Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Ο Αμυράς της τηλεοπτικής εικόνας



Οι εκλογές της προηγούμενης Κυριακής ήταν οι πρώτες στην Ελλάδα της κρίσης. Το γεγονός, αυτό ίσως να αποτελούσε απλά μια χρονολογική καταγραφή, αν δεν έφερνε μαζί του μια σειρά από άλλα πρωτόγνωρα για τις εκλογικές διαδικασίες φαινόμενα. Την κυρίαρχη αποχή, το νεοναζιστικό 5,29% της Χρυσής Αυγής και τη σημαντική άνοδο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Ανάμεσα στα φαινόμενα που καταγράφηκαν είναι και ο συνδυασμός «Επιμένουμε Ελλάδα» του τηλεπαρουσιαστή Γιώργου Αμυρά, ο οποίος απέσπασε το 7,37% των ψήφων στο δήμο της Αθήνας, ξεπερνώντας μάλιστα την Ανοιχτή Πόλη. Αυτό που αποκτά σημασία είναι όχι τόσο το ποσοστό που απέσπασε ο συγκεκριμένος συνδυασμός, όσο η πολιτική του ταυτότητα και η κατάφαση των πολιτών προς αυτή. Ηθελημένα μακριά από αυτό που η τρέχουσα γλώσσα αντιλαμβάνεται ως πολιτική (κομματισμός, φθαρμένος πολιτικός λόγος της υπόσχεσης και της επανάληψης, προφίλ πολιτικού, γύρας, νεποτισμός κ.τ.λ.) και τους αρνητικούς συνειρμούς που αυτή φέρνει μέσα στην υπεραπλούστευσή της, ο συνδυασμός χτίζει το προφίλ του με συντεταγμένες τηλεοπτικής εικόνας. Ο συνδυασμός δεν δανείζεται μόνο την οικειότητα που προκαλεί ένα τηλεοπτικό πρόσωπο (ή προσωπείο) στον ψηφοφόρο αλλά και τον ίδιο τον τίτλο του από τη συγκεκριμένη εκπομπή του παρουσιαστή (Μένουμε Ελλάδα).
Σε σημειολογικό επίπεδο η εκλογική δραστηριότητα υποβιβάζεται ως παράρτημα της τηλεοπτικής, αφού είναι η πρώτη αυτή που δανείζεται (όνομα, ύφος, τρόπους και προτάσεις ζωής) και η δεύτερη αυτή που λειτουργεί επικουρικά. Ο συνδυασμός, εμφανίζεται αστραφτερά νεανικός (άρα συνειρμικά και αθώος), ερωτικά και ιατρικά αθλητικός, απλός στο λόγο και εναλλακτικός στις λύσεις του και κυρίως α-πολίτικος στην πολιτική του.
Το ποδήλατο γίνεται σημαία του κινήματος. Και αν η έλλειψη ποδηλατοδρόμων αποτελεί ένα πρόβλημα, σίγουρα δεν είναι το σημαντικότερο θέμα που απασχολεί τον πολίτη της μεγαλούπολης, ειδικά σήμερα. Προς τι λοιπόν η εκλογική κατάφαση; Πολύ περισσότερο από θέμα προς λύση, το ποδήλατο γίνεται σύμβολο πολλαπλών τρόπων. Εμπεριέχει ταυτόχρονα μια επιδερμική και απόλυτα μερική προσέγγιση της οικολογίας, εύκολα όμως κατανοητή και προσβάσιμη, ένα σύμβολο νεανικού τρόπου ζωής αλλά και σωματικής ικανότητας, καθώς επίσης και ένα σημείο δυτικόστροφης εκλογίκευσης (όλες οι πρωτεύουσες της Ευρώπης χρησιμοποιούν ποδήλατα γιατί όχι εμείς;). Μέρος αυτής της αποθέωσης των λύσεων που έρχονται από το αστραφτερά νέο, είναι και ο τρόπος που έδωσε ο συνδυασμός την προεκλογική του μάχη, κινούμενος αποκλειστικά μέσω Facebook, twitter και blog παρουσιάζοντας και χρησιμοποιώντας όλους του φτηνούς τρόπους της τεχνολογίας και προβάλλοντας, αξιακά πια, μια άνευ όρων εξοικείωση με τα νέα μέσα και την πρακτικότητα της τεχνολογίας.
Το φαινόμενο Αμυρά αποτελεί μια πιο σύνθετη έκφραση της δυσαρέσκειας των πολιτών. Μια κίνηση πιο κοντά στην πράξη της αποχής παρά στην πολιτική ψήφο διαμαρτυρίας προς το ΚΚΕ. Προτείνοντας λύσεις αυστηρά πρακτικές, εξορίζει τις αιτίες των φαινομένων, την επιστημονική τους ανάλυση, την ιστορική τους διάσταση και συνέχεια, προτείνει την άμεση πράξη ενός ατελείωτου ενεστώτα έξω από το χρόνο. Ο συγκεκριμένος εναλλακτισμός βρίσκεται πάντα εν κινήσει, σαν τη ρόδα του ποδηλάτου, αποσπασματικά, χωρίς ουσιαστική ανάλυση, ανάμεσα σε έναν εύκολο και ανέμελο προοδευτισμό του συναισθήματος και ένα συγκεκαλυμμένο συντηρητισμό (οι απολύσεις και τα πρόστιμα ως ριζοσπαστικές (sic) λύσεις).
Η απόφαση του 7,37% βρίσκεται τελικά λιγότερο κοντά στην πολιτική και πιο κοντά στην καρικατούρα του βιταλισμού των extreme sport, στην εισβολή της τηλεοπτικής οικειότητας και στο lifestyle των free press προτάσεων. Το συγκεκριμένο γεγονός του συνδυασμού, περιγράφει το πέρασμα αυτού του φανατικά απολιτικού τρόπου στην πολιτική σφαίρα και κυρίως την εκλογική καταγραφή του και τη θεσμική νομιμοποίηση του. Και αυτό ακριβώς είναι το νέο και το σημαντικό που φέρνει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.


(στην εφημεριδα Εποχή)

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

«Περί φωτίσεως»: ο Ζοζέ Σαραμάγκου και οι δημοτικές εκλογές



Η απώλεια γεννά μεγέθη, εξωραΐζει, νομιμοποιεί την υπερβολή, περιγράφει με συναίσθημα χωρίς διάθεση κριτικής. Ο πρόσφατος θάνατος του Ζοζέ Σαραμάγκου (18-6-2010) τον τοποθέτησε με μιας στο πάνθεο των κλασικών συγγραφέων. Όμως το αληθινό μέγεθος αποκτά τα χαρακτηριστικά του με την πάροδο του χρόνου. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε ανάμεσα σε επικήδειες υπερβολές για το πραγματικό μέγεθος κάποιου; Με ποιο τρόπο θα τον πλησιάσουμε από την αρχή με αγνό και αμόλυντο βλέμμα; Πολλές φορές κριτήριο θα μπορούσε να αποτελέσει, το πόσο συχνά ανατρέχουμε στο έργο ενός συγγραφέα εγκλωβισμένοι στο άγχος των ερωτηματικών και ακόμα περισσότερο το πόσο συχνά στο έργο αυτό βρίσκουμε απαντήσεις.
Η τελευταία περίοδος, πολιτικά ταυτίστηκε όχι μόνο με το προεκλογικό κλίμα αλλά ταυτόχρονα και με μια συζήτηση γύρω από το χαρακτήρα των εκλογών και ίσως για κάποιους, γύρω από την ίδια τη φύση τους. Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως» (2004), χωρίς καν να προλάβει να γεράσει, γίνεται επίκαιρο και μυθιστορηματικό σημείο αναφοράς μιας προβληματικής. Ο πορτογάλος συγγραφέας περιγράφει, με αφορμή κάποιες δημοτικές εκλογές, την απότομη ωρίμανση ενός λαού προς την αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση, αλλά ταυτόχρονα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την καταστολή της.

Το «ολίσθημα» των πολιτών
Όπως σε όλα τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου, ο χρόνος και ο χώρος είναι ασαφείς αλλά απόλυτα οικείοι (επιτρέποντας πιο εύκολα την ταύτιση), προσδιοριζόμενοι τελικά σαν το απόλυτο εδώ και τώρα του μύθου. Σε κάποια πρωτεύουσα κάποιας χώρας διεξάγονται δημοτικές εκλογές. Με έκπληξη, μετά την πρώτη καταμέτρηση, η πολιτική ηγεσία ανακαλύπτει πως το 70 % των κατοίκων ψήφισε λευκό. Φοβισμένη από το ολίσθημα των πολιτών, επιλέγει να κηρύξει επανάληψη της εκλογικής διαδικασίας προσμένοντας τη διόρθωση του «στατιστικού λάθους». Τη φορά, όμως, αυτή η λευκή ψήφος αγγίζει το 83%. Αδυνατώντας να αποδεχτεί την στάση των πολιτών, η κυβέρνηση, χαρακτηρίζει τη μαζική πολιτική επιλογή ως «καθαρή και απροκάλυπτη τρομοκρατία», αναστέλλει κάθε συνταγματική εγγύηση και κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Τελικά, μαζί με το στρατό και την αστυνομία φεύγει από την πόλη, προσμένοντας το χάος που θα κατοχυρώσει την αυτονόητη αναγκαιότητά της. Η πόλη όμως θα λειτουργήσει διαφορετικά: οι κάτοικοι θα αυτοοργανωθούν και η κοινωνία θα επιβιώσει. Οι αρμοδιότητες θα μοιραστούν με φυσικότητα φέρνοντας μια κοινωνική ισορροπία που θα καταφέρει να διαχειριστεί με επιτυχία τα διάφορα προβλήματα, το κυκλοφοριακό, την καθαριότητα, την εγκληματικότητα. Η πανικόβλητη ηγεσία θα λάβει δραστικά μέτρα και με μια σειρά από πράξεις που στρέφονται κατά των πολιτών (προβοκάτσιες, προπαγάνδα) θα φέρει ξανά τη «δημοκρατική ομαλότητα».

Τι θα γινόταν αν...
Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου αποτελούν μια λοξή ματιά προς το δοκίμιο, αποφεύγοντας όμως το διδακτισμό, μέσω της χρήσης μιας έντονα επεξεργασμένης λογοτεχνικής τεχνικής. Το φανταστικό και το μαγικό λειτουργούν ως αξιωματικές αφετηρίες. Η παιδική αφέλεια της ερώτησης «τι θα γινόταν άμα…», γίνεται εργαλείο για μια σχεδόν χειρουργική τομή πάνω στην ανθρώπινη φύση και ταυτόχρονα έδαφος για να καρπίσει μια από τις σημαντικότερες μυθιστορίες της σύγχρονης εποχής. Τι θα γινόταν άμα η Ιβηρική χερσόνησος ξεκοβόταν από την υπόλοιπη Ευρώπη, γινόταν νησί και έπλεε ελεύθερη στον Ατλαντικό ωκεανό (Η πέτρινη σχεδία); Τι θα γινόταν άμα το σύνολο του πληθυσμού μιας χώρας ξαφνικά τυφλωνόταν (Περί τυφλότητος); Τι θα γινόταν άμα οι άνθρωποι σταματούσαν να πεθαίνουν (Περί θανάτου);
Το φανταστικό δεν παρεμβαίνει στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Οι ήρωες λειτουργούν με απόλυτα λογικούς όρους σε μια κατάσταση που η αρχή της έχει οριστεί ως παράλογη. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας εξετάζει και παρουσιάζει τον άνθρωπο χωρίς προαπαιτούμενα μια και τον τοποθετεί πάντα σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μέσα στην ειλικρίνεια του πανικού και του ξαφνικού. Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου είναι παραβολές που δεν ζητούν να διδάξουν, δεν επιμένουν στο άκαμπτο, αλλά παρουσιάζουν την πραγματικότητα καλειδοσκοπικά, παραλλαγμένη αλλά ταυτόχρονα γυμνή στην ειλικρίνεια της.

Το τρίξιμο κάθε θέσφατου
Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως», δεν αποτελεί έναν λίβελο κατά της εκλογικής διαδικασίας. Στρέφεται πολύ περισσότερο κατά αυτού που ο Ζίζεκ περιγράφει ως «καταναγκαστική φύση των δημοκρατικών τελετουργικών της ελευθερίας», των κατοχυρωμένων δομών και θεσμών που ορίζουν το πολιτικά λογικό και αυτονόητο. Ουσιαστικά, ο Σαραμάγκου περιγράφει την ανάταση ενός πληθυσμού απέναντι σε αυτό το πολιτικά αυτονόητο (άρα και υποχρεωτικό) και στην υπέρβασή του με όρους που το ίδιο το σύστημα τού έχει παραχωρήσει, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να ελέγξει. Οι πολίτες δεν διαλέγουν την αποχή αλλά αντιθέτως τη συμμετοχή στην πολιτική με τρόπους άμεσους χωρίς διαμεσολαβητές και διαμεσολαβήσεις.
Αυτό που τελικά βιώνει ο αναγνώστης, είναι το δικαίωμα στην έμπρακτη αμφισβήτηση και ανυπακοή, αλλά και τις ευθύνες που αυτές φέρνουν. Το τρίξιμο κάθε θέσφατου και την κατάρρευση κάθε αυταπόδεικτης πραγματικότητας. Το «Περί φωτίσεως» δεν αποδεικνύει μόνο στο χαμένο στο προεκλογικό κλίμα αναγνώστη, το δημιουργικό μέγεθος του Ζοζέ Σαραμάγκου, αλλά ουσιαστικά του προφέρει ένα κριτικό εργαλείο, ώστε να κινηθεί μέσα σε αυτό, να προβληματιστεί, να επιλέξει και να πράξει.

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Το είδωλο στον καθρέφτη του facebook



Η κάθε μορφή μυθοπλασίας επιδιώκει να είναι επίκαιρη. Αναζητά τα σημεία της τρέχουσας πραγματικότητας που ορίζουν τη στιγμή και τη διαμορφώνουν. Μέσα από το παρόν, ο μύθος καλείται να ξεδιπλωθεί με τρόπους παλαιούς, μιλώντας για πράγματα σταθερά. Το επίκαιρο τραβάει τα βλέμματα, προσφέρει οικειότητα στο δέκτη, επεξηγεί και προσδιορίζει. Γι’ αυτό είναι πάντα ζητούμενο για κάθε δημιουργό.
Η ταινία του David Fincher (Seven, Fight Club, Zodiac), «The social network», ουσιαστικά περιγράφει τη δημιουργία της ιστοσελίδας facebook και παράλληλα διηγείται μια ιστορία σχετικά με τη φιλοδοξία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τους όρους κοινωνικοποίησης των νέων σε μια ρευστή εποχή. Η ταινία αποτελεί τη δραματοποίηση της ζωής των δημιουργών της ιστοσελίδας, ρίχνοντας το βάρος της σε δευτερεύουσες πτυχές της, προσθέτοντας βέβαια τα απαραίτητα στοιχεία μυθοπλασίας που θα δημιουργήσουν μια ιστορία κινηματογραφικά αξιοποιήσιμη.
Αν δούμε το γεγονός αντιστρόφως, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως το πέρασμα ενός γεγονότος από την απλή ύπαρξή του στη σφαίρα της μυθοπλασίας, ουσιαστικά σηματοδοτεί την κατοχύρωση του ως πτυχή του παρόντος άρα και της σημαντικότητάς του. Το γεγονός ότι η δημιουργία του facebook, αποτελεί πηγή έμπνευσης ενός σημαντικού σκηνοθέτη, αλλά ταυτόχρονα και μέρος μια χολιγουντιανής εμπορικής επένδυσης μεγέθους, περιγράφει τη σημασία και τους όρους με τους οποίους η συγκεκριμένη ιστοσελίδα υπάρχει αλλά και διαμορφώνει την κοινωνία.

Το τίποτα ως κάτι

Είναι μήπως υπερβολή, να θεωρούμε κάτι φαινομενικά τόσο περιορισμένο, όπως μια ιστοσελίδα, φορέα και διαμορφωτή μιας -έστω μικρής- κοινωνικής αλλαγής;
Ο καιρός μας είναι έτσι αγκιστρωμένος στο νέο, ένα νέο άνευ όρων, ώστε μια μικρή ηλεκτρονική εφαρμογή να μπορεί να αλλάξει και να επηρεάσει τη μέχρι χθες πραγματικότητά μας. Το my space, σχεδόν τυχαία, άλλαξε τη μορφή και τη λειτουργία της σύγχρονης δισκογραφίας. Pop φαινόμενα όπως οι Arctic Monkeys, ο Sean Kingston και η Lilly Allen, κατάφεραν τη δημοσιότητα μέσα από τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα. Τα blogs με την ευκολία χρήσης, τους δικούς τους όρους διάδοσης της πληροφορίας, τη συχνή χρήση της ανωνυμίας, την παράκαμψη των εκδοτικών όρων και συμφερόντων κατάφεραν να απειλήσουν και ως ένα βαθμό να αλλάξουν τη δημοσιογραφία. Ο όρος blogger, έγινε προσδιορισμός πολιτικός, κοινωνικός και σχεδόν υπαρξιακός μέσα στην υπερβολή και τον ενθουσιασμό της ελευθερίας και του νέου. Ιστοσελίδες όπως το you tube, εφαρμογές όπως τα torrent, επαναπροσδιορίζουν και διαμορφώνουν τις κινήσεις μιας παρέας, την κατανομή και τη χρήση του ελεύθερου χρόνου ακόμα και τον τρόπο που γεμίζει και ξεγελιέται η ατομική μοναξιά. Το δυνάμει «Τίποτα» μιας νέας εφαρμογής, πολλαπλασιάζεται και εφαρμόζεται ανάλογα. Και μέσα στη μεγέθυνση του εμφανίζεται ως «Κάτι», αλλάζοντας τα πάντα γύρω. Αλήθεια θυμάται κανείς πως ήταν ο κόσμος χωρίς κινητά ή e-mail;

Αποκλεισμός
των ηλεκτρονικά αναλφάβητων

Το facebook δημιουργήθηκε το 2004 και σήμερα αριθμεί πεντακόσια εκατομμύρια χρήστες. Ο χρήστης δημιουργεί έναν προσωπικό λογαριασμό, στον οποίο μπορεί να περιγράψει τον εαυτό του τα ενδιαφέροντά του, να τοποθετήσει φωτογραφίες να κάνει σχόλια και να έρθει σε επαφή με τον αριθμό των διαδικτυακών του φίλων. Υπερβολικά απλό (όπως όλες οι πετυχημένες ηλεκτρονικές εφαρμογές), το facebook αποτελεί σήμερα την ιστοσελίδα με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στο διαδίκτυο. Η ευρεία χρήση του κατά τις αμερικανικές εκλογές του 2008 και στη συνέχεια σε εκλογικές αναμετρήσεις ανά τον κόσμο, ο συμβουλευτικός ρόλος που παίζει κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων από πανεπιστήμια ή εταιρίες, αλλά και μια σειρά από άλλες πρακτικές χρήσεις (πρόσφατα ελληνικό πανεπιστήμιο προτίμησε να αναρτά τις ανακοινώσεις του στο λογαριασμό του στο facebook και όχι στον επίσημο ιστότοπο του, αποκλείοντας έτσι έναν αριθμό «ηλεκτρονικά αναλφάβητων» φοιτητών), διαμόρφωσε την εικόνα της σημασίας αλλά και της δύναμης του συγκεκριμένου site.

Λατρεύοντας το είδωλο

Η κριτική απέναντι στην ιστοσελίδα, άρχισε με την πρώτη δημοφιλία της. Το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής, μιλούσε για καταπάτηση των προσωπικών δεδομένων, για την εμπορική χρήση και την εκμετάλλευση τους. Μέχρι και σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής (πρόσφατα η εφημερίδα Wall Street Journal δημοσίευσε σχετικό άρθρο) εστιάζει σε αυτό το σημείο. Είναι όμως μόνο αυτό το πρόβλημα με το facebook;
Στα διάφορα chat και στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και πράττει ως διαφημιστής του εαυτού του, προσπαθώντας να γίνει αποδεκτός από μια θολή αλλά ακραία αυστηρή κοινότητα. Το άτομο καλείται να γεωμετρήσει τον εαυτό του, τα ενδιαφέροντα, τις καταφάσεις και τις αρνήσεις του. Η προσωπικότητα, μέσα σε όλες τις αντιφάσεις και τις αποκλίσεις της, γίνεται με τρόπο φαινομενικά εθελούσιο, ένα καταχωρισμένο στατιστικό και ο χρήστης, διαχειριστής ενός μεθοδικά κατασκευασμένου ειδώλου. Η διαδικασία ταύτισης του ατόμου με το κατασκευασμένο είδωλό του (η οποία αυξάνεται ανάλογα με την χρήση του μέσου) αποτελεί την απόλυτη ευθυγράμμιση με την αποδεκτή νόρμα και την πλήρη κατάφαση προς το κοινωνικά αποδεκτό.
Ο θαυμαστός νέος κόσμος του facebook (ως ναυαρχίδας της κοινωνικής δικτύωσης) κατασκευάζει καθρέφτες που στην πραγματικότητα συρρικνώνουν ό,τι αντικατοπτρίζουν. Στο διαδικτυακό του είδωλο, ο άνθρωπος προβάλλει αυτό που επιθυμεί να είναι, κατασκευάζει με βάση την πραγματικότητά του, την ίδια του την επιθυμία ως πρότυπο του ατελή εαυτού του. Και αλήθεια πόσο οικεία πρέπει να φαντάζει αυτή η διαδικασία, στον κατεξοχήν κατασκευαστή επιθυμιών και προτύπων, την ίδια την χολιγουντιανή μηχανή…

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Tempo libero: ένα έργο του Κώστα Ρουσσάκη




Είναι συχνό ένα καλλιτεχνικό φαινόμενο να μας παρουσιάζεται με ένταση, να διεκδικεί το ξάφνιασμά μας και να προσπαθεί να μας επιβληθεί, άλλοτε με το μεγαλείο και άλλοτε με τον εντυπωσιασμό. Υπάρχει όμως και μια σειρά από έργα που λειτουργούν πιο διακριτικά, ζητώντας μια συγκίνηση που μπορεί να έρθει αρκετά μετά από την αρχική επαφή μας μαζί τους, ζητώντας την αίσθηση, το ξάφνιασμα και τον προβληματισμό σε δεύτερο χρόνο. Τα έργα αυτά ακόμα και σαν προσπάθειες, δεν είναι τόσο συχνά σε έναν σημερινό απότομο κόσμο όπου όλα λειτουργούν με άξονα την ταχύτητα και τη γρήγορη αντικατάσταση. Το εντυπωσιακό και το άμεσο ξάφνιασμα γίνονται μέθοδοι καλλιτεχνικής επιβίωσης, το εμφανώς παράδοξο και το εύρημα εύκολα εργαλεία προς αυτούς τους στόχους. Η χαμηλή μουσική, χάνεται στις κραυγές της αγοράς και του πλήθους.
Το έργο «Τempo libero» του Κώστα Ρουσσάκη, φιλοξενείται στην έκθεση «Προθήκες θαυμάτων» στο πλαίσιο του Zone D της Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Η έκθεση, στην οποία συμμετέχουν 36 καλλιτέχνες, πραγματοποιείται σε δύο διατηρητέα κτίρια (Α Κτίριο: Πλατεία Αγ. Ειρήνης 10, Β Κτίριο: Βασιλικής 2, Π. Σκουζέ & Λιμπονά) στην Πλατεία Αγίας Ειρήνης, στο ιστορικό τρίγωνο της Αθήνας και διαρκεί μέχρι και τις 30 Οκτωβρίου.

Το δίπολο του θανάτου
με αθώα ματιά


Η μορφή του έργου είναι απλή και σύνθετη ταυτόχρονα. Μια εγκατάσταση από φελιζόλ, μεγέθους 6 x 3,60 x 4, δημιουργήθηκε στο ένα από τα δύο κτίρια της έκθεσης (το έργο παρουσιάζεται στο έτερο κτίριο). Η εγκατάσταση αποτελεί πιστή αναπαράσταση ενός ξύλινου ικριώματος του παρελθόντος, όπως το συνάντησε ο καλλιτέχνης σε μια παλιά φωτογραφία. Η εγκατάσταση προηγήθηκε της έκθεσης, στην συνέχεια φωτογραφήθηκε και τελικά διαλύθηκε από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Στη συνέχεια, οι φωτογραφίες που παρουσιάζουν το έργο από διαφορετικές οπτικές γωνίες, τοποθετήθηκαν σε μια σειρά από view master (όμοια με τα παιχνίδια που είχαμε όταν ήμασταν παιδιά κοσμώντας με φευγαλέες εικόνες την ήδη κουρασμένη όρασή μας) κατασκευασμένα από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προβάλλοντας το έργο σε μια τρισδιάστατη (3D) γλυπτική του χώρου. Τα view master, τοποθετήθηκαν τυχαία σε ένα τραπέζι.
Το έργο δεν εντυπωσιάζει το δέκτη με την όψη του, αλλά με την πολυσημία, τη θεατρικότητα, τη λειτουργία και τις αντιθέσεις του, μένοντας ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνείες. Ο θεατής καλείται να κοιτάξει ένα έργο το οποίο δεν υπάρχει, ένα έργο που έχει πεθάνει. Ταυτόχρονα ο θάνατος και η εκτέλεση είναι το ίδιο το θέμα του έργου όπως προκύπτει από την επιβλητική μορφή της κρεμάλας. Το περιεχόμενο και η έκφραση ταυτίζονται πλήρως σε ένα δίπολο θανάτου, με το οποίο ο θεατής θα έρθει σε επαφή μέσα από την αθωότητα ενός παιδικού παιχνιδιού. Το view master, απομονώνει την όραση από την υπόλοιπη έκθεση, φιλτράρει με άγουρες ηλικίες την αναπαράσταση και επιβάλει στον δέκτη μια μοναχική εμπειρία παρατήρησης. Το έργο παρουσιάζεται από πολλές οπτικές μέσα από τις φωτογραφίες, τονίζοντας την υποκειμενικότητα της ματιάς. Το στοιχείο της απομόνωσης σε συνδυασμό με το δεδομένο πως το νεκρό έργο αποκλείει κάθε δυνατότητα αγοραπωλησίας, κάνει το αποτέλεσμα να μετατραπεί σε σχόλιο του τρόπου λειτουργίας των σύγχρονων εκθέσεων και της τέχνης γενικότερα. Η 3D αισθητική κάνει το έργο να αποκτά μια επίκαιρη μορφή και μια επαφή με τον κινηματογραφικό τρόπο που μόλις έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται.

Η θεατρικότητα
της δημιουργίας


Μια άλλη παράμετρος, μη εμφανής σε πρώτη ανάγνωση, είναι η θεατρικότητα του έργου. Ερχόμαστε σε επαφή με αυτή, αντιστρέφοντας τα στάδια στη διαδικασία της δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης αναπαριστά ένα ήδη υπαρκτό αντικείμενο, άρα δημιουργεί μια σχέση ταύτισης με τον καλλιτέχνη - τεχνίτη του αρχικού ικριώματος. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει, είναι όμοια με αυτά του πρακτικού μάστορα μιας άλλης εποχής. Η στατικότητα, οι αποστάσεις, η λειτουργικότητα. Αλλά ως καλλιτέχνης πρέπει να αντιμετωπίσει το βάρος της κατασκευής ενός έργου θανάτου. Ο ίδιος, παρατηρεί τη σοφία με την οποία δημιουργήθηκε το αντικείμενο και θέτει το ερώτημα πώς γίνεται η τέχνη (έστω ενός λαϊκού μάστορα στην προκειμένη περίπτωση) να τίθεται στην υπηρεσία της εκτέλεσης, του θανάτου, του απάνθρωπου. Η υψηλή ποιότητα τον διακοσμητικών στοιχείων στα όργανα βασανισμού του μεσαίωνα θέτουν την ίδια ερώτηση. Το υλικό της κατασκευής (φελιζόλ και όχι ξύλο) αφαιρεί από το αντικείμενο τη λειτουργικότητά του και άρα ως ένα βαθμό προστατεύει τον καλλιτέχνη. Η διαδικασία κατασκευής γίνεται επίπονη, μια αναμέτρηση με την έκφραση του θανάτου, κατασκευή ενός αντικειμένου φορτισμένου με χιλιάδες κραυγές.
Το έργο έζησε για μια ημέρα. Τη χυδαιότητα της δημιουργίας ακολουθεί η λύτρωση της καταστροφής, όπου ο καλλιτέχνης λειτουργεί ταυτόχρονα ως παιδοκτόνος, καταστρέφοντας το δημιούργημά του, συμπυκνώνοντας στο ελάχιστο το χρόνο φθοράς του αρχικού αντικειμένου. Στη διαδικασία αυτή, ο καλλιτέχνης σκοτώνει το θάνατο της εκτέλεσης αλλά και τη ζωή της δημιουργίας.
Το Tempo libero του Κώστα Ρουσσάκη, είναι ένα έργο που μιλά για μια ανθρώπινη συνθήκη που αν και καταργήθηκε δεν έχει ακόμα ξεχαστεί, ενώ βλέπουμε συχνά να αναβιώνει αρκετά κοντά μας. Η πραγματική απόσταση που μας χωρίζει από τη συνθήκη αυτή, είναι αυτή που επιβάλει το παιδικό, το αθώο βλέμμα.


(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Poetry slam: από το ποιητικό σαλόνι στην κραυγή



Η ιστορία της τέχνης αποτελείται από μια σειρά μεταμορφώσεων της φόρμας, των τρόπων δημιουργίας, της κατασκευής και της εκφοράς. Στη λογοτεχνία, ο μοντερνισμός του 20ου αιώνα ριζοσπαστικοποίησε τη φόρμα της ποίησης και της πεζογραφίας, πειραματιζόμενος με αισθητικούς ακροβατισμούς και αναζητήσεις, με τη σιωπή, την αφαίρεση, το ακραίο. Η φόρμα και η αλλαγή της, ταυτίστηκε με αυτό που αργότερα θεωρήθηκε μοντέρνο, δηλαδή προωθημένο και νέο.
Η τέχνη υπάρχει με τρόπο τόσο ιδιωτικό όσο και κοινωνικό. Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί μπορεί να είναι εξίσου σημαντικός με τη δομή ή τα νοήματά της. Αν δεχτούμε πως οι καλλιτέχνες του πρόσφατου παρελθόντος έφτασαν τη φόρμα στα άκρα της και πως το περιεχόμενο μένει σταθερό στις άπειρες παραλλαγές του, το ριζοσπαστικά νέο μπορεί να αναζητηθεί μόνο στον τρόπο που αυτή επικοινωνεί.
Η κοινωνική έκφραση της ποίησης δεν είναι κάτι σταθερό μέσα στο χρόνο. Οι αρχαίοι ραψωδοί, οι προβηγκιανοί τροβαδούροι, τα λογοτεχνικά σαλόνια της μπελ επόκ και του μεσοπολέμου, οι ποιητές της Σοβιετικής Ένωσης με τις απαγγελίες τους σε στάδια, είναι όλοι εξίσου εκφραστές και φορείς του ποιητικού φαινομένου. Σε έναν κόσμο που περιγράφεται ως κόσμος πληροφορίας, ατελείωτης φλυαρίας και επικοινωνιακού θορύβου, πώς επικοινωνεί η ποίηση, η περισσότερο και ταυτόχρονα λιγότερο ομιλητική απ’ όλες τις ανθρώπινες διαδικασίες και ποιες οι δυνατότητές της σε σχέση με αυτή την επικοινωνία;
Ο κόσμος της έντυπης καταγραφής της ποίησης σε βιβλία και περιοδικά μοιάζει, αν όχι ξεπερασμένος, τουλάχιστον ελλιπής. Ο χάρτης του διαδικτύου δεν μοιάζει ικανός να περιγράψει τα τοπία της ποίησης, προσφέροντας το ψυχρό της οθόνης στο στοιχείο αυτό της γλώσσας που αγωνιά να παραμείνει θερμό αλλά ταυτόχρονα άμεσο. Στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, αυτό που κυριαρχεί ως περιβάλλον της ποίησης έξω από την σελίδα, είναι η διαδικασία του σαλονιού και του συμποσίου. Άτυπες ή επίσημες συναντήσεις φίλων και ομάδων με σκοπό την ανάγνωση και την απαγγελία σε ένα μυημένο και περιορισμένο κοινό. Μια εσωστρεφής διαδικασία που πιο συχνά κολακεύει παρά κρίνει το ποίημα όσο και τον ίδιο τον εαυτό της. Ποιοί νέοι τρόποι μπορούν να εφευρεθούν για να υπάρξει ένα ποίημα;

Slam

Η ποιητική διαδικασία του Slam, ξεκίνησε τα βήματά της στο Σικάγο, στα μέσα της δεκαετίας του 80, από τον Marc Smith, πατώντας στο έδαφος των spoken words και της performance poetry. Καθώς απομακρυνόμαστε από τη χρονική αυτή αφετηρία προς το σήμερα, παρατηρούμε μια ταχύτατη διάδοση του φαινομένου, στο σύνολο της Αμερικής και γενικότερα του δυτικού κόσμου, προτείνοντας κατά καιρούς σημαντικούς ποιητές όπως π.χ. τον πολύ Saul Williams. Στους ποιητικούς αυτούς διαγωνισμούς πέντε μέλη του κοινού επιλέγονται από τον τελετάρχη (Master of ceremonies), ώστε να κρίνουν τους διαγωνιζόμενους ποιητές με βαθμολογία από το 1 έως το 10. Η διαδικασία συνήθως χωρίζεται σε γύρους και φιλοξενείται σε θεατρικούς χώρους, κινηματογράφους και μπαρ.
Η ποίηση slam στέκει ανάμεσα στην απαγγελία και στη θεατρική απόδοση. Συχνά αυτοσχεδιαστική, ενσωματώνει μια σειρά από ποιητικά φαινόμενα και εκδοχές, το κωμικό, την ειρωνεία, την ομοιοκαταληξία, τους διάφορους παραδοσιακούς ρυθμούς. Ο ποιητής είναι όμως ελεύθερος να επενδύσει με τρόπους θεατρικούς την εκφορά του: μίμηση ήχων, αυξομειώσεις της έντασης και του ρυθμού, καταγγελία, κραυγή. Η χρήση μουσικής, κουστουμιών και θεατρικών αντικειμένων απαγορεύεται.
Η ποίηση slam ζητά να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο επικοινωνίας αλλά και την ίδια τη μορφή της ποιητικής επικοινωνίας. Συχνά πολιτικοποιημένη επιθυμεί να καταγγείλει το ρατσισμό, τους όρους της πολιτικής, τους όρους των ανθρώπινων σχέσεων. Άλλωστε, ο ποιητής κρίνεται τόσο για το πάθος του όσο και για την εκφορά ή το περιεχόμενο της ποίησής του. Αν και προφορική, η ποίηση αυτή, στις καλύτερες εκδοχές της, μιλά σωματικά. Η λέξη ταυτίζεται με την ανάσα και ο παλμός του σώματος με το ρυθμό της εκφοράς. Ο ποιητής ντύνεται το ποίημα, όχι σαν ηθοποιός αλλά σαν τελεστής, μέρος και φορέας ενός τελετουργικού. Ο ποιητής γίνεται ποίημα, που ανασαίνει μέσα από κάποιον άλλο. Η βλάστηση των λέξεων και των νοημάτων προκύπτει από το σημείο αυτό.
Το ελληνικό κοινό μπορεί να έρθει σε επαφή με το φαινόμενο αυτό, στον τελικό του πρώτου πανελλήνιου διαγωνισμού Slam, την Κυριακή 10 Οκτωβρίου, στις 7 μ.μ. στον πολυχώρο Άνεσις (Κηφισίας 14, στους Αμπελόκηπους). Παρών θα είναι και ο δημιουργός του φαινομένου, Marc Smith.

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Τα φεστιβάλ της αριστεράς ως πολιτιστική πρόταση



Στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής», η Έλενα Πατρικίου στη συνέντευξή της παρατηρούσε: «Ως τί την θέλουν την τέχνη εκεί μέσα (στα φεστιβάλ); Κάποτε πρέπει να αποφασίσουν. Δεν μπορεί η τέχνη να καλείται να κάνει σκόντο επειδή οι αριστερές οργανώσεις δεν βρίσκουν γι’ αυτήν άλλον ρόλο από αυτόν του προσχήματος. Εξ ου και τελικά όλα αυτά τα φεστιβάλ είναι εντελώς ίδια και το μόνο που έχουν να δώσουν στον κόσμο, και ειδικά στους νέους, είναι φτηνή διασκέδαση και φτηνές μπύρες». Η παρατήρηση αυτή, ανοίγει το θέμα της σχέσης της αριστεράς με την τέχνη και την έκφραση της σχέσης αυτής, στις διάφορες εκδηλώσεις της.

Φεστιβάλ και φεστιβάλ νεολαίας

Τα φεστιβάλ και κυρίως τα φεστιβάλ των πολιτικών νεολαιών, χαρακτήρισαν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και κυρίως τη δεκαετία του 80. Το πρώτο φεστιβάλ νεολαίας διοργανώθηκε από την ΚΝΕ, το 1975.
Στα φεστιβάλ των διαφόρων πολιτικών οργανώσεων, πέρα από την κοινωνικοποίηση με όρους που η ίδια η οργάνωση αποφάσιζε, τα μέλη-διοργανωτές, προσπαθούσαν να διαμορφώσουν με όρους φαντασιακού, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της αριστεράς. Τα φεστιβάλ προέβαλαν μια συνέχεια, από την αντίσταση και τον εμφύλιο στα χρόνια της ΕΔΑ και αργότερα της δικτατορίας, προς τη μελλοντική κοινωνία και όλα αυτά περνώντας από το ιστορικό παρόν της συγκεκριμένης εκδήλωσης. Οι εκθέσεις φωτογραφιών και οι διάφορες ομιλίες, είχαν σαν στόχο αυτήν την πολλαπλή εννοιολόγηση του ρευστού αριστερού χρόνου.
Κεντρικό σημείο των φεστιβάλ αποτέλεσε η ψυχαγωγία και τα διαφορετικά πρότυπα που η κάθε νεολαία πρότεινε και προέβαλε. Οι συναυλίες πάντα είχαν το χαρακτήρα του κεντρικού προπαγανδιστή των φεστιβάλ κάτι το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα. Έτσι η επιλογή της μουσικής και των συγκροτημάτων διαμορφωνόταν τόσο από την ταυτότητα και την πολιτιστική πρόταση, του φορέα που διοργάνωνε το φεστιβάλ, όσο και από τα γούστα του κοινού που επιθυμούσε να προσεγγίσει.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 80 γίνεται μια απεύθυνση κάποιων φεστιβάλ προς κινήματα διαμαρτυρίας όπως το φεμινιστικό και το οικολογικό και πολύ αργότερα το μεταναστευτικό και τα διάφορα κινήματα πόλεων. Η σχέση αυτή θα αποτυπωθεί με περίπτερα και διανομή υλικού καθώς και μέσα από διάφορες συζητήσεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του 80, μέσα στη γενικευμένη αποπολιτικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας και κυρίως της νεολαίας, τα φεστιβάλ θα χάσουν την κομβική τους σημασία αλλά και τις έντονες δυνατότητες απεύθυνσης. Σε αυτό συνέβαλαν και μια σειρά από δευτερεύοντα γεγονότα όπως π.χ. η διάσπαση του 1989 στο ΚΚΕ και η διοργάνωση δύο διαφορετικών φεστιβάλ (ένα από τους αποχωρήσαντες και ένα από τους εναπομείναντες).

Το φεστιβάλ ως συνολική
πολιτιστική πρόταση


Τα φεστιβάλ θα εμφανιστούν πάλι με ένταση στις αρχές της νέας δεκαετίας. Η μορφή τους όμως δεν θα ανανεωθεί και το βάρος θα συνεχίσει να πέφτει στις συναυλίες και τα ονόματα που θα μπορέσουν να μαζέψουν κόσμο. Με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσουν να αποτελούν μια τυχαία γιορτή μέσα στο ημερολογιακό χάος, μια εναλλακτική έξοδο με ατροφικό συνήθως στίγμα. Μέσα από τις μεταμορφώσεις, τόσο της ταυτότητας της αριστεράς όσο και τις ανάγκες της ίδιας της κοινωνίας, σήμερα τίθεται η επιταγή για μια νέα μορφή εκδήλωσης, όπου το βάρος θα μεταφερθεί από την εκδήλωση-γιορτή προς μια διαδικασία προβληματισμού και πολιτιστικής ζύμωσης.
Ένα φεστιβάλ ή μια εκδήλωση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως μια ξαφνική στιγμή μέσα στο χρόνο. Πρέπει να αποτελεί κορύφωση μιας μακρόχρονης διαδικασίας, μιας πολιτικής και πολιτιστικής συνομιλίας και ταυτόχρονα αφετηρία για μια νέα ζύμωση. Παίρνοντας ως δεδομένο πως η αριστερά έχει χάσει από καιρό την πολιτιστική της ηγεμονία (αν και τόσο συχνά φαίνεται να το αρνείται), τίθεται το ερώτημα ποια θα μπορούσε να είναι η νέα πολιτιστική πρόταση που θα προβάλει.
Η αριστερά μπορεί να προσεγγίσει μια σειρά από πολιτιστικές εκφράσεις, οι οποίες ενώ συνορεύουν μαζί της από άποψη διάθεσης, παραμένουν ξένες και χωρίς πολιτικό πρόσημο, συχνά εγκλωβισμένες σε έναν θολό ναρκισσιστικό εναλλακτισμό. Τα graffiti, οι M.C. μονομαχίες, η ποίηση slam, οι performances, οι εικαστικές εγκαταστάσεις, τα fanzine, το stand up, οι πειραματικοί τρόποι θεάτρου και κινηματογράφου, οι ομάδες κωμωδίας, καθώς και μια σειρά από ομάδες και μικροκοινότητες νέων καλλιτεχνών και λογοτεχνών, εκφράσεις νέες αλλά και διάσπαρτες, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους, μπορούν να αποτελέσουν την αρχή για μια νέα πολιτιστική πρόταση της αριστεράς.
Κομμάτια πολιτισμού που δεν μπορούν να βρουν έκφραση μέσα από τους άκαμπτους τρόπους του συστήματος, μπορούν να απεγκλωβιστούν και να συνομιλήσουν μέσα από μια σειρά εκδηλώσεων. Με την προϋπόθεση πως η προσέγγιση αυτή θα γίνει όχι με χαρακτήρα οικειοποίησης αλλά αμοιβαίας ανταλλαγής και προβληματισμού. Ξεκινώντας από μια κατάθεση απόψεων και καταλήγοντας σε μια εκδήλωση συνολικής πολυπρισματικής έκφρασης.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Η κρίση της ποίησης και η ποίηση της κρίσης ( εισήγηση στο 30ο συμπόσιο ποίησης της Πάτρας)







ή
Η σιωπή, η κρίση και το φλεγόμενο δέντρο

———————
Η σιωπή
Η σύγχρονη κοινωνία, είναι μια κοινωνία πληροφόρησης. Μια κοινωνία απείρων πομπών και δεκτών στα όρια του θορύβου. Ό, τι συμβαίνει ή δεν συμβαίνει επικοινωνεί, μεταδίδεται, καταλαμβάνει τον ελάχιστο χώρο του πριν αντικατασταθεί. Ακόμα και όταν σιωπά, το κενό δεν μένει βουβό αλλά καλύπτεται από άλλες πληροφορίες εξίσου εκκωφαντικές. Και στην διαδικασία αυτή της αλληλουχίας και της επικάλυψης, εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, αποδεχόμαστε μια κατάσταση ήπια επιβεβλημένη. Μοιραζόμαστε και ανταλλάσσουμε γεγονότα, πληροφορίες αβέβαιης σημασίας μας κυκλώνουν και μας ενημερώνουν υποχρεωτικά, βιώνουμε τον κόσμο μιας επικοινωνίας που καταργήθηκε, μέσα στην ίδια την υπερβολή, της διάδοσης και της εναλλαγής της. Και Ο λόγος, φθαρμένος από την ταχύτητα, αδιάφορα κοινότοπος μες στις επαναλήψεις, συμπυκνώσεις κενού που έρχονται να απαντήσουν σε ερωτήσεις που δεν τέθηκαν. Διαφημιστικές υπερβολές, τηλεοπτικές πόζες και επιθυμίες παραιτημένες σε βιαστικά μηνύματα κινητών και στην αφόρητη μοναξιά των τόσων greeklish στα διαδικτυακά chat. Και η ποίηση; Πώς μιλά η ποίηση μέσα στην τόση φλυαρία, στην τόση κυριαρχία του κενού λόγου;
«Η σιωπή είναι μια εναλλακτική λύση. Όταν οι λέξεις είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα» καταλήγει ο Τζορτζ Στάινερ στο δοκίμιό του «Η σιωπή και ο ποιητής», προτρέποντας προς την ευφράδεια μιας λέξης που απουσιάζει, σε έναν κόσμο όπου το νόημα διαφεύγει αδιάφορο. Η θέση της ποίησης στον καθημερινό, δημόσιο λόγο, η ποίηση επιβεβαιώνει τη σιωπή της. Σε έναν καιρό αυστηρά πρακτικό επιβιώνει διαστρεβλωμένη: ως συνοδευτικό της διαδρομής στα βαγόνια του μετρό, ως κορόνα σε πολιτικούς λόγους νομιμοποιώντας τη φθαρμένη γλώσσα και την έλλειψη οράματος, ως συγκίνηση σε επικήδειους, εικονογραφημένη σε μπλογκ θεματικά, μπάλωμα μιας σιωπής που κραυγάζει. Και ο ποιητής του σήμερα; Ας υποθέσουμε πως δεν έχει φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής…
Η ποίηση πάντα φλέρταρε με τους τρόπους της σιωπής. Από τον πρώτο μοντερνισμό της με τα «Άνθη του κακού» του Μποντλέρ (1857), μέχρι και σήμερα, η ποιητική γλώσσα εμπεριέχει τη σιωπή μέσα από την αφαίρεση. Ο παλιός λυρισμός μέσα από την μουσική των λέξεων, αντικαθίσταται και γίνεται ορατός ακριβώς με την ορθή απουσία τους. Το νόημα δεν απαντάται, αλλά εμπεριέχεται αποφεύγοντας μια καθαρή ομολογία. Έχοντας ως μόνο εργαλείο και στόχο τη γλώσσα, η ποίηση την χρησιμοποιεί υπερβαίνοντας τη. Στις πιο ακραίες της μορφές (ποίηση νταντά, λετρισμός, κολάζ λέξεων) την παύει ακριβώς για να την κρίνει. Η βαρβαρότητα των δύο παγκοσμίων πολέμων, βλάστησε τη λεκτική παύση περισσότερο από ποτέ, μέσα στην επικράτεια του ποιήματος. Η ερώτηση του Αντόρνο (Πώς μπορεί να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς;) απαντήθηκε συχνά με μια σιωπή ενεργητική, όπως στα θεατρικά έργα του Μπέκετ ή του Πίντερ, με την ταυτόχρονη αποδοχή και απόρριψη του παραλόγου. Μια σιωπή που χρωματίζεται όχι από το λευκό του άδειου, αλλά από το μαύρο της απόλυτης πυκνότητας. Πότε λοιπόν σιωπούν οι ποιητές;

Ανάμεσα στις λεγεώνες των ποιητών συναντάμε περιπτώσεις όπου η σιωπή δέθηκε τόσο με την ποίησή τους όσο και με την ίδια τους τη ζωή. Ο Φρίντριχ Χαίλντερλιν (1770 – 1843) ένας από τους σημαντικότερους αναμορφωτές της γερμανικής ποίησης, πέρασε τα τελευταία 32 χρόνια της ζωής του μιλώντας και γράφοντας σε μια γλώσσα κατασκευασμένη από τον ίδιο, μέσα σε μια κατάσταση γαλήνιας τρέλας. Ο εσωτερισμός της ποίησής του έγινε μέγεθος απόλυτο, ταυτιζόμενο με την ίδια τη ζωή του, σταματώντας το μάταιο της επικοινωνίας. Ο Αρθούρ Ρεμπό (1854- 1891), αποφασίζει αφού έχει τελειώσει το «Μια εποχή στην κόλαση», να παρατήσει για πάντα την ποίηση στα 18 του χρόνια, επιλέγοντας την ζωή του τυχοδιώκτη, το εμπόριο όπλων και την περιπλάνηση σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Οι πιο αισιόδοξοι, είδαν στη στάση αυτή όχι μια παραίτηση, αλλά μια αποθέωση της πράξης πάνω από τη γλώσσα, την ποίηση μιας ζωής άγριας, μιας ζωής χωρίς ομοιοκαταληξίες. Το 1961, ο Έζρα Πάουντ (1885-1972), διαλέγει την μεγάλη σιωπή. Συνεργάτης του ιταλικού φασισμού με έναν τρόπο υποκειμενικό αν και φανατικό, έγκλειστος κλουβιού σε αμερικανικό στρατόπεδο της Πίζας και στη συνέχεια σε ψυχιατρική κλινική στην Ουάσιγκτον, βασανισμένος από τις επιλογές του, τη μεταμέλεια, την ίδια την ποίηση. Ο Πάουντ δεν υπήρξε μόνο ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα και αυτός που προσπάθησε να κλείσει στο έργο του το σύνολο της ποίηση των περασμένων εποχών. Η σιωπή του δεν ήταν η σιωπή ενός οποιουδήποτε ποιητή, ήταν η σιωπή της ίδιας της ποίησης. Πολλοί από τους σύγχρονους του αναρωτήθηκαν: Μήπως ο miglior fabbro (μεγάλος τεχνίτης σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Έλιοτ) ανακάλυψε στη σιωπή μια καινούργια γλώσσα; Και μήπως τελικά αυτή, είναι η γλώσσα της νέας εποχής που ξημερώνει;
Η ποίηση στην εποχή μας δεν απουσιάζει, θα μπορούσαμε να πούμε (έστω διστακτικά) πως απλώς συχνά εκδηλώνεται ως σιωπή. Ας αναλογιστούμε, πόση σιωπή αναλογεί, σε κάθε πρόχειρη απόφανσή μας, σε κάθε τυχαία πεταμένη φράση, σε κάθε λέξη μας, φθαρμένη εκ των προτέρων; Αλλά μπορεί κανείς να σιωπά εξίσου σε όλους τους καιρούς;

———–

Η κρίση
Ζήσαμε τις μέρες σβήνοντάς τις από τα ημερολόγια της πραγματικότητας. Ζήσαμε μέρες ενός αυστηρού παρόντος, ικανοποιημένοι στην ασάφεια, άλλοι παραβλέποντας, άλλοι περιμένοντας, άλλοι προσπαθώντας διστακτικά. Και ύστερα ήρθαν οι μέρες της κρίσης. με όρους αμείλικτους και ξεκάθαρους, λύσεις παράλογες και επιβεβλημένες, νέα μέτρα και νέες πραγματικότητες. Ο οικονομολόγος γίνεται ο νέος ήρωας, μιας εποχής που περιγράφει τη ζωή με όρους τεχνικούς, ψυχρούς και ακατανόητους, ο ήρωας μιας πραγματικότητας που μοιάζει να μας διαφεύγει, μέσα στο ακατανόητο και αυστηρά συγκεκριμένο της ορολογίας της. Διαγράμματα, τεχνοκρατικές αναλύσεις, κύρος οίκων και θεσμών άγνωστων, σπαστά αγγλικά και φλύαροι αριθμοί, φτιάχνουν μια νέα γλώσσα που περιγράφει τις μοίρες μας, μοίρες που αδυνατούμε πια να κατανοήσουμε. Και έτσι βρισκόμαστε κρατώντας λέξεις παλαιές, αντιμέτωποι με έναν κόσμο νέο. Η παλαιά σιωπή δεν μιλά πια εκκωφαντικά, γιατί δεν είναι η οικονομία αυτό που αλλάζει. Μαζί της, όπως πάντα, αλλάζει και κάθε τι γύρω.

Τα νέα μέτρα πλησιάζουν όλο και περισσότερο, με τις εφαρμογές και την πραγματικότητά τους να απειλεί κάθε τι κεκτημένο, κάθε τι αυτονόητο. Τα μέτρα δεν αλλάζουν μόνο την οικονομική διάσταση της κάθε μέρας, αλλά ταυτόχρονα ξεριζώνουν έναν τρόπο ζωής που μάθαμε να συλλαβίζουμε ως καθημερινό. Είναι τέτοια η ένταση και σκληρότητα που πλησιάζει, ώστε να μεταμορφώνει κάθε εικόνα, κάθε χειρονομία, κάθε θερμοκρασία που δεχτήκαμε να αποκαλούμε ζωή.
Η τέχνη σε κάθε έκφανση της, θεωρήθηκε συχνά πολυτέλεια. Σαν κάτι που περισσεύει, γεμίζει τυχαία τις ώρες, ψυχαγωγεί, και διασκευάζει το τρέχον, συχνά χωρίς σημασία. Μέσα σε μια πραγματικότητα αυστηρά και χυδαία υλιστική, κάθε ενασχόληση με την τέχνη κατέληξε να θεωρείται χόμπι, παραξενιά ή σπατάλη του πολύτιμου χρόνου. Σε έναν κόσμο ρευστό, που βασικές αξίες και κεκτημένα για πρώτη φορά αμφισβητούνται και συνθλίβονται με τέτοια ένταση και σε τέτοια έκταση, καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με αυτή την «πολυτέλεια», να προσδιορίσουμε ξανά το ρόλο και τη σημασία της και τελικά να προσδιοριστούμε από αυτή.
Η ζωή στη δύσκολες στιγμές της, παρουσιάζεται με όλο τον κυνισμό, την ματαιότητα, την απελπισία της. Στεγνή από όνειρα, διατάζει προτεραιότητες, πρακτικότητα και αδιέξοδα. Και είναι ακριβώς η ίδια η ταύτιση του αναγκαίου με το ρεαλιστικό που συντηρεί την κατάσταση, αποφεύγοντας κάθε όραμα που θα την μεταμόρφωνε. Κάθε κατάφαση που πολλαπλασιάζει το δύσκολο του παρόντος, ακυρώνει την αλλαγή του μέλλοντος. Η αλλαγή, η ανατροπή και η δημιουργία του νέου, είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα.
Δεν είναι τυχαίο πως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, σε μαύρες εποχές, η τέχνη δεν παύει, δεν περικόπτεται ως αχρείαστο έξοδο υπουργείου, αλλά αντιθέτως ανθίζει ως αναγκαιότητα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος γέννησε την χαμένη γενιά, μια σειρά συγγραφικών μεγεθών που ξεπέρασαν την απελπισία και δημιούργησαν. Τα χαμένα παιδιά της γενιάς αυτής, βρέθηκαν ξανά μέσα σε σελίδες που υπερέβησαν την απελπισία του χαρακώματος. Ο Φιτζέραλντ, ο Φώκνερ, ο Χέμινγουει, ο Ντος Πάσος, πιθανόν να μην είχαν επιτύχει τη λογοτεχνική τους δημιουργία, αν δεν είχαν ως εμπόδιο και τελικά ως συγγραφικό όπλο, την καταστροφή γύρω τους. Το παράλογο του δευτέρου παγκοσμίου γέννησε την εποχή του λογοτεχνικού παραλόγου (εκφρασμένο κυρίως μέσω του θεάτρου). Μια σειρά από συγγραφείς μίλησαν για τα αδιέξοδα της ανθρώπινης διάστασης, υπερβαίνοντας τα μέσω της ανάτασης που γέννησε η καταγραφή, η περιγραφή και η λογοτεχνική ανάλυσή τους. Η ήττα του εμφυλίου και η ελληνική μεταπολεμική κατάσταση, έφεραν στο προσκήνιο, μια νέα σειρά ποιητών. Γενιές ηττημένες, έγραψαν βιώνοντας τις πληγές ενός κόσμου τσακισμένου. Μέχρι και σήμερα δεν σταματούμε την συνομιλία μας με την γενιά αυτή. Τον Σαχτούρη, τον Καρούζο, τον Λειβαδίτη τον Αναγνωστάκη και τόσους άλλους. Μια ηττημένη περίοδος, κέρδισε και κληροδότησε μεγάλους ποιητές.
Ο εξπρεσιονισμός των ημερών που έρχονται, χρειάζεται τα δικά του σκληρά χρώματα. Όπως έγραφε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, οι εποχές της φρίκης τραγουδούν τα τραγούδια της φρίκης. Είτε σαν παραμυθία, είτε σαν διέξοδος, είτε σαν ανάταση και όραμα, η τέχνη και η ποίηση πρέπει να αναζητήσει τον χαμένο της πυρήνα. Οι εποχές που την περιέγραψαν ως συνοδευτικό μιας ζωής επαρκούς, μοιάζουν να έχουν περάσει ανεπανόρθωτα. Η τέχνη δεν μπορεί πια να επιβιώνει ως βραδινή δημόσια έξοδος, ως best seller, ως ανέξοδη ευαισθησία. Σε εποχές κρίσης η τέχνη επιβιώνει μόνο ως ανάγκη. Το όραμά της και οι ορίζοντές της είναι αυτοί που θα τροφοδοτήσουν την πραγματικότητα με ένα όραμα που μπορεί να την αλλάξει. Στρατευμένη στην ειλικρίνεια, η ποίηση διακρίνει το νέο σε κάθε τι που γερνά και πεθαίνει. Ο ρόλος του δημόσιου διανοουμένου, ο ρόλος του καλλιτέχνη στην κοινωνία, της ίδιας της τέχνης στη ζωή, επαναδιαπραγματεύεται με αυτή την ειλικρίνεια που φαντάζει αναγκαστική. Και μέσα από τα τραγούδια ενός κόσμου που πληγώνει, μπορεί να γεννηθεί ένας νέος κόσμος με περισσότερο ουρανό (για να θυμηθούμε τον Μίλτο Σαχτούρη). Και ας μην το κρύβουμε, ειδικά σήμερα, διψάμε για περισσότερο ουρανό. Και δεν υπάρχει τόπος άλλος από την τέχνη, τόπος άλλος από την ποίηση που να γεννιέται περισσότερος ουρανός.

————–

Το φλεγόμενο δέντρο
Οι μέρες που πλησιάζουν θα είναι μέρες κοινωνικών ανακατατάξεων και απ όσο όλοι προβλέπουν κοινωνικών αναταραχών. Αν η ίδια η κοινωνία αλλάζει, δεν πρέπει μαζί της να αλλάξει και η ποίηση. Και αν η απάντηση είναι καταφατική τι μορφή θα μπορούσε αυτή να πάρει; Κάθε απάντηση ή πρόβλεψη μοιάζει μάταιη. Γιατί το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί από μια νέα ομιλία, δεν μπορεί να απαντηθεί από μια νέα θεωρητική ανάλυση, μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσα από ένα νέο ποίημα. Μπορούμε να αναζητήσουμε – έστω πρόχειρες- προβλέψεις και συγγένειες στο πρόσφατο παρελθόν; Ας γυρίσουμε πίσω στον Δεκέμβρη του 2008…

Ο χρόνος ζητά να συμπυκνώνει. Με λίγες φράσεις, με λίγες εικόνες που εμπεριέχουν πολύ περισσότερα. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη ζητούσαν και αυτά το σύμβολό τους. Η εικόνα του φλεγόμενου χριστουγεννιάτικου δέντρου, στην πλατεία συντάγματος, κατάφερε να συμπυκνώσει και να περιγράψει τον μήνα και τις διαθέσεις με τρόπο πιο πετυχημένο από τις περισσότερες αναλύσεις και τα περισσότερα άρθρα που γράφτηκαν την περίοδο εκείνη. Κρίνοντας το γεγονός αισθητικά και όχι πολιτικά ή ηθικά μπορούμε να παρατηρήσουμε μια πολυσημία που συναντούμε πια σπάνια. Το δέντρο αυτό υπήρξε σύμβολο του ατάραχου καταναλωτισμού, που επιβάλλεται με το μέγεθός του, συνδέοντας τον κοινοβουλευτισμό της βουλής με την εμπορικότητα της Ερμού. Σύμβολο το οποίο ταυτίζει τις αγορές με την γιορτινή χαρά και μακαριότητα, την κακογουστιά των επιβεβλημένων ημερολογιακών εορτών, με τα τόσα πρότυπα που αφήσαμε να υπάρχουν χωρίς κριτική. Τα Χριστούγεννα που κάηκαν μπροστά στη βουλή, πέρα από τις όποιες προθέσεις, έφτιαξαν μια δήλωση πολύ πιο έντονη και ξεκάθαρη μέσα στην αντίθεση της εικόνας. Την αντίθεση των συνθημάτων που μιλούσαν για ένα δολοφονημένο παιδί και ένα δολοφονημένο μέλλον, με τα τραγουδάκια μιας πλαστικής θρησκευτικότητας που προσφέρει στολίδια και φάτνες. Την αντίθεση ενός πλήθους ριγμένου στην ανεργία και την ανασφάλεια, με τις υπερπροσφορές και τις γιορτινές εκπτώσεις. Την αντίθεση ενός κοινοβουλευτισμού ατάραχου ανάμεσα σε μια σειρά σκανδάλων, με μια πολιτική του δρόμου, της απελπισίας, της φαντασίας. Η εικόνα έκανε τον γύρο του κόσμου, με μια αφοπλιστική, βίαιη ευφράδεια, περιγράφοντας ακαριαία.

Ήταν πολλές οι φωνές που ζήτησαν να μιλήσουν τον μήνα εκείνο, μέσα από συνθήματα, ειπωμένα από στόματα αγνώστων ή γραμμένα στους τοίχους: Ιστορία ερχόμαστε! Κοίτα τον ουρανό! Ξυπνήστε πεθαίνω! Πρόχειρες φράσεις χωρίς αισθητικές επιδιώξεις, χωρίς να ζητούν επιβεβαίωση, βγαλμένες από μια ανάγκη που ξεχείλιζε. Με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών, αλλά και τα τόσο συγκεκριμένα γεγονότα να επιβάλουν ένα συναίσθημα έντονο και κοινό, η τυχαία συνάντηση με τις φράσεις αυτές, έκανε ανθρώπους να εκφραστούν, να συγκινηθούν, να αισθανθούν ενότητα μέσα στον βόμβο του άγνωστου πλήθους.

Θα μπορέσει η ποίηση που θα έλθει τις στιγμές της κρίσης, να διεκδικήσει τη συγκίνηση που προκαλεί το τυχαίο και στιγμιαίο ενός συνθήματος, χωρίς να χάσει τις αισθητικές της αξιώσεις; Θα μπορέσει η ποίηση που θα έλθει να λάμψει πιο έντονα από την πυρκαγιά ενός δέντρου; Η απάντηση και πάλι δεν θα δοθεί από μια ομιλία, δεν θα δοθεί από ένα θεωρητικό έργο. Η απάντηση θα δοθεί από ένα νέο ποίημα.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Είμαστε ’80s, σου λέω, ανίατα ’80s…



Μικρά ή μεγάλα γεγονότα, πεταμένα τυχαία στον χρόνο, ζητούν να προσδιορίσουν αυτό που τα προσδιόρισε, να καταγραφούν, να διαμορφώσουν και από περιστατικά τυχαία να ενταχθούν στην μνήμη ως ιστορία. Κάθε τι οικείο απομακρύνεται. Αυτό που μέχρι χθες έμοιαζε καθημερινότητα, αύριο θα προκύψει ως σημείο του παρελθόντος που προσδιορίζει το σήμερα. Ζούμε με τη βιασύνη της πραγματικότητας, βιώνοντας το τυχαίο, διαμορφώνοντας το συγκεκριμένο, συνορεύοντας με το σημαντικό και το αδιάφορο ταυτόχρονα. Το παρόν εμφανίζεται πάντα ελαφρύ, μα ακριβώς μετά τη λήξη του αρχίζει να κερδίζει βάρος, γίνεται γεγονός και πλανιέται στην προσωπική και συλλογική μνήμη. Αυτό που σήμερα ανασαίνουμε, είναι η ιστορία του αύριο.
Πολλοί από μας γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘80. Άλλοι έχτισαν ή γκρέμισαν μέσα της την ηλικία τους, βίωσαν, ωρίμασαν, γέρασαν, μοίρασαν τη ζωή τους σε συγκεκριμένες χρονολογίες. Και σήμερα συναντούμε ξανά αυτό το περασμένο, το κάποτε οικείο, μεταμορφωμένο αυτή τη φορά σε ιστορία. Με ένα ξάφνιασμα αντίστοιχο με την τυχαία συνάντηση ενός παιδικού φίλου, που έχουμε χρόνια να συναντήσουμε αλλά πάντα τον νιώθαμε γείτονα των περιστατικών μας και τώρα ξάφνου ανακαλύπτουμε πόσο πολύ έχει αλλάξει.

Το λεξικό

Το βιβλίο «Η Ελλάδα στη Δεκαετία του ‘80. Κοινωνικό - Πολιτικό-Πολιτισμικό Λεξικό» (εκδόσεις Το πέρασμα) αποτελεί μια ογκώδη κοινωνιολογική καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων και φαινομένων μιας δεκαετίας. Με τη μορφή το λεξικού και την αλφαβητική παράθεση, το βιβλίο επιλέγει και αναλύει σημεία, σταθμούς και αποχρώσεις. Η ταξινόμηση και ο όγκος των πληροφοριών, δημιουργεί στον αναγνώστη μια πολλαπλή δυνατότητα ανάγνωσης. Συνολική, θεματική ή τυχαία, επιστημονική ή κεντρισμένη από το καθαρό της περιέργειας, κινούμενη στην υπενθύμιση του ήδη γνωστού ή την επισήμανση του αγνώστου. Η επιστημονική επιμέλεια και η εκτενής και κατατοπιστική εισαγωγή έγινε από τον Βασίλη Βαμβακά και τον Παναγή Παναγιωτόπουλο, ενώ για την συγγραφή των λημμάτων συνεργάστηκαν πάνω από 100 συγγραφείς.
Το σημαντικότερο προσόν του συγκεκριμένου βιβλίου, πέρα από την εις βάθος ανάλυση και τον μεγάλο αριθμό των λημμάτων, είναι η επιλογή της καταγραφής και ανάλυσης γεγονότων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν δευτερεύοντα ή άνευ σημασίας. Έτσι ο φιλοαραβισμός, η Β~ Πανελλαδική και ο αντιαμερικανισμός της δεκαετίας, συνυπάρχουν με τα πρώτα ταχυφαγεία, τον Γκάλη και τον Στάθη Ψάλτη. Με τον τρόπο αυτό, (και μέσα από την επιλογή χαρακτηριστικών φωτογραφιών που συνοδεύουν τα λήμματα) οι συγγραφείς καταφέρνουν να αναπλάσουν τη δεκαετία, όχι μόνο ως διαδοχή χρονολογιών και σημαντικών γεγονότων, αλλά ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, κλίμα και αίσθηση. Αντιλαμβανόμαστε έτσι το πώς η γεωγραφία του μικρού, διαμορφώνει τον πραγματικό χρόνο και το γεγονός. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης παρακολουθούμε την ίδια τη δεκαετία του ‘80, από παρελθόν να μετατρέπεται σε ιστορία, μια ιστορία επεξηγηματική για το σήμερα.

Η δεκαετία

Η δεκαετία του ‘80, τόσο σε πλανητικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, έχει ξεχωριστή σημασία γιατί σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσε ή γέννησε τις καταστάσεις που βιώνουμε σήμερα. Ένα σύνολο τάσεων και στάσεων, από το νεοφιλελευθερισμό και τις κυρίαρχες σημερινές πολιτικές θεωρίες, μέχρι τους όρους που διαμόρφωσαν την αντίληψή μας για το σώμα (γυμνισμός, γυμναστήρια, HIV κ.α.), εμφανίστηκαν τη περίοδο αυτή. Η ανάλυση και η μελέτη της δεκαετίας αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να καταλάβουμε το ρέον του παρόντος.
Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό που κυριαρχεί είναι η πορεία προς την κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου και η ταυτόχρονη άνοδος των πολιτικών εφαρμογών της Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρήγκαν. Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό ανοίγει με τον ερχομό του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τη διαχείριση της Αλλαγής και κλείνει με το σκάνδαλο Κοσκωτά και την συγκυβέρνηση. Η πορεία από το ένα σημείο στο άλλο εμπεριέχει, στην συνάφεια των διαφόρων γεγονότων, τη γέννηση και τη διαμόρφωση μιας σειράς από φαινόμενα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή σήμερα: την άνοδο του Κιτς και του λαϊκισμού, τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης και τους όρους που παγίωσαν την σχεδόν απόλυτη δύναμή της, τις μεταμορφώσεις της παλιάς αριστεράς και την γέννηση του αναρχικού χώρου, την άνοδο των τρομοκρατικών οργανώσεων, το φαινόμενο της οργανωμένης οπαδικής βίας κ.α. Ταυτόχρονα η δεκαετία περιγράφει μια μετάβαση στο επίπεδο του καθημερινού. Από την πολιτισμική κυριαρχία της αριστεράς, περνούμε σε μια περίοδο όπου αρχίζει να κυριαρχεί ο πλαστικός ηδονισμός της κατανάλωσης και απενοχοποιημένος κυνισμός του ατομισμού. Μια σειρά από φαινόμενα περιγράφουν αυτή τη μετάβαση: Η δημιουργία των καφετεριών και των ντισκοτέκ, τα φαστφουντάδικα, περιοδικά όπως το κλικ και το Playboy, η ιδιωτική διασκέδαση του βίντεο, η διαμόρφωση των σύγχρονων αντρικών και γυναικείων ταυτοτήτων. Η δεκαετία του ‘80 αποτελεί το πέρασμα από τον κόσμο του παλαιού, στο δικό μας γενναίο νέο κόσμο. Η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου αποτελεί μια αναμέτρηση με το πρόσφατο παρελθόν. Μέσα από αυτή την αναμέτρηση, μπορούμε να αντιληφθούμε πως το σήμερα έχει μέσα του πολύ χθες και πως η αρχή για να αλλάξουμε το Τώρα γίνεται με το να καταλάβουμε το Τότε.
(ο τίτλος αποτελεί παράφραση στίχου του Βύρωνα Λεοντάρη)

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Το αργό διάβασμα και η κουλτούρα της ανάγνωσης




Στη σύγχρονη κοινωνία επικρατεί η ελαχιστοποίηση της απόστασης, η συρρίκνωση του χρόνου που προσφέρεται για κάθε δραστηριότητα, και η αλλαγή της κάθε δραστηριότητας με βάση τα νέα χρονικά δεδομένα. Η έκρηξη του διαδικτύου και οι νέες ταχύτητες που αυτό κοινωνεί, αλλάζουν το σύνολο της καθημερινότητας, από τον τρόπο που τρώμε ή διαβάζουμε ένα βιβλίο, μέχρι τους ρυθμούς που σκεφτόμαστε ή αντιλαμβανόμαστε τις γύρω μας σχέσεις. Και μέσα στο άκαμπτο και νέο της υποχρεωτικής βιασύνης, προκύπτουν αντιδράσεις που ασκούν κριτική και προτείνουν εναλλακτικές για το καθημερινό, που μέσα στις ταχύτητές που αναπτύσσει, μοιάζει να χάνεται γρήγορα σαν το θολό μιας μορφής που επιταχύνει.

Τέχνη και τεχνολογία

Κάθε περίοδος αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως περίοδο αλλαγών, περίοδο μετάβασης προς το απόλυτα νέο, το άγνωστο και καινούργιο. Αυτή η φαινομενική ρευστότητα είχε πάντα σαν αποτέλεσμα την προσπάθεια να συντηρηθούν οι όροι του κόσμου που πιστεύουμε πως αφήνουμε πίσω, άλλοτε πανικόβλητα και άλλοτε κριτικά. Από την βιομηχανική επανάσταση και μετά, η αλλαγή αυτή ορίζεται από το νέο της τεχνολογικής εφεύρεσης. Η επανάσταση της τεχνολογίας, επηρέαζε πάντα τη ζωή στο σύνολό της. Από την επιρροή αυτή αλλάζουν τα δεδομένα κάθε τομέα της ζωής, από τον τρόπο μετακίνησης και τους όρους διαβίωσης μέχρι τη σκέψη και την τέχνη.
Ως προς την τέχνη, πολύ συχνά στην πρόσφατη ιστορία, οι αμήχανες αντιδράσεις απέναντι σε μια νέα εφεύρεση, έδωσαν τη θέση τους στην ενδοσκόπηση προς τον ίδιο τον πυρήνα της τέχνης και την πλήρη μεταμόρφωσή της μέσω μιας διαλεκτικής διαδικασίας. Όταν εφευρέθηκε η φωτογραφία στις αρχές του αιώνα οι ζωγράφοι και κυρίως οι πορτρετίστες, ένιωσαν να απειλούνται οι όροι επιβίωσής τους. Η πρώτη τους αντίδραση, ήταν να δημιουργήσουν πίνακες όπου η λεπτομέρεια και ο φωτογραφικός ρεαλισμός θα ξεπερνούσαν τις δυνατότητες της ίδιας της φωτογραφίες. Η αντίδραση σε αυτό το φαινόμενο, έφερε στο προσκήνιο την αφαίρεση, μια νέα προσπάθεια της ίδιας της ζωγραφικής να αντιληφθεί τον εαυτό και τις ποιότητες της πέρα από την καταγραφή και την αναπαράσταση. Η εφεύρεση του κινηματογράφου, προκάλεσε παρ όμοιο πανικό στους ανθρώπους του θεάτρου. Η πρώτη αντίδραση, ήταν οι γιγαντιαίες παραστάσεις, με τον τεράστιο αριθμό κομπάρσων, τα χιλιόμετρα σκηνικών και την αναζήτηση του εύκολου ενθουσιασμού. Η αντίδραση σε αυτό το φαινόμενο γέννησε έναν νέο θέατρο στηριγμένο στο ανθρώπινο σώμα, την τελετουργία, την ανθρώπινη επαφή, στοιχεία δηλαδή που μόνο το θέατρο μπορούσε να προσφέρει. Μέσα από την αμήχανη στάση του απέναντι στο καινούργιο, το παλαιό ανακαλύπτει έναν νέο εαυτό πιο κοντά στην ουσία του.

Το slow reading και το slow movement

Το νέο στην εποχή μας εμφανίζεται με ταχύτητα. Για την ακρίβεια, το νέο ταυτίζεται με αυτή τη νέα ταχύτητα. Επι μέρους τομείς επηρεάζονται και μεταβάλλονται, με αποτέλεσμα να τρώμε γρήγορα, να μετακινούμαστε γρήγορα, να διαβάζουμε και τελικά να ζούμε γρήγορα. Απέναντι σε αυτή τη νέα συνθήκη εμφανίζεται το slow movement, με τις επιμέρους εφαρμογές του: slow food, slow travel, slow shopping και πρόσφατα το slow reading.
Το αργό διάβασμα είναι η αντίδραση στους όρους ανάγνωσης που επιβάλει το διαδίκτυο με την υπερπληθώρα των πληροφοριών του και την εύκολη μετάβαση από την μια πληροφορία στην άλλη. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν πως οι αντιληπτικές ικανότητες και η δυνατότητα αυτοσυγκέντρωσης μειώνεται δραστικά. Οι όροι ανάγνωσης έχουν αλλάξει. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, μια σειρά από πανεπιστημιακούς( Καρλ Ονορέ, Τζον Μιεντέμα, Νίκολας Καρ κ.ά.), προτείνουν την απεμπλοκή από την ταχύτητα και τους τρόπους του διαδικτύου. το μη συνεκτικό αυτό κίνημα, έχει πολλούς εκφραστές, διαφορετικές εκφάνσεις καθώς και αρκετές ενστάσεις. Γίνεται όμως η συζήτηση στη σωστή της βάση;

Για μια νέα αναγνωστική
κουλτούρα

Το θέμα της ανάγνωσης και του διαβάσματος, δεν είναι ένα θέμα πρακτικό, είναι θέμα υπαρξιακό. Ο ρυθμός του διαβάσματος δεν παράγει υποχρεωτικά και αξίες. Και ακόμα και αν ο χρόνος τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για μια καλή ανάγνωση, δεν είναι απαραίτητο πως μπορεί να παράγει ποιότητες. Αυτό που μοιάζει αναγκαίο σε μια εποχή φλύαρης και λαίμαργης κατανάλωσης πληροφορίας, είναι μια νέα κουλτούρα διαβάσματος, μια νέα ανάγνωση. Όχι ένας νέος ρυθμός, αλλά ένας νέος τρόπος. Όχι ένα νέο εργαλείο αλλά μια νέα σχέση. Γιατί παιδεία μπορεί να είναι και ο σωρός των αδιάβαστων βιβλίων στο γραφείο μας, η σκονισμένη ράχη των βιβλίων στη βιβλιοθήκη και η σκονισμένη μας προσδοκία να τα διαβάσουμε, η έξοδος με ένα βιβλίο στην πίσω τσέπη, η κλοπή ή ο δανεισμός των βιβλίων, τα πρόχειρα διαβασμένα οπισθόφυλλα, η ανάγνωση στο βουερό πεζούλι του δρόμου ή το ήσυχο παγκάκι του πάρκου, στην αναμονή μιας στάσης λεωφορείου ή κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, καθώς οι περιγραφές και οι εικόνες των φράσεων μπλέκονται με τα περιστατικά που συμβαίνουν μπροστά μας. Περιστατικά μιας πραγματικότητας παραδομένης σε μια ταχύτητα που φλυαρεί μα δεν έχει τίποτα να πει.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

«Σε αυτόν τον κόσμο δεν χάνεται τίποτα, φτάνει να έχεις μάτια να το βλέπεις»




Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος μας μιλά για την ευαισθησία, το παγκόσμιο κύπελλο της Αφρικής και τη νέα του ποιητική συλλογή, τον «Κρυφό κυνηγό»




Στην πρόσφατη συλλογή σας, τον «Κρυφό κυνηγό», παρατηρούμε μια στροφή προς πιο προσωπικά τοπία, πιο προσωπικά θέματα. Πώς λειτουργεί η ποίηση σε σχέση με την απώλεια, τον πόνο και τους φόβους της ζωής;Ανήκω σε μια γενιά που οι ποιητές της εμφανίστηκαν στα γράμματα λίγο πριν ή λίγο μετά τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Εκείνο που βασίλευε τότε στα πνευματικά μας πράγματα, ήταν το απόλυτο σκοτάδι, που η δικτατορία είχε ήδη, από το 1967, επιβάλει. Οι Έλληνες συγγραφείς ήσαν στην πλειοψηφία τους απαγορευμένοι. το ίδιο και οι ξένοι, εκείνοι που ο λόγος τους είτε και οι πράξεις τους, ενοχλούσαν τους στρατιωτικούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, ήταν πολύ φυσικό τα νέα παιδιά, οι νέοι ποιητές, να αντιδράσουν με έναν λόγο «ηχηρό», έναν λόγο «καταγγελτικό» ο οποίος, λόγω και της ηλικίας -όλοι τους ας μην ξεχνούμε ότι βρίσκονταν μόλις στην εφηβεία- στέκονταν μοιραία σε τοπία όχι και τόσο εσωτερικά.
Προσωπικά σε εσωτερικά τοπία άρχισα να στρέφομαι ήδη από το 1979, με τη συλλογή «Οι Πυροτεχνουργοί», την οποία αγαπώ ιδιαίτερα.
Όσο για το πώς λειτουργεί η ποίηση σε σχέση με την απώλεια, τον πόνο και τους φόβους της ζωής, αυτό εξαρτάται από την ποιότητα, τη συγκρότηση, αλλά και την εξυπνάδα πολλές φορές, του κάθε δημιουργού. Πάντως, όλα αυτά, αν και είναι οπωσδήποτε δυσβάσταχτα για τη ζωή, για τη γραφή είναι θεία δώρα και λειτουργούν εξόχως ευεργετικά.


Στον «Κρυφό κυνηγό», όπως και σε παλαιότερες συλλογές σας, η αναπόληση και η καταγραφή φανερώνονται συχνά. Το παρόν συναντά και αναμετριέται με το παρελθόν και το μέλλον. Ποιος είναι ο πραγματικός χρόνος της ποίησης και ποιος ο ρόλος της ανάμνησης στην τέχνη σας;Ο πραγματικός χρόνος της ποίησης είναι εκείνος που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του κάθε ποιητή. Εμένα, έτσι καθώς κοιτάζω όλες τις συλλογές μου και πάλι, αποδεδειγμένα πλέον, μου ταιριάζει ο παρατατικός. Και τούτο διότι ο χρόνος αυτός σημαίνει μια «ζύμωση». Σημαίνει τη λύτρωση που μας φέρνει η συνειδητοποίηση του τελεσίδικα χαμένου, του τελεσίδικα παρελθόντος. Άλλωστε, μήπως και αυτό δεν είναι ένα από τα χαρίσματα της ποίησης; Να γίνεται δηλαδή ένα τρυφερό μνημοσκόπιο που κρατάει μέσα του όμορφα και τρυφερά ό,τι για πάντα χάθηκε, ό,τι για πάντα την ύπαρξή μας ολόκληρη σημάδεψε;


Το έργο σας εστιάζει στην ποίηση των μικρών πραγμάτων και γεγονότων. Κατά την άποψή μου, το κομμάτι «Μετά των Αγίων» περιγράφει με τον πιο έντονο τρόπο αυτήν την ποιητική. Που συναντάται η ποίηση στη ροή της κάθε μέρας; Το μεγάλο της μαγείας, στο μικρό του τρέχοντος;

Πιστεύω ότι τα γραπτά μου, δεν στέκονται μόνο στην ποίηση των μικρών πραγμάτων αν τα κοιτάξει κανείς ως ενιαίο σύνολο. Έχω γράψει και μακροσκελή ποιήματα και, σχετικά με αυτό, είμαι της γνώμης ότι ο ποιητής πρέπει να δοκιμάζει τις δυνάμεις του και τις ικανότητές του πάνω σε όλες τις φόρμες. Όσο μεγαλώνω, όμως, όλο και περισσότερο με έλκει το μικρό ποίημα, διότι αυτό φαίνεται να είναι απόρροια ωριμότητας, φαίνεται να είναι καίριο, πιο σοφό και πιο ευθύβολο. Όσο για την ενότητα «Μετά των Αγίων» θέλω πράγματι να σου πω ότι την λατρεύω. Τώρα μάλιστα που την βλέπω στο βιβλίο, ο εαυτός μου μοιάζει σαν εκείνους τους παλαιούς πλανόδιους φωτογράφους, που λίγο λίγο, κάθε μέρα με ζέστη και με κρύο, νομίζαμε ότι δεν έκαναν τίποτα, αλλά αυτοί -χωρίς να το έχουν και οι ίδιοι ίσως καταλάβει- μας απέδωσαν την ασπρόμαυρη λύπη μιας ολόκληρης ζωής εντέλει και, επιπλέον, μας δίδαξαν ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν χάνεται τίποτα, φτάνει να έχεις μάτια να το βλέπεις.


Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής, σε πρώτη ανάγνωση, φανερώνει τη συγγένειά σας με το ποδόσφαιρο. Παλαιότερα είχατε γράψει ποιήματα για το άθλημα αυτό («Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου») αλλά και μια ανθολογία - μελέτη για το ποδόσφαιρο και την ελληνική ποίηση («Εντός και εκτός έδρας»). Σε ποιο σημείο εντοπίζετε την ποίηση στο ποδόσφαιρο;
Πράγματι ο όρος «Κρυφός κυνηγός» είναι ένας παλαιότερος όρος του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τους κανονισμούς έτσι ονομαζόταν ο παίκτης εκείνος «που διεμβόλιζε την αντίπαλη άμυνα, όταν αυτή βρισκόταν σε δύσκολη θέση», σπέρνοντας έτσι τον όλεθρο. Στην περίπτωση όμως της συλλογής μου, αυτός δεν είναι άλλος από το θάνατο ή το χρόνο που φέρνει την απελπισία των γεραμάτων.
Όσο για το σε ποιο σημείο εντοπίζω την ποίηση στο ποδόσφαιρο, θα ισχυριζόμουν ότι όχι την ποίηση, αλλά το θέατρο εντοπίζω περισσότερο, διαπίστωση που την πρωτοσυνάντησα σε ένα κείμενο του σπουδαίου μας πεζογράφου Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου.
Και πράγματι, πιστεύω απολύτως ότι ο χώρος που διαδραματίζεται το παιχνίδι δεν είναι παρά μια τεράστια θεατρική σκηνή, στην οποία η «παράσταση του αγώνα», βασίζεται σε μια ανεξάντλητη ποικιλία κινήσεων και συνδυασμών, όπου σπουδαίο ρόλο παίζει η φαντασία, το ταλέντο και κυρίως το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Στο σημείο αυτό μάλιστα αισθάνομαι την ανάγκη να συμπληρώσω ότι ο ποδοσφαιριστής μέσα στο τερέν -σε αυτό το υπέροχο κοίλο- δεν είναι παρά ένας δικής του αξίας ηθοποιός και ότι η θέση που παίζει έχει και αυτή το δικό της ιδιαίτερο νόημα και τη δική της ιδιαίτερη σημασία. Ο κυνηγός π.χ. φορτώνεται πάνω του όλες τις ελπίδες μας για λίγη χαρά, ο χαφ, με μια καρδιά χοϊκή, λαμβάνει σπουδαίες αποφάσεις στο κλάσμα του δευτερολέπτου, ενώ ο τερματοφύλακας υπερασπίζεται «βωμούς και εστίες» στηριζόμενος στο ανυπέρβλητο ένστικτο του, στην «ψυχή του την γάτα», όπως είχα πει κάπου αλλού, παλαιότερα.


Το μουντιάλ που έληξε πρόσφατα πώς σας φάνηκε; Βρήκατε ποίηση μέσα του; Επιβιώνει η ποίηση στους εμπορευματικούς όρους με τους οποίους υπάρχει σήμερα το ποδόσφαιρο;
Δεν μου άρεσε πολύ. Για να μην πω ότι δεν μου άρεσε καθόλου. Και τούτο διότι εδώ και αρκετά χρόνια η Βραζιλία, η Αργεντινή και οι άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν πέσει στην παγίδα και προσπαθούν να παίξουν ευρωπαϊκού στιλ ποδόσφαιρο και μάλιστα πολλές φορές, στηριγμένο στις πιο εγκεφαλικές εκδοχές του. Από την άλλη δεν χωνεύω όλους αυτούς που θέλουν να μας διδάξουν ότι αν είσαι υπερδύναμη, μπορείς να τα κάνεις όλα. Κάτι Αμερικανοί, κάτι Ιάπωνες… Όσο για τους διαιτητές, φέτος μου φάνηκαν ότι ξεπέρασαν κατά πολύ τα όριά του... «ανθρώπινου λάθους».
Παρά ταύτα δεν απογοητεύομαι ούτε από την εμπορευματοποίηση ούτε από τις όποιες σκοπιμότητες, διότι πιστεύω ότι όσο παραμένει ακλόνητο, τουλάχιστον κατά την παιδική ηλικία το όνειρο, πάντα θα βγαίνουν στη ζωή παίκτες, χορευτές και ποιητές, για να την παρηγορούν και να την ομορφαίνουν.


Σε μια παλαιότερη συνέντευξη, είχατε επιλέξει σαν βασικότερη αρετή του ανθρώπου την ευαισθησία του, ενώ είχατε κάνει μια ιδιαίτερη αναφορά στους νέους ανθρώπους και τις δικές τους ευαισθησίες. Πιστεύετε και σήμερα στην ευαισθησία των νέων ανθρώπων;
Χωρίς κουβέντα! Πιστεύω πάντα στην ευαισθησία των νέων ανθρώπων και αυτό το θεωρώ νομοτέλεια, τόσο που αν ακούσω κάποιον μεγαλύτερο να μεμψιμοιρεί, υποψιάζομαι ότι κάτι το βαθύτερα άρρωστο κρύβεται μέσα του. Ευτυχώς, η ζωή δεν σταματάει στη δική μας νεότητα και ας μην «ανησυχούν» μερικοί.


Οι μέρες που ζούμε και αυτές που θα ακολουθήσουν φαίνεται πως θα είναι μέρες κρίσης, μέρες δύσκολες για τους πολλούς. Ποιος ο ρόλος της ποίησης σε ένα τέτοιο τοπίο;
Σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικό, δεν έχει να διαδραματίσει, ευτυχώς τολμώ να πω, κανένα ρόλο, διότι τι μπορεί να κάνει ένα τόσο ιερό πράγμα ανάμεσα σε τόσους αλήτες; Σε προσωπικό επίπεδο, όμως, πάντα θα έρχεται για να μας γλυκαίνει, αλλά και για να κάνει ακόμη πιο δυνατή τη φωτογένεια της αθωότητας

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Η γλώσσα της κρίσης




Κάθε εποχή, κάθε περίοδος επιλέγει τη γλώσσα με την οποία θα περιγράψει τον εαυτό της, τους γλωσσικούς τρόπους που θα την κάνουν να ξεχωρίσει από ο,τι προηγήθηκε και ό,τι έπεται. Εργαλείο επικοινωνίας, φορέας νοήματος, αλλά ταυτόχρονα ψυχή και δέρμα της ίδιας της εποχής, η γλώσσα περιγράφει την περίοδο ακόμα και με τις επιλογές των λέξεων, τις παραλείψεις, τη σύνταξη και την κοινωνική της παρουσία. Τι γλώσσα μιλούν οι καιροί που έρχονται, οι καιροί της κρίσης;
Ζήσαμε τις μέρες σβήνοντάς τις από τα ημερολόγια της πραγματικότητας. Ζήσαμε μέρες ενός αυστηρού παρόντος, ικανοποιημένοι στην ασάφεια, άλλοι παραβλέποντας, άλλοι περιμένοντας, άλλοι προσπαθώντας διστακτικά. Και ύστερα ήρθαν οι μέρες της κρίσης, με όρους αμείλικτους και ξεκάθαρους, λύσεις παράλογες και επιβεβλημένες, νέα μέτρα και νέες πραγματικότητες. Η γλώσσα μετατράπηκε, σε μια οικονομική περιγραφή της πραγματικότητας. Όλο και πιο εξειδικευμένη, όλο και πιο παραδομένη σε τηλεοπτικές αναλύσεις και τεχνοκρατικές επιβεβαιώσεις. Η συλλογική ενοχή για τη σημερινή κατάσταση, ως κυρίαρχο ιδεολόγημα και αργότερα ως μέσο επιβολής του όποιου μέτρου, καταγράφηκε με όρους ενός εύκολου ηθικισμού και αποδείχτηκε με οικονομικούς δείκτες και κλίμακες. Πειστήκαμε πως ευθυνόμαστε, για μια κατάσταση που επινοούμε στην ασάφεια, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζουμε, ένοχοι και ταυτόχρονα αδύναμοι στην κατανόηση. Κρατώντας απαντήσεις για ερωτήματα που δεν τέθηκαν. Το τραγούδι της εποχής μας γράφεται αποκλειστικά με αριθμούς.

Η σύγχυση
ως εργαλείο πειθούς

Ο οικονομολόγος γίνεται ο νέος ήρωας, ο μόνος που κατέχει την αλήθεια για την περιγραφή και τη συνειδητοποίηση, ο κριτής του καλού και του κακού, ο φορέας αλήθειας από τον οποίο η ίδια η πραγματικότητα εξαρτάται. Ήρωας μιας εποχής που περιγράφει τη ζωή με όρους τεχνικούς, ψυχρούς και ανοίκειους, ο ήρωας μιας πραγματικότητας που μοιάζει να μας διαφεύγει, μέσα στο ακατανόητο και αυστηρά συγκεκριμένο της ορολογίας της. Διαγράμματα, τεχνοκρατικές αναλύσεις, κύρος οίκων και θεσμών άγνωστων, σπαστά αγγλικά και φλύαροι αριθμοί, φτιάχνουν μια νέα γλώσσα που περιγράφει τις μοίρες μας, μοίρες που αδυνατούμε πια να κατανοήσουμε. Και έτσι βρισκόμαστε ανταλλάσσοντας λέξεις παλαιές, αντιμέτωποι με έναν κόσμο νέο. Η σιωπή μιλά πια εκκωφαντικά, γιατί δεν είναι η οικονομία αυτό που αλλάζει. Μαζί της, όπως πάντα, αλλάζει και κάθε τι γύρω.
Η σύγχυση χρησιμοποιείται ως το κυριότερο εργαλείο πειθούς. Η ρητορική του ασαφούς και ο πολλαπλασιασμός των αναλύσεων που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, δεν επιχειρηματολογούν, αλλά καλύπτουν το χώρο. Αντικαθιστούν, τη συζήτηση, ερωτούν και απαντούν τον εαυτό τους. Στο θόρυβο της πληροφορίας, το άτομο πείθεται για την ενοχή του, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να την κατανοήσει, ακριβώς γιατί αισθάνεται ανεπαρκής και αδύναμος μπροστά στο κύρος της επιστήμης, στα συμπεράσματα των θεσμών, στον αριθμό των καταφατικών αποφάνσεων. Με τον τρόπο αυτό, δέχεται με μεγαλύτερη ευκολία τις τηλεοπτικές πόζες ειλικρίνειας των κυρίαρχων πολιτικών.
Μέσα από τον ορθολογισμό του τεχνοκρατισμού και κυρίως από την υπέρβασή και κατάργηση του μέσω της ακραίας χρήσης του, η μοίρα γίνεται πάλι το τυφλό σημείο που ορίζει τις τύχες μας. Όπως στην αρχαία ελληνική τραγωδία (ή πιο σωστά σε μια κακόγουστη πλαστικοποιημένη εκδοχή της), το άτομο μοιάζει να εξαρτάται από δυνάμεις που δεν μπορεί να κατανοήσει, από δυνάμεις που το τσακίζουν. Όμως η πραγματικότητα μιλά μια γλώσσα αμείλικτη. Η αδικία τείνει να είναι φλύαρη στην αποκάλυψή της.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Η πώληση της Le Monde και η κρίση του Τύπου






Την προηγούμενη εβδομάδα, η γαλλική εφημερίδα Le Monde, πωλήθηκε στους επιχειρηματίες Ματιέ Πιγκάς, Πιέρ Μπερζέ και Ξαβιέ Νιλ. Η πώληση αυτή έβαλε τέλος σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης του εντύπου, η οποία ξεκίνησε από τη δεκαετία του ‘90, καθώς επίσης και σε ένα σίριαλ παρεμβατισμού από τον πολιτικό κόσμο, με τον πρόεδρο Σαρκοζί να δηλώνει πως θα παύσει την κρατική της επιχορήγηση, εφόσον καταλήξει στα συγκεκριμένα χέρια. Οι τρεις επιχειρηματίες, τοποθετούνται στον κεντρώο χώρο και κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει τους υποψηφίους των σοσιαλιστών. Η τριανδρία, μέσω των παράλληλων δραστηριοτήτων της, συνδέει την εφημερίδα, με πολυεθνικές, τράπεζες, έντυπα, διαδικτυακές σελίδες, τον οίκο μόδας Ιβ Σεν Λοράν, καθώς και μια σειρά μη κυβερνητικών οργανώσεων. Το ερώτημα που προκύπτει, είναι το κατά πόσο η εφημερίδα θα συντηρήσει την αυτονομία της, κατά πόσο οι δημοσιογράφοι της θα εξακολουθήσουν να έχουν τον έλεγχό της.

Μία εφημερίδα που άνηκε
στους δημοσιογράφους της

Η Le Monde ιδρύθηκε το 1944, από τον Hubert Beuve-Mιry, σύμφωνα με τις επιταγές του Ντε Γκολ. Η εφημερίδα ξεκίνησε αμέσως μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, καλύπτοντας το κενό ανάμεσα στην κομουνιστική Humanite και στην συντηρητική Figaro (εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως η εφημερίδα δεν πρέπει να συγχέεται με την Le monde diplomatic της οποίας αν και κατέχει το 51%, ταυτόχρονα επιτρέπει την απόλυτη συντακτική ελευθερία). Τον χώρο αυτό, κάλυπτε η εφημερίδα Le temps, η οποία απαξιώθηκε λόγω της συνεργασίας της με το κατοχικό καθεστώς. Πάνω στα ερείπια της Le temps, χτίσθηκε η Le monde, η οποία δεν άργησε να γίνει η πρώτη σε κυκλοφορία γαλλική εφημερίδα.
Από την ίδρυσή της η Le monde ανήκε στους δημοσιογράφους της. Η εφημερίδα διεκδίκησε και κατάφερε την απόλυτη ελευθερία των δημοσιογράφων και συντακτών της, εξασφαλίζοντας έτσι και την ελευθερία του λόγου τους. Αν πάρουμε ως δεδομένο πως η Le monde υπήρξε περισσότερο εφημερίδα γνώμης και λιγότερο καταγραφής γεγονότων (όπως π.χ. οι Times) μπορούμε να αντιληφθούμε τι σημασία είχε η ελευθερία αυτή και τι σημαίνει η πώλησή της. Το τέλος εποχής της συγκεκριμένης εφημερίδας, ακριβώς λόγω της ιστορίας, της ιδιομορφίας και του μεγέθους της, σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην γενικευμένη πια κρίση του τύπου.

Η κρίση του Τύπου
και το Διαδίκτυο

Η κρίση των εφημερίδων, έγινε αντιληπτή μόλις καταγράφηκε με οικονομικούς όρους. Όταν ο αριθμός των φύλλων άρχισε να πέφτει. Το θέμα δεν είναι όμως οικονομικό, είναι κυρίως πολιτικό και το πραγματικό πρόβλημα του τύπου, προηγείται της συρρίκνωσης των πωλήσεών του. Πολλοί είδαν στην ραγδαία άνοδο του διαδικτύου και των εφαρμογών του, τον θάνατο των παραδοσιακών μέσων και τον βασικό λόγω πτώσης των πωλήσεων. Τα Blog, η δημοσιογραφία των πολιτών, τα διάφορα ανεξάρτητα ενημερωτικά site, χρίστηκαν εχθροί της έντυπης πληροφόρησης. Αλλαγή όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά και αντικατάσταση.
Αυτό που άλλαξε με τον ερχομό του διαδικτύου είναι στην πραγματικότητα η φύση της πληροφορίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος και ίσος τόσο στην πρόσληψη όσο και στην μετάδοση της. Ο χρόνος και ο αριθμός των πληροφοριών πολλαπλασιάστηκε πάνω από κάθε υπερθετικό, μετατρέποντας έτσι το συγκεκριμένο βάρος και τη σημαντικότητα της κάθε πληροφορίας ξεχωριστά. Το υποκείμενο αλλάζει την ειδική του σχέση, αλλάζει τον εαυτό του, αλλάζει την πληροφορία. Ποια είναι η σχέση της εφημερίδας με αυτή τη νέα πληροφορία;
Ίσως οι διαδικασίες και οι τρόποι πληροφόρησης μέσω του διαδικτύου, να μην έβρισκαν τόσο πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης, αν δεν αναπτύσσονταν πάνω στη γενική αίσθηση απαξίωσης του τύπου. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν εκφράζουν πια τόσο κάποιες συγκεκριμένες ιδεολογίες, όσο κάποια συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα (ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη έβαλε, και πρακτικά και συμβολικά, οριστικά τελεία στην περίοδο των παραδοσιακών εκδοτών του τόπου μας). Κομμάτια ευρύτερων επιχειρήσεων και εταιρειών, τα ΜΜΕ δεν λειτουργούν ως κάποια εξουσία, αλλά ως η ίδια η Εξουσία, με πρώτο στόχο την προσωπική επιβίωση και ανάπτυξη. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη διαπλοκή με την εξουσία, την παραπληροφόρηση, τη χειραγώγηση, τον λαϊκισμό, την ευκολία και το φτηνό των μέσων. Δεν έχει απαντήσεις, έχει όμως παύσει να ρωτά. Αυτή την παύση έρχονται να μιλήσουν οι νέοι τρόποι της πληροφορίας, μέσα από το διαδίκτυο. Μπορεί ο παραδοσιακός τύπος να επιβιώσει και αν ναι με ποιους όρους;
Μέσα στην ρευστότητα των τόσων πληροφοριών, την εύκολη διαδικτυακή ποικιλία και το απρόσωπο της οθόνης, οι εφημερίδες μπορούν να επιβιώσουν μόνο ζητώντας την σταθερότητα. μέσα στο ασαφές, πρέπει να αναζητηθεί το συγκεκριμένο: το συγκεκριμένο της άποψης, της αισθητικής της αναφοράς και της απεύθυνσης. Η δημιουργία της γνώμης. Βασική, όμως προϋπόθεση αυτής της γνώμης, είναι η ανεξαρτησία του φορέα της. Και ίσως να είναι αυτή η ανεξαρτησία που πουλήθηκε, μαζί με την Le monde.


(στην Εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Στον κόσμο του παγκοσμίου κυπέλου



Το παγκόσμιο κύπελλο ήρθε να μας επισκεφτεί ως η μεγάλη αθλητική συνάντηση του καλοκαιριού, ως ένα θέαμα που εγγυάται μοναδικότητα, ως μια υπόσχεση αθλητικής ξεγνοιασιάς σε καιρούς που πνίγουν την ανάσα. Αυτό που παρατηρούμε στις οθόνες μας, ξεπερνά την μια διάσταση του σημείου και σημαίνει πολλαπλά, σαν κόμβος όπου πολλά νοήματα συναντιούνται. Για άλλους το όπιο του λαού, για άλλους ευκαιρία τζόγου και εύκολου πλουτισμού. Άλλοι συναντούν στις μέρες του μουντιάλ τις παραδοσιακές συγκρούσεις ομάδων που έμαθαν να υποστηρίζουν για χρόνια, ενώ άλλοι συναντούν μια νέα ευκαιρία για εμπόριο κάθε είδους. Καρέκλες και τηλεοράσεις σε μπαλκόνια, παιδιά με φανέλες ακριβοπληρωμένων ειδώλων, να προσπαθούν τη μίμηση σε δρόμους στενούς. οδοί ονείρων, υπερβολών και απογοητεύσεων. Φιλονικίες για σφυρίγματα, ένταση, τα 90’ του παιχνιδιού να διαστέλλονται και να συστέλλονται. Και παντα η ομορφιά της πράξης να συναντα την καχυποψίά του αποτελέσματος. Κάθε παγκόσμιο κύπελλο έχει τα δικά του αποτελέσματα, τους δικούς του πρωταγωνιστές, τις δικές του ήττες και νίκες. Έξω από το γρασίδι μια σειρά από γεγονότα συμπληρώνουν την εικόνα που σύντομά θα καταλήξει ανάμνηση, σημείωση στην ποδοσφαιρική ιστορία:

Το σημείο Αφρική

το φετινό μουντιάλ είναι το πρώτο που διοργανώνεται στην αφρικανική ήπειρο και μόλις το δεύτερο, (μετά από την διοργάνωση στην Ιαπωνία και την Βόρεια Κορέα το 2002), που λαμβάνει χώρο εκτός Ευρώπης ή Αμερικής (βόρειας και Νότιας). Πέρα από πρωτοτυπία, η πράξη αυτή διεκδικεί κατά κύριο λόγο διαστάσεις οικονομικές. Το ποδόσφαιρο αποτελεί το νούμερο 1 εξαγώγιμο αθλητικό προϊόν της Ευρώπης (όμοια, το Μπάσκετ είναι το νούμερο1 προϊόν των Η.Π.Α.), προϊόν που επιθυμεί να επιβληθεί στις αναπτυσσόμενες ηπείρους και στις πολλά υποσχόμενες νέες αγορές τους, με τρόπους πολλαπλούς. Ο αριθμός παιχτών- αστέρων που τελειώνουν την καριέρα τους σε χώρες όπως η Ιαπωνία, το Κουβέιτ ή η Σαουδική Αραβία, κυνηγώντας ένα άπιαστο συμβόλαιο, πολλαπλασιάζεται.
η Αφρική δεν είναι μια Ήπειρος που εισάγει παίχτες, μια και η οργάνωση των πρωταθλημάτων της βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση. Αντίθετα είναι μια ήπειρος που όλο και αυξάνει την εξαγωγή παιχτών προς τα μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης: ο Ντρογκμπά, ο Ετό, ο Αντεμπαγιόρ και ο Κανουτέ, είναι παίχτες που πρωταγωνιστούν τόσο στα πρωταθλήματά τους, όσο και στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Η νεοαποικιακή συμπεριφορά των ομάδων-εταιρειών γίνεται εμφανής από το γεγονός πως όλο και περισσότεροι παίχτες μεταναστεύουν σε πρώιμη ηλικία σε Ευρωπαϊκούς συλλόγους. Σύμφωνα με αποκαλύψεις του Observer (10 Ιουνίου του 2007), παράνομα ποδοσφαιρικά φυτώρια στήνονται σε πολλές πρωτεύουσες της Αφρικής με σκοπό να εντοπίσουν ανήλικα (πολλές φορές ακόμα και 9 ετών) ποδοσφαιρικά διαμάντια και να τα μεταφέρουν σε ομάδες της γηραιάς ηπείρου. Μέχρι και ο Σεπ Μπλάτερ, επικεφαλής της FIFA, έκανε λόγο για ‘’ποταπή συμπεριφορά’’, ‘’κοινωνικό και οικονομικό βιασμό’’, από την μεριά των συλλόγων. Η Αφρική δεν είναι λοιπόν μια τυχαία επιλογή για τη διοργάνωση του Μουντιάλ, αλλά αντίθετα ένας στόχος απόλυτα συγκεκριμένος.

Ανταρσία και μεταναστευση: Η εθνική Γαλλίας

Ανάμεσα στους αποκλεισμούς των παραδοσιακών δυνάμεων, μεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσε αυτός της εθνικής Γαλλίας ήδη από το πρώιμο στάδιο των ομίλων. Όχι όμως τόσο για την έκπληξη του αποτελέσματος, όσο για τον περιπετειώδη τρόπο με τον οποίο αυτό προέκυψε. Οι παίχτες της εθνικής, με πρώτο το αστέρι της Chelsea Νικολά Ανελκά, εναντιώθηκαν στις παράλογες τακτικές του προπονητή τους, Ρειμόν Ντομενέκ (μια από τις οποίες είναι να εμπιστεύεται τα ζώδια για την επιλογή των παιχτών) και άλλοι αποχώρησαν ενώ άλλοι αρνήθηκαν να προπονηθούν καταδικάζοντας την ομάδα τους στην αποτυχία. Τα Γαλλικά μέσα ενημέρωση αλλά και ο πολιτικός κόσμος, έκαναν λόγο για προδότες, δειλούς και καλοπληρωμένους υπερόπτες.
Γενναία ανταρσία απέναντι στο πρόσωπο ενός προπονητή δυνάστη ή λιποταξία, το φαινόμενο αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των ερμηνειών που δόθηκαν στην συνέχεια. Για πολλούς κοινωνιολόγους και πολιτικούς ( με τον Λεπέν να είναι ένας από αυτούς), η κατάσταση που επικρατεί στην Εθνική τους ομάδα είναι προβολή της δυσλειτουργίας που υπάρχει στην γαλλική πολυπολιτισμική κοινωνία. Στην πλειοψηφία τους μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς, οι παίχτες δεν μπορούν να λειτουργήσουν κάτω από το ίδιο εθνόσημο. Οι ίδιες θεωρίες είχαν ακουστεί και στο μουντιάλ του 2002 από την αντίθετη όμως πλευρά. Η προβολή του προσώπου του Γαλλο-Αλγερινού Ζινταν, στην αψίδα του θριάμβου μετά την κατάκτηση του τροπαίου, συμβόλιζε ακριβώς την σωστή λειτουργία ενός συνόλου που αν και ανομοιογενές ήξερε να κερδίζει. Η κοινωνία ζητά τις αντανακλάσεις της, στο πρόσωπο του ποδοσφαίρου προσπαθώντας να κρίνει τον εαυτό της.

Πέρα από τον θόρυβο της Βουβουζέλας

Ένα από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μουντιάλ είναι ο ήχος της βουβουζέλας, της παραδοσιακής αφρικανικής τρομπέτας που ακούγεται στα γήπεδα. Ο ήχος της στο γήπεδο, ο οποίος προκαλείται από χιλιάδες κομμάτια, χιλιάδες ταυτόχρονες εκπνοές, θυμίζει βιομηχανικό θόρυβο ή τραγούδι ενός γιγαντιαίου σμήνους. Πολλοί, από τους παίχτες μέχρι τους τηλεθεατές, παραπονέθηκαν για τον πρωτόγνωρο αυτό ήχο, που όχι μόνο αλλοιώνει τον τρόπο του παιχνιδιού αλλά σε μεγάλο βαθμό δυσκολεύει και την παρακολούθησή του. Η ομοσπονδία αποφάσισε να μην απαγορεύσει τελικά τις βουβουζέλες στα γήπεδα, κάνοντας λόγο για ανεκτικότητα απέναντι σε έναν ξένο πολιτισμό. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως ένας φορέας παγκοσμιοποίησης όπως το ποδόσφαιρο καταφέρνει να εντάξει στοιχεία από διαφορετικές κουλτούρες, βγάζοντας κέρδος από αυτόν τον αντιφατικό συνδυασμό, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον πολιτικό ορθολογισμό(ας σημειωθεί εδώ πως η βουβουζέλα αποτελεί πια το νούμερο 1 προϊόν σε πωλήσεις στην ποδοσφαιρική αγορά).

Πελέ ή Μαραντόνα; Μαραντόνα ή Μέσι;

Το παρελθόν κατασκευάζει μεγέθη, ορίζει πρωτιές, δημιουργεί μύθους. Οι συζητήσεις γύρω από αυτούς τους μύθους, έρχονται να μας ενώσουν με τα περασμένα, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζουν τη σημασία τους. Η επιστροφή του Ντιέγκο Μαραντόνα στην εθνική Αργεντινής, αυτή τη φορά από τη θέση του προπονητή, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον διάλογο για τα πρωτεία στον κατάλογο των σημαντικότερων ποδοσφαιριστών στην ιστορία του παιχνιδιού.
Το αποτέλεσμα της σύγκρισης του Πελέ με τον Μαραντόνα, έχει φανατικούς οπαδούς. Παρόλα αυτά μια απάντηση που να μπορεί να θεωρηθεί οικουμενικά αποδεκτή ή έστω επίσημη δεν έχει δοθεί πιστικά. Ο λόγος είναι πως στην πραγματικότητα, η σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε ανόμοια πράγματα. Ανάμεσα σε άλλες εποχές, τεχνικές, απαιτήσεις και θεατές. Σε κορμιά και ταχύτητες ξένα μεταξύ τους. Η ταυτόχρονη σύγκριση του Μαραντόνα με τον ίσως καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου αυτή τη στιγμή, τον συμπατριώτη του Λιονελ Μέσσι (όμοια με τι σύγκριση του Kobe Bryant με τον Michael Jordan πολύ πριν το 5ο πρωτάθλημα των Lakers), επιβεβαιώνει πως η σύγκριση είναι μια κεκαλυμμένη σύγκρουση, ανάμεσα στον θαυμασμό του παρελθόντος και την προσδοκία του παρόντος. Είναι ακριβώς αυτή η μυθολογία του παρελθόντος, που δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό το παρόν ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτεί το μέλλον προς νέες συγκρίσεις και νέες δημιουργίες.
(Ας σημειώσουμε εδώ πως όταν ο Μαραντόνα ερωτήθηκε αν αυτή είναι η δική του εθνική Αργεντινής ή η Αργεντινή του παίχτη του, Μέσσι, αυτός απάντησε: ‘’Αυτή είναι η Αργεντινή του Μέσι, του Μαραντόνα και του Τσε Γκεβάρα’’ )

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Terry Eagleton:Ποδόσφαιρο, ένας αγαπητός φίλος του καπιταλισμού



Το παγκόσμιο κύπελλο αποτελεί άλλη μια οπισθοδρόμηση κάθε ριζικής αλλαγής. Το όπιο του λαού είναι τώρα το ποδόσφαιρο.


Αν η κυβέρνηση Κάμερον είναι ένα κακό νέο για όσους ψάχνουν για ριζικές αλλαγές, το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου είναι ένα ακόμα χειρότερο. Μας υπενθυμίζει τι είναι πιθανό να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο αρκετά μετά τον θάνατο της κυβέρνησης συνασπισμού. Αν κάθε δεξιό thinktank έψαχνε να βρει ένα σχήμα ώστε να αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από την πολιτική αδικία και ταυτόχρονα να το αποζημιώσει για μια ζωή σκληρής δουλειάς, η απάντηση σε κάθε περίπτωση θα ήταν η ίδια: το ποδόσφαιρο. Κανείς δεν ονειρεύτηκε έναν καλύτερο τρόπο για να λύσει τα προβλήματα του καπιταλισμού, συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλδημοκρατίας. Στην μεταξύ τους αντιπαράθεση το ποδόσφαιρο βρίσκεται έτη φωτός μπροστά. Οι μοντέρνες κοινωνίες αρνούνται από τους άντρες και τις γυναίκες την αλληλεγγύη, την οποία το ποδόσφαιρο προσφέρει σε βαθμό μαζικής υστερίας. Οι περισσότεροι μηχανικοί αυτοκινήτων και οι πωλήτριες σε μαγαζιά, νοιώθουν αποκομμένοι από την υψηλή κουλτούρα, αλλά μια φορά την εβδομάδα είναι μάρτυρες μιας επίδειξης θαυμάσιας καλλιτεχνίας, από ανθρώπους για τους οποίους ο χαρακτηρισμός ιδιοφυία να μην είναι υπερβολικός. Σαν ένα συγκρότημα τζαζ ή μια θεατρική ομάδα, το ποδόσφαιρο αναμειγνύει το εκθαμβωτικό προσωπικό ταλέντο, με την ανιδιοτελή ομαδική δουλειά, λύνοντας έτσι ένα πρόβλημα το οποίο προβλημάτισε τόσο συχνά και τόσο πολύ τους κοινωνιολόγους. Η συνεργασία και ο ανταγωνισμός ισορροπούν με πονηριά. Η τυφλή υπακοή και ο αλληλοεξωντοτικός ανταγωνισμός ικανοποιούν κάποια από τα πιο βαθειά ένστικτά μας. Το παιχνίδι συνδυάζει επίσης την γοητεία του γκλάμουρ με την καθημερινότητα, με ένα επιδέξιο τρόπο: οι παίχτες θαυμάζονται ως ήρωες, αλλά ένας από τους λόγους για τους οποίους τιμώνται, είναι επειδή αποτελούν , alter ego του θεατή, κάποιον που πολύ εύκολα θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Μόνο ο θεός συνδυάζει την οικειότητα με την ετερότητα με έναν παρόμοιο τρόπο και ο ίδιος έχει εδώ και καιρό χάσει τη θέση του στον πίνακα της διασημότητας από εκείνον τον αόρατο Άλλο , το jose Mourinho. Σε μια κοινωνία η οποία αρνείται τον συμβολισμό και την ιεροτελεστία στους ανθρώπους, το ποδόσφαιρο έρχεται για να εμπλουτίσει την αισθητική πλευρά της ζωής. Το άθλημα είναι ένα θέαμα, αλλά αντίθετα από τον χαιρετισμό της σημαίας, είναι ένα θέαμα που καλεί τους θεατές στην συμμετοχή. Άντρες και γυναίκες των οποίων η δουλεία δεν αξιώνει καμία πνευματική απαίτηση, μπορούν να επιδείξουν μια αξιοθαύμαστη πολυμάθεια, όταν ανακαλούν την ιστορία του αθλήματος ή όταν ανατέμνουν της ικανότητες ενός παίχτη. Διαμάχες γεμάτες γνώσεις, αντάξιες της αρχαίας ελληνικής αγοράς γεμίζουν τα περίπτερα και τις παμπ. όπως το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το παιχνίδι μεταμορφώνει καθημερινούς ανθρώπους σε ειδικούς. Αυτή η ζωντανή αίσθηση της παράδοσης, έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική αμνησία της μεταμοντέρνας κουλτούρας, για την οποία ό, τι έγινε πριν από 10 λεπτά πρέπει να πεταχτεί ως αρχαιότητα. Μπορεί κάποιος να βρει ακόμα και ένα σημείο όπου τα δύο φύλλα συναντιούνται, αφού οι παίχτες συνδυάζουν τη δύναμη ενός παλαιστή με τη χάρη μιας χορεύτριας μπαλέτου. Το ποδόσφαιρο προσφέρει στους οπαδούς του ομορφιά, δράμα, αντιπαράθεση, λειτουργία, καρναβάλι και την στιγμή της τραγωδίας, καθώς επίσης τη δυνατότητα να ταξιδέψεις στην Αφρική και να γυρίσεις χωρίς να χρειάζεται να φύγεις από το σαλόνι σου. Σαν μια ηθικά αυστηρή θρησκεία, το παιχνίδι αποφασίζει για το τι θα φορέσεις, με ποιόν θα κοινωνικοποιηθείς, ποιόν ύμνο θα τραγουδήσεις , και σε ποιο ναό υπερβατικής αλήθειας θα λατρέψεις, σε συνδυασμό με την τηλεόραση, αποτελεί την απόλυτη λύση στο αρχέγονο ερώτημα τον πολιτικών μας αρχηγών: Τι θα τους κάνουμε όταν δεν δουλεύουν; Ανά τους αιώνες τα λαϊκά καρναβάλια σε όλη την Ευρώπη, ενώ προσέφεραν στον μέσω άνθρωπο μια βαλβίδα ασφαλείας για τα ανατρεπτικά τους συναισθήματα- τη δυνατότητα βεβήλωσης των θρησκευτικών παραστάσεων και χλευασμού των κυρίων και αφεντάδων τους- μπορούσαν ταυτόχρονα να αποτελέσουν μια αναρχική σχέση, πρόγευση μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις. Με το ποδόσφαιρο αντίθετα, μπορούν να υπάρξουν εκρήξεις άγριου λαϊκισμού, καθώς οι οπαδοί ξεσηκώνονται ενάντια στους πλούσιους επιχειρηματίες που αγόρασαν τις ομάδες τους. Για τους περισσότερους το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το όπιο του λαού καθώς επίσης και το κρακ και η κοκαΐνη του. Το είδωλό του είναι ο άμεμπτος Τόρι και δουλοπρεπώς κομφορμιστής Ντέιβιντ Μπέκαμ. Οι Κόκκινοι δεν είναι πια οι Μπολσεβίκοι (σ.τ.μ. αναφορά στο παρατσούκλι της Liverpool, the Reds). Κανείς ο οποίος μιλά για πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να αποφύγει το γεγονός πως το παιχνίδι πρέπει να καταργηθεί. Και οποιοδήποτε πολιτικό εργαλείο και αν δοκιμάσουμε θα έχει αντίστοιχες πιθανότητες να πάρει την εξουσία, με τις πιθανότητες που έχει ο επικεφαλής της BP να πάρει την θέση της Opra Winfrey.
(Μετάφραση, για την εφημερίδα Εποχή)

και μία απάντηση

Παγκόσμιο Κύπελλο: να καταργηθεί το ποδόσφαιρο

του GEO ATHLETICUS
(22/06/2010)




Στις 15/6 δημοσιεύθηκε στον ιστοχώρο του MR ένα άρθρο για την επίθεση των Αμερικανών συντηρητικών στο ποδόσφαιρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, μια παρόμοια επίθεση δεν θα αργούσε και από την άλλη πλευρά, αυτή της «Αριστεράς». Όπως λοιπόν μας πληροφορεί ο γνωστός –μαρξιστής ή μαρξίζων, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας– θεωρητικός της λογοτεχνίας Τέρρυ Ήγκλετον, το ποδόσφαιρο είναι το νέο όπιο του λαού, έχοντας αντικαταστήσει τη θρησκεία.

Γράφει στην εφημερίδα Guardian: «Αν τα κακά νέα είναι η κυβέρνηση Κάμερον για όσους επιζητούν ριζοσπαστική αλλαγή, το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ακόμη χειρότερο. Μας υπενθυμίζει αυτό που θα εξακολουθήσει να συγκρατεί μια τέτοια αλλαγή πολύ μετά το θάνατο της συμμαχικής κυβέρνησης [Κάμερον]. Αν κάθε δεξιό think tank διαμόρφωνε ένα σχήμα για να αποσπασθεί ο λαός από την πολιτική αδικία και να ανταμειφθεί για μια ζωή σκληρής εργασίας, η προτεινόμενη λύση θα ήταν η ίδια: το ποδόσφαιρο. Κανένας δεν θα μπορούσε να ονειρευθεί μια καλύτερη λύση για την επίλυση των προβλημάτων του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό του μπαρ. Στη σύγκρουση μεταξύ των δύο, το ποδόσφαιρο βρίσκεται έτη φωτός μπροστά».

Αναλύσεις αυτού του τύπου είναι γνωστές, ανούσιες και τετριμμένες. Επαναλαμβάνονται κάθε φορά από αριστερούς των πλούσιων χωρών της Δύσης που βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το πολιτικό αίτημα που προβάλλει ο Τέρρυ Ήγκλετον: «Κανένας ο οποίος παίρνει σοβαρά την πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο πρέπει να καταργηθεί». Το ζητούμενο είναι το πώς θα γίνει αυτή η πολιτική αλλαγή και η κατάργηση του ποδοσφαίρου. Προφανώς ο Τέρρυ Ήγκλετον ως αριστερός διανοούμενος έχει την απάντηση. Διά του καθολικού σοσιαλισμού της ομάδας Slant ή του αριστερισμού των International Socialists και της Workers Socialist League του Άλαν Θόρνετ – δηλαδή με ανύπαρκτα πολιτικά σχήματα που βρέθηκαν και βρίσκονται έξω από την κίνηση και τις ανάγκες των μαζών.

Και η κριτική των Αμερικανών συντηρητικών που προαναφέραμε, έχει άμεση πολιτική διάσταση. Μόνο που σχετίζεται με μαζικά πολιτικά κόμματα και κινήματα, τους Ρεπουμπλικάνους, το Κόμμα του Τσαγιού, τους αναγεννημένους χριστιανούς κ.λπ.

Όπως πάντα, έτσι και στην περίπτωση του ποδοσφαίρου, οι κριτικές των πανεπιστημιακών της Δύσης βρίσκονται έξω από τις ταξικές συγκρούσεις, τις πολιτικές εξελίξεις και τις τάσεις του –παλαιομοδίτικου όπως τον αποκαλούν– ιμπεριαλισμού. Ή ακόμη χειρότερα όπως επισημαίνει ο Ουίλλιαμ Ντερεσίεβιτς στην κριτική για το βιβλίο του Ήγκλετον After Theory: «[...] ο Ήγκλετον εύχεται το θάνατο του καπιταλισμού, αλλά όσο αυτός εξακολουθεί να υπάρχει, σχεδιάζει να περάσει όσο καλύτερα μπορεί. Κάποιος που κατέχει τρία σπίτια δεν προσεύχεται για να αυτοθυσιασθεί, και κάποιος του οποίου η καριέρα στην Oxbridge έχει δημιουργήσει θρύλο, δεν θα έπρεπε να λέει για το πόσο πολύ λυπάται που απέρριψε μια θέση στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο».

Όσο για την κατάργηση του ποδοσφαίρου, δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε ότι αποτελεί εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο, ο οποίος εμφανώς υπερβαίνει τον ορίζοντα και του σοσιαλισμού, τουλάχιστον με τα δεδομένα που έχουμε από τον Υπαρκτό Σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, αλλά και το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι μετά από κάποιους αιώνες το θέμα θα είναι ώριμο για συζήτηση.




(από την ελληνική εκδοση του Monthly Review)

H τραγωδία και το Γουέστερν: η ‘’αγρια συμμορία’’ και ο τραγικός βηματισμός προς τον θάνατο




Την προηγούμενη Κυριακή, στο άρθρο ‘’για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τραγωδία’’, έγινε λόγος για τις μεταμορφώσεις, τις χρήσεις και τις παρεξηγήσεις του τραγικού φαινομένου, για την χρήση της λέξης σήμερα, για τις θερινές παραστάσεις και την ίδια τη σημασία του Τραγικού. Πέρα από τους ορθόδοξους τρόπους των συνεχόμενων ανεβασμάτων των έργων ή της θεωρητικής, φιλολογικής ή ακόμα και αρχαιολογικής προσέγγισης, τίθεται το ερώτημα: σήμερα σε έναν κόσμο βιαστικό που λίγα αφήνει κρυφά κάτω από την σκιά, μπορούμε να μιλήσουμε για νέες μεταμορφώσεις του τραγικού; Το ίδιο το φαινόμενο, ως κατάσταση του ανθρώπου, μπορεί να αναπαραχθεί με σύχρονους, επίκαιρους όρους ή αφορά μια περίοδο και μια κοινωνία, όπου ο άνθρωπος είχε άλλες διαστάσεις και άλλους ορίζοντες;
Για τον Τζορτζ Στάινερ, στο έργο του ‘’ ο θάνατος της τραγωδίας’’, το πραγματικά τραγικό τελειώνει μαζί με τον θάνατο του αρχαίου κόσμου και την έλευση του χριστιανισμού. Όχι λόγω της απουσίας των συγγραφέων από τα θέατρα ή της στάσης των χριστιανών προς το ειδωλολατρικό φαινόμενο, αλλά από την ίδια την κοσμοθεωρία της νέας θρησκείας. Στην αρχαία Ελλάδα, η απουσία ενός σαφούς θρησκευτικού δόγματος, παραχωρούσε το δικαίωμα στο άτομο να ελπίζει, να αναμετριέται με το παράλογο, τον θάνατο και τη μοίρα, να προσδιορίζει τη σχέση του με τους θεούς πολλαπλά και πολυδιάστατα. Μέσα στις θρησκευτικές ερμηνείες των νόμων και των άγραφων κανόνων, το άτομο έμενε ελεύθερο αλλά ένθεο αντιμετωπίζοντας την μοίρα και το πεπρωμένο ως δυνάμεις και επιλογές που ταυτίζονταν με την ανθρώπινη διάσταση. Ο κανόνας του χριστιανισμού έφερε την πίστη στο συγκεκριμένο, το απόλυτο και το απαράβατο. Η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι απαιτήσεις ως προς αυτή, χαρτογραφήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε το άτομο να γνωρίζει το σωστό και το λάθος, να κρίνετε και να πράττει συγκεκριμένα. Ο θάνατος και το κάθε μετά , πήραν διαστάσεις , κάθε μυστήριο έγινε προσβάσιμο. Ο τραγικός ήρωας, ελεύθερος στις επιλογές, την ύβρη και την καταδίκη του αντικαταστάθηκε από έναν άνθρωπο αγνό ή αμαρτωλό. Η βεβαιότητα του δόγματος εξόρισε το ανθρώπινο δράμα μακριά από το σκοτάδι του αβέβαιου.
Αποτελεί λοιπόν η τραγωδία, προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής, ένα παρελθόν που έπαυσε και απλά συναντούμε με αρχαιολογική ευλάβεια κάθε καλοκαίρι με τρόπο μουσειακό; Και αν όχι, αν το φαινόμενο του τραγικού μεγεθύνει τον εαυτό του πέρα από χρονολογίες διεκδικώντας την ανθρώπινη οικουμενικότητα, που μπορεί να γίνει ορατό σήμερα; Στοιχεία του τραγικού, συναντιούνται στο σύνολο της ανθρώπινης τέχνης και της ανθρώπινης εκδήλωσης, από ένα μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι μέχρι ένα είδος λαϊκό (pop για την ακρίβεια) όπως το γουέστερν.
Η ‘’άγρια συμμορία’’, (1969) το μνημειώδες γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, αποτελεί μια παράδοξη κα ταυτόχρονα εκκωφαντική συνάντηση με μια μεταμόρφωση του τραγικού. Το έργο δεν αποτελεί τραγωδία αλλά το φινάλε της περιγράφει με τον καλύτερο ίσως τρόπο την κατάφαση απέναντι στην ελευθερία του τραγικού ήρωα. Το 1913, μια συμμορία γερασμένων παρανόμων προσπαθεί να πετύχει την τελευταία της ληστεία και να αποσυρθεί. Οι αποτυχίες, θα την φέρουν στον δρόμο του στρατηγού Μαπάτσε, ενός τοπικού αυτοκράτορα-ληστή, με τον οποίο θα συνεργαστούν. Όταν μετά την αποστολή ο στρατηγός θα συλλάβει ένα μέλος της συμμορίας κατηγορώντας τον πως τον εξαπάτησε, τα υπόλοιπα μέλη θα παρατήσουν τον σύντροφό τους στα βασανιστήρια του στρατηγού, επιλέγοντας να γλεντήσουν ένα άγριο όργιο. Το ξημέρωμα η συμμορία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Οι τέσσερις εναπομείναντες αποφασίζουν να επιστρέψουν και να διεκδικήσουν τον φίλο τους, τώρα πια ένας σβώλος ματωμένη σάρκα. Μπροστά στον στρατό του, ο Μαπάτσε τους ειρωνεύεται και αφού αρχικά τους προσφέρει τον φίλο τους, τελικά τον σφάζει μπροστά τους. Ο αρχηγός της άγριας συμμορίας πυροβολεί επί τόπου τον στρατηγό και ακολουθεί μια σκηνή έντονης σιωπής και εγρήγορσης, όπου εκτεθειμένοι μπροστά σε εκατοντάδες οπλισμένους και αμήχανους στρατιώτες οι παλιοί σύντροφοι γελούν. Τραγικά ελεύθεροι, μπροστά στις κάνες των όπλων και το θάνατο. Ο αρχηγός της συμμορίας αποφασίζει να πυροβολήσει και αυτό που ακολουθεί είναι μια από τις πιο βίαιες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού πεθαίνει, από τους τέσσερις συντρόφους, οι οποίοι ακολουθούν τον άλλοτε προδομένο φίλο τους στον θάνατο.
Το βάδισμα αυτό προς τον θάνατο θυμίζει σε πολλά την επιλογή των τραγικών ηρώων. Γνωρίζοντας την έκβαση και το αποτέλεσμα, οι τέσσερεις της συμμορίας επιλέγουν το θάνατο. Ταυτόχρονα όμως επιλέγουν να υπερασπιστούν έναν άγραφο κώδικα που υπερασπίστηκαν σε ολόκληρη τη ζωή τους, την φιλία την συντροφικότητα, την υπόσχεση. Η επιλογή γίνεται με τον πιο απλό τρόπο: ‘’ Πάμε;’’, ‘’Γιατί όχι!’’. Ο σύντομος αυτός διάλογος εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό το σύνολο των τραγικών αποφάσεων και εκφάνσεων. Ο κώδικας και η συγκεκριμένη τους ηθική είναι δεδομένα, η στάση τους απέναντι τους επίσης. Το γέλιο πριν την σκηνή της μεγάλης σφαγής παρουσιάζει γυμνή την ελευθερία του τραγικού ήρωα στην πιο ξεκάθαρη μορφή της.
Είναι το γέλιο αυτό που πρέπει να ψάχνουμε πίσω από το τραγικό. την καταδικασμένη κατάφαση, την ευτυχισμένη και ελεύθερη αποδοχή. Μέσα από της τόσες μεταμορφώσεις το τραγικό γελάει εκκωφαντικά, πολλές φορές πιο κοντά  απ όσο νομίζουμε.

(στην εφημερίδα Εποχή)