Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ο λησμονημένος




Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Οχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησίες
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; Ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
(Μίλτος Σαχτούρης, «Η λησμονημένη V»)


Είναι εκείνος εκεί, περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες -ακόμη και όταν δεν φορά παντελόνι. Με τα κορδόνια λιτά και τα τσιγάρα βρεγμένα να πηγαινοέρχεται, χωρίς ορισμένη τροχιά, με θολή την κατεύθυνση που πάντοτε παίρνει αναβολή για τα αύριο.

Ο άνθρωπος αυτός, που πια έχει ξεχάσει ηλικία και ιδιότητα. Ισως να είναι ένας άνεργος 25άρης, ένας κακοπληρωμένος 30άρης, ανασφάλιστος και με χαμηλές αποδοχές, ίσως ένας μόλις απολυμένος 40άρης, που προσπαθεί να ξεκινήσει από το πουθενά. Ισως άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που πρέπει να επιλέξει αν θα αγοράσει τροφή ή φάρμακα, ένας νέος εγκλωβισμένος στον εφιάλτη των πανελληνίων που πρέπει να επιλέξει έναν οριστικό ορίζοντα σε μια άγουρη ηλικία για αποφάσεις, ένας μετανάστης φερμένος από το τόσο συγκεκριμένο του Εδώ στο τόσο ακαθόριστο Πουθενά μας. Ετσι περπατά χωρίς ηλικία, συνομήλικος με όλους τους γύρω του, αδιαφορώντας για το μέτρημα, μασουλώντας την ίδια βλαστήμια, με μαξιλάρι τον ίδιο εφιάλτη.
 
Ο λησμονημένος. Ο άνθρωπος αυτός που δεν γνωρίζει ποιο είναι αυτό το Εδώ που περπατά. Στην πνιγμένη Αθήνα με τα σκέλεθρα των μαγαζιών σε αποσύνθεση. Σε νησιά με αρνητικές καλοκαιρινές προβλέψεις, σε μια ανειδίκευτη επαρχία με ελάχιστο χώρο, σε ψόφια χωράφια και κακιές σοδειές. Κατεβαίνοντας τη ραχοκοκαλιά της χώρας με τα χέρια στις τσέπες και γύρω του ο χώρος να μην αλλάζει. Ο λησμονημένος.

Κι όμως, συνάντησε τον εαυτό του στις οθόνες. Ακουσε ανθρώπους να διασταυρώνουν τις φωνές τους στο όνομά του, να διαγκωνίζονται για το ποιος θα τον σώσει πρώτος και ποιος θα τον σώσει καλύτερα. Ακουσε γραβατωμένα κεφάλια με γλώσσες ξένες να απαιτούν από αυτόν, να τον κατηγορούν, να του προσδίδουν ιδιότητες που ο ίδιος αγνοούσε πως έχει (πόσο αφηρημένα είναι όλα στην πολιτική, πόσες ομαδοποιήσεις, πρόχειρες καταγραφές και θολά σύνολα με μία μοναχή ιδιότητα. Και πόσο η πραγματικότητα δεν ξέρει από αριθμούς, πόσο ο ένας είναι απλά ένας και ο άλλος δίπλα του, ένας και αυτός, ξένος τελείως ως συμπέρασμα και ως αποτύπωμα).

Ο λησμονημένος. Αυτός που άκουσε τις ανάγκες του να περιγράφονται και μετά η περιγραφή να χαρακτηρίζεται λαϊκισμός. Ακουσε πολιτικούς ειπωμένους με το μικρό τους όνομα, με μια οικειότητα που αγκαλιάζει τα πλήθη –τα πλήθη αυτά που ταυτόχρονα τον αγκαλιάζουν και τον βλαστημάνε–, άκουσε όλα αυτά τα ονόματα, αυτός που τώρα ξεχνά τ’ όνομά του. Αυτός που ξεχνά και ξεχνιέται, ο λησμονημένος.

Μα ο λησμονημένος δεν είναι ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, αυτός που υπάρχει γύρω μας αλλά εμείς αδυνατούμε να τον συναντήσουμε. Γιατί αυτό που λησμονήθηκε δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η δυνατότητα. Ξεχασμένη απ' όλους τους γύρω σύντομα ξεχάστηκε και από τον ίδιο. Τώρα η κατεύθυνση ταυτίζεται με το αδιέξοδο και η διαδρομή με την παύση. Αυτό που ξεχάστηκε είναι ο άνθρωπος ως δυνατότητα. Ως προσπάθεια και ως επίτευγμα. Ειπωμένος μονάχα ως δανειστής ή οφειλέτης, φίλος ή εχθρός, καταγεγραμμένος ως στερεότυπο, με μία και μόνη ιδιότητα ανάλογα με το επιχείρημά μας. Επιλέξαμε παραλλαγές των χειρότερων απεικονίσεών μας. Τον διπλανό μας ως φόβο, ως απογοήτευση ή ως κίνδυνο. Μέσα στις διαβρωτικές κινδυνολογίες των δελτίων ειδήσεων, μέσα στην επιτάχυνση του πανικού και τη βουή του φόβου ξεχάσαμε το άλλο βλέμμα. Δεν έχει λοιπόν πρωτίστως σημασία το νόμισμα, η θέση στον χάρτη της ηπείρου, οι διάφορες τιμωρίες. Μετά την απόφαση όλα τους είναι αφετηρίες. Αλλες ευκολότερες και άλλες πολύ πιο δύσκολες. Αρκεί να αποφασίσουμε το πώς θα διαχειριστούμε την απόφαση της λησμονιάς, το πώς θα δούμε τον άνθρωπο και σε ποια κατεύθυνση θα στραφούμε. Μια απόφαση οριστική, ακαριαία και άκρως αναγκαία «γλυκό κρασί δύναμη χαράς για τη ζωή της λησμονημένης».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: