Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

«Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ»





Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 75 ετών, άφησε τα ξημερώματα της Δευτέρας, ο πρόεδρος του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (ΔΟΛ) Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος νοσηλευόταν στο «Ωνάσειο», από τα τέλη Νοεμβρίου με καρδιακή ανεπάρκεια.
Όταν πεθαίνει κάποιος μεγάλος άνθρωπος του τύπου, είναι ο ίδιος ο τύπος αυτός που έρχεται να επιβεβαιώσει το μέγεθός του. Όταν μάλιστα το μέγεθος ταυτίζεται με το μέγεθος του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς, είναι ένας ανδριάντας φτιαγμένος από δημοσιογραφικό μελάνι και χειροκρότημα. Κάθε θάνατος φορτισμένος από την απώλεια λειαίνει τα χαρακτηριστικά, τις επιλογές και τα λάθη των ανθρώπων. Και όμως οι άνθρωποι είναι για πάντα αναγνωρίσιμοι από τη θέση τους στην ιστορία, από την κληρονομιά τους από ό, τι αφήνουν πίσω τους.
Ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη, καταγράφηκε κυρίως ως η απώλεια ενός μεγάλου Έλληνα, ενός μεγάλου εκδότη, ενός μεγάλου φιλόμουσου. Δηλώσεις δημοσίων προσώπων, πολιτικών, καλλιτεχνών έρχονται απλά να επιβεβαιώσουν όσα περιγράφουν τα ρεπορτάζ και τα αφιερώματα. Όπως στην ταινία του Όρσον Γουέλς, ‘’Ο πολίτης Κέην’’, η πραγματικότητα του ανθρώπου που διαμορφώνει την πραγματικότητα, μένει στην σκιά της ασφάλειας που απλώνει το δημιούργημά του.

Η ζωή του Χρήστου Λαμπράκη και του οργανισμού
Ο Χρήστος Λαμπράκης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934. Ήταν γιος του Δημητρίου Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων «Το Ελεύθερο Βήμα», «Τα Αθηναϊκά νέα’» και του «Οικονομικού Ταχυδρόμου». Μετά από κύκλο σπουδών στη Αγγλία, επέστρεψε στην Ελλάδα υπηρέτησε στο ναυτικό και άρχισε να αρθρογραφεί στο «Ελεύθερο Βήμα’». Από το 1955, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του πολιτικο-φιλολογικού (τότε) περιοδικού, «Ο Ταχυδρόμος». Δύο χρόνια μετά, το 1957, ο πατέρας του πεθαίνει και ο ίδιος αναλαμβάνει την διεύθυνση του οργανισμού. Τα χρόνια που ακολουθούν διευρύνει τις δραστηριότητες του ομίλου, εκδίδοντας το αθλητικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Ομάδα» το 1959 και το 1963 το περιοδικό φιλολογικής κριτικής και γενικής παιδείας «Εποχές», ανάμεσα σε άλλα. Με τον ερχομό της δικτατορίας, παρά τα προβλήματα τους με το καθεστώς των συνταγματαρχών, το «Βήμα» και τα «Νέα» συνεχίζουν να εκδίδονται. Το 1970 ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (ΔΟΛ) μετατρέπεται από ατομική σε ανώνυμη εταιρεία και ο ίδιος αναλαμβάνει τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.
Το 1981, εκδίδεται το τριμηνιαίο επιστημονικό περιοδικό «Αρχαιολογία». Την ίδια χρονιά ο οργανισμός επεκτείνεται στον τουριστικό κλάδο, ιδρύοντας το γραφείο εσωτερικού και εξωτερικού τουρισμού «Travel Plan». Στον ίδιο κλάδο θα ενταχθεί αργότερα και η θυγατρική εταιρεία «Freegate Tourism Co. Inc.»
Το 1987, ο οργανισμός συνδέεται για πρώτη φορά με την τηλεοπτική δραστηριότητα, αφού αναλαμβάνει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας τηλεοπτικών παραγωγών «Studio AΤΑ A.E.», ενώ εξαγοράζει και την εκδοτική επιχείρηση «Ν. Θεοφανίδης Α.Ε.», η οποία εκδίδει τα περιοδικά «Ρομάντσο», «Βεντέτα», «Πάνθεον» και «Γάμος». Η σχέση του ομίλου με την τηλεόραση, θα γίνει ακόμα στενότερη, όταν το 1989 θα ιδρυθεί ο πρώτος ελληνικός ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός, το «Mega Channel» από την εταιρεία «Τηλέτυπος Α.Ε.», στην οποία ο οργανισμός συμμετέχει μέχρι σήμερα έχοντας το 22,11 % των μετοχών. Ο Χρήστος Λαμπράκης διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μέχρι την ημέρα του θανάτου του.

Το 1991, ο Χ. Λαμπράκης ιδρύει το Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη, έναν κοινωφελή μη κερδοσκοπικό οργανισμό και δημιουργεί το πρώτο μουσικό κέντρο διεθνών διαστάσεων της χώρας στην Αθήνα, το Μέγαρο Μουσικής. Την ίδια χρονιά εξαγοράζει κατά 100% την εταιρεία «Freegate Tourism Co. Inc.».
Το 1994, ολοκληρώνεται και τίθεται σε πλήρη λειτουργία η μεγάλη εκτυπωτική μονάδα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη A.E.
Το 1997 αρχίζει να λειτουργεί η ηλεκτρονική σελίδα, In.gr. ενώ δημιουργείται ειδική υπηρεσία για την ολοκλήρωση της μελέτης και τη σταδιακή υλοποίηση της ηλεκτρονικής διαφύλαξης του αρχείου των εντύπων του οργανισμού.
Ο Χρήστος Λαμπράκης αφήνει πίσω του την μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης με 4 εφημερίδες, 24 περιοδικά ( ανάμεσά τους «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Αγγελιοφόρος», «Εξέδρα» και τα περιοδικά «Vita», «Αρχαιολογία Διακοπές», «TV Zαπινγκ», «Μarie Claire», «Cosmopolitan», κ.ά.), ενώ οι δραστηριότητες του Ομίλου επεκτείνονται με συμμετοχές στον κλάδο της τηλεόρασης (Mega και εταιρία παραγωγής studio ATA), της έκδοσης βιβλίων( Ελληνικά Γράμματα) ,στην αλυσίδα τεχνικών βιβλιοπωλείων Παπασωτηρίου, στην ανάπτυξη και λειτουργία ιντερνετικών πυλών και τη διενέργεια ηλεκτρονικού εμπορίου μέσω του διαδικτύου, στην παροχή τουριστικών υπηρεσιών με τη συμμετοχή του σε δύο τουριστικά πρακτορεία, στις εκτυπώσεις μέσω της θυγατρικής IRIS, στη Διανομή Τύπου, μέσω της συμμετοχής του στο πρακτορείο διανομής «Άργος» κ.ά.

Η ταυτότητα του ΔΟΛ

Η ιστορία της οικογένειας Χρήστου Λαμπράκη και του συγκροτήματος ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ιστορία της ελληνικής αστικής τάξης. Από την πρώτη της εμφάνιση μέχρι και την σημερινή μεταμοντέρνα εκδοχή της. Το «Ελεύθερον Βήμα», η πρώτη εφημερίδα του Δημητρίου Λαμπράκη και η ουσιαστική ναυαρχίδα του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα, ιδρύθηκε το 1922, ώστε να αποτελέσει έντυπη έκφραση του Κόμματος των Φιλελευθέρων» του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το συγκρότημα ήρθε να εκφράσει ακριβώς αυτή τη συνείδηση της ανερχόμενης αστικής τάξης.
Οι θέσεις του ΔΟΛ, κινούνται ουσιαστικά στον χώρο του κέντρου. Ένα κέντρο το οποίο δεν ταυτίζεται με το Πασοκ ή τον σοσιαλισμό, αλλά περισσότερο με τις αστικές κατακτήσεις και τις φιλελεύθερες απαιτήσεις. Η ιδιαίτερη συνθήκη που δημιουργεί η έλλειψη τυπικής αστικής επανάστασης στην χώρα μας, αλλά και το ιδιαίτερο της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας, διαμορφώνει τις θέσεις αυτές σε μεγάλο βαθμό, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει και τις αντιφάσεις της.
Όλες οι επί μέρους πτυχές και δραστηριότητες του συγκροτήματος έχουν να κάνουν ακριβώς με την πορεία της ελληνικής αστικής συνείδησης από την χρονικά καθυστερημένη άνοδό της και μη ολοκλήρωσή της, στη σύγχρονη κατάσταση της πολιτιστικής ομοιογένειας, της επιβολής προτύπων και της μιντιακής ηγεμονίας. Το Μέγαρο Μουσικής αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα κομμάτι πολιτισμού το οποίο σε άλλες χώρες θα προέκυπτε φυσικά μέσα από μια ιστορία χωρίς διακοπές, ως κατάκτηση πολιτικών και πολιτιστικών διεργασιών, φτάνει στην Ελλάδα με καθυστέρηση πολλών ετών, ως δάνειο ξενόφερτο και αγκαλιάζεται ως κατόρθωμα μέσα στη ανιστορικότητά του.
Από την περίοδο των «Εποχών» και του «Ταχυδρόμου» (βλ. παρακάτω) μέχρι την σημερινή περίοδο της διαδικτυακής επικοινωνίας, ο ΔΟΛ κινήθηκε παράλληλα με τον μεσαίο χώρο διαμορφώνοντάς τον και ταυτόχρονα αλλάζοντας ανάλογα με αυτόν. Έτσι, από το προχουντικό κύρος των λογοτεχνικών εντύπων, πέρασε στην δεκαετία του ‘80 και την άνοδο του ατομισμού, βγάζοντας το «Κλικ» και μια σειρά από εξειδικευμένα περιοδικά για το αμάξι, το γάμο, τις διακοπές κτλ. Στη συνέχεια πέρασε στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και τελικά στην εποχή του Ίντερνετ, των περιοδικών για υπολογιστές (RAM, ROM, Hi-Tech), της δικτυακής πύλης in-gr και της ψηφιοποίησης αρχείων. Καλύπτοντας και δημιουργώντας επιθυμίες, προβλέποντας και ανακαλύπτοντας διαθέσεις.

Ο ΔΟΛ και η πολιτική

Στην σημερινή μαζική δημοκρατία, η δυνατότητα να διαμορφώνεις συνειδήσεις μεταφράζεται σε δυνατότητα να διαμορφώνεις πολιτικές αποφάσεις. Το μέγεθος του συγκροτήματος, ο αριθμός των εντύπων και των πωλήσεων, ορίζει και το πολιτικό μέγεθος της εξουσίας του. Ο ίδιος ο Χρήστος Λαμπράκης, μορφή ταυτισμένη απόλυτα με τον οργανισμό, προέβαλε συχνά στον καθημερινό νου ως μια ενσάρκωση της ίδιας της εξουσίας, ως ένας χαρακτήρας που κινούσε τα νήματα, ανέβαζε και κατέβαζε κυβερνήσεις, ως αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις στα παρασκήνια. Άλλες από τις υποθέσεις αυτές μπορεί να πατούσαν στο στέρεο έδαφος άλλες να κινούνταν στο όριο της θεωρίας συνομωσίας. Δύο είναι ίσως οι πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις, όπου ο ίδιος ενεπλάκη με τρόπο χαρακτηριστικό στις πολιτικές εξελίξεις: στα Ιουλιανά και στην υπόθεση Κοσκωτά. Στην μία περίπτωση έχασε και στην άλλη βγήκε κερδισμένος.
Στις 16 Ιουλίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτείται μετά από σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο για τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας και ουσιαστικά για την άμεση παρέμβαση του παλατιού στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Την ίδια μέρα ορκίζεται ο πρώτος «αποστάτης» πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας. Αρχίζουν τα Ιουλιανά. Θα ακολουθήσουν παραιτήσεις επί παραιτήσεων, μαζικές πορείες και συμπλοκές μεταξύ βουλευτών της Ένωσης Κέντρου και αποστατών μέσα στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτή το συγκρότημα θα πάρει σε κάποια φάση το μέρος των αποστατών. Στις πορείες που θα γίνουν τις μέρες εκείνες, οι διαδηλωτές καίνε φύλλα των «Νέων». Τελικά ο Λαμπράκης θα ανασκευάσει, παραδεχόμενος εμμέσως τη λανθασμένη επιλογή.
Τη δεκαετία του 80, το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν πανίσχυρο στην εξουσία. Η άνοδος των ‘’νέων τζακιών’’ απειλούσε περισσότερο από κάθε άλλον το συγκρότημα. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, ακριβώς, λόγω των Ιουλιανών, δεν είχε την καλύτερη σχέση με το συγκρότημα. Η κατάσταση αυτή θα μείνει αμετάβλητη μέχρι το 1988, όταν θα ξεσπάσει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Την περίοδο αυτή είναι ο συμπολιτευόμενος τύπος αυτός που θα ασκήσει την πιο δριμεία κριτική («Ελευθεροτυπία», «Έθνος», «Νέα», «Βήμα»), η οποία θα οδηγήσει στις δίκες του 1991. Από την κατάσταση αυτή, ο Χρήστος Λαμπράκης θα βγει κερδισμένος ορίζοντας την πολιτική δύναμη του συγκροτήματος και ταυτόχρονα εξασφαλίζοντας τους όρους με τους οποίους θα λειτουργούσε η ιδιωτική τηλεόραση, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα θα αποτελούσε τον νέο μεγάλο πόλο εξουσίας.

Πολιτισμός
ή βιομηχανία πολιτισμού


Περιγράφοντας τον Χρήστο Λαμπράκη μετά τον θάνατό του, τα περισσότερα αφιερώματα έδωσαν περισσότερο βάρος στην προσωπικότητα του. Αυτό είχε ως συνέπεια η εκδοτική του δραστηριότητα και η εξουσία που αυτή κουβαλά να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και να τονίζεται περισσότερο η σχέση του με τον πολιτισμό, το Μέγαρο Αθηνών και το Ίδρυμα Λαμπράκη. Ποιος είναι όμως ο πολιτισμός που στην πραγματικότητα παρήγαγε η μεγαλύτερη βιομηχανία κουλτούρας στην σύγχρονη Ελλάδα;
Κάνουμε συχνά το λάθος όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις πολιτισμός και κουλτούρα να τις χρησιμοποιούμε αξιακά, με ένα σιωπηλό αλλά έντονα θετικό πρόσημο. Έτσι ο πολιτισμός ταυτίζεται με τον υψηλό πολιτισμό, τις ορχήστρες του μεγάρου, τα νόμπελ, τα αρχαία μνημεία. Και όμως ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι συνολικές διαστάσεις μιας κοινωνίας ή μιας δραστηριότητας και περιγράφουν απλά μια κατάσταση από την πιο ταπεινή, μέχρι την πιο θορυβώδη πτυχή της. Υπό το πρίσμα αυτό θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι πολιτισμό παρήγαγε το συγκρότημα.
Πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το συγκρότημα διένυε τη χρυσή του δεκαετία. Δύο περιοδικά μπορούν να περιγράψουν την θέση του για τον πολιτισμό: ο «Ταχυδρόμος» και οι «Εποχές» (και ένα τρίτο το «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου, το οποίο συνδεόταν μόνο έμμεσα με τον ΔΟΛ). Σε μια περίοδο που η αριστερά ηγεμόνευε απόλυτα στον χώρο του πολιτισμού, τα περιοδικά αυτά ήταν αρκετά ώστε να αποτελέσουν ένα σημαντικό αντίβαρο του αξιολογότερου ρεύματος της αστικής κουλτούρας. Είναι χαρακτηριστικά τα ονόματα που βγήκαν ή συνεργάστηκαν με αυτά τα δύο περιοδικά. Στον «Ταχυδρόμο», διευθυντής σύνταξης ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Γ.Π. Σαββίδης και ανάμεσα στους συνεργάτες συγκαταλέγονταν οι: Nίκος Tσιφόρος, η Oριάνα Φαλάτσι, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Kώστας Mητρόπουλος, ο Γιάννης Mπεράτης, ο Στρατής Tσίρκας, ο Kοσμάς Πολίτης και αργότερα ο B. Bασιλικός. Όσο για τις «Εποχές» αρκεί κάποιος να δει τους συμβούλους έκδοσης: Γιώργος Σεφέρης, Κ.Θ. Δημαράς, Γιώργος Θεοτοκάς, Κωστής Σκαλιόρας, με διευθυντή τον Άγγελο Τερζάκη. Ονόματα μεγάλου μεγέθους, προοδευτικά, αλλά κατά κύριο λόγο όχι της αριστεράς. Τα δύο αυτά περιοδικά αποτέλεσαν ξεκίνημα για πολλούς νέους λογοτέχνες διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό την άνθιση μιας πλευράς της ‘’χαμένης άνοιξης’’ που κόπηκε απότομα από τα τανκς των συνταγματαρχών.
Στη μεταπολίτευση και όσο περισσότερο πλησιάζουμε την δεκαετία του ’80, το συγκρότημα περνά κρίση, με αποτέλεσμα να στραφεί περισσότερο προς πιο επιχειρηματικές δραστηριότητες, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το κύρος των πολιτιστικών εγχειρημάτων, ώστε να καταφέρει να επιβιώσει. Το 1991, η ίδρυση του Μεγάρου Μουσικής αλλά και του Ιδρύματος Λαμπράκη, προσπαθούν με αρκετά θορυβώδη τρόπο να ανακτήσουν αυτή την χαμένη αίγλη. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει πως τα δύο αυτά ιδρύματα, δεν κατάφεραν να παράγουν πρωτότυπο πολιτιστικό έργο, αλλά λειτούργησαν μόνο ως θεσμοί.
Είναι ενδεικτική η παράλληλη δραστηριότητα του ομίλου και πώς αυτή μεταφράζεται σε πολιτισμό. Έτσι, σήμερα, δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής (και αλήθεια, πόσο πολιτισμένο είναι το γεγονός πως η ανέγερση του πληρώθηκε στην μεγάλη πλειοψηφία της από το ελληνικό δημόσιο πριν παραχωρηθεί και πραγματοποιήθηκε διχοτομώντας και πληγώνοντας ανεπανόρθωτα το Πάρκο Ελευθερίας, μπορούμε να αντιπαραθέσουμε τον πολιτισμό των παραθύρων στα δελτία του Μέγκα, τα σίριαλ( όπως π.χ. «Το καφέ της Χαράς») και τα ριάλιτι (όπως π.χ. το Survivor Ελλάδα -Τουρκία) των Studio ATA (ΔΟΛ 100% μέτοχος), ή περιοδικά όπως το «Men” και το «Κλικ». Και όταν μιλούμε για πολιτισμό, ας αναρωτηθούμε ποια από τις δύο δραστηριότητες του ομίλου διαμορφώνει περισσότερη καθημερινότητα, περισσότερα πρότυπα, περισσότερη πραγματικότητα;
Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι το πλέγμα που διαμορφώνεται από τις πολλαπλές δραστηριότητες του ομίλου. Ένα βιβλιό π.χ. θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο που κατέχει ο όμιλος, θα διανεμηθεί στα βιβλιοπωλεία του ομίλου όπου θα καταλάβει περίοπτη θέση, θα διαφημιστεί στα πλείστα τόσα έντυπα και αργότερα θα κατοχυρωθεί από κριτικούς του εντύπου. Κάτι τέτοιο μπορεί φυσικά να ισχύσει με παρόμοιους όρους για ένα σίριαλ, έναν μουσικό ή -γιατί όχι;- για ένα δημοσιογράφο του οργανισμού που επιθυμεί να πολιτευτεί. Το συγκρότημα, λοιπόν, δημιουργεί μια αυτοαναφορική πραγματικότητα που αλληλοτροφοδοτείται, μια βιομηχανία πολιτισμού άκαμπτη στη φιλαρέσκειά της. Αλήθεια, τι όρους πολιτισμού διαμορφώνουν αυτά τα μεγέθη και αυτή η βιομηχανία;

Το μέλλον του ΔΟΛ
στο χώρο του Τύπου
και στην πολιτική


Ο ΔΟΛ αποτελεί σήμερα μια αυτοκρατορία τροφοδοσίας πληροφοριών, ενημέρωσης και κουλτούρας και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και των κάθε είδους αποφάσεων, ένας ισχυρότατος πόλος εξουσίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα πιθανότερος διάδοχος για την προεδρία του ΔΟΛ φέρεται ο Σταύρος Ψυχάρης (ήδη στην ταυτότητα των εντύπων του ΔΟΛ αναφέρεται ως πρόεδρος ο Στ. Ψυχάρης με εκτελεστικό αντιπρόεδρο τον γιο Ψυχάρη), ο οποίος κατέχει και το 25% των μετοχών του οργανισμού. Στη θέση του αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου φαίνεται ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του «Βήματος» Γιάννης Πρετεντέρης. Ο Γ. Πρετεντέρης φέρεται να χαίρει της εκτίμησης και του μεγαλομετόχου εφοπλιστή Βίκτωρα Ρέστη (17,6%), ο οποίος έχει θέση στο συμβούλιο του ΔΟΛ, (στο Δ.Σ. συμμετέχουν επίσης οι Τ. Γιαννίτσης, Π. Καψής, Τρ. Κουταλίδης, Γ. Μάνος, Στ. Νέζης, Γ. Παράσχης, Ν. Πεφάνης, Αντ. Τριφύλλης και Π. Ψυχάρης).
Η τύχη του ΔΟΛ δεν είναι απλά η τύχη μιας εταιρείας, αλλά ένα ερώτημα για την πολιτική ισορροπία στον κεντρώο χώρο και ουσιαστικά στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κατάσταση. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να δείχνει τα όρια και τις δυνατότητες της πολύ σύντομα, έχοντας εξαντλήσει προ πολλού την περίοδο χάριτος ενώ η χώρα βρίσκεται σε κρίση. Τα μέτρα που η κυβέρνηση θέλει να περάσει, εξαιτίας της ρευστής οικονομική και πολιτικής κατάστασης, χρειάζονται υποχρεωτικά τη νομιμοποίηση από την κοινή γνώμη, άρα και από τους διαμορφωτές της. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με την κρίση του τύπου, κάνει τις εξελίξεις στον οργανισμό ακόμα πιο σημαντικές.
Όταν κάθε αφιέρωμα περιγράφει τον Χρήστο Λαμπράκη ως τον τελευταίο των παραδοσιακών εκδοτών, αυτό που τονίζεται είναι στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη ιδεολογία, η θέση. Παραδοσιακός υποστηρικτής του μεσαίου χώρου, ο Λαμπράκης εξασφάλιζε, έστω και με τη φυσική του παρουσία μια ιδεολογική σταθερά. Σε έναν κόσμο όπου τα ΜΜΕ ανήκουν αποκλειστικά σε ανθρώπους που είναι και πράττουν ως επιχειρηματίες, η κατάσταση γίνεται σίγουρα πιο ρευστή. Τι αποκλίσεις και τη συμμαχίες θα φέρει η αλλαγή στο τιμόνι του ΔΟΛ θα το δείξει το μέλλον. Σίγουρα όμως μπορούμε να μιλήσουμε για ανακατατάξεις που περιγράφουν ένα τέλος μιας εποχής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: