Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Είμαι μαζί σου στο Πάτερσον


Ολοκαύτωμα
Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο
William Carlos Williams, (μτφρ. Τάσος Κόρφης)
 
Νιώθεις μια χαρά που προκύπτει άμεσα και αντανακλαστικά, όταν έχεις συνηθίσει να διαβάζεις, να ακούς, να βλέπεις ταινίες και να χρησιμοποιήσεις το υλικό για να γράψεις κριτικές, για να πάρεις ιδέες ή οτιδήποτε και ξαφνικά ανακαλύπτεις πως κρατάς ένα βιβλίο, πως ακούς μουσική ξαπλωμένος ή πως βρίσκεσαι σε μια αίθουσα απλά και μόνο για να απολαύσεις την επαφή σου με το έργο τέχνης ή έστω για να περάσεις τον χρόνο σου.
Δεν είναι η απουσία εργασίας αυτή που σου δίνει τη χαρά.
Είναι η διαδοχή των συνειρμών που τώρα θα κινηθούν ελεύθεροι, η απεμπλοκή σου από τα καλό-κακό, μ αρέσει -δεν μ' αρέσει, από αξιολογήσεις και αναλύσεις.
Είναι ο συνειρμός ως περιπλάνηση μισή φτιαγμένη με τα δικά σου υλικά και άλλος μισός φτιαγμένος και κεντρισμένος από το έργο τέχνης.
Ο παραπάνω συνειρμός προέκυψε κατά τη θέαση του «Πάτερσον» του Τζιμ Τζάρμους.
Μιας ταινίας που αρνούμαι να κρίνω, να αναλύσω ή να γράψω αν μου άρεσε ή όχι. Ακριβώς από σεβασμό στον παραπάνω συνειρμό.
Ο λόγος που παραθέτω όλα αυτά είναι πως η ταινία μάς προσφέρει μια επιστροφή σε μια εποχή δημιουργικής αθωότητας, μια αθωότητα που συνηθίζουμε να χάνουμε ταυτόχρονα με όλες τις υπόλοιπες αθωότητές μας.
Την αθωότητα της απόλαυσης της τέχνης. Την αθωότητα του πρωταγωνιστή της που γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, χωρίς τη ματαιοδοξία του δημιουργού, το άγχος της υστεροφημίας, το ρουτίνιασμα του καλλιτέχνη που πρέπει να δημιουργήσει (αλλιώς τι σόι καλλιτέχνης είναι).
Και η επιστροφή σε αυτό το «γιατί δεν γίνεται αλλιώς» είναι κάτι που μας αφορά άμεσα όλους ως δημιουργούς ή ως δέκτες της τέχνης (μικρή διαφορά άλλωστε έχει).
Η σχέση του πρωταγωνιστή με το τετράδιό του, με τις στιγμές του γραψίματος όπως προσπαθεί να τις χωρέσει στη ρουτίνα του είναι η σχέση του καθένα από εμάς με την τέχνη, τη δημιουργία, την έκφραση σε οποιαδήποτε μορφή της (όταν φυσικά αυτή η σχέση είναι αυθόρμητη και άδολη).
Είναι η σχέση αυτή που μας έφερε στην αίθουσα για να δούμε τη νέα ταινία του Τζάρμους αναζητώντας εκεί κάτι που ακόμη και όταν το αποκτήσουμε θα μας διαφεύγει.
Αυτή που μας οδήγησε να αγοράσουμε το κατάλληλο τετράδιο (στο οποίο δεν γράψαμε ποτέ), να ξεκινήσουμε μαθήματα κιθάρας, να γίνουμε φίλοι με κάποιον που μοιραζόταν την ίδια παθιασμένη αδεξιότητα.
Γιατί πέρα από την παραγωγή ή την κατανάλωση, η τέχνη είναι κυρίως αυτές οι παράλληλες στιγμές.
Οι στιγμές που συμβαίνουν παράλληλα στη ζωή σαν παρατηρήσεις, αναμνήσεις ή σκέψεις, σαν μια θερμοκρασία ξεχωριστή στο κάθε σώμα (γιατί είναι το σώμα μονάδα μέτρησης και δοχείο θερμοκρασίας ταυτόχρονα).
Σκόρπιες, ειπωμένες από μια άγνωστη μέσα φωνή όμοια με αυτή του Πάτερσον ανάμεσα στα γεγονότα της ζωής του, που δεν είναι καν γεγονότα.
Γιατί η ταινία δεν κινηματογραφεί γεγονότα αλλά πιο πολύ καταστάσεις, συνθέσεις ταπεινών καθημερινών πραγμάτων.
Μες στην κοινοτοπία και την εναλλαγή του ίδιου από το ίδιο, βυθιζόμαστε στη μία μέρα που είναι οι μέρες του πρωταγωνιστή μας.
Η ζωή μακριά από την κινηματογραφική της φωτογένεια μοιάζει με μια αέναη επανάληψη.
Σαν ελάχιστη παραλλαγή ενός κοινού θέματος που είναι ο εαυτός. Η τέχνη έρχεται να της δώσει διαστάσεις, να αποτρέψει την επανάληψη αυτή να γίνει ρουτίνα.
Και τελικά μέσα από την επιμέρους εστίαση στις λεπτομέρειες, την ομορφιά και τον μόχθο καταφέρνει να σπάσει τον κύκλο της ίδιας της επανάληψης, όπου κάθε τι ίδιο είναι καινούργιο ξανά από την αρχή.
Είμαστε όλοι μαζί στο Πάτερσον οδηγώντας ένα λεωφορείο που μας βγάζει κατευθείαν στο αύριο, που είναι όμοιο με το χθες.
Και η τέχνη είναι ο λαθρεπιβάτης αυτός του οχήματος που ακόμη και αν το αγνοούμε δίνει νόημα στη διαδρομή.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: