Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Αναμένοντας το τέλος της αναμονής (Θυμάσαι τις πλατείες;)



Και έτσι μένουμε εδώ, μετεκλογικοί, μετέωροι ανάμεσα σε χαρές και φόβους ντόπιους ή ευρωπαίους, θωρακισμένοι στην αδράνεια που έπεται της έντασης, αναμένοντας το τέλος της αναμονής.  

Μένουμε εδώ, παρακολουθώντας άλλο ένα κεφάλαιο του ιστορικού μετασχηματισμού που έφερε η κρίση, κοιτάζοντας ταυτόχρονα προς τον ευρωπαϊκό Βορρά, το δικό μας ακυρωμένο ενδεχόμενο, την επικράτηση μιας ξενοφοβικής δεξιάς, με τον σημερινό της ευρωσκεπτικισμό να μεταφράζεται σε αυριανό ρατσισμό και μεθαυριανή μισαλλοδοξία . Γιατί η επικράτηση της αριστεράς σε μία χώρα δεν αποτελεί απλά ένα παράδοξο του χάρτη. Προσφέρει μια εναλλακτική εκδοχή απέναντι στις διάφορες μισαλλόδοξες πρωτιές, τοποθετεί την κρίση και τις επιπτώσεις της στο κέντρο της ευρωπαϊκής κατάστασης και περιγράφει το πώς μια χώρα -με το ιδικό βάρος που της προσφέρει η πρωτιά στην κρίση - μπορεί να ανταλλάξει τον ρόλο του θύματος με αυτόν του διεκδικητή.

Ο ακροδεξιός ευρωσκεπτικισμός, μοιάζει να μην είναι φρούτο της Μεσογείου.  Ακόμα και ο σκεπτικισμός του Γκρίλο διαφέρει κατά πολύ από τον αντίστοιχο π.χ. του Φάρατζ, αφού δεν έχει ξενοφοβικά  χαρακτηριστικά ενώ σε μια σειρά κοινωνικών διεκδικήσεων (π.χ. γάμοι ομοφυλοφίλων, οικολογικά θέματα κ.α.) η πολιτική του κινήματος είναι μάλλον αριστερόστροφη.  Αυτό που παρατηρείται στις χώρες του νότου είναι μια κίνηση στον χώρο της αριστεράς. Στην Πορτογαλία, με την κυβερνητική συμμαχία να μειώνει κατά πολύ τα ποσοστά της, τα κόμματα της αριστεράς κατάφεραν ένα συνολικό 17%. Στην Ιταλία οι συνθήκες είναι σαφώς πιο σύνθετες.  Ο προεκλογικός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, άφθαρτος και γεμάτος υποσχέσεις κέρδισε ένα 40,8%. Το 4% της αριστεράς, αν και φαινομενικά πολύ μικρό, αποτελεί επιτυχία. Όχι μονάχα γιατί κατάφερε να εκλέξει τρεις ευρωβουλευτές, αλλά γιατί για την Ιταλική αριστερά με  τις παλινωδίες, την κρίση ταυτότητας και τις διασπάσεις να διαδέχονται η μία την άλλη από το 1991 μέχρι σήμερα, η ύπαρξη της είναι από μόνη της επιτυχία. Στην κατάσταση αυτή συμβάλει και το αμάλγαμα Γκρίλο που εκτός από τη δυσαρέσκεια έχει καταφέρει να εγκολπώσει κινήματα, ακτιβιστές, δυνάμεις της οικολογίας κτλ. Το αποτέλεσμα στην Ιταλία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε τον ρόλο που έπαιξαν σε αυτό οι επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα, περιγράφοντας ίσως για πρώτη φορά πως η μετάδοση του ''ιού'' της Αριστεράς από την μία χώρα στην άλλη δεν είναι απλά ένα άδειο σλόγκαν αλλά ένα πραγματικό (αν και δύσκολο) ενδεχόμενο. Τέλος, στην Ισπανία η καθίζηση των δύο κυρίαρχων κομμάτων έρχεται να συναντήσει την άνοδο της αριστεράς. Η Ενωμένη Αριστερά κατέκτησε ένα 10%, ενώ το νεοσυσταθέν Podemos που αναδύθηκε από το κίνημα των πλατειών κατέκτησε το 8% . 

Το αποτέλεσμα στην Ισπανία μας υπενθυμίζει μια από τις σημαντικότερες πολιτικές καταγωγές της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αναγνώσει, να συνδιαμορφώσει και τελικά να εκφράσει τις διαθέσεις που περιέγραφαν οι πλατείες αλλά και το γενικότερο πολιτικό κλίμα της περιόδου εκείνης. Να κεφαλαιοποιήσει μηνύματα και διαθέσεις και τελικά να περιγράψει τον εαυτό του ως μια εναλλακτική που δεν έχασε τον ριζοσπαστισμό της.  

Η περίοδος που ακολούθησε τις εκλογές του 2012, μπορεί να περιγραφεί ως μια περίοδος παρατεταμένης αναμονής. Μια παύση και μια αμηχανία με τα κινήματα να συρρικνώνονται, την συμμετοχή στις πορείες να φυλλοροεί, τις τοπικές κινήσεις και διεκδικήσεις να αραιώνουν. Η μετάθεση των προσδοκιών σε συνδυασμό με την γενικευμένη απογοήτευση, η αναμονή του τέλους της αναμονής μοιάζει να λαμβάνει τέλος από το διπλό αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών. Η νίκη σε μια σειρά από δήμους, καθώς και στις 2 περιφέρεις, αναζητά πρακτικές μεταλλάξεις, αλλαγές και εφαρμογές με κέντρο τη συμμετοχή. Έτσι ώστε να γεμίσει το κενό της παρελθούσας αναμονής, αλλά και για να περιγραφεί σε μικροκλίμακα το ό,τι νέο έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να προσφέρει συνολικά. Και η μετάδοση του νέου από το τοπικό στο κεντρικό της ελληνικής πολιτικής σκηνής ίσως τελικά να μην απέχει τόσο ως σχήμα και ως δυνατότητα από την μετάδοση του ιού της ελληνικής αριστεράς στις υπόλοιπες χώρες του νότου.


(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Ο εχθρός της αριστεράς




Αν και το συνολικό εκλογικό αφήγημα θα γραφτεί σε δύο πράξεις (με ομολογημένη αριστερή προσδοκία τη σύντομη προσθήκη μίας τρίτης), με τις ευρωεκλογές της ερχόμενης Κυριακής να κωδικοποιούν, να αποκρυσταλλώνουν, να προσθέτουν ευκρίνεια και να ανοίγουν σε νέα πεδία τα πολιτικά συμπεράσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, ωστόσο η καταγραφή μερικών πρώιμων σκέψεων δεν μοιάζει πρόχειρη ή παρακινδυνευμένη αλλά μάλλον θεμιτή και αναγκαία.
Αν υπάρχει ένα γεγονός ήδη παρόν από αρκετά πριν -το οποίο οι εκλογές της 17ης του Μάη ήρθαν απλά να επιβεβαιώσουν και να εξειδικεύσουν- αυτό είναι οι μεταλλάξεις τις κομματικής δυσαρέσκειας και οι αποτυπώσεις της στο σώμα της πολιτικής σφαίρας. Είναι ορατό περισσότερο από ποτέ, πως η κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων σε ένα τόσο έντονο κομματοκρατούμενο περιβάλλον, σηματοδότησε την ταυτόχρονη κατάρρευση του τριακονταετούς οικοδομήματος που τα χρησιμοποιούσε ως βάση και τη ρευστοποίηση πολιτικών λειτουργιών, αντανακλαστικών και βεβαιοτήτων. Η εκλογική κινητικότητα (ακόμα και σε επίπεδο δημοσκοπήσεων), η ανάδυση νέων κομμάτων ή η ανάθεση νέων ρόλων σε παλαιότερα, ταυτόχρονα με τη γενικευτική απαξίωση και την αποχή ήρθαν σαν πρώτες αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση. Οι δίδυμες εκλογές πέρα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη θετική ή αρνητική καταγραφή, θα μείνουν καταγεγραμμένες ως η ημερομηνία ανόδου του μεταπολιτικού.

Εκφάνσεις του μεταπολιτικού

Το μεταπολιτικό στις διάφορες εκφάνσεις του έρχεται να προστεθεί ως ένας ταυτόχρονος εχθρός δίπλα στις μνημονιακές πολιτικές και τις πολιτικές της λιτότητας. Εκφρασμένο ως άνευ όρων ανεξαρτησία, σε δημοτικά ή περιφερειακά ψηφοδέλτια, με μόνο επιχείρημα την απουσία σχέσης με κόμματα (αποκλειστικά σε ρητορικό επίπεδο φυσικά αφού τα ψηφοδέλτια στην συντριπτική τους πλειοψηφία υπήρξαν επανδρωμένα με συμβούλους προερχόμενους από κόμματα ακόμα και στελέχη πρώτης γραμμής). Εκφρασμένο ως άνευ όρων νέο στην περίπτωση του Ποταμιού, όταν το σαρωτικό τίποτα προκύπτει ως έκφραση αυθεντικότητας, όταν η έλλειψη προγράμματος προκύπτει ως διάθεση για διάλογο, όταν η απουσία οποιασδήποτε κοινωνικής και πολιτικής αναφοράς, δεσμού ή γείωσης προκύπτει ως ελευθερία.
Εκφρασμένο ως βαλκανικός μπερλουσκονισμός στις περιπτώσεις του Μαρινάκη και του ανεκδιήγητου Μπέου. Σε μία κίνηση εξώστρεφου πολιτικού κυνισμού, όπου τα συμφέροντα υπερπηδούν την πρόφαση της διαμεσολάβησης των πολιτικών. Μια διαπλοκή χωρίς μεσάζοντες. Σαν η απαξίωση των κομμάτων να τα αποκόλλησε από την εξίσωση συμφέροντα-κόμματα- ψηφοφόροι και να τα κατέστησε αχρείαστο σκαλοπάτι υφαρπαγής. Τα συμπτώματα της πολιτικής γίνονται και εκφραστές της, εκπροσωπώντας τώρα τους εαυτούς τους: χουλιγκάνια, παπάδες, επιχειρηματίες με οφ σορ και σκοτεινές πτυχές, ικανοί να στήσουν εκλογικούς μηχανισμούς πάνω σε ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς (νύχτα, στρατοί οπαδών, τάγματα εφόδου, εκκλησία, χρηματοδοτήσεις, συμφέροντα). Ίσως μάλιστα να μην είναι παρακινδυνευμένο να αποδεχτούμε πως ακόμα και ένα κομμάτι ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής εκφράζει ακριβώς αυτή τη σχέση με το μεταπολιτικό (τουλάχιστον ως πρώτη επαφή και ως πρόφαση). Μια σχέση που στη συνέχεια ριζοσπαστικοποιείται και παίρνει αμιγώς πολιτικά ναζιστικά χαρακτηριστικά.
Στη σφαίρα της μεταπολιτικής, η πολιτική πολιτικοποιείται με όρους μη πολιτικής. Ως κοινή λογική, ως υπερβατική προσφορά, ως ανώτερο αγαθό (είτε αυτό είναι η πατρίδα είτε η ομάδα), είτε απλώς ως τηλεοπτική πόζα. Στον πυρήνα βέβαια τίποτα δεν αλλάζει. Αφού δεν υπάρχει πολιτικό μόρφωμα που να μην εκφράζει συμφέροντα (ταξικά, επιχειρηματικά, προσωπικά, κτλ).

Ο ρόλος της αριστεράς

Με τον ίδιο τρόπο που η αριστερά κλήθηκε να υπερασπιστεί τις αστικές κατακτήσεις σε θεσμικό επίπεδο ήδη από την αρχή της κρίσης, έτσι και τώρα, σε μια ταυτόχρονη διαδικασία, καλείται να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις στο επίπεδο της πολιτικής λειτουργίας, του πολιτικού λόγου και τελικά στο σύνολο των εκφάνσεων του πολιτικού. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μπροστά στη διεκδίκηση ενός χαμένου αυτονόητου και ταυτόχρονα μπροστά στην ριζοσπαστικότητα αυτού του αυτονόητου. Στον μεγάλο ιστορικό μετασχηματισμό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, είναι ίσως πρώτη φορά και με τέτοια ένταση ξεκάθαρο, πως οι εχθροί της αριστεράς μοιάζουν να ταυτίζονται με τους εχθρούς της δημοκρατίας. Και κάτι τέτοιο όχι μόνο πολλαπλασιάζει την σημασία της, αλλά προσθέτει στο πολλαπλό χρέος, στη σημασία και στην αναγκαιότητά της.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Διαφημίζοντας Ποτάμια





H Άγγη έχει πολύ καιρό να το κάνει. Για την Μαρίλια θα είναι η πρώτη της φορά. Και οι δύο όμως διστάζουν, η κάθε μία για τους λόγους της. Δείτε την ιστορία των δύο γυναικών’’.
Όχι δεν είναι διαφήμιση ιστοσελίδας εύρεσης ερωτικών συντρόφων.

Νεαρή κοπέλα στο δωμάτιο της: ‘’Δεν το έχω κάνει ποτέ. Ξέρω πως η πρώτη φορά είναι σημαντική… πρέπει να είναι με κάποιον που δεν θα σε προδώσει την επόμενη ημέρα… λοιπόν μπαίνεις στο δωμάτιο… τραβάς την κουρτίνα και παίρνεις την μεγάλη απόφαση. Είναι εκείνη η στιγμή που από κορίτσι γίνεσαι γυναίκα’’ Όχι δεν είναι ρεπορτάζ του Σούπερ Κατερίνα.

Γηραιά κυρία στο σαλόνι της: ‘’ Δεν είναι η πρώτη μου φορά φυσικά. Αλλά έχω πολύ καιρό να το κάνω. Δεν θυμάμαι πάνε πολλά χρόνια. Δεν εμπιστευόμουν κανένα. Δεν είναι σωστό το ξέρω, όμως κουράστηκα με αυτούς του τύπους’’ Όχι δεν είναι… (βασικά δεν έχω ιδέα τι θα μπορούσε να είναι…)  

Τα σεξιστικά, επιθετικά ανόητα και προστακτικά απολίτικα πολιτικά σποτ του Ποταμιού, προκάλεσαν αντιδράσεις και έντονες διαμαρτυρίες ακόμα και από υποψηφίους του κόμματος. Τελικά κατέβηκαν από την ιστοσελίδα του πολιτικού μορφώματος λίγο μετά τη γέννησή τους ενώ ο Σταύρος Θεοδωράκης δήλωσε πως: ‘’Μόνον ένας ανόητος θα μπορούσε να κατηγορήσει για σεξιστικό περιεχόμενο το σποτ’’ και χαρακτήρισε όσους διαμαρτύρονται ως ‘’υπερσυντηρητικούς αριστερούς’’. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το τηλεοπτικό σποτ είναι κλεμμένο από το αντίστοιχο διαφημιστικό της περιοδείας Ομπάμα το 2012. Μια παρόμοια ιδέα είχε χρησιμοποιήσει και ο Βλαντιμίρ Πούτιν στις ρωσικές εκλογές λίγους μήνες πριν. Έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε το περιεχόμενο των τριών φαινομενικά όμοιων διαφημιστικών. Το αμερικάνικο σποτ γυρίστηκε από την Lena Dunham (δημιουργό του σίριαλ Girls) και σαν στόχο είχε από τη μία να σκανδαλίσει την υπερσυντηρητική Αμερική του Tea Party και από την άλλη να στρέψει ένα μεγάλο κομμάτι της μαζικά απέχουσα νεολαία προς την κάλπη (μια λειτουργία στην οποία συμβάλουν παραδοσιακά πολλοί Αμερικάνοι ηθοποιοί, αθλητές κτλ). Η Lena Dunham, εμφανίζεται η ίδια στο σποτ και είναι γνωστή για τις φεμινιστικές της απόψεις και τις δηλώσεις της υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων. Ενώ το σποτ ξεκινά με το ίδιο περίπου τρικ (η πρώτη φορά) ήδη από τη Τρίτη φράση μιλά για το πρόγραμμα υγείας του Ομπάμα, για τον πόλεμο στο Ιράκ και τα πολιτικά δικαιώματα(προφανώς ενστάσεις υπάρχουν και εδώ). Το παρόμοιο σποτ εκφρασμένο πολιτικά στη Ρωσία ενός Πούτιν ο οποίος προβάλει ως sex symbol, φωτογραφίζεται ημίγυμνος να ψαρεύει, να κυνηγά τίγρεις, μαμούθ, κομμουνιστές και κυρίως φυλακίζει και εξευτελίζει φεμινίστριες ακτιβίστριες προφανώς το περιεχόμενο αλλάζει. Η Ράμπο τεστοστερόνη παίρνει χαρακτηριστικά πολιτικού επιχειρήματος, με όρους πατριαρχικής επιταγής.

Το πλαίσιο στα διαφημιστικά του Ποταμιού είναι διαφορετικό. Η έλλειψη πολιτικού προγράμματος έρχεται να συναντήσει την έλλειψη πολιτικού περιεχομένου της διαφήμισης.  Το σποτ απλά προσπαθεί να παρουσιάσει το ‘’νέο’’ ως το μόνο επιχείρημα, ως Brand name. Ένα νέο άνευ όρων διατυπωμένο ως υποχρεωτικά θετικό (εξίσου νέοι πολιτικά είναι βέβαια και ο Μπέος με τον Μαρινάκη). Ο αυτονόητος σεξισμός του σποτ γίνεται κλειδί αποκωδικοποίησης, Γιατί αν το Ποτάμι είναι νέο στο εκλογικό πεδίο, τα όσα πρεσβεύει  είναι ταυτόχρονα αρκετά παλιά στο πολιτικό. Παλιά όσο τα εξώφυλλα του Κλικ, όσο ο σεξουαλικός κυνισμός μεταμφιεσμένος σε σεξουαλική απελευθέρωση, όσο η χρήση της γυναίκας ως αυτονόητου ενδιάμεσου του άντρα και των επιθυμιών του.   
Καλά θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται και μείς θα ασχολούμαστε με διαφημιστικά; Δεν ασχολούμαστε όμως με αυτό, ασχολούμαστε με ένα κόμμα που από την αρχή έχει δημιουργηθεί με όρους διαφημιστικού σποτ. Φωτογενές άσχετα με το περιεχόμενο, παραπλανητικό στην οικειότητα του, πειστικό στην αφέλειά του. Με μια κοινοτοπία διατυπωμένη ως κοινή λογική. Με ένα μεταπολιτικό λαϊκισμό με μόνο επιχείρημα την πάλη κατά του λαϊκισμού. Και τελικά με τα ίδια τα όρια του πολιτικού σε μια χώρα που φτάνει τα όριά της.
Όταν μπερδεύουμε την ψήφο με το σεξ η κάλπη εγκυμονεί βατράχια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η βλακεία ως πολιτικό εργαλείο



Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών, τόσο πυκνώνουν τα περιστατικά τα οποία σε μεγάλο βαθμό συνοψίζουν τον τρόπο που επέλεξε η κυβέρνηση, ώστε να αντιπαρατεθεί πολιτικά κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών. Ψευδεπίγραφες δηλώσεις, μοντάζ και παραποίηση δηλώσεων, καταστροφολογία στα όρια της αποκάλυψης.

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Αντώνης Σαμαράς κάλεσε τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να θυμίσουν «στον κόσμο ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζουν τρομοκράτες». Τόνισε πως «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι συνώνυμος με την αστάθεια, έχει σημαία του και βασική του επιδίωξη την αποσταθεροποίηση», ενώ συνέχισε διευκρινίζοντας πως «Αργεντινή δεν γίναμε, όπως κάποιοι θα ήθελαν». Ταυτόχρονα, ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, Λεωνίδας Γρηγοράκος, έθεσε στους πολίτες το ερώτημα «εάν την Κυριακή το βράδυ των εκλογών θέλουν η Ελλάδα να είναι μία χώρα που θα υποστεί ό,τι έχουν υποστεί χώρες όπως η Ουκρανία, ή χώρες της Βόρειας Αφρικής»- δήλωση που ήρθε να προστεθεί στον μακρύ πια κατάλογο ρητορικών τραμπουκισμών περί ουκρανοποίησης της χώρας, σύμφωνα με το παράδειγμα που έδωσε πρόσφατα ο Ευάγγελος Βενιζέλος και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Η μηδενική σοβαρότητα αλλά ακόμα και η μηδενική αξία χρήσης αυτών των δηλώσεων αποκαλύπτεται από το γεγονός πως ακόμα και τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης σχεδόν δεν αναπαρήγαγαν τις συγκεκριμένες δηλώσεις.



Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί ένα ακόμα γεγονός, μικρότερης ίσως πολιτικής σημασίας, αλλά έντονα ενδεικτικό μιας σαρωτικής πολιτικής νοοτροπίας. Σε προεκλογική της διαφήμιση, η Νέα Δημοκρατία δεν δίστασε να παραποιήσει δηλώσεις του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος εμφανίζεται ως υποστηριχτής του Αντώνη Σαμαρά. «Οι Έλληνες βλέπουν το φως στο τέλος του τούνελ» μοιάζει να λέει ο αμερικανός πρόεδρος. Στην πραγματικότητα, όμως, το απόσπασμα υπάρχει απλώς ως κατακλείδα σε μια φράση τελείως διαφορετικού περιεχομένου. Οι πλήρεις δηλώσεις Ομπάμα ήταν οι εξής: «Και πιστεύω πως ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στις σκληρές ενέργειες που απαιτούνται, και φυσικά πως επιθυμεί να διασφαλίσει πως οι Έλληνες θα δουν το φως στην άκρη του τούνελ» (το διαφημιστικό αποσύρθηκε ύστερα από καταγγελίες). Η κουτοπονηριά, οι εξυπνάδες και η ίδια η βλακεία, φαίνεται πως πια έχουν κατοχυρωθεί ως το μοναδικό (μαζί με το αυταρχισμό) μέσο προάσπισης της πιο παράλογης πολιτικής, ως κυρίαρχο ρητορικό εργαλείο του πιο τραυλού επιχειρήματος και της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.
 Το να κατηγορείς κάποιον ως ένοχο βλακείας ίσως να μοιάζει άκομψο, ακούγεται σίγουρα άγαρμπο και μάλλον συνηθίζεται περισσότερο ως υβριστικός χαρακτηρισμός παρά ως επιχείρημα. Άλλωστε ο χαρακτηρισμός συνήθως κάνει τον ίδιο τον χρήστη του να φαίνεται βλάκας ακριβώς γιατί περιγράφει ως προϋπόθεση την δική του εξυπνάδα. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιγράφουμε μια κατηγορία απέναντι σε ένα πρόσωπο ή έναν χαρακτήρα (χωρίς να την αποκλείουμε βέβαια). Δεν μιλούμε λοιπόν για βλάκες, αλλά για ανθρώπους επικίνδυνους, οι οποίοι χρησιμοποιούν συνειδητά τη βλακεία ως τρόπο εξαγωγής συμπερασμάτων, ως συλλογιστική, ως τρόπο σκέψης και ανάλυσης, ως χρήσιμο εργαλείο το οποίο μέσα από την (απαραίτητη) ανεπάρκειά του θα οδηγήσει στα επιθυμητά συμπεράσματα.

Αυτή η συλλογιστική του ηθελημένα λάθους, του υπερβολικού και ασύμμετρου, η συλλογιστική που εξισώνει, αναπηδά λογικά στάδια και κατά βούληση παραφράζει, στην πραγματικότητα ρευστοποιεί τα επιχειρήματα, την επιχειρηματολογία και τέλος την ίδια τη λογική. Αποτελεί το τέλος του κάθε διαλόγου, αφού δέχεται ως μοναδική βάση την εντύπωση, ως μοναδικό σημείο στίξης το πιο βουβό θαυμαστικό, ως τρόπο λόγου το γρύλισμα άσχετα προφανώς από απόδειξη ή πραγματικότητα. Γιατί η πρόχειρη ανθολόγηση των περιστατικών δεν περιγράφει ανεπάρκεια αντίληψης, αλλά την χρήση της ανεπάρκειας ως μόνο επιχείρημα και τελικά διαμορφωτή της αντίληψης.



Ας ανθολογήσουμε λοιπόν τη ρητορική για τους κουκουλοφόρους, τα μπουκάλια, τις καταλήψεις και την τρομοκρατία. Τις καταγγελίες της Μισέλ πως ο Τσίπρας τραγούδησε το παντιέρα ρόσα, πως είναι άθεος, πως θέλει να μας στείλει στα γκούλαγκ. Την περίφημη φράση: «περιμένουμε την έμπρακτη καταδίκη του Αντόνιο Νέγκρι από την μεριά του ΣΥΡΙΖΑ», τις ψιλοκομμένες και μονταρισμένες φράσεις του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου που τον παρουσίαζαν ως υποκινητή της επίθεσης στο Mall. Την ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ όπου αποκαλούσε τη Ρένα Δούρου «χρυσαυγίτισσα» επειδή κάλεσε τον Β. Βενιζέλο να προστατέψει την ομογένεια στην Ουκρανία. Πάρτε μια τυχαία φράση του Πάγκαλου, ή ένα τυχαίο ξέσπασμα του Άδωνι Γεωργιάδη, την περίπτωση Γιαννόπουλου σε σχέση με το βιβλίο του Κουφοντίνα ή ακόμη ολόκληρη την επιχειρηματολογία γύρω από τους ενόχους της Μαρφίν.

Πάρτε ως σημαία της συλλογιστικής -και τελικά πλαίσιο μέσα το οποίο κινούνται όλα τα παραπάνω- την χυδαία θεωρία των δύο άκρων. Και ας δούμε στο σημείο αυτό και την αδυναμία της ίδιας της αριστεράς. Ως βασικό επιχείρημα ενάντια σε αυτή τη θεωρία, χρησιμοποίησε το γεγονός πως είναι λανθασμένη ιστορικά. Το πρόβλημα όμως είναι πως η θεωρία αυτή δεν αναζητά δάφνες ιστορικής ακρίβειας. Όπως όλες οι παραπάνω περιπτώσεις δεν επιζητά πραγματικότητα, επιζητά εντύπωση και επιζητά λειτουργία. Η αλήθεια, εφόσον δεν είναι χρήσιμη καταργείται.

Οι επερχόμενες εκλογές θα δείξουν ανάμεσα στα άλλα το πόσο αποτελεσματικό εργαλείο αποδείχτηκε η βλακεία. Άρα και το ποσοστό αλήθειας που καταργήθηκε από την επέλαση των χυδαίων.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Παρατεταμένη ελληνική εφηβεία





-Γιέ μου, πόσο έχεις γεράσει!
Και οδεύει κατά το κίτρινο χρώμα για να κλάψει, γιατί με βρίσκει γηρασμένο, στην κόψη του σπαθιού, στην εκβολή του προσώπου μου. Κλαίει για μένα, θλίβεται για μένα. Πόσο θα λείψουν τα παιδικά μου χρόνια, αν πάντα μείνω ο γιός της; Γιατί θλίβονται οι μάνες όταν βρίσκουν πως γέρασαν οι γιοί τους, αφού η ηλικία τους ποτέ δε θα φτάσει τη δική τους; Και γιατί οι γιοί, όσο πιο πολύ γερνάνε, τόσο περισσότερο πλησιάζουν τους γονείς τους; Η μάνα μου κλαίει γιατί γέρασα από το χρόνο μου και γιατί δε θα γεράσω ποτέ από το δικό της!   

Αυτά γράφει ο ποιητής César Vallejo, περιγράφοντας την άλλη κλίμακα του χρόνου. Ανάμεσα σε αναμονές και παύσεις, διακεκομμένες ροές και λιμνασμένα δευτερόλεπτα, με τι βηματισμό γερνάει ο χρόνος στη σήμερα Ελλάδα;

Εδώ ο χρόνος χάνει τους αρμούς του. Τις περασμένες δεκαετίες , η έκταση της ενηλικίωσης περιεγράφηκε με συγκεκριμένες στάσεις: Σχολείο, Πανεπιστήμιο, δουλειά, οικογένεια. Μες τον συντηρητισμό της νόρμας, το σχήμα περιέγραφε έναν κανόνα, ένα μέτρο με το οποίο θα έκρινες τη συγκατάβαση ή την αντίθεσή σου, για ό, τι συνέτασσε την ταυτότητα, για ό,τι περιέγραφε την ηλικία. Μα οι δύο πρώτες στάσεις στέκουν μετέωρες στην θεσμική τους απαξίωση και οι δύο επόμενες ακυρωμένες, με το παρελθόν της ανάμνησης ενός κανόνα και το μέλλον της προσδοκίας να ξεμακραίνουν απειλητικά από το παρόν.  

Η ηλικία βρίσκεται διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Εδώ τίποτα δεν γερνά και όλα είναι γερασμένα. Οι δείκτες της ανεργίας, οι δείκτες της υπογεννητικότητας, προσφέρουν πολύ περισσότερα από μια στατιστική. Περιγράφουν όλη την έκταση της παρατεταμένα κλεμμένης μας ενηλικίωσης.    Επισφαλής εργασία, ανοιχτές συμβάσεις, απροσδιόριστα ωράρια, εργοδοτική αυθαιρεσία και καθυστερημένες εξοφλήσεις, μαύρες πληρωμές και λευκές επιταγές. Δουλειές χωρίς μισθό (όλο και περισσότερο) με μόνη ανταμοιβή την εμπειρία και κυρίως την ενοικίαση λίγης προοπτικής, την παραχώρηση λίγης κίνησης μακριά απ’ τη θηλειά του άεργου, μακριά απ’ την ακινησία του τίποτα. Όλα αυτά δεν περιγράφουν μόνο τις συνθήκες εργασίας, περιγράφουν τις συνθήκες ηλικίας. Στο μόνιμα ξαφνικό παρόν, κάτω από την μόνιμη έκτακτη άρση.

Οι δεσμοί που δεν συντάσσονται, τα παιδιά που δεν προκύπτουν, δεν μιλούν αποκλειστικά για έναν γερασμένο δείκτη, αλλά για το λίμνασμα της παιδικότητας πίσω από την ακύρωση του ξεπεράσματός της, της άλλοτε αναμενόμενης υπέρβασής της. Για μια παρατεταμένη ελληνική εφηβεία, όταν οι ηλικίες κολυμπούν στο ίδιο δοχείο. 

Και όλα αυτά να συμβαίνουν με φόντο το σάουντρακ ενός συναισθηματικού τραμπουκισμού, της ιδιότυπης νεολαγνείας που –ειδικά προεκλογικά- ξεκουφαίνει ακόμα και την πιο ψύχραιμη ακοή. Τα ‘’ελληνόπουλα’’, οι ‘’νέοι μας’’, τα ‘’φτωχά αυτά παιδιά που σε τίποτα δεν έφταιξαν’’, γίνονται συστατικά ενός μείγματος χιλιοστημένης ενοχής και γάργαρης υποκρισίας στα στόματα όσων δημιούργησαν τις παραπάνω συνθήκες (ρε δεν γαμιέστε λέω γω;).  

Η νέα γενιά -μας είπαν- μετρούσε χαμένα μεσημέρια με το καλαμάκι του Φραπέ. Περνούσε από τα pause στα stop στη διάρκεια λίγων καρέ. Τουλάχιστον μέχρι κάποιος να πετάξει το τηλεκοντρόλ στον τοίχο, τουλάχιστον μέχρι τα αντικείμενα να γίνουν και πάλι υποκείμενα. Έτσι, μια σειρά από κινήσεις,  γεγονότα και πρακτικές, διεκδικούν μια σκληρή ωρίμανση στις πιο άγουρες εποχές. Κινήσεις συνεργατικές, συναδελφικές, καλλιτεχνικές, αλληλέγγυες, με λίγες δυνάμεις αλλά πολλή έκταση, συντάσσουν τον τρόπο του χρόνου ξανά από την αρχή, συμπυκνώνοντας και επιταχύνοντας.
 Και ανάμεσα στα παράδοξα των ηλικιών, έρχεται στο νου μια ιστορία από την ταινία ‘Καπνός’’ του Paul Auster: το παιδί έχασε τον πατέρα του σε πολύ μικρή ηλικία, πριν από χρόνια σε μια χιονοστιβάδα, ενώ εκείνος έκανε σκι. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Τώρα το  παιδί κάνει σκι στο ίδιο ακριβώς σημείο. Και ενώ κάθεται να ξεκουραστεί, βλέπει στον πάγο ανάμεσα στα χιόνια την αντανάκλασή του. Όμως το πρόσωπο, ενώ του μοιάζει δεν είναι το δικό του. Το παιδί βλέπει τον πατέρα του συντηρημένο μέσα στον πάγο, όπως ήταν χρόνια πριν. Και τώρα το παιδί συνειδητοποιεί πως είναι μεγαλύτερο από τον πατέρα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)