Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η βλακεία ως πολιτικό εργαλείο



Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών, τόσο πυκνώνουν τα περιστατικά τα οποία σε μεγάλο βαθμό συνοψίζουν τον τρόπο που επέλεξε η κυβέρνηση, ώστε να αντιπαρατεθεί πολιτικά κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών. Ψευδεπίγραφες δηλώσεις, μοντάζ και παραποίηση δηλώσεων, καταστροφολογία στα όρια της αποκάλυψης.

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Αντώνης Σαμαράς κάλεσε τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να θυμίσουν «στον κόσμο ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζουν τρομοκράτες». Τόνισε πως «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι συνώνυμος με την αστάθεια, έχει σημαία του και βασική του επιδίωξη την αποσταθεροποίηση», ενώ συνέχισε διευκρινίζοντας πως «Αργεντινή δεν γίναμε, όπως κάποιοι θα ήθελαν». Ταυτόχρονα, ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, Λεωνίδας Γρηγοράκος, έθεσε στους πολίτες το ερώτημα «εάν την Κυριακή το βράδυ των εκλογών θέλουν η Ελλάδα να είναι μία χώρα που θα υποστεί ό,τι έχουν υποστεί χώρες όπως η Ουκρανία, ή χώρες της Βόρειας Αφρικής»- δήλωση που ήρθε να προστεθεί στον μακρύ πια κατάλογο ρητορικών τραμπουκισμών περί ουκρανοποίησης της χώρας, σύμφωνα με το παράδειγμα που έδωσε πρόσφατα ο Ευάγγελος Βενιζέλος και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Η μηδενική σοβαρότητα αλλά ακόμα και η μηδενική αξία χρήσης αυτών των δηλώσεων αποκαλύπτεται από το γεγονός πως ακόμα και τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης σχεδόν δεν αναπαρήγαγαν τις συγκεκριμένες δηλώσεις.



Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί ένα ακόμα γεγονός, μικρότερης ίσως πολιτικής σημασίας, αλλά έντονα ενδεικτικό μιας σαρωτικής πολιτικής νοοτροπίας. Σε προεκλογική της διαφήμιση, η Νέα Δημοκρατία δεν δίστασε να παραποιήσει δηλώσεις του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος εμφανίζεται ως υποστηριχτής του Αντώνη Σαμαρά. «Οι Έλληνες βλέπουν το φως στο τέλος του τούνελ» μοιάζει να λέει ο αμερικανός πρόεδρος. Στην πραγματικότητα, όμως, το απόσπασμα υπάρχει απλώς ως κατακλείδα σε μια φράση τελείως διαφορετικού περιεχομένου. Οι πλήρεις δηλώσεις Ομπάμα ήταν οι εξής: «Και πιστεύω πως ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στις σκληρές ενέργειες που απαιτούνται, και φυσικά πως επιθυμεί να διασφαλίσει πως οι Έλληνες θα δουν το φως στην άκρη του τούνελ» (το διαφημιστικό αποσύρθηκε ύστερα από καταγγελίες). Η κουτοπονηριά, οι εξυπνάδες και η ίδια η βλακεία, φαίνεται πως πια έχουν κατοχυρωθεί ως το μοναδικό (μαζί με το αυταρχισμό) μέσο προάσπισης της πιο παράλογης πολιτικής, ως κυρίαρχο ρητορικό εργαλείο του πιο τραυλού επιχειρήματος και της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.
 Το να κατηγορείς κάποιον ως ένοχο βλακείας ίσως να μοιάζει άκομψο, ακούγεται σίγουρα άγαρμπο και μάλλον συνηθίζεται περισσότερο ως υβριστικός χαρακτηρισμός παρά ως επιχείρημα. Άλλωστε ο χαρακτηρισμός συνήθως κάνει τον ίδιο τον χρήστη του να φαίνεται βλάκας ακριβώς γιατί περιγράφει ως προϋπόθεση την δική του εξυπνάδα. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιγράφουμε μια κατηγορία απέναντι σε ένα πρόσωπο ή έναν χαρακτήρα (χωρίς να την αποκλείουμε βέβαια). Δεν μιλούμε λοιπόν για βλάκες, αλλά για ανθρώπους επικίνδυνους, οι οποίοι χρησιμοποιούν συνειδητά τη βλακεία ως τρόπο εξαγωγής συμπερασμάτων, ως συλλογιστική, ως τρόπο σκέψης και ανάλυσης, ως χρήσιμο εργαλείο το οποίο μέσα από την (απαραίτητη) ανεπάρκειά του θα οδηγήσει στα επιθυμητά συμπεράσματα.

Αυτή η συλλογιστική του ηθελημένα λάθους, του υπερβολικού και ασύμμετρου, η συλλογιστική που εξισώνει, αναπηδά λογικά στάδια και κατά βούληση παραφράζει, στην πραγματικότητα ρευστοποιεί τα επιχειρήματα, την επιχειρηματολογία και τέλος την ίδια τη λογική. Αποτελεί το τέλος του κάθε διαλόγου, αφού δέχεται ως μοναδική βάση την εντύπωση, ως μοναδικό σημείο στίξης το πιο βουβό θαυμαστικό, ως τρόπο λόγου το γρύλισμα άσχετα προφανώς από απόδειξη ή πραγματικότητα. Γιατί η πρόχειρη ανθολόγηση των περιστατικών δεν περιγράφει ανεπάρκεια αντίληψης, αλλά την χρήση της ανεπάρκειας ως μόνο επιχείρημα και τελικά διαμορφωτή της αντίληψης.



Ας ανθολογήσουμε λοιπόν τη ρητορική για τους κουκουλοφόρους, τα μπουκάλια, τις καταλήψεις και την τρομοκρατία. Τις καταγγελίες της Μισέλ πως ο Τσίπρας τραγούδησε το παντιέρα ρόσα, πως είναι άθεος, πως θέλει να μας στείλει στα γκούλαγκ. Την περίφημη φράση: «περιμένουμε την έμπρακτη καταδίκη του Αντόνιο Νέγκρι από την μεριά του ΣΥΡΙΖΑ», τις ψιλοκομμένες και μονταρισμένες φράσεις του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου που τον παρουσίαζαν ως υποκινητή της επίθεσης στο Mall. Την ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ όπου αποκαλούσε τη Ρένα Δούρου «χρυσαυγίτισσα» επειδή κάλεσε τον Β. Βενιζέλο να προστατέψει την ομογένεια στην Ουκρανία. Πάρτε μια τυχαία φράση του Πάγκαλου, ή ένα τυχαίο ξέσπασμα του Άδωνι Γεωργιάδη, την περίπτωση Γιαννόπουλου σε σχέση με το βιβλίο του Κουφοντίνα ή ακόμη ολόκληρη την επιχειρηματολογία γύρω από τους ενόχους της Μαρφίν.

Πάρτε ως σημαία της συλλογιστικής -και τελικά πλαίσιο μέσα το οποίο κινούνται όλα τα παραπάνω- την χυδαία θεωρία των δύο άκρων. Και ας δούμε στο σημείο αυτό και την αδυναμία της ίδιας της αριστεράς. Ως βασικό επιχείρημα ενάντια σε αυτή τη θεωρία, χρησιμοποίησε το γεγονός πως είναι λανθασμένη ιστορικά. Το πρόβλημα όμως είναι πως η θεωρία αυτή δεν αναζητά δάφνες ιστορικής ακρίβειας. Όπως όλες οι παραπάνω περιπτώσεις δεν επιζητά πραγματικότητα, επιζητά εντύπωση και επιζητά λειτουργία. Η αλήθεια, εφόσον δεν είναι χρήσιμη καταργείται.

Οι επερχόμενες εκλογές θα δείξουν ανάμεσα στα άλλα το πόσο αποτελεσματικό εργαλείο αποδείχτηκε η βλακεία. Άρα και το ποσοστό αλήθειας που καταργήθηκε από την επέλαση των χυδαίων.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: