Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι που πέφτει πάνω στους ζωντανούς και τους νεκρούς



«Αγγέλοι Αγγέλοι
στον ουρανό
Ο ένας ντυμένος αξιωματικός
Ο άλλος μάγειρος
Κι οι υπόλοιποι το ρίχνουν
στο τραγούδι
Φιλόκαλε αξιωματικέ
του ουρανού
Ύστερ’ απ’ τα Χριστούγεννα
Άνοιξη τρυφερή θα σου φέρει
Ήλιο λαμπρό
Να σε παρασημοφορήσει
Ήλιο λαμπρό
Ο μάγειρας ξεπουπουλιάζει μια πάπια
Αχ πέφτει το χιόνι
Χιόνι χιόνι πια
Και δεν έχω την αγάπη μου αγκαλιά»

(Γκ. Απολλιναίρ, Ποιήματα,
μτφ. Ν. Σπάνιας, Γνώση)

Για όποιον μεγάλωσε στην Αθήνα το χιόνι είναι είδος σπάνιο, εξωτικό, πιο πολύ στιγμή παρά καιρικό φαινόμενο, πιο πολύ ανάμνηση παρά παρόν. Γι’ αυτό κάθε που χιονίζει η πόλη μένει ολόκληρη ξαφνιασμένη, σαν να μην γνωρίζει πώς να αντιδράσει, σαν να κάθεται να κοιτά αποσβολωμένη. Και δεν παίρνει έκτακτα μέτρα, δεν γνωρίζει από διαχείριση ή άλλα τέτοια, απλά πλαταίνει το χρόνο ώστε να στοιβάξει ολόκληρη τη στιγμή και ολόκληρο το ξάφνιασμα. Γιατί το γνωρίζει καλά πως το χιόνι θα διαρκέσει μία, το πολύ δύο μέρες, θα ορίσει τις δικές του σχολικές αργίες, θα είναι αυτό που θα αποφασίσει ποιος θα πάει στη δουλειά και ποιος όχι, ποιος θα το διαχειριστεί ως πρόβλημα και ποιος ως παιχνίδι. Μία ή δύο μέρες κάθε δύο ή τρία χρόνια, ποτέ τόσο ώστε να καλύψει την ταύτισή του με τον χειμώνα (όπως αντίθετα η θάλασσα καταφέρνει με το καλοκαίρι), ποτέ τόσο ώστε να πούμε πως φέτος χιόνισε, ποτέ τόσο ώστε να είναι χιόνι.
Το χιόνι είναι η ενσάρκωση του έκτακτου, η υπενθύμιση μιας ομορφιάς εκτός κανονικότητας, η οικειότητα του ανοίκειου. Σαν στάχτη από κάποια πυρκαγιά που έπιασε κάπου μακριά, σε τόπους μακρινούς και ξεχασμένους και μεταφέρεται μέσα στους χρόνους για να αποθέσει τον εαυτό του δίπλα μας ή σαν πιτυρίδα μιας κεφαλής με διάμετρο χιλιομέτρων που τίναξε τα μαλλιά της κάπου ψιλά στον αχανή ουρανό και τώρα έρχεται απειλητικά κατά πάνω μας. Βαμβάκι που ντύνει τις επιφάνειες κάνοντας τα πράγματα να μοιάζουν πιο φιλικά, πιο μαλακά, χωρίς αγκάθι. Καταψύκτης που συντηρεί μάταια για λίγες ώρες μόνο την υπόλοιπη χρονιά παγώνοντας τα πάντα στο άγγιγμά του.
Το χιόνι αυτό πέφτει κάθετα μέσα στο σύμπαν. Δεν ξεκινάει ούτε σταματά, δεν αρχίζει ούτε φτάνει, μόνο κάθετο κινείται σαν ατέρμονη διαδικασία μπροστά στα μάτια μας, σαν ροή χωρίς σκοπό, γιατί είναι η ίδια ο σκοπός, η ροή η ατελείωτη ροή.

Πιο ανθεκτικό από τη βροχή ταξινομεί τον εαυτό του, τον στοιβάζει σε ορατά σημεία, σου υπενθυμίζει την πτώση του με την παραμονή του στο έδαφος. Δεν ζητάει να φύγει –τουλάχιστον όχι ακόμη- περήφανο στο να δημιουργεί σχήματα, σχήματα δικά του. Όχι λακκούβες ή ρυάκια, αλλά τεμάχια όπως αυτά προσφέρονται αποκλειστικά, στην σκληρότητα των φτυαριών, στην μαλακότητα των παιδιών.
Και αν υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στο χιόνι -πέρα από την όψη του- αυτό είναι η ησυχία της πτώσης του, ο σιωπηλός του κρότος όταν συναντάει ξανά και ξανά το έδαφος, μια ήσυχη μετακίνηση ενός τεράστιου όγκου διακεκομμένου, τμηματικού μέχρι το άπειρο. Σιωπηλά, ψιθυριστά στοιβάζεται όλη τη νύχτα.

Τις νύχτες όταν τα φώτα της πόλης πέφτουν με πάταγο πάνω στις χιονισμένες επιφάνειες που μεγαλώνουν και ξανά μεγαλώνουν, βγαίνουν μέσα από χιονισμένες τρύπες οι χρυσοθήρες. Φερμένοι από άλλες εποχές, βγαλμένοι κατ’ ευθείαν μέσα από τη γη, εξοπλισμένοι με αξίνες, έλκηθρα και πλήρη ρουχισμό. Βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας φερμένοι από κάποια Αλάσκα και κάποια Σιβηρία, από κάποιο Κλοντάικ του χρόνου. Ξαφνιασμένοι διαβαίνουν την απολύτως άδεια πόλη ψάχνοντας. Όχι τόσο το χρυσάφι –αυτό το άφησαν πίσω στη δική τους εποχή, άλλωστε είναι γνωστό σε όλους πια τους αιώνες το πόσο άδεια από χρυσάφι είναι η δική μας εποχή. Ψάχνουν πάνω στα χιονισμένα παρμπρίζ και τα χιονισμένα πρεβάζια, τους παγωμένους δρόμους και τις ξέχειλες λακκούβες. Τις νύχτες βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας μέσα από τις χιονισμένες τρύπες τους οι χρυσοθήρες. Και ψάχνουν να βρουν εκείνη την πρώτη φλόγα που θα μπορέσει να δώσει ξανά, στην πόλη ολόκληρη, φωτιά.

(ο τίτλος είναι δανεισμένος από τη νουβέλα του Τζαίημς Τζόυς «Οι νεκροί»)


(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: