Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Όνειρο και συσκότιση: η ποίηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου



«στ»

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ’ έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε-
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά-
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του κεφάλια)
- κ’ έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.

(από τη συλλογή «Δ»)



Μαθαίνω να βλέπω. Δεν ξέρω που οφείλεται αυτό, όλα εισχωρούν βαθύτερα μέσα μου χωρίς να σταματούν στη θέση που άλλοτε πάντα ήταν το τέλος. Έχω ένα εσώτερο, αυτό δεν το ήξερα. όλα τώρα πηγαίνουν εκεί. Δεν ξέρω τι συμβαίνει εκεί.

(Ρ.Μ. Ρίλκε, Σημειώσεις
του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε)

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το 2001 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Πλάσματα της νύχτας» από τις εκδόσεις Δωδώνη. Θα ακολουθήσουν οι συλλογές «Δ» από τις εκδόσεις Ερατώ, το 2006, και «Συμεών Βάλας: Ένα σχεδίασμα» από τις εκδόσεις Μελάνι, το 2010. Στο έργο του συγκαταλέγονται επίσης και μια σειρά μεταφράσεων, ποιήματα και πεζά των Γκέοργκ Τρακλ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Νικολάι Γκόγκολ, Νοβάλις, Μαίρη Ελίζαμπεθ Μπράντον, Φρίντριχ φον Σλέγκελ, Οκτάι Ριφάτ κ.ά. καθώς επίσης και το Βορτιστικό Μανιφέστο. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Κύπρο και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή» και άλλα έντυπα.
Η ποίηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου είναι απαιτητική, φτιαγμένη από δύσκολα υλικά. Σε μια εποχή που ο εύκολος λόγος, η κοινοτοπία και η παράκαμψη της λέξης γίνονται φαινόμενα κυρίαρχα, ακόμα και στην ποιητική έκφραση, συναντούμε μια ποίηση που ξαφνιάζει όχι μόνο με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα, αλλά και με τη θέση που της επιφυλάσσει ως απόλυτο πυρήνα του ποιητικού κόσμου. Διαβάζοντας τις ποιητικές συλλογές έχεις συχνά την αίσθηση πως ο Μύθος της κάθε ενότητας, λειτουργεί ως πρόφαση γλώσσας, σημείο εκκίνησης ενός στοχασμού που δεν περιγράφει, αλλά πλάθει την πραγματικότητα.
Ο κεντρικός μύθος στο «Δ» είναι η παρουσία μιας γυναίκας και η σχέση της με τον ποιητή, ως επιθυμία, ως φωνή και ως απουσία. Το βιβλίο είναι γραμμένο στον τόνο ενός εξπρεσιονισμού που πλησιάζει περισσότερο στην αγωνία παρά στο σκοτάδι. Τα υλικά που κυριαρχούν φανερώνουν μια πρωτογενή ποιητική απλότητα. Η νύχτα, το σώμα, οι ίσκιοι, η πέτρα, πλεγμένα με μια γλώσσα ικανή να τα συνθέσει σε μια σκοτεινή συχνά μουσική. Το «Δ» περιγράφει την εμπειρία δύο ανθρώπων προς την ένωση, αλλά ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο η εμπειρία και το βίωμα γίνονται ποίηση.
Αν η γλώσσα της δεύτερης συλλογής του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου παρουσιάζεται ως μια χειρονομία πλήρης, στη συλλογή «Συμεών Βάλας» γίνεται πραγματικός πρωταγωνιστής τόσο ως έκφραση όσο και ως αρχιτεκτονική της σύνθεσης.
Κέντρο της σύνθεσης αποτελεί ο μοναχός Συμεών Βάλας και μέσα από τη φωνή του η αγωνία, ο τρόπος ύπαρξης του και ο προσωπικός του αγώνας. Το ποίημα δανείζεται τη γλώσσα της ορθόδοξης υμνογραφίας, των πατερικών κειμένων και διαφόρων κειμένων λαϊκής θρησκευτικότητας. Η σύνθεση εμφανίζεται σε μια γλώσσα που μοιάζει να έρχεται από παλιά, μια γλώσσα η οποία παρατίθεται αποσπασματικά. Συχνά οι στίχοι μένουν ημιτελείς, θυμίζοντας θραύσματα παπύρων, το συντακτικό συχνά παραβλέπεται και η ποιητική υπακούει στους δικούς της εσωτερικούς κανόνες. Μέσα από την αφαίρεση, η γλώσσα πυκνώνει. Συχνά ο Παπαντωνόπουλος επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη μορφή της θεατρικής σκηνικής οδηγίας, δίνοντας στο έργο μια παράδοξη αίσθηση χώρου, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια μέσα στην αποσπασματικότητα. Το υποκείμενο του έργου μένει τελικά σκοτεινό και μέσα στο θολό της μορφής, επιτρέπει στους στίχους να υπάρξουν σχεδόν αυτόνομα, μιλώντας για θέματα κρυφά στην πρώτη ανάγνωση. Παράδειγμα το απόσπασμα: «Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών· σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: «Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη· αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει»» , μας μεταφέρει από την εσωτερικότητα και το προσωπικό του μοναχού, σε μια σκηνή και μια περιγραφή του πλήθους, σε έναν στίχο που μπορεί να διαβαστεί και πολιτικά.
Ο «Συμεών Βάλας» είναι ένα ποίημα όχι καταρχάς θρησκευτικό, αλλά ένα ποίημα που επιλέγει την κατάσταση την ένταση και την αντίστοιχη γλώσσα του μοναχισμού ως την εντονότερη μορφή ενδοσκόπησης και προσωπικής αναζήτησης. Τα ερωτήματα που αρθρώνει δεν αφορούν τελικά τη σκοτεινή μορφή του πρωταγωνιστή, αλλά την πολύ αρθρωμένη αγωνία μας. Ο Παπαντωνόπουλος επανασηματοδοτεί παρελθόντες φόβους και παρελθόντες κινδύνους βγαλμένους από ένα τρόπο χτισμένο στο παλαιό. Το μύχιο αυτών των συναισθημάτων επικαιροποιείται. Η λέξη γίνεται φορέας ενός σκοτεινού στοχασμού.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: