Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Πότε τελειώνει ένα έργο τέχνης;



Το να βιώνεις το ελληνικό παρελθόν σημαίνει να περιπλανιέσαι σε έναν κόσμο που γνώρισες αποσπασματικά, έναν κόσμο που σου εμφανίζεται σε σύντομες εκφάνσεις, κομμάτια χαμένα σε ένα σύνολο υποχρεωτικής και συχνά αταίριαστης ποικιλίας. Περπατώντας το αρχαίο κομμάτι, το εγκλωβισμένο κέντρο του παρελθόντος της Αθήνας, έρχεσαι σε επαφή με ερείπια του αμετάκλητα περασμένου, ναούς, κολώνες και τοίχους που προσπαθούν παρά το γύρας, επιμένουν φθαρμένα μέσα σε εκείνο που αλλάζει. Οι ιστορικές περίοδοι μπλέκονται, φτιάχνοντας το σύγχρονο ελληνικό ακρωτηριασμό, αβέβαιο και ταυτόχρονα σίγουρο, ανάμεσα στο θολό της σύγχρονης φανατικής μας παρανόησης και στο καθαρό της δικής τους παλαιάς και ξεχασμένης αλήθειας. Στους δρόμους αυτούς εθιστήκαμε στη μαγεία του μερικού, στην αισθητική των χαμογελαστών ερειπίων.
Στα μουσεία, τα αγάλματα αναπνέουν στις κομματιασμένες τους μορφές, συντρίμμια μέσα στην πλήρη αποδοχή του κοινού που φέρνει συχνά την πλήρη αδιαφορία. Έργα τέχνης κάποτε τελειωμένα που γύρισαν πάλι σε μια μορφή αρχική πριν ο καλλιτέχνης τα τελειώσει, πριν το σύνολο ενώσει τα επιμέρους χαρακτηριστικά. Και όμως η τέχνη είναι εκεί, ορατή μέσα σε εκείνο που χάθηκε, στο αόρατο των χαμένων σημείων. Πώς συμβαίνει να αποδεχόμαστε κάτι που δεν μπορούμε να κρίνουμε ως τελειωμένο σύνολο, είτε γιατί ο καλλιτέχνης δεν το ολοκλήρωσε, είτε γιατί ο χρόνος το έφθειρε προς το αποσπασματικό; Μπορούμε να δεχόμαστε ένα έργο τέχνης κομματιασμένο μέχρι το ελάχιστο και τελικά πότε ένα έργο τέχνης είναι ολοκληρωμένο, πότε τελειώνει ένα έργο τέχνης;

Ατελείωτο στο δρόμο
προς την τελειότητα


Η ιστορία της αισθητικής περιπέτειας και δημιουργικής αναζήτησης του ανθρώπου είναι διάσπαρτη με σώματα καλλιτεχνημάτων που δεν ολοκληρώθηκαν ή επιβίωσαν λειψά. Μέχρι και σήμερα απολαμβάνουμε δημιουργήματα που η τελευταία τελεία τους δεν θα γίνει ποτέ ορατή. Από τα σπαράγματα της αρχαίας λυρικής ποίησης, της Σαπφούς και του Αλκαίου, μέχρι τον «άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μουζίλ, η πινακοθήκη μας είναι αποσπασματική.
Ο «Βόιτσεκ» ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά του 19ου αιώνα, ανεβαίνει σε παραστάσεις σε όλο τον κόσμο μέχρι και σήμερα. Το τόσο γνωστό έργο παραμένει άγνωστο στην τελική του μορφή, αφού ο Γκέοργκ Μπίχνερ πέθανε πριν το ολοκληρώσει, αφήνοντας το σκόρπιο σε χαρτιά και σημειώσεις. Το έργο αυτό, παρά τη φθορά της μη τελείωσης, κατάφερε να επηρεάσει ίσως περισσότερο από κάθε έργο της εποχής του το σύγχρονο θέατρο.
Οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Διονυσίου Σολωμού, ίσως να είναι το χαρακτηριστικότερο ελληνικό ατελείωτο έργο. Είναι σε μεγάλο βαθμό κοινός τόπος, πως το έργο αυτό είναι η σημαντικότερη στιγμή της νεοελληνικής ποίησης. Μέσα από τα σχεδιάσματα, τις παραλλαγές στίχων και τα θραύσματα του, το έργο πέρα από το λογοτεχνικό του μέγεθος και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου στην ελληνική γλώσσα, μας αποκαλύπτει και όλους τους λόγους που αφήνουν ένα έργο ατελείωτο: το λογοτεχνικό άγχος προς την τελειότητα του αποτελέσματος, την άπειρη δυνατότητα της εναλλαγής των μορφών, τη μανία του συγγραφέα να πιάσει αυτό που ποτέ δεν τελειώνει, που δεν συναντιέται με την τελειότητα του, απλά εξελίσσεται με αργό περπάτημα ή άλματα κυνηγώντας την. Στο σημείο αυτό, ο Σολωμός του ρομαντισμού και του κλασικισμού, έρχεται να συναντήσει το μοντερνισμό του Στεφάν Μαλαρμέ. Η καθαρή ποίηση, η αναζήτηση του λεπτού και του περίτεχνου της γλώσσας που αυτή επιβάλλει, άφησε το «Μεγάλο Έργο» του ποιητή ατελείωτο. Όμως οι προκαταρκτικές σημειώσεις για το έργο, τα αποσπάσματα και τα υπόλοιπα έργα του που σχετίζονταν με το εγχείρημα, τον επέβαλαν ως μια από τις κορυφαίες περιπτώσεις ανάμεσα στις στιγμές της παγκόσμιας ποίησης.

Η δυνατότητα ως αρετή

Η σχέση του έργου τέχνης με το χρόνο γέννησης και το τελείωμά του είναι χαρακτηριστική σε αρκετά από τα γλυπτά του Αυγούστου Ροντέν. Φαινομενικά ημιτελή, τα έργα παρουσιάζουν τη διαδικασία μεταμόρφωσης από το άψυχο της ύλης, στο έμψυχο της τέχνης, από το χώμα στο τραγούδι. Μορφές που βγαίνουν από την πέτρα, ακροβατώντας ανάμεσα στους δύο κόσμους, περιγράφοντας ακριβώς το πέρασμα, τη στιγμή της μαγείας και της αλλαγής.
Έργα ημιτελή ή χαμένα, σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, λειτουργούν με περιφρόνηση ενάντια στο απόλυτο της ολοκλήρωσης και το αυστηρό της δομής. Σπαράγματα αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών, μυθιστορήματα κλασικά, όπως το «Μπουβάρ και Πεκισέ» του Φλομπέρ ή ακόμα ο «Πύργος» του Κάφκα. Η τριλογία των νεκρών ψυχών του Γκόγκολ και η σειρά θεατρικών του Ευγένιου Ο’ Nιλ, ή κάποιες από τις ημιτελείς ταινίες του Όρσον Γουέλς, έργα που μας κάνουν να εκτιμούμε ως αρετή τη δυνατότητα, τη μη πραγματοποιημένη περίπτωση και τελικά να συμπληρώνουμε το υπαρκτό τους με προσωπικές συγκεχυμένες προσδοκίες, παραχωρώντας τα δώρα του ολοκληρωμένου στο ατελές.
Πότε τελικά τελειώνει ένα έργο τέχνης; Μπορούμε να απαντήσουμε πως ένα έργο τέχνης δεν τελειώνει ποτέ ή τελειώνει τη στιγμή που αρχίζει, με τη συνέχειά του να μεγεθύνει, να απλώνει και να διαπραγματεύεται, αυτό που ήδη υπάρχει. Στην πρώτη φράση, στον πρώτο στίχο, την πρώτη πινελιά. Όπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, δεν υπάρχουν έργα που τελείωσαν πραγματικά, γιατί δεν μπορείς να τελειώσεις ένα έργο τέχνης. Μπορείς απλά να το εγκαταλείψεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

2 σχόλια:

karavida είπε...

θα ήθελα να προσθέσω στις αναφορές αυτού του _ κειμένου το Μarcel Duchamp ο οποίος δούλευε "Το Μεγάλο Γυαλί" επι οκτώ χρόνια.'Οταν το Γυαλί έσπασε κατα τη διαρκεια κάποιας μεταφοράς,ο καλλιτέχνης το εγκατέλειψε ώς είχε.Παραδεχόταν και οτι δεν είχε ολοκληρώσει το όραμα του αλλά και οτι το τυχαίο σπασιμο είχε τελειοποιήσει το έργο του πέραν κάθε προσδοκίας.
Τέλος,στις νεοελληνικές σύγχρονες αναφορές η φράση του σύγχρονου νεοέλληνα διακοσμητή,Σπύρου Σούλη(στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα):
"Η τελειότητα είναι βαρετή."

Ανώνυμος είπε...

Θωμά πρόκειται για εξαιρετικό κείμενο .Θα έλεγα ότι συνιστά από μόνο του έργο τέχνης .