Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Η άνοιξη εκείνη που πεθαίνει



Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…


(Άγγελος Σικελιανός, Στ’ Όσιου Λουκά το Mοναστήρι)


Είναι φορές που το ποίημα του Σικελιανού επισκέπτεται το παρόν και διαβάζει τον εαυτό του. Ποίημα από τα γνωστότερα του ποιητή (εδώ σε απόσπασμα), που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία και τη στάση του, συρρικνώνει τα σεντόνια λόγου του και τελικά καταφέρνει να μιλήσει απλά. Ποίημα επιτακτικά επίκαιρο ακριβώς λόγω του ανεπίκαιρού του. Τρία επίπεδα συνομιλούν στο ποίημα: ο Άδωνης, ο νεκρός Χριστός και το αγόρι του χωριού που επιστρέφει διαμελισμένο από τον πόλεμο. Ο θάνατος και η ζωή σαν ένας κύκλος φυσικός και η άνοιξη σαν υπόσχεση και παρηγοριά. Αυτό που πάντα μου έκανε εντύπωση σ’ αυτό το ποίημα είναι το πόσο σάρκινη είναι η μεταφυσική του. Σαν να μην προέρχεται από σελίδες θρησκείας ή μυθολογίας, αλλά κατευθείαν από τα λουλούδια και τις πληγές του αγοριού. Και η όποια ανάσταση ξεπερνά τα έθιμα, τρέχει πίσω προς τον χρόνο συναντώντας έναν άλλο, όμοιο θεό, μιλώντας τελικά για τον πόνο στο παρόν του ποιήματος, για τη φυσικότητα των κύκλων και τελικά για το κάθε παρόν. ‘’Γιατί κι ο πόνος/ στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος, /κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν/ απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν/ το νου τους στης Aνάστασης το θάμα’’.



Ζούμε μια δειλή εποχή, μια εποχή που απωθεί, συνεχώς απωθεί. Ομογενοποιεί τους κύκλους του χρόνου ορίζοντάς τους ως ευθεία. Εδώ δεν υπάρχουν εποχές, στάσεις, συμπυκνώσεις. Μονάχα ένα συνεχές με τυχαίες παύσεις, γιορτές σαν ξεθυμασμένες αναμνήσεις που συντηρούν απλά το περίγραμμα, το κέλυφός τους. Η εποχή αυτή εκβιάζεται να χαμογελά, με εκείνο που ο Ρεμπώ αποκαλούσε ‘’το φρικαλέο γέλιο του ηλιθίου’’, να στέκει μακάρια ξεχνώντας και απωθώντας. Τον πόνο, την απώλεια, τη σημασία του ανθρώπου στην κυριολεξία του βιώματός του.
Οι εποχές δεν αποτελούν τίποτα άλλο, παρά μια αυξομείωση θερμοκρασίας. Γύρω μας τίποτα δεν ανθίζει και τίποτα δεν πεθαίνει, λίγες γλάστρες και λίγα βάζα μόνο αφημένα σε θερμοκρασίες δωματίου. Όποια ισορροπία, όποια αρμονία του ανθρώπου με το περιβάλλον, όποιος ημερολογιακός διάλογος με την τροφή, την δουλειά και την τελετουργία επιβιώνουν συσκευασμένες ως καταγραφές.
Εδώ το χρήσιμο και το πρακτικό. Εδώ αυτό που αρκεί εφόσον σε συντηρεί. Εδώ οι επιβεβλημένες ευωχίες και οι γιορτές που θα γίνουν αντιληπτές μονάχα απ’ τα προγράμματα τηλεόρασης και τους πρόχειρους στολισμούς, εδώ η εποχή υπάρχει σε συνάρτηση αποκλειστικά με τον ρουχισμό και τις εκπτώσεις, τα έθιμα κλεισμένα σε βαζάκια με φορμόλη ζέχνουν παράλογο και εκτός τόπου και χρόνου, σε σεζόν, σε άδειες και κρατήσεις. Εδώ εμείς, μια μόνιμη τελεία να θαλασσοπνίγεται στο συνεχές.



Και όμως, ακόμα γεννιόμαστε, σαρκωνόμαστε και πεθαίνουμε. Ακόμα μας κατοικούν χυμοί, χώμα και σκοτάδι. Και εκείνη η ατελείωτη αμηχανία απέναντι σε αυτό που συνιστά τον άνθρωπο, τη γέννηση, τον θάνατο, την κυριολεξία του χρόνου. Όλα αυτά που ο σύγχρονος πολιτισμός προσπαθεί να ξορκίσει με πλαστικά ραβδάκια made in China. Μα μονίμως αποτυγχάνει και έτσι τα απωθεί, μονίμως τα απωθεί.
Μαζί με αυτά εξορίζει και την άνοιξη. Ανάμνηση πια σε καχεκτικά στεφάνια, κοινότοπες φράσεις και μια εύκολη πλαφόν ευαισθησία. Είναι που ‘’Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας /Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας/ Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας/ Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές’’. Γιατί η άνοιξη είναι τελικά μια συμπύκνωση που ξεπερνά κατά πολύ τα ημερολόγια. Ένα σημείο που μας μιλά για αναγέννηση, προσωπική ή συνολική ανασύσταση και αναμόρφωση. Και μέσα στη βιασύνη της απώθησης, η αμνησία μας μοιάζει να σκεπάζει όλη τη σάρκινη μεταφυσική της προσωπικής, κοινωνικής, συνολικής μας αναγέννησης.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: