Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η ελληνική σχεδία: όταν η χώρα ξεκόλλησε από την Ευρώπη



Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος
Αιγαίον νεκροίς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν
να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ
τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
 (Γιώργος Σεφέρης, Με τον τρόπο του Γ.Σ.)

Ηταν την περίοδο εκείνη, που οι φωνές για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρώπη όλο και πύκνωναν. Πολλές από τις φωνές αυτές διατυπώνονταν ως κίνδυνος, σαν μια τελευταία προειδοποιητική κραυγή πριν από τη σύγκρουση, άλλες ανέμιζαν το συμπέρασμα ως απειλή, περιέγραφαν την έξοδο ως την ύστατη τιμωρία και καταδίκη ενός λαού που ξαστόχησε. Τέλος, ήταν οι φωνές αυτών που περιέγραφαν την έξοδο περίπου ως ευλογία, ως απαραίτητη προϋπόθεση για μια νέα αρχή της χώρας και της οικονομίας σε νέες βάσεις και νέα θεμέλια. Οι περισσότεροι μετεωρίζονταν κάπου ανάμεσα σε αυτές τις απόψεις, άλλοτε αβέβαιοι και άλλοτε θυμωμένοι, άλλοτε σίγουροι και άλλοτε φοβισμένοι. Τα νέα από τον ευρωπαϊκό τύπο συνηγορούσαν υπέρ της μίας ή της άλλης μεριάς, συνιστούσαν ψυχραιμία στις πολιτικές κινήσεις ή απλώς άπλωναν δάχτυλα απειλής ή βλαστήμιας προς το νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου. Άσχετα όμως με τις γνώμες, τις προβλέψεις και τις ευχές του καθενός, κανείς δεν περίμενε την εξέλιξη που ακολούθησε.



Όλα ξεκίνησαν από μία ρωγμή, κάπου στα δυτικά στο νομό Θεσπρωτίας. Μια ρωγμή απότομη, που κατέληξε να γίνει ρήγμα. Σίγουρα από την αρχή η εξέλιξη προκάλεσε εντύπωση, αφού η περιοχή δεν ήταν γνωστή για τη σεισμοπαθή της ιστορία. Το ρήγμα όμως άρχισε να μεγαλώνει και να εξαπλώνεται, να βαθαίνει και να μακραίνει κατά μήκος των συνόρων με την Αλβανία. Η ταχύτητα της εξάπλωσης επιταχύνθηκε. Σύντομα το ρήγμα αγκάλιασε και τους γειτονικούς νομούς των Ιωαννίνων και της Καστοριάς με μια ταχύτητα, που δεν έλεγε να κοπάσει. Όταν πια κάλυψε ολόκληρο το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας κατά μήκος των συνόρων, οι προθέσεις του φάνηκαν ξεκάθαρες. Το ρήγμα τεντωνόταν, ξεκινώντας από λακκούβα, να γίνει τελικά αμετάκλητο σύνορο, σαν μια κλωστή που προεξέχει και ενώ μηχανικά την τραβάς καταλήγεις να ξηλώσεις ολόκληρο το πουλόβερ. Ολόκληρη η χώρα ξεκόλλησε από την ήπειρο. Μόνο το βόρειο κομμάτι του νομού Εύρου επέμεινε στην ηπειρωτική του ταυτότητα, κάνοντας ολόκληρη τη χώρα να μετεωρίζεται ως εκκρεμές, μια προς ανατολή και μια προς δύση, αβέβαιη για την ταυτότητα και τον προσανατολισμό της. Μα μόλις για λίγο. Σύντομα η αποκόλληση ολοκληρώθηκε και αυτό που τα μαθήματα της γεωγραφίας μας έμαθαν να αποκαλούμε χερσόνησο, ήταν πια νησί.

Η Ελλάδα πλέει στη Μεσόγειο μόνη, πλωτό νησί της μοναξιάς και της εσωστρέφειας, νησί ξαφνιασμένων κατοίκων και αμφίβολης κατεύθυνσης. Οι πρώτοι που ένιωσαν το πρόβλημα της νέας αυτής κατάστασης, ήταν οι εθνικιστές (όλων των παρατάξεων). Βλέπετε, η απώλεια των συνόρων αφαίρεσε το μεγαλύτερο κομμάτι τη ρητορικής τους σε σχέση με εχθρούς και κινδύνους. Μονίμως ετεροπροσδιοριζόμενοι, έμειναν τελικά, χωρίς χαρακτηριστικά να γκρινιάζουν για τον καιρό και τη φουσκοθαλασσιά της Μεσογείου, σαν απομονωμένοι γέροντες στην άκρη του καφενείου. Η αλήθεια είναι πως η αποκόλληση από την ήπειρο έφερε αρκετές αλλαγές, οι εισαγωγές και οι εξαγωγές δέχτηκαν πλήγμα, αφού ενώ η χώρα ταξίδευε κανείς δεν ήταν σίγουρος που θα τη συναντήσει για να ανταλλάξει. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον τουρισμό, μια και η συνεχής μετακίνηση προκαλούσε ανησυχία στους επισκέπτες. Αλλά μόνο στην αρχή. Στη συνέχεια το ενδεχόμενο διαμονής στα περιπλανώμενα νησιά, έγινε από μόνο του πόλος έλξης τόσο διαφορετικός, ώστε να εκτινάξει τον αριθμό επισκέψεων παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που προκλήθηκαν από το αβέβαιο του γεωγραφικού προσδιορισμού.

Τώρα η χώρα πλέει δυτικά, ίσα προς τα στενά του Γιβραλτάρ, ζητώντας πιο ευρύχωρες θάλασσες. Κανείς δεν γνωρίζει και κανείς δεν ρυθμίζει την κατεύθυνσή της. Τα νησιά ακολουθούν το κύριο σώμα της χώρας όπως οι μονάδες του στόλου τη ναυαρχίδα. Σύντομα όλοι οι κάτοικοι άρχισαν να αυτόπροσδιορίζονται ως νησιώτες. Άλλωστε, αυτό που τις πρώτες μέρες έμοιαζε με τον ερχομό της αποκάλυψης και με μια αξεπέραστη δυσκολία στα όρια της εξαφάνισης, σταδιακά υποβαθμίστηκε σε καθημερινότητα, σε ένα συνήθειο σαν όλα τα άλλα. Εδώ, οι κάτοικοι ανεβαίνουν στις ψηλότερες κορυφές, να αγναντέψουν τα καθημερινά νέα τοπία, τα παιδιά (αν και κανείς δεν τα ρώτησε) είναι χαρούμενα, γιατί έχουν περισσότερο χώρο για βουτιές και τα πουλιά ακολουθούν την πέτρινη σχεδία με πρόθεση φιλική, αποδημώντας μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση. Και αν η πορεία της χώρας παραμένει άγνωστη, το ίδιο συμβαίνει και με την πορεία της ζωής εδώ και χιλιάδες χρόνια. Αυτό οι κάτοικοι το συνειδητοποίησαν ήδη από τις πρώτες μέρες και έμαθαν να ζουν με αυτή την απόφαση, πλέοντας μακριά από φόβους και εκβιασμούς, τραβώντας κουπί πάνω σε ένα πλωτό νησί, με τον καιρό –άλλοτε ευνοϊκό και άλλοτε κόντρα- να συνομιλεί με τα πανιά τους. Για πολλούς αυτό ήταν άλλωστε και το πραγματικό μεγάλο ρήγμα.
Στο πλωτό παρόν αυτής της επικράτειας η ζωή συνεχίζεται, άγνωστη, θλιμμένη και όμορφη, όπως και σε κάθε άλλο σημείο του κόσμου.

(το άρθρο δανείζεται την ιδέα του από το μυθιστόρημα του Σαραμάγκου ‘’Η πέτρινη σχεδία’’)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: