Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ο εξόριστος θάνατος


Πώς πεθαίνει ένας άνθρωπος; Τι είναι αυτό που αφήνει πίσω; Τι σηματοδοτεί ο ίδιος ο θάνατος για ό,τι ήταν και ό,τι δεν ήταν;
Και ποια η στάση όλων εμάς απέναντι στον άνθρωπο και απέναντι στον θάνατο;
Ολες αυτές τις μέρες παρακολουθώ τα έντυπα, τις τηλεοράσεις, τη διαδικτυακή κουβέντα γύρω από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Τις αγιογραφίες, τους θρήνους των δημοσιογράφων, το στρογγύλεμα του βίου και της πολιτικής.
Τις μεγάλες κουβέντες, τις μεγάλες λέξεις (που έτσι κι αλλιώς χρησιμοποιούν, απλά τώρα νιώθουν πως είναι ταιριαστές). Και κυρίως την επιλογή των λέξεων.
Τη διακριτική (κραυγαλέα) απουσία της αποστασίας, της δολοφονίας του Τεμπονέρα, του ξεκινήματος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Και ενώ τα δύο πρώτα αποσιωπούνται (η δολοφονία Τεμπονέρα πλήρως), οι πολιτικές που ακολουθούνται περιγράφονται ως τομές, ως σύγκρουση με αντιλήψεις, ως πολιτικός ρεαλισμός.
«Ελεγε στον ελληνικό λαό την αλήθεια και όχι αυτά που αυτός ήθελε να ακούσει».
Το παρελθόν υπάρχει στο παρόν ως ευκαιρία προς αξιοποίηση.
Δίπλα στην αφήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ενσαρκώνει πλήρως τον λαϊκισμό, ο Μητσοτάκης υπάρχει ως ο ψυχρός προφήτης που ακριβώς επειδή δεν πρόλαβε να κυβερνήσει όσο έπρεπε φτάσαμε σήμερα σ' αυτά τα χάλια.
Ενώ στον πρώτο πιστώνεται καταστροφική δραστηριότητα, στον δεύτερο πιστώνεται καταστροφική αδράνεια (ή καλύτερα απουσία δράσης για την οποία ο ίδιος δεν ευθύνεται).
Και οι δύο αφηγήσεις περιγράφουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοαντιλήψεις (στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ έτσι φυσικά), οι οποίες φτάνουν μέχρι και σήμερα.
Δεν θέλω τόσο να γράψω ένα κείμενο πολιτικό για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Οι απόψεις και οι πράξεις είναι αρκετά νωπές, ο καθένας μπορεί να ανατρέξει σ' αυτές και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Αυτό που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι οι όροι με τους οποίους υπάρχει ο θάνατος στον δημόσιο λόγο.
Η χρήση του, οι όροι που επιβάλλει μέσα από τον πιο επιφανειακό ηθικισμό και τελικά η παράκαμψή του.
Στην περίπτωση του θανάτου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (και σε τόσες άλλες περιπτώσεις), ο θάνατος μοιάζει τελικά με επιβράβευση.
Με μια αφορμή για να ξεδιπλωθεί η ζωή, να αποθεωθούν οι πολιτικές και κυρίως να ποινικοποιηθεί, στο όνομα μιας ρευστής και ταυτόχρονα κοινά αποδεκτής ηθικής, η οποιαδήποτε κριτική.
Η χρήση της ηθικολογίας με αυτούς τους όρους είναι ουσιαστικά κοινός τόπος στον δημόσιο λόγο όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια.
Το γεγονός του θανάτου κάνει αυτή την ηθικολογία αδιαπέραστη και μονοκόμματη. Και έτσι βουβά καλείσαι να σταθείς μπροστά στα υμνολόγια, μπροστά στον λόγο αυτόν που μηρυκάζει μακάρια την κάθε σου σκέψη.
Γιατί αν υπάρχει μια λειτουργία του θανάτου προς όλους εμάς που μένουμε πίσω, αυτή είναι πως μας επιστρέφει τη ζωή σε όλη της την ειλικρίνεια.
Με τα λάθη, τα πάθη, τις αστοχίες και τη βρομιά. Εξω από την ηθική, έξω από τους καλούς τρόπους.
Ο θάνατος ως γεγονός είναι ταυτόχρονα κοινότοπο και μοναδικό, μας αφορά όλους και ταυτόχρονα μας αποκλείει, μας γεννά όλες τις σκέψεις από 'δώ και πέρα και ταυτόχρονα μας επιβάλλει να σιωπούμε.
Μέσα λοιπόν στον πουριτανισμό του κοινού τόπου επιβάλλεται ένας τεχνητός σεβασμός προς τον νεκρό, που είναι ταυτόχρονα ασέβεια προς τον ίδιο το θάνατο.
Ο θάνατος εξόριστος, λοιπόν, από τους τυμβωρύχους της ζωής. Ο άνθρωπος γυμνός από την ανθρωπίλα του.
Τελευταίες διαταγές μιας κουλτούρας που ό,τι δημιουργεί, από τη διατροφή ώς την εμφάνιση, από τις διασκεδάσεις μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις, έχει ως κύριο μέλημα την εξορία της φθοράς και του θανάτου. Διαθήκη ενός πολιτισμού που πεθαίνει.
Δεν είναι άλλωστε κάτι καινούργιο, ούτε φυσικά σηματοδοτείται από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Απλά τις μέρες αυτές έφτασε σε κύματα ξανά και ξανά μπροστά μας ως απαράβατη επιταγή.
Και μάλιστα με αφορμή τον θάνατο ενός ανθρώπου που ώς ένα βαθμό σηματοδοτεί και τον θάνατο μιας εποχής.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: