Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ - ΜΠΑΡΤΣΕΛΟΝΑ: Περισσότερο από ένα παιχνίδι




Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παραμορφώνει, πολλαπλασιάζει και μεγεθύνει. Συχνά δεν αφορά μόνο τις δύο ομάδες εντός του γηπέδου αλλά και ό,τι ο θεατής ή το πλήθος προβάλλει σε αυτές. Η ένταση του ανταγωνισμού ζητά μια εκλογικευμένη εξήγηση, αφού το παράλογο που ενυπάρχει σε κάθε παιχνίδι, μέσα από το απαράβατο των κανόνων, δεν είναι αρκετό για να εξηγήσει το πάθος, τη σημασία του αποτελέσματος, την απόλυτη ταύτιση με την τροπή του σκορ και την πορεία μιας ομάδας. Οι μυθολογίες του γηπέδου μάς κάνουν να επιλέγουμε ομάδες. Και απ’ όλες τις ποδοσφαιρικές μυθολογίες, δεν υπάρχει ίσως καμία που να μπορεί να συγκριθεί με αυτή της σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρεάλ Μαδρίτης και την Μπαρτσελόνα.
Φορτισμένη με παρελθόν και πραγματικότητα, η σύγκρουση των δύο ομάδων ξεπερνά κατά πολύ τα γηπεδικά όρια. Η ιστορία καταδικάζει τις δύο ομάδες σε μια αντιπαλότητα ίσως πιο φορτισμένη από οποιαδήποτε άλλη στην Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της δυναμικής των δύο ισχυρότερων συλλόγων της Ισπανίας, αλλά και εξαιτίας του εθνικού και πολιτικού τους παρελθόντος.

Περισσότερο από μία ομάδα

Η ομάδα της Μαδρίτης βαφτίστηκε βασιλική (Real) to 1920, από τον ίδιο τον βασιλιά της Ισπανίας, Αλφόνσο τον 13ο . Στο μεσοπόλεμο, σε μια κατάσταση πολιτικά ρευστή με συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων, η Μπαρτσελόνα γίνεται σύμβολο του Καταλανισμού, της εθνικής ταυτότητας και υπερηφάνειας δημιουργώντας έτσι από νωρίς, την ιδεολογία που τα χρόνια της δικτατορίας θα περιγραφεί συνοπτικά από το σύνθημα που κυριαρχεί μέχρι και σήμερα στις εξέδρες του γηπέδου της, το Mas que un club (περισσότερο από μία oμάδα). Οι οπαδοί της γιουχάρουν τον ισπανικό εθνικό ύμνο, ενώ η ομάδα συμμετέχει στις απεργίες κατά του καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, τα γραφεία της ομάδας βομβαρδίζονται από τους εθνικιστές ενώ ο πρόεδρος της ομάδας και αριστερός πολιτικός, Josep Sunyol, εκτελείται από φρανκιστές. Ο σύλλογος βρισκόταν στην κορυφή των οργανώσεων που θεωρούνταν επικίνδυνες για το δικτατορικό καθεστώς, μετά τους αναρχικούς και τους κομουνιστές.
Αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου και την καθιέρωση του καθεστώτος, η Μπαρτσελόνα αναγκάζεται να αφαιρέσει τα καταλανικά χρώματα από το σύμβολό της και να υιοθετήσει την ισπανική της ονομασία (Μπαρθελόνα). Αντίθετα το κλαμπ της Ρεάλ, γίνεται το αγαπημένο του καθεστώτος και δέχεται οικονομική και πολιτική ενίσχυση. Χαρακτηριστική στιγμή αποτελεί η μεταγραφή του κορυφαίου εκείνη την εποχή ποδοσφαιριστή του κόσμου του Αλφρέντο Ντι Στέφανο. Ενώ ο Αργεντίνος είχε υπογράψει στην Μπαρτσελόνα, κατέληξε με παρασκηνιακούς τρόπους στη Ρεάλ. Πολλοί μέχρι και σήμερα κάνουν λόγο για άμεση παρέμβαση του ίδιου του Φράνκο. Τα χρόνια αυτά το el Clasico θα γίνει μια αθλητική προσομοίωση το ίδιου του εμφυλίου, αφού οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα στη συντριπτική τους πλειοψηφία στρέφονται κατά της δικτατορίας. Η Ρεάλ θα γίνει η ομάδα του κατεστημένου και θα κυριαρχήσει τόσο στην Ισπανία όσο και στην Ευρώπη, κατακτώντας τα πρώτα 5 κύπελα πρωταθλητριών με μια ομάδα στελεχωμένη με τα μεγαλύτερα ονόματα της Ισπανίας, της Ευρώπης και του κόσμου: Ντι Στέφανο, Πούσκας, Κοπά, Σάνταμαρία, Μουνόθ και άλλους.

Μια αντιπαλότητα
με πολιτικά χαρακτηριστικά

Μετά την πτώση της δικτατορίας, η αντιπαλότητα των δύο ομάδων συνεχίζει να κουβαλά τα πολιτικά της χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταγραφή του Γιόχαν Κρόιφ, του σημαντικότερου ευρωπαίου ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, στην Μπαρτσελόνα. Όπως εξήγησε ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να παίξει σε μια ομάδα όπως η Ρεάλ, η οποία είχε άμεση σχέση με τον δικτάτορα Φράνκο. Η δήλωση αυτή, σε συνδυασμό με τις επιτυχίες που έφερε στο σύλλογο τόσο ως παίχτης (1973-1978) όσο και ως προπονητής (1988-1996), τον κατέστησαν σύμβολο και επίτιμο πρόεδρο της ομάδας της Καταλονίας.
Μια σειρά μεταγραφών από την Μπαρτσελόνα στη Ρεάλ, όπως αυτές του Μπερτ Σούστερ, του Μίκαελ Λάουντρουπ, αλλά κυρίως του Λουίς Φίγκο, αναζωπύρωσε τα τελευταία χρόνια την αντιπαλότητα, καθώς και την αντίληψη πως η Ρεάλ αποτελεί ομάδα του κατεστημένου. Το πολιτικό παρόλα αυτά δεν εκλείπει και στις μέρες μας. Ο Χουάν Λαπόρτα, σημερινός πρόεδρος της Μπαρτσελόνα, εκλέχθηκε στις Καταλανικές εκλογές, με δικό του συνδυασμό υποστηρίζοντας την ανεξαρτησία της Καταλονίας.

Η ομάδα πάνω από τη μονάδα

Πέρα από την εξωγηπεδική μυθολογία η διαφορά των δύο ομάδων είναι εμφανής, τόσο στον τρόπο παιχνιδιού όσο και στη στελέχωση των εντεκάδων τους. Η Ρεάλ Μαδρίτης, από το 2000 εφαρμόζει την (ελαφρώς νεοπλουτίστικη) λογική τον Γκαλάκτικος, σύμφωνα με την οποία αγοράζει τα πιο ακριβά και διάσημα ονόματα του διεθνούς ποδοσφαιρικού στερεώματος, διεκδικώντας τόσο αθλητικά όσο και οικονομικά κέρδη από τις διαφημίσεις. Αντίθετα, η Μπαρτσελόνα επιλέγει να στελεχώνει την ομάδα της με παίχτες οι οποίοι προέρχονται κυρίως από τις ακαδημίες της ενώ συντηρεί σταθερά έναν μεγάλο αριθμό Καταλανών παιχτών.
Αλλά αυτό που κάνει την Μπαρτσελόνα να ξεχωρίζει, τόσο από την Ρεάλ όσο και από οποιαδήποτε άλλη ομάδα, είναι ο τρόπος παιχνιδιού της. Γνωστός με την ονομασία Τίκι-Τάκα, αποτελεί μια μετεξέλιξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου του Άγιαξ της δεκαετίας του 60. Οι ρίζες του βρίσκονται στην περίοδο που ο Κρόιφ μετέφερε το στιλ παιχνιδιού από το Άμστερνταμ στην πρωτεύουσα της Καταλονίας ως προπονητής: συνεχείς πάσες, μεγάλη κατοχή μπάλας, αλλαγή θέσεων, πίεση σε όλο το γήπεδο. Αυτό που η Μπαρτσελόνα έχει καταφέρει, είναι να δημιουργεί ένα σύνολο που λειτουργεί σαν οργανισμός ανάμεσα στο ταλέντο και την αρμονία του συνόλου. Η ομάδα είναι πάνω από τη μονάδα και η Μπαρτσελόνα κάτι περισσότερο από μία ομάδα.
Κανείς δεν θυμάται τις ομάδες που απλά κερδίζουν αλλά τις ομάδες που κυριαρχούν αισθητικά και τέρπουν. Η ομάδα της σημερινής Μπαρτσελόνα δεν καταφέρνει μόνο να φέρνει αποτελέσματα αλλά και να δημιουργεί μια ομορφιά προς ό,τι αύριο θα είναι ανάμνηση, να χαράσσει ταυτόχρονα με το σκοπό ό,τι κάνει το ποδόσφαιρο περισσότερο από ένα παιχνίδι.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: