Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Αυστηρά χωρίς θέμα



Η ώ­ρα, μια ώ­ρα Πα­ρα­σκευής και ας πού­με 18:26. Το μέιλ μου α­νοι­χτό, η διεύ­θυν­ση της Επο­χής συ­μπλη­ρω­μέ­νη στο ση­μείο της α­πο­στο­λής και το συ­νημ­μέ­νο να εκ­κρε­μεί. Στη θέ­ση αυ­τή κά­θε Πα­ρα­σκευή μπαί­νει το άρ­θρο αυ­τής ε­δώ της στή­λης, ώ­στε να φτά­σει στα γρα­φεία της ε­φη­με­ρί­δας. Μα το άρ­θρο δεν φεύ­γει. Όχι λό­γω τε­χνι­κού προ­βλή­μα­τος, αλ­λά ε­πει­δή το άρ­θρο δεν έ­χει α­κό­μη γρα­φτεί (για την α­κρί­βεια γρά­φε­ται την ώ­ρα αυ­τή που σας μι­λάω. Όχι την ώ­ρα βέ­βαια που δια­βά­ζε­ται αυ­τή τη γραμ­μή, αλ­λά την ώ­ρα που την γρά­φω. Μπέρ­δε­μα. Ας συ­νε­χί­σου­με. Εγώ του­λά­χι­στον. Εσείς μπο­ρεί­τε να στα­μα­τή­σε­τε το άρ­θρο ε­δώ α­πηυ­δι­σμέ­νοι α­πό την αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τά μου. No hard feelings). Γύ­ρω α­πό την ο­θό­νη πε­τα­ρί­ζουν σαν ι­πτά­με­να βλέ­φα­ρα τα θέ­μα­τα της ε­βδο­μά­δας. Το Εurogroup και οι κου­βέ­ντες για το χρέ­ος και ό, τι αυ­τό συ­νε­πά­γε­ται, οι βόμ­βες σε Μά­ντσε­στερ και σε Αθή­να, το τα­ξί­δι του Τρα­μπ στην Ευ­ρώ­πη, τα σκάν­δα­λα του Τρα­μπ στην Αμε­ρι­κή, ο πό­λε­μος στη Συ­ρία, η ε­πί­θε­ση στην Αί­γυ­πτο. Και μα­ζί μια σει­ρά α­πό θέ­μα­τα πιο προ­σω­πι­κά. Βι­βλία και ται­νίες, στί­χοι και α­στο­χίες, δε­σμοί σχέ­σεων και θερ­μο­κρα­σίες, γρα­φές και δια­γρα­φές, εμ­μο­νές και εν­δια­φέ­ρο­ντα. Τί­πο­τα α­πό αυ­τά, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει στη λευ­κή σε­λί­δα. Εί­ναι και αυ­τό μια ε­πι­λο­γή.
Η ε­λευ­θε­ρία που σου δί­νει το να γρά­φεις χω­ρίς θέ­μα εί­ναι εύ­κο­λο να σε ο­δη­γή­σει στην ε­σω­στρέ­φεια (κα­λή ώ­ρα ε­δώ). Να σε κά­νει να γρά­φεις για ό­σα την ί­δια στιγ­μή γρά­φεις, δια­χω­ρί­ζο­ντας τη δια­δρο­μή στο πα­ρόν σε δύο πα­ράλ­λη­λες δια­δρο­μές που μο­νί­μως συ­να­ντιού­νται. Τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει ο τίτ­λος «Αυ­στη­ρά χω­ρίς θέ­μα» (αυ­τός ντε που βρί­σκε­ται λί­γο πιο πά­νω). Μή­πως εί­ναι έ­να τρι­κ, α­πλά και μό­νο για να γρα­φτεί έ­να άρ­θρο; Μή­πως εί­ναι έ­να παι­χνί­δι με τις λέ­ξεις α­φού έ­να άρ­θρο χω­ρίς θέ­μα έ­χει κάλ­λι­στα ως θέ­μα του την έλ­λει­ψη θέ­μα­τος; Μή­πως εί­ναι α­πλά μια συγ­γρα­φι­κή πό­ζα, την ο­ποία ο συγ­γρα­φέ­ας της α­ξιο­λο­γεί (λαν­θα­σμέ­να) ως ε­ξαι­ρε­τι­κά χα­ρι­τω­μέ­νη και ται­ρια­στή με μια Κυ­ρια­κή πρωί; Η ε­λά­χι­στη κα­χυ­πο­ψία κα­θι­στά ό­λες αυ­τές τις υ­πο­θέ­σεις α­πο­δε­κτές. Αλλά ας μην εί­μα­στε κα­χύ­πο­πτοι. Η γρα­φή και η α­νά­γνω­ση για να συ­νο­μι­λή­σουν προϋπο­θέ­τουν μια ε­λά­χι­στη ε­μπι­στο­σύ­νη. Λί­γο σαν κά­ποιος ά­γνω­στος να σε κρα­τά α­πό το χέ­ρι, ε­νώ ε­σύ κρέ­με­σαι πά­νω α­πό τον πιο ρη­χό γκρε­μό (μό­λις 20 ε­κα­το­στά). Κα­νείς δεν θα πά­θει τί­πο­τα α­πό την πτώ­ση, αλ­λά α­πό ε­δώ ψη­λά μπο­ρείς να δεις την Ακρό­πο­λη.
Αυ­τό που θέ­λω να πω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι πως η έλ­λει­ψη θέ­μα­τος το­πο­θε­τεί τη σιω­πή στο ε­πί­κε­ντρο του κει­μέ­νου. Όχι του συ­γκε­κρι­μέ­νου κει­μέ­νου, αλ­λά ό­λων των κει­μέ­νων. Δεν εί­μαι σί­γου­ρος αν έ­χει νό­η­μα να γρά­φεις, αν δεν αμ­φι­σβη­τείς κά­θε τό­σο το σύ­νο­λο των πα­ρα­μέ­τρων γύ­ρω α­πό έ­να κεί­με­νο. Την ι­κα­νό­τη­τά σου στη γρα­φή και την ι­κα­νό­τη­τά σου στην σκέ­ψη και την α­νά­λυ­ση. Το νό­η­μα που μπο­ρεί να έ­χει έ­να άρ­θρο ριγ­μέ­νο σε έ­ναν ω­κε­α­νό ε­πι­κοι­νω­νίας. Την ί­δια την ε­πι­κοι­νω­νία. Όχι για να εκ­μαιεύ­σεις ε­πι­βε­βαίω­ση, αλ­λά για να συ­νε­χί­σεις να γρά­φεις πα­ρό­λα αυ­τά. Αυ­τή εί­ναι η σιω­πή του κει­μέ­νου. Μια σιω­πή που δεν ταυ­τί­ζε­ται με την α­που­σία του (α­φού πά­ντο­τε έ­να άρ­θρο βρί­σκει τον τρό­πο να πα­ρα­γκω­νί­σει το κε­νό και να κα­τα­λά­βει τη θέ­ση σου).
Εί­ναι φο­ρές που οι λέ­ξεις σε μπου­χτί­ζουν. Όχι οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις, αλ­λά το σύ­νο­λο των λέ­ξεων. Και εί­ναι έ­να α­πό τα ε­λά­χι­στα μπου­χτί­σμα­τα που μπο­ρούν να σε ο­δη­γή­σουν στην ο­ντο­λο­γία. Για­τί συ­χνά η ε­πι­κοι­νω­νία μοιά­ζει με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρε­ξή­γη­ση, με έ­να α­τύ­χη­μα που δεν χρεια­ζό­ταν να συμ­βεί, με μια αν­θρώ­πι­νη πα­ρά­με­τρο που α­κό­μα και αν πε­ρι­γρά­φε­ται με α­πο­κλει­στι­κά θε­τι­κούς ό­ρους μπο­ρεί να ι­δω­θεί και σαν κα­τα­δί­κη. «Αρκε­τά ε­πι­κοι­νω­νή­σα­με! Αρκεί με τους ε­πι­κοι­νω­νού­ντες!», γρά­φει ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Valere Novarina «προ­σπα­θούν να μας ε­γκλω­βί­σουν σε έ­ναν ρό­λο ό­που δεν θα εί­μα­στε πα­ρά ε­πι­κοι­νω­νια­κά ζώα, ό­ντα υ­πό το βλέμ­μα των άλ­λων». Και κα­τα­λή­γει: «Πριν ε­πι­κοι­νω­νή­σει, ο άν­θρω­πος ο­φεί­λει να μι­λή­σει α­κό­μα πο­λύ στον ε­αυ­τό του».
«Η γλώσ­σα εί­ναι έ­νας ιός α­πό το διά­στη­μα», έ­γρα­φε κά­που ο Μπά­ροουζ. Οπλι­σμέ­νοι με γλώσ­σα προ­σπα­θού­με να ε­ξη­γή­σου­με το σύ­νο­λο των γύ­ρω φαι­νο­μέ­νων. Για την α­κρί­βεια η γλώσ­σα εί­ναι το μό­νο ερ­γα­λείο που δια­θέ­του­με για να κά­νου­με κά­τι τέ­τοιο. Κι ό­μως το ερ­γα­λείο μας εί­ναι πε­πε­ρα­σμέ­νο, ε­πι­βε­βαιώ­νει συ­νε­χώς τα ό­ριά του, α­πο­γο­η­τεύει συ­νε­χώς τις προσ­δο­κίες μας. Και ό­μως συ­νε­χί­ζου­με, συ­νε­χώς συ­νε­χί­ζου­με να α­πο­τε­λού­μα­στε α­πό λέ­ξεις. Με τρό­πο μά­ταιο και στην ου­σία του τρα­γι­κό.
Συ­νε­χί­ζου­με λοι­πό­ν; Η α­πά­ντη­ση σε ό­λα αυ­τά θα δο­θεί την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή. Όχι σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για αυ­τά. Αλλά σε έ­να άρ­θρο που θα μι­λά­ει για ο­τι­δή­πο­τε πέ­ρα α­πό αυ­τά.
Το κεί­με­νο γρά­φτη­κε, το μέιλ φεύ­γει και η σιω­πή εί­ναι το ο­ξυ­γό­νο της γρα­φής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: