Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ ΘΟΔΩΡΗ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

«Ο τίτλος ποιητής απονέμεται από τον αναγνώστη»





Επιφάνια


Στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα

με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει

«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια· ο ίδιος· κόπιασε».

Εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει· με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.

Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τό ’χε» που λέν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.


Στις αποκλεισμένες μέρες που ζούμε, μια νέα γενιά ποιητών λογοτεχνών και καλλιτεχνών γενικότερα έρχεται να μιλήσει τη δική της γλώσσα. Σκοπός της συγκεκριμένης στήλης είναι να καταγράψει τις φωνές, να περιγράψει τους τρόπους και να συγκεντρώσει τις διάφορες προτάσεις δίνοντας βήμα και έμφαση σε αυτή τη γενιά των αποκλεισμένων.
Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981 στο Αμύνταιο. Σήμερα ζει μεταξύ Λονδίνου και Θεσσαλονίκης. Η συλλογή «Φαγιούμ» είναι το πρώτο του βιβλίο. Στην ποίησή του ο χρόνος συναντιέται ως στιγμή και ως συνέχεια, ρευστός και φωτογραφημένος ταυτόχρονα. Ο ποιητικός του τρόπος, εμπεριστατωμένος στο παρελθόν, συνδιαλέγεται με το καινούργιο.

Στο έργο σου συναντάμε έντονα το στοιχείο της αποτύπωσης του χρόνου, τόσο μέσα από την αναφορά στους τρόπους (φωτογραφία, κεχριμπάρι, Φαγιούμ), όσο και μέσα από τη λειτουργία του ποιήματος ως αποτύπωση μιας στιγμής. Ο τίτλος της συλλογής, (η αναφορά στα ταφικά πορτρέτα Φαγιούμ) δίνει στην καταγραφή την αίσθηση αυτού που ο Μπαρτ, μιλώντας για τη διαδικασία της φωτογράφησης, ονόμασε «προοικονομία θανάτου». Ποιος ο ρόλος της μνήμης, της στιγμής και της φθοράς στην τέχνη σου;


Νομίζω όλη η ποιητική γραφή είναι μάχη για την αποτύπωση της χρονικής ροής -όπως και συνολικά ένας μηχανισμός μεταφοράς της μνήμης, μια κινητοποίηση του συλλογικού μνημονικού. Το ομηρικό έργο ή η «παραδοσιακή» ευρωπαϊκή ποίηση, (κατ’ αντιστοιχία, το δημοτικό τραγούδι) είναι η προσπάθεια μιας κοινότητας να παραδώσει μια δημιουργία οριζόντια στη συγχρονία της αλλά κι από γενιά σε γενιά -και μάλιστα προφορικά. Στο μοντερνισμό το ποίημα γράφεται κι αναπαράγεται με συγκεκριμένη αισθητική αρχιτεκτονική, ίσως σαν στιγμή της ηρακλείτειας ροής του λόγου. Λίγο απονεκρωμένο ακούγεται… Για να μην φλυαρώ, θα απαντούσα ότι το ποίημα έρχεται με ορμή από την Ιστορία: το κουβαλά ο άνεμος της εμπειρίας, ας πούμε αυτός που σηκώνει ένα κορίτσι που φεύγει, όπως υπονοείται σε ένα από τα φωτογραφικά ποιήματα της συλλογής. Και νομίζω κάποιες ποιητικές γραφές, όπως αυτή στο «Φαγιούμ», δεν προλαβαίνουν να το σταματήσουν καθαρό μπροστά στα μάτια τους, με το μολύβι τους. Τις παρασέρνει έτσι η δύναμη αδράνειάς του, αποτυπώνοντας κάτι, φθαρμένο, θολό, σίγουρα στιγμιαίο -μια αποκρυστάλλωση του μερικού ίσως, που φωτίζει την τροπή του γενικού. Πάντως η εικονοπλασία είναι σταθερός συνομιλητής στο «Φαγιούμ», με μορφές όπως του Φράνσις Μπέικον ή του Λούσιαν Φρόιντ, να αποτελούν ποιητικούς πυρήνες.

Στην ποίησή σου συναντάμε συχνά μια υπαινικτική πολιτική στάση, μακριά από το άγαρμπο του συνθήματος. Μορφές του παρελθόντος, η καθημερινή κουλτούρα, ακόμα και η δομή του ποιήματος συμμετέχουν σε αυτόν τον υπαινιγμό, δίνοντας της μια συνολικότερη και συνεχόμενη διάσταση. Σε τι βαθμό η ποίησή σου είναι πολιτική;

Στο βαθμό που θα καταγράψει το γραδόμετρο του αναγνώστη, υποθέτω. Το λέω έτσι διότι για μένα το ποιητικό φαινόμενο ή είναι διαδραστικό, (κι άρα καταστατικά πολιτικό θα μπορούσαμε να πούμε) ή περιορίζεται σε μέτρα λυκειακής διδασκαλίας. Επομένως ελπίζω να περνάει, υπαινικτικά, όπως λες, η θερμοκρασία της πολιτικής ζύμωσης που γέννησε το ποιητικό υποκείμενο, στην ευαισθησία του ανθρώπου που ακούει ή διαβάζει το ποίημα -κι η ανάγνωση είναι μια ζύμωση, κατ’ αυτόν τον τρόπο. Τώρα για το ακραιφνώς «πολιτικό», η τριβή με την πραγματικότητα αφήνει αμυχές αδιόρατες που αναδύονται σε ποιήματα, από τις πιο, φαινομενικά, αδιάφορες λεπτομέρειες της ειδησεογραφίας, ενώ τα πιο συνταρακτικά γεγονότα μπορούν να αφήνουν ποιητική αφλογιστία: για παράδειγμα, το ποίημα για τη Γαλλία του 2005 καθυστερεί όχι στην εξέγερση αλλά στο γενεσιουργό της περιστατικό.

Θυμάμαι σε κάποια απαγγελία σου είχες κάνει μια αναφορά στην γλώσσα της εξουσίας. Στο ποίημα σου «από κουτί φοντάν» κάνεις μια αναφορά στη μακεδονική γλώσσα. Ποια είναι η σχέση της ποιητικής γλώσσας με τη γλώσσα της εξουσίας;

Η γλώσσα είναι δομημένη τόσο συμμετοχικά όσο και εξουσιακά κι οι ποιητές συχνά συνηγορούν στην αναπαραγωγή αυτής της ιστορικότητάς της. Στην ελληνική περίπτωση ας πούμε, ο στραγγαλισμός των περιφερειακών γλωσσών (κι όπως επισημαίνεις, το ποίημα αναφέρεται στην γλώσσα της γιαγιάς μου, τα μακεδονικά) συνεχίζεται ως σήμερα, όχι με το χωροφύλακα αλλά με την καταναγκαστική κληρονομιά του «την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική». Εγώ αποδέχομαι με χαρά τη μετά θάνατον δωρεά, αλλά γράφω ελληνικά χωρίς αυταπάτες για την «ιερότητά» τους, βουτώντας τα στην Ιστορία, κι άρα, για να γυρίσω στην προηγούμενη ερώτηση, υιοθετώντας μέσω της γραφής μια πολιτική στάση απέναντι στο ίδιο το μέσο της ποίησης. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ποίηση να οδηγεί στο πολιτικό κι όχι αντίστροφα απαραίτητα: ελληνικά στην εποχή της μετα-ελληνικότητας.

Παρακολουθείς τη σύγχρονη ποίηση; Μοιράσου μερικές σκέψεις για τον τρόπο που υπάρχει σήμερα, για τις εξελίξεις και τη νεότερη γενιά ποιητών.
Είμαι λιγάκι κλασικιστής και ξενόφιλος, οπότε κάπως αλληθωρίζω σε άλλες γλώσσες ή εποχές. Ζώντας εκτός Ελλάδας εδώ και χρόνια, είναι αποκαλυπτικές οι επιστροφές στα γλωσσοπάτρια, όποτε συμβαίνουν. Καταβυθίζομαι σε νέα αναγνώσματα, κι ευτυχώς πάντα υπάρχουν ερεθιστικά πράγματα -το πηλίκο είναι θετικό. Μάλλον ριζώνει η αίσθηση ότι πολλοί ποιητές της ηλικίας μας βρίσκουν δικό τους τόνο και ύφος και αρχίζουν να διευρύνουν το βεληνεκές της γλώσσας… Δεν γνώρισα πάντως φιλολογικές παρέες ή ομάδες, μην έχοντας ζήσει στην Αθήνα. Σίγουρα «ποιητής» είναι τίτλος που απονέμεται από τον αναγνώστη -άρα καλό είναι να αφήνουμε τον ρέκτη να κρίνει. Πάντως, ήδη διαφαίνονται πλέγματα που υφαίνονται αόρατα μεταξύ τους σήμερα, για να φανερωθούν ίσως στο μέλλον ως πολυφωνική γενιά.
( στην εφημεριδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: