Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Κατά των γιορτών


Κοιτώντας τις γιορτές από απόσταση, αυτό που μοιάζει να επικρατεί, είναι ένα χάος από αγορές, άγχος για την προετοιμασία τραπεζιών, λίγα έθιμα που επαναλαμβάνονται μακριά από τη λογική που τα κατοχυρώνει. Και κυρίως μια αίσθηση κοινής και σχεδόν επιβεβλημένης, ταυτόχρονης ευδαιμονίας.

Οι άνθρωποι οφείλουν να είναι χαρούμενοι και αγαπημένοι ακριβώς την ίδια στιγμή χωρίς πολλές εξηγήσεις. Μέσα στην επανάληψη των ετών, τις τόσες πρωτοχρονιές, τα τόσα στολισμένα δέντρα, κάθε εορταστική εκδήλωση προβάλει τον εαυτό της ως ένα αυτονόητο, βγαλμένο από μια αχρονικότητα. Αλήθεια από πού έρχονται αυτές οι γιορτές;
Οι γιορτές σήμερα είναι μια μείξη λαϊκού παρελθόντος και παγκοσμιοποιημένου μέλλοντος. Παραδόσεις ενωμένες με επιβολές προτύπων από το εξωτερικό, μια χαλαρή θρησκευτικότητα, που, ενώ χάνει το στίγμα της, υπάρχει με έναν τρόπο ήρεμο αλλά φανατικό. Μέσα στον παραλογισμό της μείξης, προβάλλει η λογική μιας κατάστασης που έχει χαθεί, η λογική αυτή που δημιούργησε το σύνολο του παλαιού λαϊκού κόσμου.
Οι γιορτές προέκυψαν από την καθημερινή συνθήκη του λαϊκού πολιτισμού. Αβίαστα, φυσικά και χωρίς χάσματα. Όπως περίπου κάθε λαϊκό επιμέρους είδος, η λαϊκή μουσική, τα δημοτικά τραγούδια. Μέσα από μια μακρά διαδικασία που χάνεται σε κάποιο προ χριστιανικό παρελθόν. Η δημιουργία αλλά και η τέλεση είναι γεγονότα που αφορούν το σύνολο, προκύπτουν από αυτό, καταναλώνονται από αυτό. Κάθε περιττό στοιχείο, με το χρόνο, φθίνει και λειαίνεται όπως τα βότσαλα από το νερό της θάλασσας.
Τα λαϊκά έθιμα προέκυψαν από τη σχέση της κοινότητας με το χρόνο, το κλίμα, τη φύση. Η ημερολογιακή χρονιά χωρίζεται όχι αυθαίρετα, αλλά ανάλογα με την αλλαγή του κλίματος, την επίδραση που αυτό έχει σε ό,τι περιβάλλει την κοινότητα. Οι γιορτές αποτυπώνουν ακριβώς τη σχέση της κοινότητας με το χρόνο, τη ζωή στις πιο βασικές εκδηλώσεις της, τη γέννα, την ωρίμανση του σώματος, την ηλικία και το θάνατο. Ακόμα και η διατροφή, τα συγκεκριμένα φαγητά που ακολουθούν την κάθε γιορτή ή οι νηστείες υπακούν σε μια εσωτερική λογική που ρυθμίζει το ημερολογιακό έτος στο σύνολό του.
Τα έθιμα περιγράφουν και προκύπτουν από κάτι πηγαίο και αυθόρμητο αλλά ταυτόχρονα κάτι βαθύ και ριζωμένο, αποκαλύπτοντας επίσης μια ανάγκη του ανθρώπου προς μια συγκεκριμένη έκφραση. Τόσο ριζωμένη στην αντίληψη και το συλλογικό ασυνείδητο ήταν η σειρά των εθίμων, ώστε όταν ο πολιτισμός άλλαξε από τον ερχομό νέων θρησκειών και νέων αντιλήψεων, αυτά παρέμειναν. Ο χριστιανισμός δεν κατάφερε, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να συγκρουστεί με το βάρος του χρόνου που κουβαλούσαν οι γιορτές και οι τελέσεις. Αντίθετα τις δέχτηκε συγκαταβατικά και τις ενσωμάτωσε σταδιακά, με αποτέλεσμα μια σειρά από έθιμα παγανιστικά (ή έστω κομμάτια και σύμβολα αυτών) να επιβιώνουν ταυτόχρονα με τη χριστιανική σεμνοτυφία, ακόμα και σε εκδηλώσεις κοινές και κεντρικές, όπως π.χ. τα δαχτυλίδια στους γάμους . Ο Διόνυσος, ο οποίος ζει και πεθαίνει ταυτόχρονα με τη φύση, μετατράπηκε σε Χριστό ο οποίος ανασταίνεται την άνοιξη ακριβώς μετά το θάνατο της φύσης το χειμώνα.
Η σημερινή κατάσταση των εθίμων μοιάζει ακριβώς σαν μια προσπάθεια ενσωμάτωσης αυτής της παλιάς, αρχικής μείξης σε νέα πρότυπα και νέες επιβολές. Με την εσωτερική μετανάστευση και την αστικοποίηση, τα έθιμα απλώς αποτελούσαν ανάμνηση ενός παρελθόντος και μιας ζωής που συχνά φαινόταν ιδανική μέσα στη λογική και την απλότητά της. Με τον ίδιο τρόπο που ο χριστιανισμός πλησίασε τις παραδόσεις, ο σύγχρονος πολιτισμός πλησιάζει γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα. Τους επιτρέπει να υπάρχουν, αλλά ταυτόχρονα τις μετατρέπει σε κάτι απόλυτα συμβατό με τη σύγχρονη πραγματικότητα, βάζοντας το στίγμα του το οποίο τελικά γίνεται κυρίαρχο. Έτσι ήρθαν τα δώρα που από χειρονομίες με συμβολικό χαρακτήρα μετατράπηκαν σε μαζικές αγορές και εορτοδάνεια. Έτσι προέκυψαν τα ρεβεγιόν, οι απλές εορταστικές εκδηλώσεις που μετατράπηκαν σε κοινωνικά γεγονότα ύψιστης εορταστικής σημασίας.
Δίπλα σε μια φύση που πεθαίνει, δίπλα στην εκδήλωση καιρικών φαινομένων εκτός εποχής, δίπλα σε ένα περιβάλλον που απουσιάζει, κάθε λογική εορτής δεν μπορεί να προκύπτει από τη σχέση μας με αυτό. Η απορρύθμιση του περιβάλλοντος (καθώς επίσης και η εξαφάνισή του) σημαίνει ταυτόχρονα και την απορρύθμιση του ανθρώπινου χρόνου. Το έτος χωρίζεται από εκδηλώσεις και διακοπές απλά για να σπάει το συνεχές της καθημερινότητας, με μια λογική που ορίζεται από μια ανάμνηση θολή, σχεδόν τυχαία. Και οι γιορτές μένουν κρεμάμενες σε ένα παράλογο που δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό του.
Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, θα επιβιώσουν. Πλαστικά, ακριβά και τυποποιημένα. Και ίσως για κάποιους ως ανάμνηση μίας χαμένης και εξιδανικευμένης εποχής, όμοια με την χαμένη αθωότητα των παιδικών μας χρόνων.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: