα χρόνια μετά τα συνεχόμενα σκάνδαλα που προκάλεσαν τα μεγάλα έργα του ‘’Ταρτούφος’’ και ‘’Δον Ζουάν’’. Αν και έργο ωριμότητας, ο ‘’Ζωρζ Νταντέν’’ έχει τις ρίζες του στην πρώτη θεατρική περίοδο του Μολιέρου όταν ο συγγραφέας-ηθοποιός μαζί με τον θίασό του, γύριζε τις επαρχίες μακριά από το Παρίσι παρουσιάζοντας σύντομες φάρσες. Μία από τις ελάχιστες αυτές φάρσες που σώζονται, είναι ‘’Η ζήλεια του Μουτζούρη’’, το πρώτο σωζόμενο έργο του Μολιέρου. Το έργο έχει την ίδια ακριβώς υπόθεση με την Τρίτη πράξη του Ζωρζ Νταντέν. Η καλλιτεχνική απόσταση που διήνυσε ο συγγραφέας ανάμεσα στα δύο έργα είναι ανάλογη με την απόσταση της λαϊκής φάρσας από την υψηλή κωμωδία.
Η χρονολόγηση της ‘’Ζήλειας του μουτζούρη’’ είναι αβέβαιη. Το πιθανότερο είναι πως γράφτηκε στο διάστημα 1646- 1653. Η υπόθεση είναι αρκετά απλή αφήνοντας πολλά περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς στους ηθοποιούς : Ο Μουτζούρης, μέθυσος και καχύποπτος υποψιάζεται πως η γυναίκα του τον απατά. Για να την τιμωρήσει την κλειδώνει έξω από το σπίτι ενώ αυτή έχει πάει να βρει τον εραστή της. Ο Μουτζούρης δεν υποκύπτει στα παρακάλια της γυναίκας του και την οδηγεί στην αυτοκτονία με αυτομαχαίρωμα. Όμως η αυτοκτονία είναι προσποιητή, η γυναίκα είναι μια χαρά και μπαίνει στο σπίτι ενώ ο σύζυγος που ανησύχησε και βγήκε να δει τι συνέβη μένει απ έξω κλειδωμένος και ρεζιλεμένος. Τελικά το ζευγάρι συμφιλιώνεται με την επέμβαση του πατέρα της κοπέλας. Οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κείμενα είναι παραπάνω από εμφανείς. Ένα ακόμα σημείο συγγένειας είναι το κοινό όνομα της γυναίκας και στα δύο έργα (Ανζελίκ).
Το μοτίβο είναι δανεισμένο από το ‘’Δεκαήμερο’’ του Βοκάκιου. Στην τέταρτη ιστορία της έβδομης μέρας περιγράφετε η ίδια ακριβώς ιστορία, με μόνη διαφορά στα ονόματα και τον τρόπο της αυτοκτονίας της κοπέλας (πέτρα σε πηγάδι αντί για αυτομαχαίρωμα). Ο μύθος είναι αρκετά διαδεδομένος και συναντάται σε αρκετούς πολιτισμούς. Πρώτη καταγραφή του συναντάται στις ‘’ 70 ιστορίες του παπαγάλου’’ συλλογή στα σανσκριτικά με παραμύθια του 6ου π.Χ. αιώνα, ενώ πριν διαδοθεί ευρέως τον 12ο αιώνα, εμφανίζεται και στα λατινικά στο έργο Disciplina Clericalis του Petrus Alphonsus κατά τον εντέκατο αιώνα. Εξίσου πιθανό είναι ο Μολιέρος να έλαβε το δάνειο μέσω των διαφόρων ιταλικών θιάσων της κομέντια Ντελ Άρτε και όχι του Δεκαημέρου. Σε κάθε όμως περίπτωση το επεισόδιο (ακόμα και στην πρώιμη μορφή του) εμπλουτίζεται με καινούργιους χαρακτήρες αλλά και κωμικές σκηνές, αποφεύγεται έτσι η απλή μίμηση και δημιουργείται ένα ξεχωριστό θεατρικό κομμάτι με λογοτεχνικές ρίζες.
Η διαδρομή από το ‘’Δεκαήμερο’’ στην ‘’Ζήλεια του Μουτζούρη’’ και από εκεί στον ‘’Ζωρζ Νταντέν’’ είναι η ιστορία ενηλικίωσης της κωμωδίας. Στο τελικό της στάδιο (αυτό του 1668) βλέπουμε την φάρσα να έχει μεταμορφωθεί σε κοινωνικό στοχασμό, τις μάσκες να έχουνε γίνει πρόσωπα και τον Μολιέρο να συνθέτει περίτεχνα μια ιδιόμορφη πλοκή, αποφεύγοντας τα εύκολα αστεία παράγοντας μια ώριμη σάτιρα. Οι στόχοι του έργου έχουν αλλάξει, η διασκέδαση έχει παραχωρήσει τη θέση της στην κριτική και ο Μολιέρος από διασκεδαστής έχει μετατραπεί σε συγγραφέα μεγάλου μεγέθους. (από το πρόραμμα της παράστασης στο θέατρο τόπος Αλλού)

Flight of the Conchords - Business Time






Ναιιιιιι
Μωρό μου απόψε θα κάνουμε έρωτα
Ξέρεις γιατί το ξέρω;
Γιατί είναι Τετάρτη
Και Τετάρτη βράδυ είναι το βράδυ που συνήθως κάνουμε έρωτα
Τρίτη βράδυ είναι το βράδυ που πηγαίνουμε στη μητέρα σου
Και της δείχνω για άλλη μια φορά πως να χρησιμοποιεί το βίντεο
Τη Δευτέρα το βράδυ είναι το βράδυ που συνήθως μαγειρεύω
Μα Τετάρτη βράδυ είναι το βράδυ που κάνουμε έρωτα
Όταν όλες οι συνθήκες είναι τέλειες:
Δεν είσαι πολύ κουρασμένη από την προπόνηση στο βόλεϊ με τις συναδέλφους σου μετά τη δουλειά
Η τηλεόραση δεν παίζει τίποτα το ενδιαφέρον
Μμμμμμμμμ!!!!!!
Οι συνθήκες είναι τέλειες για να κάνουμε έρωτα
Και ύστερα γυρνάς και μου λες κάτι σέξι όπως: ‘’Καλύτερα να πάω να ξαπλώσω. Έχω δουλειά το πρωί ‘’
Καταλαβαίνω τι προσπαθείς να πεις μωρό μου
Προσπαθείς να πεις : ‘’Είναι ώρα για δουλειά….’’

It’s business, it’s business time


Πριν το καταλάβεις βρισκόμαστε στην τουαλέτα και βουρτσίζουμε τα δόντια μας
Είναι κομμάτι της όλης φάσης μωρό μου, είναι προκαταρκτικά
Τα προκαταρκτικά είναι πολύ σημαντικά στη διαδικασία του έρωτα
Ύστερα πας στην κουζίνα να κάνεις ανακύκλωση
Το οποίο δεν είναι μέρος τον προκαταρκτικών, αλλά είναι εξίσου σημαντικό
Και ξανά πριν το καταλάβεις βρισκόμαστε στην κρεβατοκάμαρα ,
Και φοράς εκείνο το βρώμικο φθαρμένο μπλουζάκι με τον λεκέ
Που γράφει ‘’ομάδα εργασίας ‘99’’
Βγάζω τα ρούχα μου
Αλλά πεδικλώνομαι στο παντελόνι, γιατί θα έπρεπε πρώτα να βγάλω τα παπούτσια μου
Μα δεν πειράζει μετατρέπω το ατύχημα σε έναν σέξι χορό, έτσι δεν είναι μωρό μου:
Την επόμενη στιγμή δεν φορώ απολύτως τίποτε
Εκτός από τις κάλτσες μου
Και ξέρεις τι ώρα είναι μωρό μου όταν φορώ μόνο τις κάλτσες μου…
Είναι ώρα, είναι ώρα για δουλειά….

It’s business, its business time……

Κάνουμε έρωτα,
Κάνουμε έρωτα για 2,
Κάνουμε έρωτα για 2 ολόκληρα λεπτά,
Όταν είσαι μαζί μου μωρό μου ξέρεις ότι 2 λεπτά αρκούν
Γιατί είμαι τόσο έντονος
Δύο λεπτά στον παράδεισο είναι καλύτερα μωρό μου
Είναι καλύτερα από ένα λεπτό στον παράδεισο
Γυρνάς και μου λες κάτι σέξι όπως: ‘’Αυτό είναι όλο;’’
Ξέρω τι προσπαθείς να πεις μωρό μου,
Προσπαθείς να πεις ‘’Ω ναι, αυτό είναι ‘’
Και ύστερα μου λες πως θες κι άλλο
Έτσι λοιπόν μωρό μου;
Δεν μπορώ να πω πως ξαφνιάζομαι
Αλλά μπορώ να πω πως νυστάζω.

Its business, its business time…


των Bret McKenzie και Jemaine Clement
μετάφραση από τον δίσκο Flight of the Conchords (2008)

Αποχαιρετώντας τον δάσκαλο Ευγένιο Σπαθάρη





Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννήθηκε στην Κηφισιά το Γενάρη του 1924. ‘Ήταν γιός του καραγκιοζοπαίχτη Σωτήρη Σπαθάρη ενός από τους πρώτους αναμορφωτές του θεάτρου σκιών, γεννημένου στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικό του όνειρο ήταν να ακολουθήσει πορεία αρχιτέκτονα, όμως η Γερμανική εισβολή ανέκοψε τις επιθυμίες του. Μέσα στην δύσκολη περίοδο της Γερμανικής κατοχής, ο Σπαθάρης αφιερώνετε με πάθος στις παραστάσεις του θεάτρου σκιών, ανεβάζοντας αυτοσχέδια έργα με διάθεση ανατρεπτική, στοχεύοντας τόσο στην παραμυθία όσο και στην αντίσταση, απέναντι στον κατακτητή, με ήρωες της επανάστασης του 21 σε ρόλο πρωταγωνιστή, παραστάσεις σε θέατρα της Αθήνας, σε Πρεσβείες, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κ.α. Από τότε συμμετείχε σε πολλές παραστάσεις, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με έργα όπως «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτορας», «Ο Αλέκος με τα κυδώνια» κ.ά. , καθώς και σε φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών, το λαϊκό θέατρο, το λαϊκό πολιτισμό και σε εκθέσεις φιγούρων του καραγκιόζη. Το 1970 κυκλοφόρησε 13 εικονογραφημένα τεύχη με μαυρόασπρες φιγούρες, ενώ το 1979 παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη το βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» με εφτά έργα και εφτά περιλήψεις (τα τέσσερα δικά του και τα τρία του πατέρα του Σωτήρη). Από το 1962 κυκλοφόρησαν 10 έργα του σε δίσκους 45 στροφών από την His Master's Voice, ενώ ακολούθησαν άλλοι 2 δίσκοι 33 στροφών από τη Μinos-EMI αρχές της δεκαετίας του '80, και άλλες έξι παραστάσεις σε 6 αντίστοιχα cd από τη Legend το 2002. Έργα του παίχτηκαν στην τηλεόραση σε παραγωγή του Νίκου Πιλάβιου, κυκλοφόρησαν σε βιντεοκασέτες τη δεκαετία του ’80 ενώ πρόσφατα άρχισε η αναπαραγωγή τους σε dvd. Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου (της ΟΥΝΕΣΚΟ) με περιοδείες σε πολλές χώρες, σε μια σειρά από φεστιβάλ και ειδικά αφιερώματα (Ιταλία, Δανία, Πολωνία, Ρωσία, Γαλλία, Αγγλία,) ενώ έπαιξε μέχρι και στο Κάρνεγκι Χόλ της Νέας Υόρκης καθώς και 2 φορές στο Κρεμλίνο .Τιμήθηκε με το Βραβείο Ρώμης (1962), με το Α' Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, Α' Βραβείο Πολωνίας (1978), Α' Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.ά. Τέλος το 2007 τιμήθηκε από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού για την προσφορά του στο καλλιτεχνικό αυτό είδος για το οποίο του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου. Η δημιουργική του πορεία διήρκεσε περισσότερα από 60 χρόνια μέχρι και τις 9 Μαΐου, ημέρα θανάτου του, ύστερα από νοσηλεία του στον ευαγγελισμό, λόγω πολλαπλών καταγμάτων και αιματώματος στον εγκέφαλο. Ήταν 85 ετών. Η σορός του εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών και η κηδεία έγινε στις 13 Μαΐου του 2009, στο Μαρούσι, με δημόσια δαπάνη.
Ενώ οι πρώτες παραστάσεις του Καραγκιόζη στην Ελλάδα εντοπίζονται τον 17ο αιώνα και του θεάτρου σκιών στη Νοτιανατολική Ασία περίπου τον 4ο αιώνα, στην κοινή συνείδηση ο Καραγκιόζης είναι ταυτισμένος με τον χαρακτήρα, τόσο των ηρώων όσο και των κειμένων του Ευγένιου Σπαθάρη. Ο Καραγκιόζης μακρινός απόγονος του Οδυσσέα, ονειροπόλος, ευτυχισμένος στα κουρέλια του, τεμπέλης αλλά και καταφερτζής, βοηθός τόσο του Μεγάλου Αλεξάνδρου όσο και του Κατσαντώνη, φιγούρα βγαλμένη μέσα από τις τοιχογραφίες του Θεόφιλου ή κάποιο στίχο δημοτικού τραγουδιού, ανώνυμη και ταυτόχρονα επώνυμη, μέσα σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο και ταυτόχρονα στο άχρονο. Στα χέρια του Ευγένιου Σπαθάρη, το θέατρο σκιών εκσυγχρονίστηκε, απέκτησε συνειδητά καλλιτεχνική υπόσταση, τα κείμενα πλησίασαν την λογοτεχνία, ο Καραγκιόζης έγινε η συνείδηση του λαϊκού, μια συνείδηση όμως με γνώση της υπόστασής της.
Ο Άγγελος Σικελιανός είχε πει για τον Ευγένιο Σπαθάρη: ‘’Η τέχνη του Σπαθάρη είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος όποιος την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας μπρος στα ανάποδα τον κόσμου, αλλά σκεπάζεται και η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας απ'τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας ως με τις κορφές τον ηρωισμού". (στην εφημερίδα Εποχή)

look back in anger


Από την εκδήλωση για τους Οργισμένους νέους στη Δημοτική αγορά της Κυψέλης

Χάρολντ Πίντερ 1930-2008 (γραμμένο μαζί με τον Γιάννη Μανιάτη)




Ένας πραγματικός διανοούμενος οφείλει να είναι προοδευτικός, κι αν όχι ο ίδιος , οφείλει να είναι προοδευτικό το έργο του. Ο πρόσφατα, αποθανών νομπελίστας Χάρολντ Πίντερ τήρησε και τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις..

Το έργο του

Γεννημένος στο Χάκνεϋ του Λονδίνου από Εβραίους γονείς εργατικής τάξης, ο Πίντερ αναδείχθηκε ως μια από τις σημαντικότερες φωνές του θεατρικού λόγου κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, ανοίγοντας νέους δρόμους στη θεατρική γραφή και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η θεατρική πράξη εν γένει. Ξεκινά ως ηθοποιός περιοδεύοντας στην Αγγλία και την Ιρλανδία.. Το 1957 και ενώ έχει κάνει τα πρώτα του βήματα στην ποίηση και στην πεζογραφία, μια τυχαία εικόνα σε ένα πάρτι γεννά το πρώτο του μονόπρακτο, «Το Δωμάτιο». Την ίδια χρονιά γράφει τα έργα «Dumb waiter» και το « Πάρτι γενεθλίων». Ήδη από τα πρώτα αυτά έργα βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του πιντερικού κανόνα να κυριαρχούν. Παράλογο, σιωπές και παύσεις, μια ακαθόριστη εξωτερική απειλή, σχέσεις ορισμένες από την μετακύλιση της ισχύος από το ένα πρόσωπο στο άλλο, στοιχεία που καταδηλώνουν εμφανώς τους λογοτεχνικούς του προγόνους Κάφκα και Μπέκετ, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα τους κατεξοχήν πιντερικούς χαρακτήρες.. Το 1959, γνωρίζει την επιτυχία με τον «Επιστάτη». Το έργο παρουσιάζει την σύνθετη σχέση ανάμεσα σε δύο αδέλφια και έναν τυχαίο αλήτη. Τα θέματα της ρευστότητας της εξουσίας, του σπιτιού ως αρχέτυπου (αλλά και διάψευσης) ασφάλειας , της βαναυσότητας, των βασανιστηρίων και της εκμετάλλευσης δένουν με τη μουσική και ελλειπτική γλώσσα σε ένα σύνολο μακριά από το συγκεκριμένο της δομής αλλά με τη σαφήνεια της ατμόσφαιρας.. Στην πρώτη αυτή περίοδο θα ακολουθήσουν αρκετά έργα με σημαντικότερα την «Επιστροφή» και τον «Εραστή»
Το 1970 αρχίζει η δεύτερη περίοδος του συγγραφέα. Χωρίς να εγκαταλείπει τα εκφραστικά του μέσα και τη βασική του θεματική και μετά από μακροχρόνια ενασχόληση με το έργο του Προυστ, το θέμα του χρόνου και του παρελθόντος γίνεται κεντρικό στο έργο του Πίντερ. Στους «Παλιούς καιρούς», ο συγγραφέας περιγράφει τη ρευστότητα της ανάμνησης και άρα της πραγματικότητας.. Δύο γυναίκες και ένας άντρας αναπολούν γεγονότα που συνέβησαν ή δεν συνέβησαν, με την ανάμνηση να αντικαθιστά το γεγονός ως πραγματικότητα. Ακόμα και η παρουσία των προσώπων γίνεται θολή με τις γυναίκες να ταυτίζονται ή απλά να υπάρχουν ως παρελθόν του άντρα. Η ομοιότητα και η διαφορά ανάμεσα στους χαρακτήρες υπό το πρίσμα της ανάμνησης και το απροσδιόριστο του παρελθόντος που προσδιορίζει το παρόν επαναλαμβάνεται και στα δύο σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου, τη «Νεκρή ζώνη», και την «Προδοσία». Στο πρώτο από αυτά, γραμμένο το 1974, ο Πίντερ περιγράφει την εισβολή του Σπούνερ στο σπίτι του ποιητή Χίρστ. Το έργο θέτει το ερώτημα του ποιος είναι ο ‘’εισβολέας’’: ένας παλιός συμμαθητής του Χιρστ, μια άλλη εκδοχή του εαυτού του ή απλά ένας φαρσέρ; Η φιγούρα του Χίρστ ανήμπορη απέναντι στο θολό της ανάμνησης είναι μια από τις συγκλονιστικότερες φιγούρες στο σύγχρονο θέατρο. Στην «Προδοσία», έργο γραμμένο το 1978, ο Πίντερ καταπιάνεται με το Ιψενικό τρίγωνο, την παράνομη σχέση μιας γυναίκας με τον καλύτερο φίλο του άντρα της. Το πρωτότυπο δραματουργικό στοιχείο, είναι ο τρόπος διήγησης,, αφού τη ιστορία μας αποκαλύπτεται με αντίστροφη φορά, από το τέλος προς την αρχή. Το έργο ακροβατεί συνειδητά ανάμεσα στο κοινότοπο του τριγώνου και όλες τις λεπτομέρειες που το απομακρύνουν από αυτό, δίνοντας του το βάρος μιας πρωτότυπης μοντέρνας εκδοχής του ίδιου μύθου. Η μουσική των σιωπών και των παύσεων γίνεται στα έργα αυτά πιο εσωτερική και λιγότερο απειλητική και αν εκφράζει κάτι είναι λιγότερο η έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα και περισσότερο η αδυναμία προσδιορισμού της ίδιας της πραγματικότητας , του παρελθόντος , της ύπαρξης..
Στην τελευταία περίοδο του θεατρικού έργου του Χάρολντ Πίντερ, κυριαρχεί το έντονα πολιτικό στοιχείο. Πρέπει να τονίσουμε εδώ την μόνιμη ενασχόληση του συγγραφέα με τα κοινά, την θέση και τις δηλώσεις του σε μια σειρά από θέματα και τον πολιτικό του ακτιβισμό, στοιχεία που την περίοδο αυτή μετουσιώνονται σε θέατρο . Το «Ένα και φύγαμε»(1984), πρώτο σε μια σειρά από πολιτικά έργα, περιγράφει τη διαδικασία βασανισμού σε κάποιο απροσδιόριστο καθεστώς το οποίο θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε δυτική κοινωνία. Πολέμιος των βασανιστηρίων, ο Πιντερ εντάσσει στο έργο αυτό όλη του την απόγνωση για τον βάναυσο θεσμό. Αυτή η απόγνωση θα πάρει πιο έντονα χαρακτηριστικά κατά την επίσκεψή του με τον Άρθουρ Μίλερ στην Τουρκία ένα χρόνο μετά. Η λογοκρισία, τα βασανιστήρια, η στάση απέναντι στους Κούρδους θα οδηγήσουν το συγγραφέα σε μια σειρά από πολιτικές κινήσεις και δηλώσεις καθώς και στη συγγραφή της «Βουνίσιας γλώσσας», το 1988, έργο που αντηχεί καταστάσεις όμοιες με αυτή στην Τουρκία όσο και στην Βόρεια Ιρλανδία. Αν και έργα πολιτικά, τα θεατρικά αυτά απέχουν από το στρατευμένο θέατρο(τουλάχιστον όπως το είχαμε γνωρίσει) εντάσσοντας πραγματικά (αν και παράλογα) γεγονότα στο σύμπαν του θεάτρου του παραλόγου. Πιο χαρακτηριστικά, το στοιχείο αυτό εμφανίζεται στο «Τέφρα και σκιά», (1996) το τελευταίο αριστούργημα του Πίντερ όπου η ανάμνηση του ολοκαυτώματος παίρνει τη μορφή εμπειρίας για μια γυναίκα που δεν το έχει βιώσει. Έξι χρόνια μετά τη συγγραφή του τελευταίου του θεατρικού ( ''Η Επέτειός μας'') βραβεύεται με το Νόμπελ λογοτεχνίας.


Το Βραβείο Νόμπελ

Η κορυφαία, ίσως, στιγμή της πολιτικής και διανοητικής στάσης του Χάρολντ Πίντερ υπήρξε η ομιλία του κατά την βράβευση του με το βραβείο Νόμπελ, στις 5 Δεκεμβρίου του 2005.Ο Άγγλος συγγραφέας εκφωνώντας έναν βιντεοσκοπημένο λόγο αναφέρθηκε στις περιοχές των ενδιαφερόντων του, την Τέχνη, την Αλήθεια και την Πολιτική. Μιλώντας περισσότερο σαν πολιτικός στοχαστής και λιγότερο σαν καλλιτέχνης, ο Πίντερ ξεσπάθωσε εναντίον της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, αναφερόμενος στο πλήθος των περιπτώσεων όπου η πολιτική των Η.Π.Α. λειτούργησε χειραγωγικά δημιουργώντας κράτη-προτεκτοράτα, εγκαθιδρύοντας δικτατορίες και εντείνοντας το κλίμα ανασφάλειας και αποσταθεροποίησης σε διάφορες γωνίες του πλανήτη.
Κεντρικό αίτημα για τον Πίντερ ήταν η αλήθεια, η αλήθεια που κρύβεται πίσω από την πολιτική ρητορεία, την αποσταθεροποίηση, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που διεξάγουν οι υπερδυνάμεις. Μια αλήθεια τραγική, όπου, με το περίγραμμα της τρομοκρατίας, καταστρατηγούνται τα βασικότερα πολιτικά, ηθικά και κοινωνικά ανθρώπινα δικαιώματα και η ανθρωπότητα εκπίπτει, οδηγούμενη στη θηριωδία. Ο καλλιτέχνης, ο διανοούμενος οφείλει να επισημαίνει την αλήθεια, να αποδομεί την γλώσσα, όπου αυτή γίνεται επικίνδυνη, και να επισημαίνει την πραγματική διάσταση των πραγμάτων, ακόμη κι αν αυτά διαθλώνται μέσα στο έργο του. «Αλλά καμιά φορά ο συγγραφέας πρέπει να σπάσει τον καθρέπτη, διότι στην πίσω πλευρά του η αλήθεια μας κοιτά.»
Πέρα από το περιεχόμενο του λόγου του ιδιαίτερη σημασία έχει και η συμβολική του διάσταση. Ένας συγγραφέας, στον οποίο αποδίδεται η ύψιστη τιμή, το βραβείο Νόμπελ, αφήνει στην άκρη το προσωπικό του έργο και μιλάει για τη ουσία των πραγμάτων, για την Αλήθεια. Η εικόνα ενός ανθρώπου ηλικιωμένου, χτυπημένου από μια βαρειά ασθένεια, ετοιμοθάνατου καθηλωμένου στο αναπηρικό καροτσάκι και μάλιστα ενός ανθρώπου του διαμετρήματος του Χάρολντ Πίντερ, ο οποίος, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν σιωπά, είναι μια εικόνα συγκλονιστικής δύναμης και συνέπειας.

Η πολιτική στάση

Ο Χάρολντ Πίντερ αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα «στρατευμένου» πνευματικού ανθρώπου για το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Η στράτευση του δεν ήταν εκείνη του κομματικά ταγμένου διανοουμένου. Δεν υπερασπίστηκε τίποτε παραπάνω από το δίκαιο του αδύναμου, μην λαμβάνοντας υπ’όψιν του το πολιτικώς ορθό, μένοντας συνεπής σε μια έντιμη και γενναία στάση η οποία, με το πέρασμα του χρόνου, μετασχηματίστηκε από τις αλληγορικές σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης των πρώτων του έργων στην απροκάλυπτη και ωμή βία που παρουσιάζει στα όψιμα κείμενά του. Η αξία και η εντιμότητα της πολιτικής του άποψης καθίστανται ακόμη πιο κομβικές και σημαντικές αν αναλογιστεί κανείς πως ο Πίντερ θεωρείται από το σύνολο του πνευματικού κόσμου ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Άλλωστε δεν θα είχε κανένα περιεχόμενο η στάση αυτή αν δεν προερχόταν από μια προσωπικότητα «κοινής αποδοχής», από έναν διανοούμενο του οποίου το έργο, δεν χωράει αμφισβήτηση, άλλαξε την θεατρική πραγματικότητα επανατοποθετώντας το θέατρο στην ουσιαστική κοινωνική του βάση.
Η πολιτική του στράτευση, όμως, δεν υπήρξε ανέξοδη για τον ίδιο. Τα βρετανικά μέσα και η βρετανική κριτική, τα οποία σε πολύ μικρή εκτίμηση είχε ο ίδιος, αντιμετώπισαν το όψιμο, ακραιφνώς πολιτικό, έργο του με μεγάλη δυσπιστία. Αν ήθελε κάποιος να συνοψίσει την πιντερική αντίληψη για τα πράγματα και την αξία της φωνής του Πίντερ, ενός συγγραφέα που κατά τα άλλα ανέδειξε ως δομικό στοιχείο του έργου του τη σιγή και την παύση, δεν θα είχε παρά να ανατρέξει σε μια αράδα από το «Πάρτι Γενεθλίων», την οποία ο ίδιος ανήγαγε σε στάση ζωής:: « ¨Σταν, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις¨, έχω ζήσει με αυτή την ατάκα όλη μου τη ζωή, τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά». Χάρολντ Πίντερ 1930-2008
(στην εφημερίδα εποχή)

Eric Hobsbawm: Ο υπαρκτός σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός μόλις κήρυξε πτώχευση. Τι θα ακολουθήσει; (μετάφραση από τον Guardian)


Ο 20ος αιώνας βρίσκεται οριστικά πίσω μας, αλλά δεν έχουμε ακόμη μάθει να ζούμε στον 21ο, ή τουλάχιστον να σκεφτόμαστε με έναν τρόπο που να του αντιστοιχεί. Κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολο όσο φαίνεται, γιατί η βασική ιδέα που κυριάρχησε στην οικονομία και την πολιτική τον περασμένο αιώνα, έχει ολοφάνερα χαθεί στον παρελθόντα χρόνο της ιστορίας. Αυτός ήταν ο τρόπος για να σκεφτόμαστε για τις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, (και για να είμαστε ειλικρινείς για κάθε οικονομία) με βάση δύο αντίθετα σε πλήρη απόκλιση: τον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό. Στα χρόνια που πέρασαν ζήσαμε δυο πρακτικές προσπάθειες να εφαρμοστούν, τα δύο αυτά αντίθετα σε μια αγνή τους μορφή: τις κεντρικού σχεδιασμού κρατικές οικονομίες σοβιετικού τύπου, και τις χωρίς κανέναν περιορισμό και κανέναν έλεγχο, ελεύθερες, καπιταλιστικές οικονομίες. Το πρώτο μοντέλο κατέρρευσε τη δεκαετία του 80 και μαζί του έπεσαν και τα ευρωπαϊκά κομουνιστικά πολιτικά συστήματα. Το δεύτερο καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, στη μεγαλύτερη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού από το 1930. Με πολλούς τρόπους η σημερινή κρίση είναι μεγαλύτερη από αυτή του 1930, γιατί η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας δεν βρισκόταν τότε σε τόσο εξελιγμένο στάδιο όπως σήμερα και επίσης η κρίση αυτή δεν επηρέασε την οργανωμένη οικονομία της σοβιετικής ένωσης. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο σοβαρές και τι διάρκεια θα έχουν οι επιπτώσεις της σημερινής κρίσης, αλλά σίγουρα οριοθετούν το τέλος της σύντομης περιόδου του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς, που αιχμαλώτισε τον κόσμο και τις κυβερνήσεις του από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ και του προέδρου Ρήγκαν. Για τους ίδιους λόγους, η αποτυχία περιμένει τόσο αυτούς που πιστεύουν σε έναν αγνό χωρίς παρεμβατισμούς καπιταλισμό της αγοράς, σε ένα είδος διεθνούς αστικού τύπου αναρχισμό όσο και αυτούς που πιστεύουν σε έναν κεντρικά σχεδιασμένο σοσιαλισμό, αμόλυντο από την ιδιωτική αναζήτηση του κέρδους. Και οι δύο ιδέες έχουν κηρύξει πτώχευση. Το μέλλον, όπως το παρόν και το παρελθόν, ανήκει σε μεικτές οικονομίες στις οποίες το δημόσιο και το ιδιωτικό, θα πλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αλλά πώς; Αυτό είναι το πρόβλημα για τον καθένα σήμερα, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους της αριστεράς. Η αφοσίωση της σοσιαλδημοκρατίας στην ελεύθερη αγοράΚανείς δεν μπορεί να θέλει να επιστρέψει στα σοβαρά, στα καθεστώτα σοβιετικού τύπου, όχι μόνο λόγο των πολιτικών τους σφαλμάτων, αλλά και λόγο ης αυξανόμενης νωθρότητας και ανικανότητας των οικονομιών τους- αν και αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να υποτιμήσουμε τα εντυπωσιακά τους επιτεύγματα, στον κοινωνικό και εκπαιδευτικό τομέα. Από την άλλη, μέχρι την κατάρρευση της παγκόσμιας, ελεύθερης αγοράς τον περασμένο χρόνο, ακόμη και οι σοσιαλδημοκράτες ή άλλα μετριοπαθή αριστερά κόμματα στις πλούσιες χώρες του βόρειου καπιταλισμού και της Αυστραλασίας, δεσμεύτηκαν όλο και περισσότερο στην επιτυχία του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς. Πράγματι, από την πτώση της Σοβιετικής ένωσης μέχρι και σήμερα δεν μπορώ να φανταστώ κάποιο κόμμα ή κάποιον αρχηγό, που να απορρίπτει τον καπιταλισμό ως απολύτως απαράδεκτο. Κανείς δεν ήταν πιο αφοσιωμένος σε αυτόν από τους Νέους Εργατικούς. Στις οικονομικές τους πολιτικές, τόσο ο Τόνι Μπλαιρ όσο και (μέχρι τον Οκτώβριο του 2008) ο Γκόρντον Μπράουν, μπορούν να χαρακτηριστούν χωρίς υπερβολή, ως Θάτσερ με παντελόνια. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το δημοκρατικό κόμμα των ΗΠΑ.Η βασική ιδέα των Εργατικών από το 1950, ήταν πως ο σοσιαλισμός είναι αχρείαστος, γιατί ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι αξιόπιστο ως προς το να γεννά και να παράγει περισσότερο πλούτο από οποιοδήποτε άλλο. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι σοσιαλιστές, ήταν να εξασφαλίσουν τη δίκαιη διανομή του. Αλλά από τη δεκαετία του 70, η επιταχυνόμενη ορμή του καπιταλισμού, έκανε αυτή την υπόθεση όλο και πιο δύσκολη, ενώ υπονόμευσε την παραδοσιακή βάση του εργατικού κόμματος, καθώς επίσης και κάθε σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, τους υποστηρικτές και την πολιτική του. Πολλοί κατά τη δεκαετία του 1980 πίστεψαν πως αν το πλοίο των Εργατικών δεν επρόκειτο να βουλιάξει (ένα ενδεχόμενο ορατό) εκείνη την εποχή, τότε έπρεπε να επανεξοπλιστεί. Αλλά δεν επανεξοπλίστηκε. Κάτω από την επιρροή αυτού που είδαν ως την θατσερική οικονομική αναγέννηση, οι Νέοι Εργατικοί από το 1997 υιοθέτησαν την ιδεολογία, ή μάλλον θεολογία, της παγκοσμιοποιημένης ελεύθερης αγοράς, εξολοκλήρου. Η Βρετανία, απορύθμισε τις αγορές της, πούλησε τις βιομηχανίες της στις υψηλότερες πλειοδοσίες, σταμάτησε να παράγει αντικείμενα προς εξαγωγή (αντίθετα από τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ελβετία) και τοποθέτησε τα κέρδη της έτσι ώστε να μετατραπεί σε παγκόσμιο κέντρο οικονομικών παροχών και για αυτό πόλος έλξης όσων επιθυμούσαν το ξέπλυμα δισεκατομμυρίων. Για τον λόγο αυτό η επίδραση της παγκόσμιας κρίσης στη λίρα και στη βρετανική οικονομία είναι πιθανόν να είναι πιο καταστροφική από ότι σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη δυτική οικονομία και η επανάκαμψή τους πολύ πιο δύσκοληΜπορείτε να πείτε πως όλα έχουν τελειώσει. Πως είμαστε ελεύθεροι να γυρίσουμε στην παλαιά μεικτή αγορά. Η παλαιά εργαλειοθήκη των εργατικών προσφέρεται ξανά –οτιδήποτε μέχρι και η κρατικοποίηση- ας προχωρήσουμε και ας χρησιμοποιήσουμε τα παλιά εργαλεία για άλλη μια φορά, αυτά που οι Εργατικοί δεν έπρεπε ποτέ να πετάξουν. Αλλά αυτό προϋποθέτει πως γνωρίζουμε και τι να τα κάνουμε. Δεν το γνωρίζουμε. Καταρχήν δεν γνωρίζουμε πώς να ξεπεράσουμε την παρούσα κρίση. Καμία από τις κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες ή διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς γνωρίζει: θυμίζουν όλοι τους έναν τυφλό που προσπαθεί να βγει από έναν λαβύρινθο χτυπώντας κάθε φορά τους τοίχους με διαφορετικού είδους ραβδιά ελπίζοντας να βρει τη έξοδο. Επίσης υποτιμούμε το πόσο εθισμένες είναι οι κυβερνήσεις και όσοι παίρνουν αποφάσεις, στις κοροϊδίες της ελεύθερης αγοράς που τους έκαναν να αισθάνονται καλά για δεκαετίες. Έχουμε όντως απομακρυνθεί από την υπόθεση ότι η ιδιωτική επικερδής επιχείρηση, είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος, μια και είναι ο πιο αποδοτικός, να πράττουμε; Ότι η οργάνωση και η λογιστική των επιχειρήσεων, πρέπει να είναι το μοντέλο ακόμα και για τις δημόσιες υπηρεσίες την εκπαίδευση ή την έρευνα; Ότι το αυξανόμενο χάσμα, ανάμεσα στους υπέρ-πλούσιους και τους υπολοίπους δεν έχει και τόση σημασία, αρκεί οι υπόλοιποι (με εξαίρεση τη μειονότητα των απολύτως φτωχών) να τα καταφέρνουν κάπως καλύτερα; Ότι αυτό που χρειάζεται μια χώρα είναι κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη, μια μέγιστη οικονομική ανάπτυξη και οικονομική ανταγωνιστικότητα; Δεν το νομίζω.Χρειάζεται ρήξηΜια προοδευτική πολιτική χρειάζεται περισσότερα από μια μεγάλη ρήξη με τις οικονομικές και ηθικές αντιλήψεις των τελευταίων 30 χρόνων. Χρειάζεται μια επιστροφή στην πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία που αυτή φέρνει είναι ένα μέσο και όχι ο σκοπός. Ο σκοπός είναι το τι αντίκτυπο έχει στις ζωές, στις επιλογές και στις ελπίδες των ανθρώπων. Ας πάρουμε για παράδειγμα το Λονδίνο. Προφανώς έχει σημασία για όλους μας το ότι η οικονομία του Λονδίνου ανθεί. Εκεί που πρέπει να εξετάσουμε τον υπέρογκο πλούτο που παράγεται, δεν είναι στο ότι αποτελεί το 20% με 30% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, αλλά στο με ποιο τρόπο επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων που ζουν εκεί. Τι είδους ζωές τους είναι διαθέσιμες; Έχουν την οικονομική δυνατότητα να ζήσουν εκεί; Και αν όχι μας αποζημιώνει το γεγονός πως το Λονδίνο είναι ένας παράδεισος για τους υπερβολικά πλούσιους; Μπορούν να βρουν αξιοπρεπείς δουλειές ή έστω δουλειές; Εάν όχι μη κομπάζετε για τα εστιατόρια και τους σεφ σας. Εκπαίδευση για τα παιδιά; Τα ακατάλληλα σχολεία δεν διορθώνονται από το γεγονός πως τα Αγγλικά πανεπιστήμια μπορούν να γεμίσουν μια ομάδα ποδοσφαίρου με νομπελίστες.Η προοδευτική πολιτική εξετάζεται όχι στον ιδιωτικό αλλά στον δημόσιο τομέα, όχι από την αύξηση του εισοδήματος και της κατανάλωσης του καθενός, αλλά από τη διεύρυνση των ευκαιριών και αυτού που ο Αμάρθια Σεν αποκαλεί τις «ικανότητες» όλων μέσα από τη συλλογική δράση. Αλλά αυτό σημαίνει, πρέπει να σημαίνει, δημόσιες μη κερδοσκοπικές πρωτοβουλίες, ακόμη και μόνο για την αναδιανομή της ιδιωτικής συσσώρευσης. Οι δημόσιες αποφάσεις απέβλεπαν σε συλλογικές, δημόσιες βελτιώσεις από τις οποίες όλοι οι άνθρωποι θα κέρδιζαν. Αυτή είναι η βάση της προοδευτικής πολιτικής- όχι το να πολλαπλασιάζεις τον οικονομικό πλούτο και τα προσωπικά εισοδήματα. Και κάτι τέτοιο δεν θα είναι πουθενά πιο χρήσιμο από το να αμυνθούμε στο σημαντικότερο πρόβλημα που μας απειλεί αυτόν τον αιώνα, την περιβαλλοντολογική κρίση. Οποιαδήποτε ιδεολογική ετικέτα επιλέξουμε να χρησιμοποιήσουμε, θα σημάνει μια σημαντική μετατόπιση από την ελεύθερη αγορά προς τη δημόσια δράση, μια μετατόπιση μεγαλύτερη από οτιδήποτε η Βρετανική κυβέρνηση έχει φανταστεί. Και δεδομένης της οικονομικής κρίσης, μια μετατόπιση που θα έλθει σύντομα. Ο χρόνος δεν είναι με το μέρος μας. (στην εφημερίδα Εποχή)

ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΝΗΣΙΑ













Κάπου στο αλατισμένο πουθενά του Ειρηνικού, δεσπόζει η ελάχιστη χώρα των Πίτκερν. Τέσσερα ηφαιστειογενή νησιά, με περιορισμένη βλάστηση και ακόμα λιγότερους κατοίκους. Στο μόνο από τα τέσσερα που κατοικείται, πλανιούνται 48 ψυχές, αρκετές ώστε να χωρέσουν σε μια πιξελιασμένη φωτογραφία, αρκετές για να σχηματίσουν ένα κράτος, το μικρότερο κράτος στον κόσμο από άποψη πληθυσμού. Στο μέσο της απόστασης Νέας Ζηλανδίας και Περού, 30 ώρες με βάρκα μακριά από κάθε κατοικημένη ακτή, οι απομονωμένοι και ατίθασοι κάτοικοι φτιάχνουν τη δική τους ιστορία. Και είναι μια ιστορία πειρατών, βιασμών και Ευαγγελιστών.
Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία που παρουσιάζει αυτή η χώρα-πόλη-δρόμος είναι η ιστορική καταγωγή της. Το σύνολο των κατοίκων είναι απευθείας απόγονοι των πειρατών της ανταρσίας του Μπάουντι και των Ταϊτινών που είχαν απαγάγει. Γνωστή από ταινίες και μυθιστορήματα, η περιπέτεια του πλοίου και του πληρώματος αποτελεί μνημείο δίκαιης εξέγερσης απέναντι σε μια καταπιεστική και απάνθρωπη ιεραρχία, απέναντι σε μια σκληρή και παράλογη διαταγή. Στις 28 Απριλίου του 1789, μετά από μία ατελείωτη περιπλάνηση από καταιγίδα σε καταιγίδα και ύστερα από μια δίαιτα που περιλάμβανε αποκλειστικά χαλασμένες τροφές και βρώμικο νερό, το εξαντλημένο πλήρωμα παίρνει στα χέρια του την διοίκηση του πλοίου, εξορίζει τους καπετάνιους του αγγλικού πολεμικού ναυτικού σε μια στενή βάρκα και αρχίζει το πειρατικό του ταξίδι. Ένα χρόνο μετά, ο Φλέτσερ Κρίστιαν, ανθυπολοχαγός και αρχηγός της κίνησης μαζί με την εύθυμη παρέα του, αποβιβάζεται στο ακατοίκητο νησί Πίτκερν και καίει το σοδομιμένο καρβουνιάρικο (με ήρεμη θάλασσα, τα απομεινάρια του πλοίου είναι ακόμα ορατά ). Μετά την εγκατάσταση και την τακτοποίηση, οι περισσότεροι κάτοικοι πεθαίνουν είτε από τροπικές αρρώστιες είτε από τροπικούς καυγάδες. Όσοι επιβιώνουν πέφτουν στα δίχτυα του χριστιανισμού εμπνευσμένοι από τη μία και μοναδική βίβλο του πλοίου. Σχηματίζουν μια υποτυπώδη κοινωνία, πολλαπλασιάζονται γεννοβολώντας ασύστολα και ζουν απλά, μακριά από οτιδήποτε. Από το 1795 μέχρι το 1808, 3 πλοία περνούν κοντά από το νησί αλλά ούτε αποβιβάζονται ούτε δίνουν σημασία. Το 1808 όμως, οι σχέσεις των Πίτκερν με τον έξω κόσμο αναβαθμίζονται, καθώς μέλη του εμπορικού πλοίου Τοπάζ περνάνε 10 ώρες στο νησί. Το γεγονός είναι τόσο σημαντικό που 30 χρόνια αργότερα τα νησιά γίνονται αγγλική αποικία. Το 1890, οι κάτοικοι της χώρας-νησιού-δρόμου προσηλυτίζονται στην ‘’Εκκλησία της Αποκαλύψεως της Έβδομης Ημέρας’’, ένα δόγμα ευαγγελικού τύπου που έχει σαν κύριο διακριτικό του στοιχείο την εμμονή στην ιερότητα της Έβδομης μέρας (κάτι σαν το Ιουδαϊκό Sabbath). Αυτή η αλλαξοπιστία είχε τεράστια επίδραση στην οικονομική και πολιτιστική ζωή των ανθρώπων, αφού το ένα και μοναδικό μαγαζί της χώρας έμενε κλειστό τις Κυριακές.
Παρά τα διάφορα περίεργα, η χώρα ζει στιγμές έντονου προοδευτισμού, αφού αποτελεί την πρώτη χώρα μετά τη βραχύβια ανεξάρτητη Κορσική του Πασκουάλε Πάολι, που παραχωρεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες το 1838. Επίσης η εκπαίδευση αποφασίζεται να είναι δημόσια, δωρεάν και υποχρεωτική για όλους (και για τα 7 παιδιά της χώρας). Όμως, ακόμη και ο πιο αποστειρωμένος παράδεισος έχει τα προβλήματά του…
Εκτός από την καλαθοπλεκτική, μια άλλη μακρά παράδοση που επιβιώνει και πρόσφατα αναζωπυρώθηκε γιγαντωμένη, είναι η παράδοση των βιασμών. Έθιμο και κοινωνική εκδήλωση για τους πειρατές, αποτρόπαιο έγκλημα για τους στεριανούς, η περίπτωση των βιασμών εκφράζει το ιδιαίτερο της περίπτωσης των Πίτκερν. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι όλες οι γυναίκες γεννάνε σε ηλικίες μεταξύ 12 και 15 ετών. Η παράδοση σπάει το 2004, όταν μια νεαρή κοπέλα αποφασίζει να κινηθεί νομικά κατά των βιαστών, σταματώντας τη βουβή αποδοχή (μια άλλη, εξίσου επικίνδυνη παράδοση). Μετά από έρευνα που ακολούθησε, αποδείχτηκε πως τουλάχιστον 15 άντρες (το ¼ των κατοίκων) είχε βιάσει κάποια κάτοικο του νησιού (το αντίστοιχο ποσοστό σε ελληνικούς ας πούμε αριθμούς, βγάζει μια λεγεώνα πληθυσμού 2.500.000 βιαστών ). Ανάμεσα στους εύθυμους γλεντοκόπους και ο Στηβ Κρίστιαν, απόγονος του Φλέτσερ Κρίστιαν, καθώς επίσης πρωθυπουργός, δήμαρχος, μοναδικός μηχανολόγος μηχανικός, οδοντίατρος, χειριστής μηχανήματος ακτινογραφιών και καπετάνιος της μίας βάρκας της χώρας. Δικαστές και εισαγγελείς στάλθηκαν από την Αγγλία και τη Νέα Ζηλανδία, μάρτυρες κατέθεσαν, ένορκοι αποφάνθηκαν και σφυριά χτύπησαν τους πάγκους. Οι ένοχοι καταδικάστηκαν και οι ποινές επιβλήθηκαν. Παρόλα αυτά το σκάνδαλο προκάλεσε μεγαλύτερη εντύπωση έξω από τα νησιά παρά στο εσωτερικό τους. Όπως χαρακτηριστικά σχολίασε μία από τις γηραιότερες κατοίκους της χώρας, εκφράζοντας τον μέσο Πιτκερνιανό: ‘’Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται όλος αυτός ο χαμός’’.
Αναγνώστη! Το παρόν κείμενο δεν είναι ταξιδιωτική περιγραφή, τουριστική πρόταση ή απλώς μια εξυπνάδα. Είναι ηθική προτροπή. Μέσα στα χρόνια έτρεξε πολύ νερό στις κάποτε πειρατικές φλέβες! Μηχανολόγοι βιαστές, αιμομίκτες παπάδες και σεξουαλικά αχαλίνωτες γηραιές κυρίες, έμειναν οι μόνοι κληρονόμοι του κρανίου και του μεταταρσίου, μόνοι κληρονόμοι μιας δίκαιης χειρονομίας, αυτή της ανταρσίας. Το δευτερεύον πολιτιστικό στοιχείο(βιασμοί) επιβίωσε της εξαφάνισης του ουσιαστικού και πρωτεύοντος (πειρατεία) δημιουργώντας ένα υπερπόντιο έκτρωμα. Ο νεκρός ηθικός κώδικας άφησε πίσω το ανήθικο δέρμα του και τώρα οι λάθος άνθρωποι το φορούνε. Το παρελθόν κινδυνεύει. Αναγνώστη! Πρέπει να απελευθερώσουμε την χώρα από τους κατοίκους της. Εντάξου και εσύ στην εκστρατεία απελευθέρωσης των νησιών Pitkern. Αν μαζευτούμε περισσότεροι από 50 έχουμε το κυριαρχικό δικαίωμα της απόβασης, της σύστασης νέας κυβέρνησης και της τιμωρίας της παλαιάς. Αναγνώστη! η πλειοψηφία (έστω και ψεύτικη) είναι η νέα δημοκρατία. Στείλε μας τις απόψεις σου ή στείλε τις απειλές σου στο μοναδικό e-mail της χώρας: admin@pitcairn.gov.pn (μπορείς να το γράψεις στα αγγλικά ή στη διάλεκτο της Ταϊτής , οι κάτοικοι μιλούν και τις δύο γλώσσες). Η μάχη δεν θα είναι εύκολη αλλά ελπίζουμε στην εξουθένωση των κατοίκων από τις αιμομιξίες και τη συνεχή χρήση του μηχανήματος των ακτινογραφιών. Σύντροφε Αναγνώστη! η Λαϊκή Δημοκρατία των Πίτκερν είναι ιστορική επιταγή και προκύπτει από την ιστορική αναγκαιότητα, ας μην αφήσουμε την πραγματικότητα να μας χαλάσει τα σχέδια.

Ο Μπάμπης Βωβός στην γυάλινη πόλη


’Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν
ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στην Κηφισιά’’
Γιώργος Σεφέρης, Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη

Κάπου ανάμεσα στους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης και την δροσιά που στέκει μποτιλιαρισμένη στην λεωφόρο Κηφισίας, μια σειρά από τίτλους άρθρων ορθώνεται παράλληλα στα γυάλινα κτήρια: ‘’Αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 από τη «Μπάμπης Βωβός»’’, ‘’Συνελήφθη για χρέη ο Μπάμπης Βωβός’’, ‘’Ελεύθερος με περιοριστικούς όρους ο Μπάμπης Βωβός’’. Ανάμεσα στα ονόματα που αναφέρονται τις τελευταίες εβδομάδες σε υποθέσεις οικονομικών ατασθαλιών ή σκανδάλων, αυτό του Μπάμπη Βωβού ξεχωρίζει στην αναγνωσιμότητα του. Μια υπογραφή επιβεβλημένη εδώ και χρόνια που συνόδευε ως μέρος του τοπίου τα κτήρια που όρθωσε. Ταυτόχρονα με την κάθε οικονομική ή δικαστική έκβαση, οι τίτλοι άλλοτε του οικονομικού και άλλοτε του δικαστικού ρεπορτάζ εξιστορούν το χρονικό μιας πτώσης και μιας εποχής που συναντάει το τέλος της.
Από το «Atrina Center» έως τα εμπορικά συγκροτήματα «Agora» και  «Polis»,  από το «Monumental Plaza» μέχρι το γήπεδο του Παναθηναϊκού και το εμπορικό κέντρο που θα το ακολουθούσε  τα οποία ποτέ δεν χτίστηκαν, το επιθετικό real estate του Μπάμπη Βωβού απλώνει μια γυάλινη πόλη στο παρελθόν. Μια γυάλινη πόλη που δεν χτίζεται οριζόντια σαν τις άλλοτε πόλεις, αλλά κάθετα, σαν μια πομπώδης χειρονομία προς τον ουρανό. Πόλη κάθετη, άκαμπτη που δεν τρίζει, ορθωμένη σαν γυάλινη στύση στο σώμα της άλλης πόλης. Άξονας κάθετος που τέμνει τον ορίζοντα και το έδαφος, το περπάτημα, το τρέξιμο, την καθημερινότητα: ‘’δεν λύγιζε, όχι, στεκόταν τελείως άκαμπτη , εκεί, στάση καθόλου ερωτική, ντούρα να την φοβάσαι’’ έλεγε ο Σελίν κοιτάζοντας για πρώτη φορά τη Νέα Υόρκη. Και η Βωβούπολη, μια μακρινή ξαδέρφη από την επαρχία με μητρική της γλώσσα τα σπαστά αγγλικά και επίσημη γραφή της τα greeklish
Η χλωρίδα του γυαλιού μεταμορφώνει το φως σε αντανάκλαση, τον ήλιο σε κακόγουστη διακόσμηση. Τα γυάλινα κτήρια του Μπάμπη  Βωβού στέκουν ανάμεσα στην ανατολή του ήλιου και την Δύση του, περιφρονούν το σκοτάδι μέσα από έναν τεχνητό φωτισμό ή δανειζόμενα από τις κιλοβατώρες των λεωφόρων. Δεν στεγάζουν κατοικίες αλλά υπηρεσίες, εξυπηρετήσεις, ταχύτητα. Και στην κορυφή τους πιασμένα λίγα σύννεφα κουρελιασμένα.
Μια πόλη -χαλασμένο χαμόγελο που μασάει χορτάρι και φτύνει τσιμέντο. Μια πόλη πρόφαση για να στηθεί ένα όνομα ψηλά πάνω από τους δρόμους που εμείς διασχίζουμε ανώνυμοι. Babis Vovos: όνομα γραμμένο με το εξωτικό κύρος και τον επαρχιώτικο μικρομεγαλισμό των λατινικών χαρακτήρων. Babis: υποκοριστικό που παραπέμπει σε ανώδυνη λαϊκότητα γραμμένο στα λατινικά ενός στρεβλού κοσμοπολιτισμού. Greeklish ορθωμένα επιθετικά στο Αττικό ορίζοντα, σαν βέβηλο χάραγμα καλοκαιρινών παραθεριστών πάνω σε αρχαία μνημεία σε ένα ξεχασμένο τοπίο. Ένα Εγώ από οπλισμένο σκυρόδερμα, άοπλο τώρα στην αμηχανία της πτώσης του.
Η γυάλινη πόλη, πόλη-καθρέφτης μας παραχώρησε για χρόνια ένα διαστρεβλωμένο είδωλο. Κάποιοι είδανε στον καθρέφτη την Ελλάδα που ονειρεύονταν, κάποιοι άλλοι το σημείο στο οποίο φοβούνταν πως θα καταλήγαμε.  Μα ίσως τελικά οι δικαστικές εκβάσεις να μην έχουν και τόση μεγάλη σημασία. Τα κτήρια του Babis Vovos θα στέκουν εκεί με το ύψος τους να γίνεται το μέτρο με το οποίο θα μετράμε την υπερβολή και την εξωστρέφεια, τον μιμητισμό και την αμετροέπεια μιας εποχής που πέρασε. Και ενώ οι λέξεις λιγοστεύουν, από το μέσα δωμάτιο ένα κομμάτι του Nick Cave -το ‘’Straight to you’’- προσφέρει τους πρώτους του στίχους με μπερδεμένη σειρά: ‘’Αυτή είναι η εποχή του μεγάλου χαλασμού/ τώρα τα χελιδόνια ακονίζουν τα ράμφη τους/ και οι πύργοι από ελεφαντόδοντο καταρρέουν ‘’
(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Η ηγεμονία του Πολυτεχνείου




Κάθε πληγή του ιστορικού παρελθόντος, επιτρέπει στο μέλλον να την εορτάζει, συχνά ως θρίαμβο, με επετείους, σημαίες και εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης. Ως κράτος πλούσιο σε δύσκολες καταστάσεις, αλλά και σε (τόσο συχνά αχρείαστη) εθνική υπερηφάνεια, είμαστε ένα κράτος πλούσιο και σε εθνικές εορτές. Η λέξη εθνικός έρχεται στο σημείο αυτό να περιγράψει (και)τη μέγιστη δυνατή αποδοχή ενός γεγονότος. Παρά τις διαφορετικές ιστορικές αναγνώσεις γεγονότα όπως η επανάσταση του 1821 ή το ‘’όχι’’ της 28ης Οκτωβρίου είναι αποδεκτά στο σύνολό τους, άρα μπορούν να ονομάζονται εθνικά. Τι γίνεται όμως όταν ερχόμαστε στην επέτειο του πολυτεχνείου; Πόσο ‘’εθνική’’ μπορεί να ονομαστεί και τι σημαίνει η αποδοχή της;
Στις 17 Νοέμβρη το πρωί στη Θεσσαλονίκη, αντιπροσωπεία της ΔΑΠΝΔΦΚ στολισμένη με καδρόνια, κράνη και πορτιέρηδες της νύχτας, προσπάθησε να αποτίσει φόρο τιμής, στην φοιτητική εξέγερση του πολυτεχνείου. Όπως κάθε χρονιά έτσι και φέτος διώχτηκε κακήν κακός. Αυτή η παράδοση της αποτυχημένης κατάθεσης στεφάνου, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από αξιοπρόσεχτα γεγονότα που κάνουν αρκετούς να αισθάνονται τουλάχιστον άβολα. Πριν από κάποια χρόνια, γνωστό περιοδικό ζήτησε από βουλευτές όλων των πολιτικών χώρων να συντάξουν ένα κατάλογο με τα αγαπημένα τους τραγούδια. Από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κανείς δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει κάποιο τραγούδι του Θεοδωράκη (Ας προστεθεί ότι κάποιοι από αυτούς πριν τη Χούντα ανήκαν στην ΕΡΕ, ενώ κάποιοι άλλοι μετά την χούντα άνηκαν στις περίφημες ομάδες κρούσης των κενταύρων). Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων τόσο ο Βαγγέλης Μειμαράκης όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη διαβεβαίωσαν τον κόσμο μέσω τηλεοπτικού παραθύρου ότι όχι μόνο κατέβαιναν σε διαδηλώσεις στα νιάτα τους αλλά και ότι συχνά πυκνά έτρωγαν και ξύλο. Γιατί ο Καρατζαφέρης χρησιμοποίησε τσιτάτα του Μάο και τυλίχτηκε με αφίσες του Τσε Γκεβάρα ενώ ο Αλογοσκούφης τραγούδησε σε κάποια εκπομπή το Satisfaction; Γιατί η ΔΑΠ παρέφρασε γνωστό σύνθημα του ΚΚΕ και τελικά τι σημαίνει (σε σημειολογικό επίπεδο)σήμερα αυτή η αφέλεια του ‘’αναρχικού της δεξιάς’’ ;
Η ένταση των δεκαετιών του 60- 70, συνεχίστηκε πολύ μετά από το τέλος τους. Τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο η Πολιτιστική Ηγεμονία της αριστεράς ήταν συντριπτική. Μπορεί σε μεγάλο βαθμό τα διάφορα ’68 ανά τον κόσμο να ηττήθηκαν πολιτικά, αλλά τόσο ως σύμβολα όσο και ως έμπνευση επιβίωσαν του ’89. Απαλλαγμένα από το ιστορικό τους περιβάλλον (και τελικά για κάποιους από το ίδιο το νόημα τους) συντήρησαν την πολλαπλή τους γοητεία φτάνοντας ακόμη και στην αντίθετη πλευρά, έστω διαστρεβλωμένα και ως καρικατούρες. Σύμβολο αυτής της πολλαπλής γοητείας για τα ελληνικά δεδομένα είναι η κατάληψη του πολυτεχνείου
Τα παραπάνω αξιοπερίεργα γεγονότα και οι κωμικές δηλώσεις, αποτελούν την καταγραφή μιας νίκης-σε επίπεδο Πολιτιστικής Ηγεμονίας- που δεν έγινε αντιληπτή όταν συνέβη αλλά ταυτόχρονα και του τέλους της. Μιας νίκης του παρελθόντος που τελικά μπορεί να ταυτιστεί με μια ήττα του παρόντος, αφού το γεγονός απασφαλίζεται από την ουσία του και μένει το περίγραμμά του. Όσο πιο αποδεχτό (τουλάχιστον με τους παραπάνω τρόπους και όρους) γίνεται το πολυτεχνείο, τόσο λιγότερο ηγεμονεύει η πραγματικότητά του και η πραγματικότητα της εποχής του. Όταν λοιπόν η εορτή γίνει εθνική(κάτι που απευχόμαστε )δηλαδή κοινά αποδεχτή , τέτοια θα είναι η απόσταση από αυτά που εκφράζει, ώστε τελικά να χρειαζόμαστε ένα νέο Πολυτεχνείο κόντρα στο παλαιό. (στην εφημερίδα Εποχή)

Απεργία πείνας για τα καρτέλ: 60η μέρα απεργίας, 60η μέρα σιωπής.



Αν κάποιος περάσει από τη λεωφόρο Πατησίων στο ύψος της ΑΣΟΕΕ, θα έρθει σε επαφή με μία σκηνή, μια επιγραφή που γράφει ‘’ απεργία πείνας κατά των καρτέλ ‘’ και ένα πίνακα που μετρά τις μέρες της απεργίας. Σήμερα Παρασκευή 17 Απριλίου, ο πίνακας γράφει 64. Στην παρακάτω επιστολή προς τον πρωθυπουργό και προς το σύνολο των αρχηγών των κομμάτων, ο Θεόδωρος Τενέζος, μας περιγράφει τα γεγονότα που τον οδήγησαν σε αυτή του την απόφαση:
‘’Το επάγγελμα μου είναι μικρομεσαίος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στον χώρο του χάλυβα και συγκεκριμένα στην εμπορία, μεταποίηση και τοποθέτηση σιδηρού μπετόν για οικοδομές Στον χώρο του χάλυβα από το 1989,εργαζόμουν αρχικά σε μικρές οικοδομές και αργότερα σε μεγάλα τεχνικά έργα ανά την Ελλάδα ,συνεργαζόμενος με πολλές τεχνικές εταιρίες. Το 2004 εξαγόρασα μια εταιρία εμπορίας σιδηρού που εμπορεύονταν αποκλείστηκα σίδηρο της χαλυβουργίας SIDENOR, με κύκλο εργασίας 250 τόνους τον μήνα. Μέσα σε 18 μήνες με πολύ κόπο και δουλειά ο κύκλος εργασίας έφτασε τους 1100 τόνους , δηλαδή ανάπτυξη 11% μηνιαίως. Η επιχείρηση απασχολούσε 220-250 άτομα προσωπικό. Το 2006 αισθανόμενος περιορισμό στην άνοδο της επιχείρησης μου από τις χαλυβουργίες και τους χονδρεμπόρους τους ,αποφάσισα να φέρω σίδερο από το εξωτερικό (από χώρες της Ε.Ε.).Για αυτή μου την κίνηση ,που ήταν ενάντια στα συμφέροντα των χονδρεμπόρων και των χαλυβουργιών( διότι η τιμή του εισαγόμενου έπεφτε 80- 100 ευρώ /τόνο , πιο φθηνό ),το καρτέλ του χάλυβα με προειδοποίησε μέσω επωνύμου μεγάλου χονδρεμπόρου να μην προβώ στην εισαγωγή. Δεν συμμορφώθηκα στην εντολή τους και σε 2 μήνες με συλλογικό εμπάργκο μου κλείσανε την επιχείρηση, καταστρέφοντας εμένα, τον συνεταίρο μου και τους εργαζομένους μας. Προσέφυγα στο νομοθετημένο όργανο του κράτους την Επιτροπή Ανταγωνισμού με καταγγελία από το 2006,για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ,οικονομικής εξάρτησης και οριζοντίων συμπράξεων, δηλαδή καρτέλ. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αντί να προφυλάξει τον καταγγέλλοντα, ως όφειλε, με σωρεία από παρανομίες και παραλείψεις πρόσφερε απλόχερη και πλήρη κάλυψη στους καταγγελμένους ,δηλαδή τις 3 χαλυβουργίες και τους χονδρεμπόρους τους , παρά την επιβεβαίωση της καταγγελίας μας από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) τον Ιούνιο του 2008. Απελπισμένος κατάφυγα στους αρμοδίους υπουργούς κ. Φώλια και κ. Χατζηδάκη καθώς και στον υφυπουργό κ. Βλαχο, ζητώντας τα αυτονόητα, δηλαδή να λειτουργήσει η Ε.Α. σύμφωνα με τους νόμους του Ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. Η απάντηση που έλαβα ήταν σιωπηρά αρνητική και ο κύριος Βλάχος μου δήλωσε ?Εγώ αυτόν τον ογκόλιθο που λέγεται ΣΙΔΕΝΟΡ δεν μπορώ να τον μετακινήσω?!! Με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω δυστυχώς ότι τα μεγάλα συμφέροντα εξουσιάζουν τις δομές και τους μηχανισμούς δικαιοσύνης του Ελληνικού κράτους ,καθώς και ότι έχουν επιβληθεί πλήρως στον πολιτικό κόσμο διαβρώνοντας τους θεσμούς και την έννοια της Δημοκρατίας. Η αγανάκτηση και η απελπισία ως άνθρωπο και Έλληνα πολίτη με οδήγησε στην έσχατη μορφή διαμαρτυρίας μέχρι τέλους ,την Πολιτική Απεργία Πείνας. Για 36η ημέρα βρίσκομαι έξω από τα γραφεία της Ε.Α.,Πατησιων 70 και Κοτσικα, καταγγέλλοντας την δομή του πολιτικό-οικονομικού συστήματος που μας έχει οδηγήσει ως πολίτες και ως χώρα στην απόγνωση, την φτώχια και τελικά την καταστροφή!’’
Στα παραπάνω να προσθέσουμε πως το σύνολο των ΜΜΕ(με πραγματικά ελάχιστες εξαιρέσεις), ενώ είναι ενήμερα για το θέμα, σιωπούν για ευνόητους λόγους. Η εκκωφαντική αυτή σιωπή, υπογραμμίζει τόσο το μέγεθος της δύναμής τους , όσο και το μέγεθος του κυνισμού τους. Αντίθετα το θέμα έχει πάρει μεγάλη διάσταση στο διαδίκτυο. Επισκεφτείτε το blog του Θεόδωρου Τενέζου στη διεύθυνση http://www.tenezos.blogspot.com/.
(στην εφημερίδα Εποχή)