Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ακατανίκητη επιθυμία για παύση



Σάββατο βράδυ, σε κάποιο σινεμά του ευρύτερου κέντρου, ώρα τελευταίας προβολής. Φτάνουμε αργοπορημένοι με τη φίλη μου. Στόχος μας να δούμε το Youth του Σορεντίνο.
Η αναμονή δεν κράτησε πολύ μέχρι να διαπιστώσουμε πως η ταινία είναι sold out εδώ και αρκετά λεπτά.
Η ουρά δεν είχε σχηματιστεί για την ταινία που περιμέναμε, αλλά για την ταινία στη διπλανή αίθουσα, τον «Αστακό» του Λάνθιμου.
Χωρίς πολλή σκέψη κατευθυνόμαστε προς αυτή την προβολή. Λίγο μετά το τέλος της ταινίας μαθαίνουμε από φίλους σε άλλες προβολές των δύο ταινιών πως πάνω κάτω η κατάσταση ήταν παρόμοια.
Γεμάτες αίθουσες, πυκνό πλήθος, μια κοινή αίσθηση σαν μοίρασμα μιας ανεπαίσθητης διάθεσης, ενός καλοδεχούμενου ρίγους ή ενός συγκεκριμένου τονισμού των λέξεων.
Βλέπετε η νύχτα υπάρχει πάντα ανεξάρτητα από τις ταινίες.
Ετσι μαζί με τις κινηματογραφικές εικόνες έρχεται να προστεθεί και η εικόνα αυτή του πλήθους. Λίγο πολύ έχουμε ξανασυναντηθεί. Κάπου εκεί, στις παραλλαγές του χρόνου.
Γόνοι μιας ακαθόριστης μεσαίας τάξης, μεγαλωμένοι στην αδράνεια της ασφάλειας, πεταμένοι εδώ και καιρό στα ερωτηματικά και την ταχυκαρδία.
Τώρα άλλοι άνεργοι, άλλοι υποαμειβόμενοι, ξενιτεμένοι που έφτασαν στην ουρά σε μια ξαφνική τους επίσκεψη.
Με συνδετικό τις ταινίες, μια πολύμορφη αγωνία διαφορετικής έντασης, διαφορετικής έκφρασης, διαφορετικής σημασίας.
Λίγο πολύ να συνορεύει στον καθένα μας και να μας κάνει να συνορεύουμε. Λίγο γνωστοί και λίγο φίλοι, λίγο κουρασμένοι απ’ όλα αυτά και λίγο αδιάφοροι.
Ξένοι μες στην οικειότητα, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε καν τους λόγους που μας έφεραν να συνορεύουμε -λίγα καθίσματα απόσταση.
Δεν είμαι σίγουρος αν το αντιλήφθηκε κάποιος άλλος στην ουρά, ή σε κάποια άλλη ουρά αυτού του κόσμου. Αλλά αισθάνθηκα πως το ήρεμο πλήθος είχε τα χαρακτηριστικά του βουβού ξεσπάσματος.
Μια διακριτική προσπάθεια να σηκώσει τον εαυτό του πάνω από την ένταση, την τσίτα των τελευταίων μηνών.
Της ατέλειωτης παρακολούθησης των εξελίξεων, των πολιτικών συζητήσεων, της συμμετοχής (με όποιο τρόπο). Για πολλούς μια διαδικασία πρωτόγνωρη, μια διαδικασία που αφήνει ή δεν αφήνει κάτι.
Φορτία μη μετρήσιμα, έτοιμα να ξεσπάσουν στις τυχαίες στροφές του χρόνου οδηγημένα από την ανάγκη ή τη συγκυρία.
Δεν μιλώ για την απολιτίκ ιδιώτευση. Δεν μιλάω για την επανεφεύρεση της αδιαφορίας ή του κυνισμού, την επιστροφή στο ατροφικό χθες. Μιλώ για την ανάγκη για παύση.
Για τη βουβή αυτή στιγμή που φυτεύει μια παρένθεση στο στήθος των πραγμάτων. Την ηρεμία, ακόμη και αν είναι μία ηρεμία πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας.
Ή έστω τη διοχέτευση της έντασης σε νέα δοχεία, πιο εύκολα διαχειρίσιμα, πιο προσωπικά.
Ως μια προσπάθεια να χαμογελάσεις όταν σηκώνεσαι μετά την απότομη πτώση (και δεν γνωρίζεις πότε και πώς θα πέσεις ξανά).
Μια επιθυμία να χαθούνε τα γύρω σου στο θολό τοπίο του φόντου, ενώ εσύ παρακολουθείς τον εαυτό που παρακολουθεί τον εαυτό σου.
Ισως φυσικά να κάνω λάθος. Αλλωστε το πλήθος δεν έχει κοινό δακτυλικό αποτύπωμα, είναι μόνο εξαιρέσεις, ένα δάσος ανόμοιων δακτύλων.
Ισως να προβάλω τη δική μου διάθεση, το δικό μου ψέλλισμα σε άλλα στόματα μπας και νιώσω την ασφάλεια της οικειότητας.
Δεν αλλάζει και πολλά, άλλωστε ο κόσμος μας είναι εν πολλοίς ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Τις επόμενες μέρες κάθεσαι και τα σκέφτεσαι, κάθεσαι και τα βλέπεις. Και άσχετα με τη διάθεση, το μάτι σου πιάνει άθελα τους πηχυαίους τίτλους: νέες εξωτερικές πιέσεις, νέες περικοπές, νεκροί πρόσφυγες στη θάλασσα…
Δεν υπάρχει εδώ παύση, δεν φυτρώνει εδώ παρένθεση. Είμαστε εντοιχισμένοι στην πραγματικότητα.
Εδώ η πραγματικότητα περνά από πάνω μας, μας πατά με τακούνια, ενώ μόλις και προλαβαίνουμε να δούμε την όψη της.
Η πραγματικότητα περπατά σε αγέλη. Αιχμηρή και ακονισμένη, μυτερή και βουβή. Ακόμη και ως παρατηρητής, δεν γίνεται να μη συμμετέχεις.
Οι παύσεις μπορούν να περιμένουν. Ολα μπορούν να περιμένουν. Ολα εκτός από αυτό το ξερίζωμα που είναι η φτώχεια και που είναι η προσφυγιά.
Θα σιωπήσουμε αύριο. Προς το παρόν είναι πολύ αργά για παύσεις.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: